Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

ΕΦΗΜΕΡΙΕΣ ΙΕΡΕΩΝ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΘΑΡΩΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2011




                                                 



                                                          
















                                                     ΕΦΗΜΕΡΙΕΣ ΙΕΡΕΩΝ

ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΘΑΡΩΝ

                             ΜΗΝΟΣ  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011.



ΤΕΤΑΡΤΗ 9  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011.ΩΡΑ:17.00

ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ  ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ π. Σεβαστιανός Μόσχος.



ΚΥΡΙΑΚΗ  13  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011. ΩΡΑ 07.15 – 10.00 π. μ.

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ π . Σεβαστιανός Μόσχος.



ΤΕΤΑΡΤΗ 16  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011.ΩΡΑ:17.00

ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ  ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ π. Σεβαστιανός Μόσχος.



ΚΥΡΙΑΚΗ  24   ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011. ΩΡΑ 07.15 – 10.00 π. μ.

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ π . Σεβαστιανός Μόσχος.





                                                   Ο ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΩΝ

                                         Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Μόσχος.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Στὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

undefined


α'. Ὅταν κάποτε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡμιλοῦσε στοὺς μαθητές του, μέσα στὰ ἄλλα τοὺς εἶπε· «Οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην;» (1), ἐγὼ δὲν διάλεξα ἐσᾶς τοὺς δώδεκα; Καὶ σὲ μιὰ ἄλλη περίπτωση τοὺς εἶπε πάλι· «Ἐγὼ οἶδα οὕς ἐξελεξάμην» (2), ἐγὼ ξέρω ποιοὺς ἐδιάλεξα. Σήμερα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ ἁγίου εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, μᾶς ἔρχονται στὸ νοῦ τὰ παραπάνω λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς τὰ διαβάζομε στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη. Στὰ λόγια αὐτὰ καὶ στὴν κλήση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, ὅπως τὴν ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ὑπάρχει ἕνα μυστήριο καὶ ἕνα θαῦμα, γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ μιλήσουμε σήμερα.

β'. Τὸ μυστήριο, γιὰ τὸ ὁποῖο θέλομε νὰ ποῦμε σήμερα, εἶναι γιὰ τὸ ποιοὺς ἐξέλεξε καὶ κάλεσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ τοὺς κάμη ἀποστόλους του. Οὔτε σοφοὺς οὔτε ἰσχυροὺς κάλεσε, ἀλλὰ φτωχοὺς κι ἀγράμματους, κι ἀνθρώπους χωρὶς ὑπόληψη καὶ ὄνομα, καθὼς τὸ γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος γράφει καὶ τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἐξέλεξε καὶ κάλεσε τέτοιους ἀνθρώπους, καὶ μᾶς δίνει τὴν ἀπάντηση· «ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (3), γιὰ νὰ μὴν καυχηθῆ μπροστὰ στὸ Θεὸ κανένας ἄνθρωπος, εἴτε σοφὸς εἴτε δυνατός, πὼς τάχα στὴ δική του ἀξία ὀφείλεται ἡ νίκη τοῦ Εὐαγγελίου.

γ'. Ἀλλ’ ὅμως, καὶ μὲ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τὸ μυστήριο μένει. Μὲ ποιὰ κριτήρια καὶ μὲ ποιὰ πρόγνωση ἐξέλεξε ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ ἐκείνους, ποὺ ὕστερα κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ τοὺς κάμη Ἀποστόλους; Τί ἔβλεπε μέσα σὲ κείνους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἕνας μάλιστα ἀπ’ αὐτοὺς τὸν πρόδωσε; Σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ δώσουμε ἀπάντηση καὶ ἐξήγηση, σὰν ἐκεῖνες ποὺ δίνει ὁ λογισμός μας στὰ φυσικὰ πράγματα. Δὲν ἐξηγοῦνται φυσικὰ καὶ λογικὰ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ· πάντα γιὰ τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἀνεξιχνίαστη. «Τὶς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου;» (4), λέγει ἡ θεία Γραφή, ποιὸς δηλαδὴ μπόρεσε νὰ καταλάβη τί ἔχει ὁ Θεὸς στὴ σκέψη του;

