Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ


Christ-
 π.ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Οι «εξουσίες» στον κόσμο
Η βασιλεία τού Χριστού δεν είναι «εκ τού κόσμου τούτου», δεν είναι «εντεύθεν», δηλαδή από εδώ (Ιω. ιη’ 36)˙ είναι βασιλεία πνευματική όχι υλική. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε στις χιλιαστικές μεσσιανικές προσδοκίες των Ιουδαίων, με αποτέλεσμα να απο­γοητευθούν. Επροτίμησε να οδηγηθεί στον σταυρό, για να νικήσει όχι ένα κοσμικό εχθρό, αλλά τον προαιώνιο εχθρό τού ανθρώπου, τον θάνατο.


Ο Χριστός δεν είχε πρόβλημα να αποδώσει «τα τού καίσαρος τω καίσαρι» (Ματθ. κθ’ 21. Μάρκ. ιθ’ 17. Λουκ. κ’ 25). Όμως υπογράμμιζε πως πρέπει να αποδίδονται «τα τού Θεού τω Θεώ»! Το θέλημα τού Θεού έχει προτεραιότητα για τον χριστιανό, ακόμη και εάν αυτό τον οδηγήσει σε ταλαιπωρίες. Η Εκκλησία δεν μπορεί λόγου χάρη να εγκαταλείψει το ευαγγέλιο της μεταμόρ­φωσης τού ανθρώπου και τού κόσμου για να κηρύξει «άλ­λο ευαγγέλιο», προσαρμοσμένο στις απόψεις τού καίσα­ρα ή των ανθρώπων «τού κόσμου τούτου». Η Εκκλησία δεν μπορεί να εκκοσμικεύσει το έργο της υπακούοντας σε οποιεσδήποτε εξουσίες.
Σε μια τέτοια περίπτωση οι απόστολοι δήλωσαν ενώ­πιον τού συνεδρίου: «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. ε’ 29).
Οι χριστιανοί αναγνωρίζουν τις ανθρώπινες κυβερ­νήσεις, ανεξάρτητα από το αν οι κυβερνώντες είναι χρι­στιανοί ή όχι. Σέβονται τους νόμους και αποδίδουν τιμή στις κοσμικές εξουσίες (Ρωμ. ιγ’ 1˙7. Α’ Πέτρ. θ’ 13˙16. Τίτ. γ’ 1. Παροιμ. η’ 15˙16. Σοφ. Σολ. στ’ 1˙3. Ιερεμ. λδ’ 6, εβραϊκό κείμενο: κζ’ 7. Πράξ. κβ’ 17˙29). Μάλιστα εύ­χονται για τους άρχοντες και τους αξιωματούχους της Πολιτείας, ώστε να επικρατεί ειρήνη και ευνομία, «ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάσι ευσεβεία και σεμνότητι» (Α’ Τιμ. β’ 1˙2).
 Η δημοκρατία
Η Ορθοδοξία συνιστά κατ’ εξοχήν κοινωνία «μετά πάντων των αγίων», κοινωνία πίστεως, λατρείας, ζωής, που αποτελεί το κατ’ εικόνα της ζωής τού Τριαδικού Θεού, δηλαδή ενότητα, αρμονία, αγάπη.
Ο άνθρωπος της πτώσεως έχασε αυτή την αρμονική και αγαπητική σχέση, ακολούθησε ένα τρόπο ζωής «πα­ρά φύσει» και οδηγήθηκε σε μεγάλα υπαρξιακά κενά. Στην προσπάθεια του να ξεπεράσει υπαρξιακά αδιέξοδα στα οποία τον οδήγησε η αυτονομία του, κατεσκεύασε ειδικές δομές, μεταξύ των οποίων και διαφόρους τύπους δημοκρατίας.
Κατά την αρχαιοελληνική αντίληψη δημοκρατία εσήμαινε τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, με κριτή­ριο το «κοινώς δοκούν», δηλαδή τα χρηστά ήθη τού λαού. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε δημοκρατία, δηλαδή η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δεν έχει ουσιαστική σχέση με την αρχαιοελληνική δημοκρατία. Μάλιστα ό­ταν η δημοκρατία αυτή προσδιορίζεται από ένα δογματι­κό πλουραλισμό, στον οποίο καταργούνται όλες οι αξίες και οι Ιεραρχικές δομές ή ακόμη και η διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, τότε έχουμε αντιστροφή ή μάλ­λον διαστροφή της δημοκρατίας με την πρώτης τη έν­νοια.
Η δημοκρατία ως επίτευγμα τού αυτονομημένου ανθρώπου με σκοπό να λύσει τα προβλήματα που εδημιούργησε η αυτονομία του αξιολογείται θετικά από την Ορθοδοξία. Όμως οι δομές αυτές δεν μπορούν να οδηγή­σουν τον άνθρωπο στην υπέρβαση τού εγωισμού του, α­τομικού, ομαδικού (κομματικού) ή και εθνικού. Αυτό που δεν μπορεί να επιτύχει ο αυτονομημένος άνθρωπος, επι­τυγχάνεται στη νέα πραγματικότητα της Εκκλησίας τού Χριστού.
Στο πρόσωπο τού Ιησού Χριστού ο Θεός οδήγησε τα διεσκορπισμένα τέκνα τού Θεού «εις εν» («εις εν Χριστώ») και τα κατέστησε «αλλήλων μέλη». Με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία υπερβαίνει κάθε είδος ολοκλη­ρωτισμού και όλες τις μορφές της σύγχρονης δημοκρα­τίας, που για το χριστιανό λογίζονται ως κάτι πολύ λίγο.
Το φρόνημα των πιστών είναι το ίδιο το φρόνημα τού Χριστού, που από αγάπη εκένωσε τον εαυτό του εν ελευ­θερία για να εξυψώσει τον άνθρωπο. Ο πιστός που μέσα στην Εκκλησία βιώνει αυτή την κενωτική αγάπη εν ε­λευθερία, ξεπερνάει την αντίληψη των «ατομικών δι­καιωμάτων» και παύει να θέτει στο κέντρο τον εαυτό του η αγάπη αυτή «ου ζητεί τα εαυτής».
Κάθε χριστιανός μετέχει ενεργά «στα κοινά», δηλαδή στη ζωή τού όλου Σώματος της Εκκλησίας. Τα χαρίσμα­τα που έλαβε δεν τα χρησιμοποιεί για τον εαυτό του, αλ­λα για την οικοδομή τού Σώματος της Εκκλησίας. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει τίποτε το ιδιωτικό στα πλαίσια της ζωής τού Σώματος˙ ο καθένας συμβάλλει στην αύξηση τού Σώματος και συναυξάνεται μ’ αυτό.