δ'. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο σήμερα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καλεῖ τὸν τελώνη Ματθαῖο, γιὰ νὰ τὸν κάμη Ἀπόστολο, ἡ προθυμία μὲ τὴν ὁποία ἐκεῖνος τὰ ἀφήνει ὅλα καὶ πηγαίνει κοντὰ μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν καλεῖ, αὐξάνουν τὴν ἄγνοιά μας μπροστὰ στὸ μυστήριο, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε. Τί ἦταν ἐκεῖνο, ποὺ ἔκαμε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ καλέση τὸν τελώνη, γιὰ νὰ τὸν κάμη Ἀπόστολο, ἕναν ἄνθρωπο ὄχι μόνο ἄσημο, ἀλλὰ καὶ ἐθνικὰ καὶ κοινωνικὰ περιφρονημένο ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους; Καὶ τί ἦταν ἐκεῖνο, ποὺ ἔκαμε τὸν τελώνη νὰ τὰ ἀφήση ὅλα καὶ νὰ ὑπακούση στὴν κλήση; Αὐτά, καθὼς τὰ διαβάζομε καὶ τὰ ἀκοῦμε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, μᾶς γεννᾶνε ἀπορίες κι ἐρωτήματα ἀναπάντητα. Μὲ τὸ μυαλό μας δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅσο κι ἂν παραδεχθοῦμε πὼς ὑπῆρχε κάποια προετοιμασία σ’ αὐτοὺς ποὺ κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἤ ὅτι τὸ θεῖο πρόσωπό του εἶχε κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη τους! Πιὸ πέρα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπινους συλλογισμούς μας, γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τὸ μυστήριο, μένει πάντα ἡ ἀνερμήνευτη βουλὴ τοῦ Θεοῦ.

ε'. Καὶ τὸ θαῦμα, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐρχόμαστε τώρα νὰ ποῦμε, εἶναι τὸ τί ἔγιναν, ὅποιοι κι ἂν ἦσαν, ἐκεῖνοι ποὺ ἐξέλεξε καὶ κάλεσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ τοὺς κάμη Ἀποστόλους τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ τελῶνες καὶ οἱ ψαράδες γίνονται ἅγιοι καὶ σοφοί, οἱ ἀδύνατοι καὶ ἄσημοι ἄνθρωποι νικοῦν τὸν κόσμο, οἱ δειλοὶ καὶ οἱ φοβισμένοι γίνονται ἀτρόμητοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Τὸ θαῦμα αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο λέμε, εἶναι ἕνα θαῦμα διπλὸ· ἕνα θαῦμα πρῶτα ἐσωτερικό, μιὰ ἀλλαγὴ ποὺ ἔγινε μέσα στοὺς ἀνθρώπους, αὐτοὺς ποὺ ἐκλέχτηκαν γιὰ νὰ γίνουν ἀπόστολοι, κι ἕνα θαῦμα ὕστερα ἐξωτερικό, μιὰ ἀλλαγὴ τῶν πραγμάτων, ποὺ ἔγινε στὸν κόσμο μὲ τὸ κήρυγμα τῶν ἀποστόλων. Αὐτὸ τὸ δεύτερο δὲν θὰ τὸ καταλάβωμε καὶ δὲν θὰ τὸ ἐκτιμήσουμε στὴν πραγματική του ἀξία, ἂν δὲν σκεφτοῦμε καὶ δὲν δοῦμε τί ἦταν πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ὁ κόσμος καὶ ὁ κοινωνικὸς βίος τῶν ἀνθρώπων.

ς'. Μᾶς ἐνδιαφέρει σήμερα τὸ πρῶτο, τὸ θαῦμα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔγινε μέσα στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ κάλεσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ γίνουν ἀπόστολοι. Ὅτι ἄλλαξαν καὶ δὲν ἔμειναν ἐκεῖνοι ποὺ ἦσαν πρῶτα, εἶναι γεγονός· τὸ βεβαιώνουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὴ ζωή τους καὶ μὲ τὸ θάνατό τους μετὰ τὴν Πεντηκοστή. Δὲν εἶναι μόνο ἡ ἐξωτερικὴ παιδευτικὴ ἐργασία τοῦ θείου Διδασκάλου νὰ ἑτοιμάση τοὺς ἀποστόλους, καθὼς τὴ βλέπομε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι καὶ ἡ μυστικὴ ἐνέργεια τῆς θείας χάρης, ποὺ τοὺς ἄλλαξε καὶ τοὺς ἔκαμε νέους ἀνθρώπους κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ πύρινες γλῶσσες, ἡ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἦρθε ἀπάνω στοὺς μαθητές, πρῶτα τοὺς καθάρισε καὶ τοὺς ἔκαμε καινούργιους ἀνθρώπους, κι ὕστερα τοὺς θέρμανε καὶ τοὺς φώτισε, γιὰ νὰ βγοῦν στὸν κόσμο καὶ νὰ κηρύξουν «ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων» (5) ἐκεῖνα ποὺ εἶδαν καὶ ἤκουσαν κοντὰ στὸ θεῖο Διδάσκαλο καὶ Σωτήρα Χριστό. Τὸ «ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων» λέγεται εἰδικὰ στὴ θεία Γραφὴ γιὰ τὸ μεγάλο ἀπόστολο Παῦλο, μὰ ταιριάζει γιὰ ὅλους τοὺς Ἀποστόλους.