Αυτή η συμμετοχή τού κάθε πιστού στη ζωή τού Σώ­ματος, στην οικοδομή και στην αύξηση του, που είναι καρπός αγάπης και ελευθερίας, δεν συνιστά μείωση τού ανθρωπίνου προσώπου αλλά εξύψωσή του.
 Η κοινωνική ευθύνη των χριστιανών
Ο άνθρωπος καλείται σε ελευθερία απέναντι στον κόσμο. Τελικά τα πάντα είναι γι’ αυτόν «σκουπίδια» («σκύβαλα») σε σχέση με το μοναδικό θησαυρό, τον Χρι­στό (Φιλιπ. γ’ 8). Τούτο όμως δεν δίνει το δικαίωμα στον χριστιανό να διαχωρίσει την ευθύνη του για την τύχη τού κόσμου και για τα προβλήματα των αδελφών.
Το καθήκον αυτό απορρέει από την ίδια τη φύση τού ανθρώπου, από το γεγονός τού «κατ’ εικόνα» τού Τριαδικού Θεού. Σκοπός τού χριστιανού είναι να ζήσει «κατ’ εικόνα» Θεού, δηλαδή τριαδικά, με πρότυπο τη ζωή των τριών Θείων Προσώπων.Αυτό σημαίνει να ζήσει με τον αδελφό του ή καλλίτερα «μέσα στον αδελφό του», γιατί και ο Πατήρ είναι «εν τω Υιώ» και ο Υιός «εν τω Πατρί», όπως και το Πνεύμα το Άγιον βρίσκεται αιώνια «εν τω Πατρί και εν τω Υιώ» (πρβλ. Ιω. ιζ’ 21).
Αυτή την πραγματικότητα καλούνται να ζήσουν οι πι­στοί στη θεία λειτουργία και να την μεταβάλουν σε καθη­μερινή πράξη (πρβλ. Α’ Κορ. Γ 16˙17).
Στη θεία λειτουργία ο πιστός ξαναζεί μαζί με ολόκληρη τη δημιουργία τη χαμένη ενότητα. Όλα προσλαμβά­νονται στο αγιασμένο σώμα του Χριστού.Όλα προσφέ­ρονται και πάλι ευχαριστία στον Θεό (πρβλ. Ζαχ. ιδ’ 20˙21)· «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτή είναι μία ευχή που επαναλαμβάνεται στη θεία λειτουργία. Εδώ δεν υπάρ­χουν περιθώρια εγωιστικά. Το κέντρο γίνεται και πάλι «Χριστός ο Θεός ημών»· και τού εαυτού μας, και τού α­δελφού μας, ολόκληρης της ζωής μας.
Στο πρόσωπο τού αδελφού μας παρουσιάζεται καθη­μερινά ο Χριστός. Περιμένει τους καρπούς τού κόπου και τού μόχθου μας. Ο πιστός οφείλει να παραθέσει «Χριστώ τω Θεώ» όλη τη ζωή του και όλες τις δυνάμεις και δυνατότητες του με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: μέσω των αδελφών (Ματθ. κε’ 40)· θέτοντάς τις στην υπηρεσία των αδελφών τού Χριστού.
Αυτό σημαίνει πως οι δυνατότητες τού ανθρώπου, και εκείνες που απορρέουν από την πραγματική του φύση («κατ’ εικόνα Θεού») δεν έχουν σαν κέντρο το δικό του εγωιστικό συμφέρον, αλλά την αγάπη τού Χριστού μέσω των αδελφών. Ο άνθρωπος ως «κατ’ εικόνα Θεού» μετέ­χει της πανσοφίας και παντοδυναμίας τού Θεού (πρβλ. Γέν. α’ 28. Ψαλμ. η’ 1˙10. Σοφ. Σειρ. ιζ 2˙4. Σοφ. Σολ. Γ 2). Όμως η πανσοφία και η παντοδυναμία δεν είναι δυνα­τόν να λειτουργούν ανεξάρτητα από την αγάπη και να α­ποτελούν αυτοσκοπό. Αν τούτο γίνει, πρόκειται για δαι­μονική κατάσταση, για αλλοτρίωση τού ανθρώπου και παρά φύση επέμβαση του στη δημιουργία τού Θεού.
Ο απόστολος Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά πως αν μιλάει όλες τις ανθρώπινες και τις αγγελικές γλώσσες, αν γνωρίζει όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έ­χει τη δύναμη να μετακινεί βουνά, όμως δεν έχει αγάπη, δεν είναι απολύτως τίποτα (Α’ Κορ. ιγ’ 1˙2). Και ο Ιάκω­βος ο αδελφόθεος διακρίνει τη «σοφία» σε «άνωθεν κατερχομένην» και σε «επίγειο, ψυχική, δαιμονιώδη». Η σοφία η «άνωθεν κατερχόμενη», λέγει, είναι «πρώτον μεν αγνή, έπειτα ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή ελέους και καρπών αγαθών» (Ιακ. γ’ 16˙17).
Η κοινωνική ευθύνη των χριστιανών απορρέει από την ίδια τη φύση τού ανθρώπου, από τη χριστιανική αν­θρωπολογία. Θεμελιώνεται βαθιά στην ίδια την ύπαρξη τού ανθρώπου ως «κατ’ εικόνα Θεού». Σε αυτό το βάθος πρέπει να θεμελιώσουμε τη συμμετοχή που έχει κάθε χρι­στιανός στην αντιμετώπιση των προβλημάτων τού αδελ­φού και ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας.
Ο λόγος τού Θεού μας καλεί να κλαίομε με εκείνους που κλαίουν (Ρωμ. ιθ’ 15).Αλλά η προσπάθεια μας για αποτελεσματική βοήθεια του αδελφού αποτελεί καθήκον που δεν πηγάζει απλώς από το συναίσθημα, αλλά από την ίδια τη φύση μας.
Η κοινωνική ευθύνη των πιστών είναι μεγάλη και με­ταφράζεται σε πράξη για την αντιμετώπιση συγκεκριμέ­νων αναγκών: «Εάν ένας αδελφός ή μια αδελφή δεν έ­χουν επαρκή ενδύματα και στερούνται της καθημερινής τροφής, τους είπει δε κάποιος από σάς, πηγαίνετε στο κα­λό, ζεσταίνεσθε και χορταίνετε, και δεν τους δώσει τα α­ναγκαία δια το σώμα, ποια η ωφέλεια;» (Ιακ. β’ 15˙16, πρβλ. Ης. νη’ 1˙14).