ζ'. Στὸν καιρό μας ἴσως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης, σὰν ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου· μᾶς κάνουν ἐντύπωση κάποιες ἐξωτερικὲς ἐπιτυχίες καὶ κοινωνικὲς δραστηριότητες τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὲς οἱ ἐπιτυχίες κι οἱ δραστηριότητες δὲν ἔχουν πάντα πολλὴ σχέση μὲ τὴ θεία χάρη καὶ τὴν ἁγιωσύνη· εἶναι, καθὼς λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, λαμπερὲς κακίες, κακίες ποὺ ξεγελοῦν καὶ φαίνονται γιὰ ἅγιες πράξεις. Πρέπει ὅμως νὰ πιστεύωμε ὅτι τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης εἶναι ἐσωτερικὸ καὶ προσωπικό. Ὄχι σὰν μιὰ φιλοσοφικὴ καὶ θεωρητικὴ ἰδεολογία ἤ σὰν ἕνα σύνθημα ποὺ πέφτει γιὰ νὰ φανατίση ἤ σὰν ἕνα ἀνθρωπιστικὸ λεγόμενο κήρυγμα, ποὺ πάντα μένει στὴν ἐπιφάνεια καὶ δὲν ἀγγίζει τὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἔργο τῆς θείας χάρης, τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀναγέννηση καὶ ἀνακαίνιση ριζικὴ καὶ προσωπική. Μέσα στὰ θεόπνευστα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄπειρα τὰ παραδείγματα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ λούστηκαν στὰ ρεῖθρα τῆς θείας χάρης καὶ ξαναγεννήθηκαν. Εἶναι τελῶνες, ποὺ ἔγιναν Εὐαγγελιστές, καθὼς ὁ Ματθαῖος· εἶναι ληστές, ποὺ βρῆκαν τὸν παράδεισο, σὰν ἐκεῖνος ποὺ σταυρώθηκε μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ· εἶναι γυναῖκες ἁμαρτωλές, ποὺ ἄλλαξαν κι ἔγιναν μεγάλες ἅγιες, σὰν τὴν ὁσία Πελαγία καὶ τὴν ὁσία Μαρία· εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἡ ἁγιωσύνη τους εἶναι καρπὸς τῆς θείας χάρης.

η'. Ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ ἔργο καὶ τὸ κατόρθωμα τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ματθαῖος ἤ Λεβίς, καθὼς εἶναι ἕνα δεύτερο ὄνομά του, εἶναι ὁ τελώνης, ποὺ ἔγινε ὁ ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κι ἔγραψε τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἕνα βιβλίο ποὺ διαβάστηκε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο στὸν κόσμο. Ἀξίζει νὰ κλείσουμε τὸ σημερινὸ κήρυγμα, στὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, μὲ τὶς λέξεις μὲ τὶς ὁποῖες κλείνει καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιό του. Εἶναι ἡ θεία καὶ γλυκύτατη φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνάσταση, μὲ τὴν ὁποία βεβαιώνει τοὺς μαθητές του καὶ τὴν Ἐκκλησία ὅτι θὰ εἶναι πάντα μαζί μας ὥς τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων. Εἶναι ἡ ὑπόσχεση καὶ βεβαίωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ οἱ πιστοί, «ἄγκυραν ἐλπίδος κατέχοντες ἀγαλλόμεθα», καθὼς τὸ ψάλλομε στὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητὲς του καθὼς τὸ παραδίδει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος «...ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος» (6) Ἀμήν.
Ἀθήνα, 13 Νοεμβρίου 1980
† ὁ Σ.Κ.Δ



* Ἐλέχθη στὸν ἰ. Ναὸ τοῦ ἁγίου Νικολάου τὴν Κυριακὴ 16.11.1980



Ὑποσημειώσεις

1. Ἰω. 6,70.
2. Ἰω. 13,18.
3. Α' Κορ. 1,29.
4. Ἡσ. 40,13.
5. Πράξ. 9,15.
6. Ματθ. 28,20.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Ο καλός Σαμαρείτης (Κυριακή Η΄ Λουκά)