 πηγη
Από το βιβλίο: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ
πηγή

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Ἡ θέσις τῶν λαϊκῶν εἰς τήν Ἐκκλησίαν



Τού μακαριστού Πρωτοπρ.Αντωνίου Γ. Αλεβιζόπουλου, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο. Ἡ θέσις τῶν λαϊκῶν εἰς τήν Ἐκκλησίαν
1. Βασίλειον ιεράτευμα
Ο Θεός εξέλεξε τον Ισραήλ δια να τον κάμη «λαόν εκλεκτόν… Βασίλειον Ιεράτευμα και έθνος άγιον» (Έξοδος 19,5-6). «Θα ονομασθήτε», λέγει με το στόμα του Ησαΐα, «Ιερείς του Κυρίου, λειτουργοί του Θεού» (Ησαΐας 61,6).
«Είπατε εις την θυγατέρα μου Σιών:   Ιδού ο σωτήρ σου έφθασεν έχων τον μισθόν και το έργον ενώπιον του.  Και θα ονομάση τον λαόν αυτόν άγιον, λυτρωμένον από τον Κύριον.  Συ δε θα ονομασθής πόλις περιζήτητος και όχι εγκαταλελειμμένη» (Ησαΐας 62,11-12).

Αι μαρτυρίαι αύται της Παλαιάς Διαθήκης αι όποιαι αναφέρονται εις τον εκλεκτόν του Θεού είναι πολύτιμοι, διότι αποτελούν προτύπωσιν της θέσεως του νέου λαού του Θεού, δηλαδή των Χριστιανών. Τούτο, διότι ο λαός του Ισραήλ είναι η απεικόνισις της Εκκλησίας (Παράβαλλε Γαλ. 4,21-31. Ρωμαίους 4,1-25. 9,6-8).
«Και σεις», αναφέρει χαρακτηριστικώς ο Απόστολος Πέτρος, «ως ζωντανοί λίθοι, οικοδομείσθε εις οίκον πνευματικόν, ιερατείον άγιον, δια να προσφέρετε θυσίας πνευματικός ευπρόσδεκτους εις τον Θεόν δια του Ιησού Χριστού» (Α’ Πέτρ. 2,5).
Τα χωρία αυτά δεν αναφέρονται εις ωρισμένην τάξιν Χριστιανών, αλλά εις όλους τους πιστούς, οι οποίοι συγκροτούν την πνευματικήν οικοδομήν της Εκκλησίας, με ακρογωνιαίον λίθον και κεφαλήν τον ίδιον τον Χριστόν, τον πρωτότοκον αδελφόν μας (Εφεσίους 1,22. 5, 23. Κολοσσαείς 1,18).Ο Χριστός είναι ο «άρχων των βασιλέων της γης», ο οποίος «μας έκαμεν ένα βασίλειον, Ιερείς δια τον Θεόν και Πατέρα Του» (Αποκ. 1,5-6), δια να βασιλεύσωμεν επί της γης (Αποκ. 5,10).
Όλα αυτά μαρτυρούν την υψίστην τιμήν, αλλά και την μεγίστην ευθύνην κάθε πιστού μέσα εις την Εκκλησίαν. Τιμή και ευθύνη μοναδική!
2. Ιερεύς του ιδίου σώματος
Ο πιστός Χριστιανός είναι Ιερεύς του σώματος του και ολοκλήρου της υπάρξεως του. Καλείται να προσφέρη τον εαυτόν του και όλα τα έργα του θυσίαν εις τον Θεόν και, μαζί με αυτά, ολόκληρον την δημιουργίαν, εις την οποίαν ετοποθετήθη υπό του Θεού ως άρχων (Γεν. 1,28-30). «Σας παρακαλώ, λοιπόν, αδελφοί, χάριν των οικτιρμών του Θεού, να προσφέρετε τους εαυτούς σας ως θυσίαν ζώσαν και Αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν αυτή είναι η λογική σας λατρεία», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Ρωμαίους 12,1).
Ολόκληρος η ζωή του ανθρώπου γίνεται διαρκής προσφορά προς τον Θεόν, διαρκής θεία Λειτουργία.
Ο άνθρωπος του Θεού παύει να σκέπτεται και να ενεργή εγωιστικώς, με κέντρον ιδικούς του υπολογισμούς και προσωπικόν συμφέρον, όπως έπραξαν οι πρωτόπλαστοι όταν υπέπεσαν εις τον πειρασμόν του διαβόλου. Ως κέντρον τίθεται τώρα πάλιν το θέλημα του Θεού και η δόξα του Κυρίου (Α’ Κορινθίους 6,20).
Η προσωπική ζωή του κάθε Χριστιανού γίνεται διαρκής μαρτυρία της παρουσίας και της δράσεως του Θεού μέσα εις τον άνθρωπον, ώστε καθείς ο οποίος βλέπει τον τρόπον της ζωής του να εξάγη αβιάστως το συμπέρασμα, ότι μέσα του ζη ο ίδιος ο Χριστός, ότι δεν είναι συνηθισμένος άνθρωπος, αλλά πολίτης της βασιλείας του Θεού. Τα έργα του και ολόκληρος η ζωή του γίνονται με τον τρόπον αυτόν διαρκής θεία Λειτουργία και λαμβάνουν το πρώτον τους νόημα το οποίον είχον μέσα εις τον παράδεισον του Θεού (Ματθαίος 5,16. Α’ Κορινθίους 10,31).
Όταν ο άνθρωπος επεξεργάζεται την φύσιν, όταν ανακαλύπτη και υποτάσση τας δυνάμεις της, όταν μεταμορφώνη τα πάντα γύρω του, δεν το κάμνει πλέον δια τον εαυτόν του αλλά δια τους αδελφούς του και, επομένως, τα προσφέρει, μέσω αυτών, εις τον ίδιον τον Χριστόν ευχαριστίαν (Παροιμίες 19,17. Ματθαίος 25,40. Β΄ Κορινθίους 9,12-15).
«Και ό,τι κάμνετε, να το κάμνετε με την ψυχήν σας, ως εργασίαν προς τον Κύριον και όχι προς τους ανθρώπους, γνωρίζοντες ότι από τον Κύριον θα λάβετε ως ανταμοιβήν την κληρονομίαν, διότι ο Χριστός είναι εκείνος τον οποίον υπηρετείτε» (Κολοσσαείς 3,23-24).
Εις την Αγίαν Γραφήν υπάρχουν πολλά χωρία, τα οποία αναφέρουν ότι το έλεος και η έμπρακτος αγάπη προς τους αδελφούς προηγούνται κάθε άλλης λατρευτικής εκδηλώσεως, μάλιστα, χωρίς αυτά, η λατρεία του Θεού αποβαίνει ματαία (Ως. 6,6. Α’ Βασιλ. 15,22. Ματθαίος 9,13. 5,23-24. Μάρκος 11,25. Ιάκωβος 1,27. 2,15 και εξής).