«…Έχει σημασία ότι τόσο ο ιερέας όσο και ο λευίτης πλησίασαν πολύ κοντά: έβγαλαν έτσι το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος ήταν νεκρός, και στη συνέχεια απομακρύνθηκαν βιαστικά.
Ο Νόμος όριζε με σαφήνεια: «Εκείνος που θ΄ αγγίξει στην πεδιάδα άνθρωπο που σκοτώθηκε ή πέθανε φυσιολογικά, οστό ή μνήμα θα είναι ακάθαρτος για εφτά μέρες» (Αρ.19,16). Εάν λοιπόν ο λευίτης και ο ιερέας άγγιζαν τον άνθρωπο που νόμιζαν νεκρό, εάν ακουμπούσαν το χέρι τους πάνω του, αμέσως θα γίνονταν ακάθαρτοι. Και η ευθύνη τους θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη, αφού ανήκαν στην ιερατική τάξη και γνώριζαν τον Νόμο. Γι΄ αυτό και ο Χριστός τονίζει ότι είδαν και απομακρύνθηκαν γρήγορα.
Ο Σαμαρείτης αντίθετα «οδεύων ήλθε προς αυτόν»- ήρθε ψάχνοντας να τον βρει τον αναζητούσε και τον βρήκε…. Από τις ενέργειές του φαίνεται ότι ο Σαμαρείτης αυτός δεν φοβόταν τον θάνατο και οι διατάξεις του Νόμου δεν τον δέσμευαν. Και αυτό δεν ήταν συνέπεια μόνο της καταγωγής του, μιας και τον θάνατο τον φοβούνταν και οι Σαμαρείτες και τις επιταγές του Μωσαϊκού Νόμου τις σέβονταν και αυτοί.
….Σήμερα νομίζουμε ότι ο Χριστός βρίσκει μια όμορφη ιστορία για να ελέγξει την αναισθησία των κληρικών της εποχής του…. Ωστόσο από το Ευαγγέλιο γνωρίζουμε ότι ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο για να δείξει με θεωρίες τη «σωστή συμπεριφορά» …. Οι άνθρωποι είναι αιχμάλωτοι του θανάτου και ζουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο Χριστός ήλθε να τους ελευθερώσει απ΄ αυτόν. Και το έκανε με το να λάβει πάνω του το ανθρώπινο σώμα και κάθε τι ανθρώπινο….Πριν έλθει ο Χριστός δεν είχαμε ανθρώπους πλησίον …γιατί ήμασταν όλοι αιχμάλωτοι του θανάτου.
Ο ιερέας και ο λευίτης που πλησίασαν τον μισοπεθαμένο άνθρωπο δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο. Ήταν και οι δυο σαν τον εμπεσόντα στους ληστές: αδύναμοι και μισοπεθαμένοι…. Ανέλαβαν να υπηρετούν τους ανθρώπους στα πλαίσια του Μωσαϊκού Νόμου, δηλ. να τους πλησιάζουν και να διαπιστώνουν την κατάστασή τους (Όπως πλησίασαν τον τραυματισμένο της παραβολής) και να τους γνωρίζουν για ποιο λόγο έφτασαν στα πρόθυρα του θανάτου. Πιο κοντά δεν μπορούσαν να πάνε. Πλησίον δεν μπορούσαν να γίνουν. Ο ίδιος θάνατος τους αγκάλιαζε-αυτό σήμαινε το ότι θα γίνονταν ακάθαρτοι.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην παράδοση της Εκκλησίας ο ιερέας και ο λευίτης είναι οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Στις τοιχογραφίες που εικονίζουν την παραβολή, στη θέση του ιερέα και του λευίτη ιστορούνται ο Μωυσής και ο άγ. Ιω. ο Πρόδρομος-οι δυο μεγαλύτερες προσωπικότητες προ Χριστού, αυτοί που κήρυξαν με τον Νόμο και τη μαρτυρία τους τον ερχομό του Χριστού που θα σώσει τον κόσμο.
Εάν ο Χριστός αναφέρει τον ιερέα και τον λευίτη …το κάνει για να δείξει ότι ήταν τόσο βαριά τραυματισμένος ο άνθρωπος, που δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν ούτε οι αγιότεροι των ανθρώπων, αυτοί που ήταν ταγμένοι στην υπηρεσία του Θεού. Ένα τροπάριο λεει πως ούτε ο ιερέας «ο προ του Νόμου προσέσχεν αυτώ», ούτε ο λευίτης » μετά τον Νόμον επείδεν αυτόν», αλλά μόνο ο Χριστός, «ο παραγενόμενος Θεός». Σαμαρείτης λοιπόν είναι ο Χριστός. Και παίρνει το όνομα του Σαμαρείτη στην παραβολή γιατί ταιριάζει πιο πολύ στις ανάγκες των Ιουδαίων, για να κατανοήσουν το πρόσωπο του Χριστού.
«Επιβιβάσας επί το ίδιον κτήνος»- ανεβάζοντάς τον στο δικό του υποζύγιο. Ο Θεός ανέλαβε την τραυματισμένη κι ετοιμοθάνατη φύση μας για να την θεραπεύσει και να την αναστήσει. Γι΄ αυτό στα Χριστούγεννα θ΄ ακούσουμε τον προφήτη να λέει για τον Χριστό: «Ου η αρχή εγεννήθη επί του ώμου αυτού»- η δύναμη του Χριστού, φάνηκε όταν μας πήρε πάνω στον ώμο του, πάνω στις πλάτες του, για να μας οδηγήσει στη Βασιλεία του».