Ο προφήτης Ησαΐας αναφέρεται εις την αληθινήν νηστείαν και υπογραμμίζει την δοξολογικήν σημασίαν της προσφοράς προς τον αδελφόν:
«Κόψε το ψωμί σου εις τον πεινασμένον και βάλε εις το σπίτι σου πτωχούς άστεγους. Να ένδυσης τον γυμνόν τον οποίον θα ίδης και μη καταφρόνησης τους συνανθρώπους σου.   Τότε θα χάραξη ως η αυγή το φως σου και θα ανατείλη γρήγορα η θεραπεία σου.  Μπροστά σου θα πορευθή η δικαιοσύνη σου και η δόξα του Θεού θα σε περιβάλλη.  Τότε θα φωνάξης και ο Θεός θα σε ακούση και ενώ θα προσεύχεσαι θα σου είπη:  Ιδού, πάρειμι, είμαι παρών, ευρίσκομαι κοντά σου!»  (Ησαΐας 58,7-9).
Με τον τρόπον αυτόν ο άνθρωπος προσφέρει τα αγαθά του, τους καρπούς του μόχθου του, ευχαριστίαν εις τον Θεόν, όπως τον άρτον και τον οίνον εις την θείαν ευχαριστίαν:
«Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα!»
Ο άρτος και ο οίνος είναι δώρα του Θεού και ταυτοχρόνως καρπός του μόχθου του ανθρώπου. Αυτόν, λοιπόν, τον μόχθον του τον προσφέρει ο άνθρωπος ως θυσίαν εις τον Θεόν μέσω των αδελφών (Παροιμίες 19,17. Ματθαίος 25,40).
«Ιδικά Σου είναι τα πάντα και από τα ιδικά Σου προσφέρομεν εις Σε τα δώρα μας», λέγει ο προφήτης Δαυίδ. «Ημείς είμεθα πάροικοι ενώπιον Σου και παρεπίδημοι, όπως ήσαν και όλοι οι πατέρες μας. Ως σκιά είναι αι ημέραι μας εις την γην και δεν υπάρχει μονιμότης επάνω εις αυτήν. Κύριε ο Θεός ημών, όλαι αι πλούσιαι προσφοραί, τας οποίας εγώ ητοίμασα δια να οικοδομηθή ο ναός προς τιμήν του Αγίου Σου ονόματος, προέρχονται από τα χέρια Σου και εις Σε ανήκουν όλα… » (Α’ Παραλειπομένων 29,14-16).
Η θέσις αυτή του ανθρώπου μέσα εις την δημιουργίαν, μας φανερώνει, ότι ο αναγεννημένος άνθρωπος δεν ημπορεί ποτέ να είναι κατά της προόδου και της επιστήμης. Εκείνο το οποίον καλείται να αποφύγη, με κάθε τρόπον, είναι ο πειρασμός του διαβόλου εις την ιδικήν μας εποχήν: την εγωιστικήν χρήσιν της δημιουργίας και των δυνάμεων της δημιουργίας του Θεού.
Ο άνθρωπος δεν καλείται να επιστρέψη εις τρόπον ζωής ο οποίος χαρακτηρίζει μιαν αγροτικήν κοινωνίαν οφείλει να διάθεση όλας του τας δυνάμεις δια να συντέλεση εις την πρόοδον της επιστήμης και της τεχνικής. Ταυτοχρόνως, όμως, καλείται να διαπότιση όλα τα έργα του με το Πνεύμα του Θεού και να τα καταστήση πηγήν δοξολογίας του ονόματος του Θεού (Α’ Κορινθίους 6,20).
«Πρόσεχε εις τον εαυτόν σου, μήπως λησμονήσης Κύριον τον Θεόν σου και δεν φύλαξης τας εντολάς αυτού και τους νόμους Του, όσα εγώ σου παραγγέλλω σήμερον. Μήπως χορτασθής, οικοδόμησης ωραίας οικίας και κατοίκησης εις αυτάς, πολλαπλασιασθούν τα βόδια σου και τα πρόβατα σου, πληθυνθή το αργύριον, το χρυσίον σου και όλα τα υπάρχοντα σου και τότε υπερηφανευθή η καρδία σου και λησμονήσης Κύριον τον Θεόν σου, ο οποίος σε εξήγαγε εκ γης Αιγύπτου, εκ χώρας δουλείας και σε ωδήγησε δια μέσου της μεγάλης εκείνης και φοβέρας ερήμου… Εκείνον ο οποίος σε εχόρτασε με το μάννα, το οποίον ούτε συ ούτε οι πρόγονοι σου εγνώρισαν, δια να σε θλίψη, να σε δοκιμάση και να σε ευλόγηση κατόπιν κατά τους τελευταίους αυτούς καιρούς. Πρόσεξε μήπως είπης κατά διάνοιαν:
 Η ισχύς μου και η δύναμις της χειρός μου μου προσέφερε αυτήν την μεγάλην ευημερίαν (δύναμιν).
Πρέπει να ενθυμήσαι Κύριον τον Θεόν σου, διότι αυτός σου έδωσε την ισχύν να αποκτήσης δύναμιν δια να τηρήση την υπόσχεσίν Του, την οποίαν ο Κύριος έδωσε με όρκον εις τους προπάτοράς σου έως σήμερον» (Δευτερ. 8,11-18. Παράβαλλε Και 11,16).
3. Ιερεύς της δημιουργίας του Θεού
Τα ανωτέρω, φανερώνουν, ακόμη, ότι ο άνθρωπος αισθάνεται τον εαυτόν του υπεύθυνον δια την δημιουργίαν του Θεού και ακούει και πάλιν την φωνήν του Θεού η οποία τον τοποθετεί εις τον Παράδεισον με την εντολήν να τον εργάζεται, να τον θέτη εις την υπηρεσίαν των αδελφών, να τον καθιστά, δηλαδή, όργανον της δόξης του Θεού (Γεν. 2,15).
Ο πνευματικός άνθρωπος, ο άνθρωπος της νέας δημιουργίας, ο χρισμένος βασιλεύς και Υιός της βασιλείας, δεν ευρίσκεται πλέον εις διάστασιν με την δημιουργίαν του Θεού. Επανευρίσκει την ορθήν του θέσιν μέσα εις αυτήν, την θέσιν εκείνην την οποίαν είχεν ο Αδάμ προ της πτώσεως.