«Λησταίς λογισμοίς περιπεσών ο Αδαμ
εκλάπη τον νουν τραυματισθείς την ψυχήν,
και έκειτο γυμνός αντιλήψεως’
ούτε ιερεύς ο προ του νόμου προσέσχεν αυτώ,
ούτε λευίτης ο μετά τον νόμον επείδεν αυτόν’
ει μη συ ο παραγενόμενος Θεός,
ουκ εκ Σαμαρείας, αλλ’ εκ της Μαρίας Θεοτόκου’
Κύριε, δόξα σοι».
Οι παραβολές μόνο χριστολογική προσέγγιση μπορούν να έχουν κι όχι ηθικολογική, όπως όλη η Βίβλος εξάλλου
Υάκινθος

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Κυριακή Η΄ Λουκά - "Περί ασπλαχνίας"(+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


"Περί ασπλαχνίας"

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς εὐαγγέλιο διαβάζεται, ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ἡ παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου. Τὴ γνωρίζουν καὶ τὰ μικρὰ παιδιά, ἀλ λὰ τὴ θαυμάζουν καὶ οἱ μεγαλύτεροι σοφοί.Ἐπειδὴ ὅμως στὸ κήρυγμα ὁ σατανᾶς μᾶς κάνει ὅλους βιαστικοὺς καὶ ἀνυπόμονους, θὰ πῶ μόνο λίγα σύντομα λόγια.
Κάποιος ἄνθρωπος ξεκίνησε νὰ πάῃ πεζῇ ἀπὸ μία πόλι σὲ ἄλλη. Εἶχε βαδίσει ἀρκετὰ χιλιόμετρα στὴν δημοσία ὁδό,ὅταν σὲ κάποια καμπὴ τοῦ δρόμου, μέσ᾽ ἀπὸ μιὰ πυκνὴ λόχμη, κρυμμένοι πίσω ἀπὸ ἕνα βράχο, ξεπήδησαν μπροστά τουλῃσταί. Τοῦ φώναξαν «ἄλτ» καὶ σταμάτησε. Ἔκανε ν᾽ ἀντι σταθῇ, ἀλλ᾽ αὐτοὶ τὸν χτύπησαν, κι ἀφοῦ τοῦ πῆραν ὅ,τι εἶχε πάνω του τὸν ἄφησαν πληγωμένο ἐκεῖ χάμω.Στὴν κατάστασι ποὺ ἦταν ἤθελε βοήθεια.

Σὲ λίγο περνάει ἕνας καβάλλα σὲ ἄλογο. Ἦταν ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου. Ὁ τραυματίας εἶπε μέσα του· Αὐτὸς θὰ μὲ σώσῃ, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶνε… Ἀλλ᾽ αὐτός, ὅταν πλησίασε, ἔρριξε μιὰ ματιά, κέντησε τὸ ζῷο του κι ἀπομακρύνθηκε. Σὲ λίγο περνάει ἄλλος· αὐτὸς ἦταν λευΐτης, εἶχε δηλαδὴ μικρότερο ἱερατικὸ ἀξίωμα, ἦταν ἂς ποῦμε διάκονος. Ὁ τραυματίας περίμενε μήπως αὐτὸς δείξῃ συμπόνια.Ματαίως ὅμως· ἀπομακρύνθηκε κι αὐτὸς ἀδιάφορος.
Ἐν τῷ μεταξὺ ἄρχισε νὰ βραδιάζῃ. Καὶ νά τώρα φαίνεται κάποιος ἄλλος. Καθὼς ὅμως πλησιάζει, ὁ πληγωμένος τὸν διακρίνει καὶ ψιθυρίζει· Ὤχ, χάθηκα!… Κρύος ἱδρώτας τὸν ἔπιασε· αὐτὸς ποὺ ἐρχόταν ἦταν ἐχθρός, θανάσιμος ἐχθρός. Ἰουδαῖος ὁ τραυματίας,Σαμαρείτης ἐκεῖνος, καὶ μεταξὺ τῶν δύο ἐθνῶν ὑπῆρχε μῖσος ἄσπονδο. Τώρα αὐτὸς θὰ μ᾽ ἀποτελειώσῃ, μονολόγησε, θὰ μοῦ δώσῃ τὴ χαριστικὴ βολή… Ἔγινε λοιπὸν ἔτσι; Ὄχι. Ἀντιθέ τως· ὁ Σαμαρείτης σταμάτη σε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ ἄλογο
καὶ τοῦ προσέφερε τὶς πρῶτες βοήθειες· τὸν ἔπλυνε μὲ κρασὶ καὶ τὸν ἄλειψε μὲ λάδι ποὺ εἶχε μαζί του, ἔδεσε τὶς πληγὲς μὲ προχείρους ἐπιδέσμους (ποὺ θὰ ἔκανε σχίζοντας ἴσως τὸ πουκάμισό του), μ᾽ ἕνα λόγο τὸν νοσήλευσε.
Μετὰ τὸν σήκωσε στὸν ὦμο, τὸν ἀνέβα σε στὸ ἄλογό του, ἔγινε ἀγωγιά της, καὶ τὸν ὡδήγησε σ᾿ ἕναπανδοχεῖο, σ᾿ ἕνα χάνι. Ἐκεῖ κάθησε ὅλη τὴ νύχτα στὸ προσκέφαλό του καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε. Καὶ τὸ πρωὶ φώναξε τὸν ξενοδόχο καὶ τοῦ λέει· Περιποιήσου τον, κι ὅ,τι ξοδέψῃς, θὰ γυρίσω ἐγὼ νὰ σ᾽ τὰ πληρώσω.
Τί βλέπουμε ἐδῶ; Ἕνα τραυματία, ποὺ εἶχε ἀνάγκη ἐπειγούσης βοηθείας, κι ἀπέναντί του τρεῖς ἀνθρώπους· ἀπὸ αὐτοὺς οἱ δύο πέρασαν ἀδιάφοροι, ἐνῷ ὁ τρίτος, παρ᾽ ὅλο ὅτι ἀνῆκε στοὺς ἐ χθρούς του, ἔδειξε σπλάχνα οἰκτιρμῶν, ἐλέ η σε, βοήθησε καὶ ἔσωσε τὸν τραυματία. Ποιός εἶνε αὐτὸς ὁ«Σαμαρείτης»,ποὺ κατέβηκε ὄχι ἀπὸ τὸ ζῷο του ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐδῶ στὴ γῆ; Ὤ μυστήριο, ὤ θαῦμα ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ἄλλο! εἶνε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, «ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων»(Α΄ Τιμ. 6,15). Καὶ οἱ ἄνθρωποι - οἱ Ἰ ουδαῖοι, κοντὰ στὰ ἄλλα παρωνύμια - παρατσούκλια ποὺ τοῦ ἔδωσαν, τὸν ὠνόμασαν καὶ Σαμαρείτη, γιὰ νὰ τὸν περιφρονήσουν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο.
Κανείς μὰ κανείς ἄλλος μέσα στοὺς αἰῶνες δὲν ἀγάπησε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ὁ Χριστός. Λέει πὼς σ᾿ ἀγαπάει ἡ γυναίκα σου – ψέματα σοῦ λέει· λένε ὅτι σ᾿ ἀγαποῦν τὰ παιδιά σου – ψέματα λένε· λένε ὅτι σ᾿ ἀγαποῦν οἱ φίλοι σου – ψέματα. Θά ᾿ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ σ᾿ ἀφήσουν ὁλομόναχο. Ἕνας μόνο θὰ μείνῃ κοντά σου, κι αὐτὸς εἶνε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ καλὸς Σαμαρείτης, ποὺ προσφέρει τὴ βοήθειά του σὲ κάθε πονεμένο.
Πέρασαν ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος εἴκοσι αἰῶνες, ἀλλ᾽ αὐτὴ ἡ παραβολὴ παραμένει ἐπίκαιρη. Μιλάει ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν του ὄχι μόνο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀλλὰ καὶ τὴ σημερινή. Ὅπως τότε ὑπῆρχαν δυστυχισμένοι ποὺ ζητοῦσαν βοήθεια, ἔτσι καὶ σήμερα ἀναρίθμητοι ἄν θρω ποι εἶνε κι αὐτοὶ τραυματισμένοι καὶ ζητοῦν βοήθεια. Εἶνε φτωχοί, ποὺ δὲν ἔχουν ἕ να κομμάτι ψωμί· εἶνε γυμνοί, ποὺ δὲν ἔχουν ροῦχο νὰ σκεπαστοῦν· εἶνε ἄστεγοι, ποὺ δὲν ἔ χουν καλύβα νὰ στεγαστοῦν· εἶνε χῆρες καὶ ὀρφανά, ποὺ ζητοῦν προστασία· εἶνε ἄρρωστοι, ποὺ βογγᾶνε πάνω στὰ κρεβάτια καὶ δὲν ἔχουν οὔτε γιατρὸ οὔτε φάρμακα· εἶνε νέοι ἄνεργοι, ποὺ χτυποῦν πόρτες καὶ κανείς δὲν τοὺς μισθώνει· εἶνε πρόσφυγες, ποὺ περιπλανῶνται ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ· εἶνε… Τί ζητοῦν ὅλοι αὐτοί;
«Βοήθεια!» φωνάζουν. Ἀκόμα καὶ στὴν Ἀμερική, ποὺ θεωρεῖται τὸ πλουσιώτερο κράτος,κοντὰ στοὺς οὐρανοξύστες ὑπάρχουν φτωχοὶ ποὺ στεροῦνται καὶ τὰ ἀναγκαῖα. Καὶ στὴ ῾Ρωσία, ποὺ οἱ κυβερνῆτες της κάποτε ὑποσχέθηκαν ὅτι θὰ σβήσουν τὴ δυστυχία, βλέπουμε ὅ τι κ᾽ ἐκεῖ ὑπάρχουν φτωχοί. Πεῖνα λοιπὸν στὴν Ἀμερική, πεῖνα στὴ ῾Ρωσία. Πεῖνα πρὸ παντὸς – ποῦ; Στὴν Ἀσία καὶ τὴν Ἀφρική· ἐκεῖ πεθαίνουν κάθε μέρα παιδιὰ σὰν τὶς μῦγες!