«Εάν απόκτηση κανείς την καθαρότητα», λέγουν τα αποφθέγματα των πατέρων της ερήμου, «όλα θα υποτάσσονται εις αυτόν, όπως και εις τον Αδάμ όταν ήτο μέσα εις τον Παράδεισον, πριν η παραβή την εντολήν του Θεού» (Παύλος). Και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος προσθέτει, ότι η πίστις του δικαίου εις τον Θεόν «μεταβάλλει τα θηρία του δάσους εις άκακα αρνία».
Αυτήν την βασιλικήν και ιερατικήν εξουσίαν του ανθρώπου επάνω εις τα λοιπά δημιουργήματα του Θεού και την βαθείαν συναίσθησιν της ευθύνης απέναντι των βλέπομεν εις τους βίους των Αγίων της Εκκλησίας μας.
Δια τον όσιον Κόπριον π. Χ. Αναφέρει το ιερόν Συναξάριον το ακόλουθον συγκινητικόν περιστατικόν.
«Αναβαίνων ποτέ εις το βουνόν ομού με τον όνον του Μοναστηρίου δια να κόψη ξύλα, επειδή μία άρκτος επλήγωσε τον όνον εις το μηρίον, εκράτησεν ο όσιος την άρκτον και εφόρτωσεν εις αυτήν τα ξύλα, ειπών:
 Δεν θα σε αφήσω πλέον, αλλά συ θα κάμνης την υπηρεσίαν του όνου, τον οποίον επλήγωσας, έως ότου υγιάνη εκείνος.
Και λοιπόν υπετάσσετο εις αυτόν η άρκτος και έφερε τα ξύλα».
Βλέπομεν, δηλαδή, εδώ τον άνθρωπον του Θεού να κυρίαρχη και πάλιν μεταξύ των ζώων, όχι βεβαίως με τρόπον αυθαίρετον και δια λόγους προσωπικούς και εγωιστικούς, αλλά δια να επιβάλλη την τάξιν και την αρμονίαν μέσα εις την δημιουργίαν του Θεού.
Χαρακτηριστικόν, επίσης, είναι και το ακόλουθον περιστατικόν από την ζωήν του Μεγάλου Αντωνίου, όπως το διηγήθησαν οι μαθηταί του εις τον άγιον Ιλαρίωνα, κατά μίαν επίσκεψιν εις τον κήπον της μονής του Αγίου.
«Όταν κατ’ αρχάς ο μακάριος Πατήρ ημών Αντώνιος εφύτευσε τα δένδρα ταύτα, έκαμνον μεγάλην ζημίαν εις αυτά τα άγρια ζώα, τα οποία ερχόμενα εις τον ποταμόν δια να ποτισθώσιν εισήρχοντο και εις τον κήπον. Ιδών δε ποτε ταύτα ο άγιος ερχόμενα, έλαβεν μίαν ράβδον και πλησιάσας εις ένα ζώον, όπερ εφαίνετο ότι ήτο προστάτης των άλλων, το προσέταξε να φύγη και, ω του θαύματος! Έστη το θηρίον και το εκτύπα ταπεινά ο άγιος εις τας πλευράς λέγων:
 Διατί αδικείτε εμέ, όστις ουδόλως σας ηδίκησα; διατί τρώγετε τους καρπούς, δια τους οποίους δεν εκοπιάσατε; αναχωρήσατε και πλέον μη τολμήσετε να εισέλθετε εις τον κήπον.
Ούτως είπεν και από την ώραν εκείνην ούτε καν εις τον κήπον εισήλθον, αλλά μόνον έπινον ύδωρ εις τον ποταμόν και έφευγον».
4. Διαγγελεύς της Βασιλείας τον Θεού
«Συ δε απελθών, διάγγελλε την βασιλείαν του Θεού», συ δε πήγαινε και κήρυξε την βασιλείαν του Θεού, μας λέγει ο Χριστός (Λουκάς 9,60). Ολόκληρος η ζωή του Χριστιανού γίνεται αφορμή να δοξάζεται το όνομα του Θεού μεταξύ των ανθρώπων (Ματθαίος 5,16. Α’ Κορινθίους 10,31. Α’ Πέτρ. 2,11-12), να προσέρχωνται, δηλαδή, οι έκτος της Εκκλησίας άνθρωποι εις την ορθήν πίστιν. Ούτω η ζωή του Χριστιανού γίνεται κρίσις δια τον κόσμον και προσκλητήριον δια την επίγνωσιν της αληθείας.
«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη!» (Ματθαίος 28,19), λέγει ο Χριστός. Η Εκκλησία μας ώρισε να αναγινώσκεται η περικοπή αυτή κατά το μυστήριον του ιερού χρίσματος. Τούτο γίνεται δια να δηλωθή, ότι το κάλεσμα αυτό του Χριστού απευθύνεται εις κάθε βαπτισμένον Χριστιανόν.
Ο Χριστός δεν ήλθε να σώση ένα ωρισμένον αριθμόν «εκλεκτών», καθώς υποστηρίζουν άνθρωποι της πλάνης. Ήλθε δια την σωτηρίαν όλων των ανθρώπων (Α’ Τιμ. 2,4). Όλοι οι άνθρωποι καλούνται να γίνουν τέκνα της ουρανίου βασιλείας του Χριστού. Εάν, συνεπώς, επιθυμώμεν να γίνη το θέλημα του Κυρίου, πρέπει να εργασθώμεν δια την σωτηρίαν των αδελφών. «Έχω και άλλα πρόβατα», είπεν ο Χριστός, «τα οποία δεν είναι από αυτήν την μάνδραν πρέπει να φέρω και εκείνα και θα ακούσουν την φωνήν μου* και θα γίνη ένα ποίμνιον και ένας ποιμήν» (Ιωάννης 10,16. Παράβαλλε Ησαΐας 66,19).
Ο κάθε Χριστιανός πρέπει να είναι πάντοτε «έτοιμος προς απολογίαν» εις τον καθένα ο οποίος θα ζητήση λόγον «δια την ελπίδα» την οποίαν έχομεν μέσα μας. Αλλά, παραθέτει ο Απόστολος, «να το πράττετε με ευγένειαν και σεβασμόν μετά πραύτητος και φόβου και να έχετε συνείδησιν αγαθήν, ώστε ενώ κατηγορείσθε ότι είσθε κακοί, να καταισχυνθούν εκείνοι οι οποίοι δυσφημούν την καλήν Χριστιανικήν σας διαγωγήν» (Α’ Πέτρου 3,15-16). «Ο λόγος σας να είναι πάντοτε με χάριν, αρτυμένος με αλάτι», «ειδέναι πως δει υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι», και να γνωρίζετε πως πρέπει να απαντάτε εις τον καθένα (Κολοσσαείς 4,6).
Δια τους πιστούς μόνον ένας αποτελεί την βεβαίαν ελπίδα: Ο Χριστός (Β΄ Κορινθίους 1,6. Τιτ. 1,2-3. Α’ Ιωάννης 3,3). Έκτος του Χριστού, δεν υπάρχει δια τον άνθρωπον ελπίς (Α’ Θεσσ. 4,13. Εφεσίους 2,12). Πώς ημπορεί, λοιπόν, ο πιστός Χριστιανός να αδιαφορήση και να μη προσπαθήση να μεταδώση την μοναδικήν ελπίδα εις όσον το δυνατόν περισσοτέρους ανθρώπους; Το έργον αυτό δεν αποτελεί απλώς θέλημα Θεού, αλλά και την καλυτέραν απόδειξιν αγάπης προς τον Θεόν (Α’ Ιωάννης 3,17. 4,7-8. 20. Ιεζεκ. 3,16-21. 33,1-20).
Αποτελεί, ακόμη, και μαρτυρίαν της γνησιότητος της ορθής πίστεως και της Χριστιανικής ζωής. Εάν μένωμεν σταθεροί εις την μοναδικήν αυτήν ελπίδα, φλεγώμεθα από τον πόθον δια την σωτηρίαν των αδελφών και δεν ημπορούμε να ησυχάσωμεν, εφ’ όσον οι άνθρωποι οι οποίοι είναι γύρω μας, οι αδελφοί μας ευρίσκονται εις την αδιαφορίαν και εις την πλάνην και μένουν έξω από αυτήν την ελπίδα.
«Αδελφοί, εάν κανείς από σας πλανηθή από την αλήθειαν και κάποιος τον επαναφέρη, ας γνωρίζη ότι εκείνος ο οποίος επαναφέρει αμαρτωλόν από τον δρόμον της πλάνης του, θα σώση ψυχήν από τον θάνατον και θα καλύψη πλήθος αμαρτιών», λέγει ο Απόστολος Ιάκωβος (Ιάκωβος 5,19-20. Παράβαλλε Και 1,5. Λουκάς 15,24. 32).
Η σωτηρία, λοιπόν, του αδελφού ο οποίος ευρίσκεται εις τον έσχατον κίνδυνον δεν επιτρέπει αναβολήν και αδιαφορίαν. «Εκ του πλησίον εστίν η ζωή και ο θάνατος», λέγει ο Αββάς Αντώνιος, «εάν γαρ κερδίσωμεν τον αδελφόν, τον Θεόν κερδαίνομεν» (Παράβαλλε Ιεζεκ. 3,16-21. 33,1-20).
Εάν αδιαφορήσωμεν, τούτο σημαίνει ότι μας λείπει, ίσως, το θάρρος της ομολογίας ή ότι η ελπίς αυτή δεν είναι στερεώς θεμελιωμένη μέσα μας.
Εις την πρώτην περίπτωσιν πρέπει να ενθυμηθούμεν τους λόγους του Κυρίου, ο οποίος λέγει ότι θα ομολογήση εμπρός εις τον Πατέρα Του τον καθένα, ο οποίος θα τον ομολογήση ενώπιον των ανθρώπων, ενώ θα αρνηθή εκείνον ο οποίος δεν έχει το θάρρος να τον ομολογήση ή θα τον αρνηθή ενώπιον των ανθρώπων (Ματθαίος 10,32-33. Μάρκος 8,38. Λουκάς 9,26. 12,8-9. Β΄ Τιμόθεον 2,12).
Εις την δευτέραν περίπτωσιν πρέπει να έχωμεν πάντοτε εις τον νουν μας τους λόγους της αποκαλύψεως: «Θα ήθελον να είσαι είτε ψυχρός είτε θερμός. Αλλ’ επειδή είσαι χλιαρός και ούτε θερμός, ούτε ψυχρός, θα σε ξεράσω από το στόμα μου» (Αποκ. 3,16).
Χαρακτηριστικοί είναι εις το θέμα αυτό οι λόγοι του Μητροπολίτου Μόσχας Φιλάρετου:
«Εάν αρνήσαι να διδάσκεσαι και να διδάσκης, δεν είσαι μαθητής του Κυρίου.
Τι είσαι; Δεν ηξεύρω, όπως δεν ηξεύρω και τι θα απογίνης εις την παρούσαν ζωήν και εις την μέλλουσαν» (Παράβαλλε Ιερεμ. 20,9. Ιεζεκ. 3,16-21. 33,1-20. Α’ Κορινθίους 9,16).

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Η συμβολή της Παναγίας στη σωτηρία του κόσμου



π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
ΟΟΔΕ 

Η προσφορά της παρθένου Μαρίας

Εικ. από εδώ
Σε τι συνίσταται η προσωπική συμβολή της Αγίας Παρθένου στη σωτηρία του κόσμου;
Και μετά την πτώση, ο Θεός συνέχισε να σέβεται την ελευθερία του Ανθρώπου·δεν θα έσωζε τον κόσμο χωρίς την συγκατάθεση του ίδιου του κόσμου. Η παρθένος Μαρία λοιπόν έγινε συνεργός του Θεού στο έργο της σωτηρίας ολοκλήρου του κόσμου. Οι λόγοι της, «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου» (Λουκάς α' 38) δεν ήταν απλώς η δική της συγκατάθεση, αλλά η συγκατάθεση ολοκλήρου του κόσμου. Το στόμα της Θεοτόκου έγινε στόμα ολοκλήρου της δημιουργίας και ταυτόχρονα όργανο της σωτηρίας του κόσμου.
Από το άλλο μέρος η παρθένος Μαρία αποτελεί προσφορά προς τον Θεό ολοκλήρου του κόσμου. Η ανθρωπότης δίδει στο πρόσωπο της Παρθένου την αγνότερη προσφορά της στον Θεό και ο Θεός τη δέχεται και την κάνει δοχείο, τόπο γέννησής Του, μητέρα του ανθρώπινου γένους και ολοκλήρου του κόσμου. Αυτό σημαίνει ο λόγος του Κυρίου στον αγαπημένο Του μαθητή: «Ιδού η μήτηρ σου!» (Ιωάννης ιθ' 27). Σ' αυτό συνίσταται η συμβολή της Παρθένου στη σωτηρία μας.