Δὲν ὑπάρχουν ἆραγε τρόφιμα; Ὑπάρχουν. Ὑπάρχουν ἀποθῆκες καὶ ψυγεῖα μὲ ἑκατομμύρια τόννους σιτάρι, γάλα, κρέατα καὶ κονσέρβες, βουνὰ ὁλόκληρα ἀπὸ βούτυρο. Καὶ ὅμως οὔτε σπυρὶ οὔτε σταγόνα δὲν προσφέρεται γιὰ τοὺς πεινασμένους τοῦ πλανήτου.
Ἄσπλαχνη κοινωνία. Προτιμοῦν νὰ τὰ κάψουν, νὰ τὰ ῥίξουν στὰ ποτάμια, ἐνῷ μποροῦν τόσο πολλὰ νὰ κάνουν. Μὴν πᾶμε ὅμως μακριά· καὶ ἡ δική μας χώρα, ποὺ ἦταν κάποτε φτωχή, σήμερα δὲν εἶνε· δόξα τῷ Θεῷ εἶνε αὐτάρκης. Τί κάνουμε λοιπόν; Οὔτε ἕνα τόννο δὲν δίνουμε· ποὺ ἔπρεπε νὰ φορτώσουμε καράβια μὲ τὴν ἑλληνικὴ σημαία καὶ νὰ πᾶμε ἐκεῖ νὰ δώσουμε τὴ μάχη ἐναντίον τῆς πείνας, τῆς φτώχειας καὶ τῆς δυστυχίας, καὶ νὰ δοξάσουν οἱ ἰθαγενεῖς τὸ Θεὸ ποὺ ἐπὶ τέλους μιὰ μικρὴ χριστιανικὴ χώρα τοὺς σπλαχνίστηκε. Ἀλλὰ τί κάνουμε· ἀνοίγουμε κ᾽ ἐμεῖς χωματερὲς καὶ θάβουμε ἐκλεκτὰ προϊόντα.
Κάποτε ὁ τόπος αὐτὸς γεννοῦσε μεγάλους εὐεργέτες. Τὸ οὐράνιο αὐτὸ εἶδος δὲ φυτρώνει πλέον στὰ βράχια μας. Κάποτε παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος ἔφευγαν πάμπτωχα, μόνο μὲ τὴν εὐχὴ τῶν γονέων τους, πήγαιναν μακριὰ στὰ ξένα, κ᾽ ἐκεῖ μὲ σκληρὴ δουλειὰ δημιουργοῦσαν μεγάλες περιουσίες. Καὶ προτοῦ νὰ πεθάνουν, ἄφηναν ὅλα τους τὰ ὑπάρχοντα στὸ γένος.
Ἔτσι ἡ πατρίδα μας, ἰδίως ἡ Ἀθήνα, εἶνε γεμάτη ἀπὸ ἱδρύματα τέτοιων εὐεργετῶν.Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ, φτωχὸ παιδί, ἔφυγε ξυπόλητο ἀπὸ τὸ Μέτσοβο μὲ τὴν εὐχὴ τῆς μάνας του. Πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια.
Ἐργάστηκε, κοπίασε τριάντα χρόνια κι ἀπέκτησε πλοῦτο. Καὶ τί τὸν ἔκανε; Γιὰ τὸν ἑ αυτό του δὲν κράτησε οὔτε μία λίρα· πέθανε φτωχός. Ὅλα τά ᾽δωσε γιὰ τὴν Ἑλλάδα! Καὶ μ᾽ ἐκεῖνα τὰ χρήματα ἡ μικρὴ πατρίδα μας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἔ φτειαξε τὸ θωρηκτὸ «Ἀβέρωφ»,τὸ θρυλικὸ πολεμικὸ καράβι μὲ τὸ ὁποῖο μαντρώσαμε στὰ Δαρ δανέλλια τὸν τουρκικὸ στόλο.
Ποῦ σήμερα τέτοιοι εὐεργέτες; Στυγνοὶ ἀπέναντι στὴ δυστυχία. Σ᾿ ἕνα χωριὸ βγῆκε ὁ παπᾶς ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ ἡμέρα ἐράνου γιὰ φιλανθρωπικὸ σκοπό. Τί μάζεψε; οὔτε ἕνα χιλιά ρικο. Λυπημένος μοῦ ἀνέφερε στὸ τηλέφω νο·
Δυστυχῶς ὁ ἔρανος ἀπέτυχε. Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ ἦρθαν μουσικὰ συγ κροτήματα ἀπὸμακριὰ μὲ τραγουδίστριες, ἔστησαν ἐξέδρα στὸ κέντρο τοῦ χωριοῦ, καὶ τραγουδοῦσαν ἀπὸ δύσι τοῦ ἡλίου ὣς τὸ πρωί. Καὶ γέροι ἀκόμα ἀσπρομάλληδες γλεντοῦσαν καὶ ὠρ γίαζαν μαζὶ μὲ τοὺς νέους. Καὶ πόσα μάζεψαν οἱ νυχτερίδες τῆς ἡδονῆς; Ὁ παπᾶς ἕνα χιλιάρικο, αὐτὲς τριακόσες χιλιάδες. Ὦ Θεέ μου, ὅλα γιὰ τὸ διάβολο· τίποτα γιὰ τὸ Χριστό, τίποτα γιὰ τὸν πλησίον!
Θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεός. Ἡ πιὸ μεγάλη ἁμαρτία ποιά εἶνε; Εἶνε καὶ ἡ πορνεία, καὶ ἡ μοιχεία, καὶ ἡ βλασφημία· ἀλλὰ χειρότερη εἶνε ἡ ἀσπλαχνία, τὸ νὰ στέκεσαι ἀδιάφορος. Τυφλοὶ ὅσοι δὲ βλέπουν τὴ δυστυχία, κουφοὶ ὅσοι δὲ συγκινοῦνται ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο πόνο.
Ἂς ξερριζώσουμε, ἀδελφοί μου, ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας τὴν ἀσπλαχνία. Ἄνθρωπος ποὺ δὲν πονάει τὸν ἄλλο δὲν εἶνε Χριστιανός. Ἡ κυριώτερη ἐντολὴ τοῦ εὐαγγελίου εἶνε ἡ ἀγάπη· εἶνε τὸ ὀξυγόνο τῆς ἀνθρωπότητος.
Αὐτὴ νὰ καλλιεργήσουμε μιμούμενοι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἂς σκορποῦμε τὸ καλό. Ἐκεῖνο ποὺ σοῦ περισσεύει δὲν εἶνε γιὰ τσιγάρο, γιὰ οὖζο, γιὰ τόσα ἄλλα περιττὰ καὶ ἁμαρτωλά· «εἶνε τῆς χῆρας, τοῦ ὀρφανοῦ καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε». Γιατὶ «τὸν ἄσπλαχνο, μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Χριστός».
Γι᾽ αὐτό, ὅταν γίνεται ἔρανος τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ σπεύδουμε πρόθυμα. Ἐκεῖ ἀξίζει νὰ σημειώνωνται τὰ ρεκόρ, καὶ ὄχι τόσο στὰ διάφορα ἀθλήματα καὶ τὶς διασκεδάσεις. Νὰ εἴμαστε πρῶτοι στὴ φιλανθρωπία, πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας˙ ἀμήν.
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης - Ἀμυνταίου τὴν 11-11-1984