Αληθής Θεοτόκος

Με ποια έννοια ονομάζεται η παρθένος Μαρία Θεοτόκος;
Μετά τη συγκατάθεσή της ήλθε σ’ αυτήν το πνεύμα το Άγιο, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου (Λουκάς α' 35) και την εξάγνισε χορηγώντας σ’ αυτήν τη δύναμη να δεχθεί να Τον γεννήσει:
«Και τότε έπεσαν επάνω της, ωσάν σκιά, η ενυπόστατος Σοφία και Δύναμις του Υψίστου Θεού, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο ομοούσιος με τον Πατέρα, ωσάν θείος σπόρος, και εδημιούργησε δια τον εαυτόν Του σάρκα με ψυχήν λογικήν και νοεράν, την πιο εκλεκτήν εκπροσώπησιν του γένους μας, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς, με την συνεργασίαν του Αγίου Πνεύματος… Εδημιούργησε με ανέκφραστον τρόπον μέσα εις την ιδικήν Του προσωπικήν υπόστασιν, από τα αγνά αίματα της Αειπαρθένου, σάρκα με ψυχήν λογικήν και νοεράν, παίρνοντας, ό,τι εκλεκτόν από το ανθρώπινον γένος, με το να γίνει ο ίδιος ο Λόγος αληθινή ύπαρξις δια την σάρκα» (Ιωάννης Δαμασκ.).
Η διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας (Α' Τιμ. γ' 15) είναι Γραφική: «Η σοφία οικοδόμησε για τον εαυτόν της οίκον… » (Παροιμίες θ' 1) «και ο Λόγος έγινε σαρξ, που κατώκησε μεταξύ μας, και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν που έχει ένας μονογενής Υιός από τον Πατέρα, γεμάτος χάριν και αλήθειαν» (Ιωάννης α' 14. Παράβαλλε Ιωάννης ι΄ 18).
Ήταν λοιπόν πραγματικός άνθρωπος, το αναμενόμενο σπέρμα της γυναικός» (Γεν. γ' 15).
Ο Υιός της Παρθένου δεν ήταν μόνο τέλειος άνθρωπος, Αλλά και τέλειος Θεός·όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά Θεός με σάρκα. Δεν ήταν κάποιος προφήτης που εχρίσθη μετά τη γέννησή του από τον Θεό, Αλλά ο ίδιος ο Θεός που εσαρκώθη χωρίς όμως η θεία φύση να «τραπεί» σε ανθρώπινη ή η ανθρώπινη φύση να μεταβληθεί σε θεία. Κι αυτό το γεγονός λογίζεται ως «χρίσις» του Υιού της Παρθένου γι’ αυτό το λόγο ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ως «Σωτήρ» και «Κύριος» και ήταν από τη στιγμή της συλλήψεώς Του Χριστός (παράβαλλε Λουκάς α' 35-43, β' 11). «Ο χρίσας έγινε άνθρωπος και ο χριόμενος έγινε Θεός·όχι με μεταβολή της φύσεως, αλλά με υποστατική ένωση», δηλαδή με ένωση στο ένα και μοναδικό πρόσωπο του Χριστού. Η Αγία Γραφή δεν αφήνει αμφιβολία:
«Και θα εκχύσω επί τον οίκον Δαυίδ και επί τους κατοικούντας την Ιερουσαλήμ πνεύμα χάριτος και οικτιρμού, και θα επιβλέψουν προς εμέ, τον οποίον εξεκέντησαν» (Ζαχαρίας ιβ' 10).
«Προσέχετε λοιπόν εις τους εαυτούς σας και εις όλον το ποίμνιον, εις το οποίον το Πνεύμα το άγιον σάς έθεσεν επισκόπους, δια να ποιμάνετε την Εκκλησίαν του Θεού, την οποίαν απέκτησε δια του ιδίου αίματος» (Πράξ. κ' 28).
Στα σπλάγχνα της Παρθένου ενώθηκαν σε μία υπόσταση (πρόσωπο) η θεία με την ανθρώπινη φύση, χωρίς να διαιρούνται αλλά και χωρίς να συγχέονται και χωρίς να μεταβάλλεται η μία στην άλλη. Η καθεμιά από τις φύσεις του Χριστού διατηρεί τα δικά της γνωρίσματα. Όμως επειδή το πρόσωπο του Χριστού είναι ένα, γίνεται κοινοποίηση των ιδιωμάτων μεταξύ των δύο φύσεων. Έτσι αυτό που συμβαίνει στη μία, συμβαίνει στο ένα πρόσωπο του Υιού του Θεού.
Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε τη θεότητα, εγέννησε την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Επειδή όμως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, στο οποίο και οι δύο φύσεις είναι αχώριστα ενωμένες, ονομάζει η αγία Γραφή την παρθένο Μαρία «μητέρα του Κυρίου» (Λουκάς α' 3) και τον Χριστόν «Κύριον» και «Θεόν» (Λουκάς α' 35, 68, 76, β' 11. Πρβλ. Μαλαχίας γ' 1).
Έτσι, όταν αναφέρει η αγία Γραφή πως εξεκέντησαν τον «Κύριον» (Γιαχβέ) δεν εννοεί τη θεία φύση του Χριστού, αλλά το σώμα Του, το οποίο όμως ήταν αχώριστα ενωμένο με τη θεότητα με βάση το ένα πρόσωπο (Κορ. β΄ 9). Με τον ίδιο τρόπο κατανοούμε και το άλλο εδάφιο, το οποίο κάνει λόγο για το αίμα του Θεού (Ζαχαρίας ιβ' 10, Αποκ. α' 7).
Αλλού αναφέρεται πως ο Υιός του ανθρώπου, που «κατέβηκε από τον ουρανόν» ενώ βρισκόταν ακόμη στη γη, έλεγε πως βρισκόταν ταυτόχρονα στον ουρανό (Ιωάννης γ' 13), ή: «πριν γίνει ο Αβραάμ εγώ είμαι» (Ιωάννης η' 58).
Η παρθένος Μαρία λοιπόν είναι αληθινά θεοτόκος· όποιος το αρνείται, αρνείται το χριστολογικό δόγμα, δηλαδή τη σωτηρία (Κολοσσαείς β΄ 9. Α' Τιμ. γ' 16).
Η παρθένος Μαρία είναι μητέρα ολοκλήρου του κόσμου, γιατί όλοι καλούνται «εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμ. β΄ 4), να γίνουν δηλαδή μέλη Χριστού μέσα στην Εκκλησία. Μέσα στην Εκκλησία ο Χριστός μας προσφέρει τη σάρκα Του, την οποία έλαβε από την αγνή Παρθένο, από τη φύση και την ουσία της μητέρας Του. «Και καθώς ελάβαμεν όλοι εκ του πληρώματος αυτού (Ιωάννης α' 16), ήγουν από την θεότητα αυτού (πρβλ. Κολοσσαείς β΄ 9. Εφεσ. α' 23, δ΄ 13), τοιουτοτρόπως και εμείς γινόμεθα υιοί της θεοτόκου και μητρός Του και αδελφοί του Χριστού (πρβλ Ρωμαίους η' 29), ωσάν οπού δια του υπεραγνώστου γάμου οπού έγινε μετ' αυτής, και εν αυτή, εγεννήθη από αυτήν ο Υιός του Θεού (Ματθαίος α' 18-21. Λουκάς α' 35, β' 11. Ματθαίος ιστ' 16) και από αυτήν πάλιν εγεννήθησαν όλοι οι Άγιοι» (Συμεών ο νέος θεολ.).
Επομένως όλοι οι Άγιοι είναι δούλοι της παρθένου Μαρίας με την έννοια ότι αυτή είναι η μητέρα του Κυρίου των (Λουκάς α' 43), αλλά είναι και υιοί της, γιατί μεταλαμβάνουν από την σάρκα του Υιού της, που είναι και δική της σάρκα. Ταυτόχρονα όμως η παρθένος Μαρία ήταν η πρώτη που προσέλαβε τον Χριστό και επραγματοποίησε στα σπλάγχνα της την σωτήρια ένωση μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Γι’ αυτό την αποκαλέσαμε κορυφαία της Εκκλησίας και μητέρα του κόσμου (πρβλ. Ιωάννης ιθ' 27. Ρωμαίους η' 17-21).
 
Η πλάνη των αιρετικών

Τίθεται το ερώτημα: Η τιμή της θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;
Ναι, βεβαίως έχει. Όποιος αρνείται την προσωπική συμμετοχή της παρθένου Μαρίας στο έργο της σωτηρίας μας, οποίος δεν αποδίδει την ανάλογη τιμή στη θεοτόκο, αυτός δεν κινείται στο χώρο της νέας ρίζας του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει στην εποχή της πτώσης και της φθοράς και συνδέεται μόνο με τη ρίζα του παλαιού Αδάμ, που είναι η ρίζα της αμαρτίας. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός είναι σαν να μην εγεννήθη.
Με άλλα λόγια οποίος δεν αναγνωρίζει την παρθένο Μαρία ως θεοτόκο, αυτός αρνείται την θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν μπορεί να ωφεληθεί από την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και από την εφαρμογή των εντολών του Χριστού. Τούτο γιατί δεν μας σώζει η αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλει η αγία Γραφή (πρβλ. Ιωάννης ε΄ 39). Στον χαρακτηρισμό της Μαρίας ως θεοτόκου συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας· διότι εάν η γενήσσασα είναι θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής, όπως επίσης και άνθρωπος» (Ιωάννης Δαμασκ.).
Εκείνος όμως που θα αναγνωρίσει την παρθένο Μαρία θεοτόκο και θα πιστεύσει στην θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώσει στη Μαρία την ανάλογη τιμή και να την αναγνωρίσει μητέρα Του κατά την επιθυμία του Κυρίου (πρβλ. Ιωάννης ιθ' 27). Γι’ αυτό λέμε πως η τιμή της θεοτόκου έχει άμεση σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας.
 
Συμπερασματικά νομίζουμε πως στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκατατέθηκε για τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, προκειμένου ο άνθρωπος να επιστρέψει στην κοινωνία με τον Θεό. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε «όργανο» και «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του ανθρώπου. Με τη συγκατάθεσή της την επεσκίασε το Άγιο Πνεύμα, την εξάγνισε και την κατέστησε κατάλληλο δοχείο, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε με τη σάρκα της η ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά αληθινά Θεός με σάρκα.
Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε βέβαια τη Θεότητα, αλλά την ανθρώπινη φύση, που όμως ανήκε στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού και γι’ αυτό το λόγο είναι «μητέρα του Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος. Σ’ αυτή τη μοναδική αλήθεια στηρίζεται άλλωστε η σωτηρία του ανθρώπου και όποιος απορρίπτει την πίστη ότι η Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία.
Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», επειδή δεν κατάγεται από τη ρίζα του Αδάμ, εγεννήθη «άνευ σποράς», εκ παρθένου. Όμως αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί, το θέλει σε αποκλειστική χρήση. Με τη γέννησή του δεν παραβιάζεται η παρθενία της μητέρας Του και εκείνη μένει παρθένος και μετά τη γέννηση, έχοντας τον Ιησού Υιό μονογενή. Ο Ιωσήφ ήταν «πατέρας» του Ιησού «σύμφωνα με τον νόμο» και οι λεγόμενοι «αδελφοί» ήσαν «κατά τον νόμον» αδελφοί.
Η Εκκλησία τιμά την Μαρία ως Θεοτόκο και Αειπάρθενο και διακηρύττει πως στα σπλάγχνα της Παρθένου ανακαινίσθηκε η φύση του ανθρώπου και γίναμε μέτοχοι της Θείας ζωής. Έτσι η Μαρία είναι η «γέφυρα» που ένωσε τη γη με τον ουρανό και τιμάται ανάλογα από τους πιστούς. Εκείνος που πρώτος ετίμησε την παρθένο Μαρία είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Μαρία έγινε η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη», η «μητέρα του Κυρίου», την οποία οφείλουν να μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».
Αλλά οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν τοποθετούν τη Θεοτόκο πάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα σ’ αυτήν. Και η ίδια κληρονόμησε την άρρωστη φύση και ήταν γνήσιο παιδί του κόσμου, τον οποίο με τη συγκατάθεσή της στο σχέδιο του Θεού εκπροσώπησε. Στα σπλάγχνα της εβλάστησε η νέα ρίζα, στην οποία και η ίδια οφείλει τη σωτηρία. Γι’ αυτό και θεωρείται «Παναγία» σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα του Θεού και κορυφαία της Εκκλησίας.
Η άγια σάρκα του Κυρίου ήταν και σάρκα της Θεοτόκου και όλοι οι Χριστιανοί που εντασσόμαστε στο σώμα του Χριστού γινόμαστε αδελφοί του Κυρίου και η παρθένος Μαρία γίνεται μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ως «μητέρα του Κυρίου» και η τιμή που της αποδίδουμε, βρίσκεται πάντοτε σε σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας «εν Χριστώ Ιησού».
Έτσι εκείνος που αρνείται αυτή την τιμή, όχι μόνο δεν ακολουθεί την προφητεία της Γραφής («μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»), αλλά και ζει στην εποχή της πτώσης, πριν από τη γέννηση του Σωτήρα. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας μας εκφράζεται με τον όρο «Θεοτόκος», συμπλέκεται δηλαδή με την τιμή που απορρέει απ' αυτόν τον όρο και η οποία αποδίδεται στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.