Πόλεμος επικρατεί στον κόσμο, τρικυμία και χειμώνας. (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)



undefined
Επειδή τέτοιος είναι ο Κύριος μας, σ’ αυτόν ας καταφεύγουμε πάντοτε και αυτόν μόνο ας προσκαλούμε για βοηθό και θα τον βρούμε έτοιμο να μας σώσει. Διότι αν αυτοί που έπεσαν σε ναυάγιο και στηρίζονται σε μία σανίδα, φωνάζουν γρήγορα εκείνους που βρίσκονται μακριά για να τους πείσουν να δείξουν φιλανθρωπία, αν και δεν έχουν τίποτε κοινό μεταξύ τους, αλλά αναγνωρίζονται μόνο από την συμφορά, πολύ περισσότερο Αυτός που είναι φιλάνθρωπος και έχει από τη φύση του την αγαθότητα, θα ελευθερώσει εκείνους που αντιμετωπίζουν συμφορές, εάν μόνο θελήσουν να καταφύγουν σ’ αυτόν και να τον επικαλεσθούν με ευθύτητα αφήνοντας τις ανθρώπινες ελπίδες. Όταν λοιπόν πέσεις σε κάποιο απροσδόκητο κακό μην απελπιστείς, αλλά αμέσως ύψωσε το φρόνημά σου και κατάφυγε στο ακύμαντο λιμάνι και τον απόρθητο πύργο, τη βοήθεια του Θεού.
Πόλεμος επικρατεί στον κόσμο, μάχη είναι οι καθημερινές υποθέσεις, τρικυμία και χειμώνας. Χρειαζόμαστε λοιπόν όπλα· και μεγάλο όπλο είναι η προσευχή… διότι πολλοί είναι οι καθημερινοί σκόπελοι και πολλές φορές το σκάφος προσκρούει και καταποντίζεται. Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από προσευχή, και μάλιστα πρωινή και νυκτερινή.
Οτιδήποτε κι αν πρόκειται να κάνουμε, να ασχοληθούμε με κάποια εργασία ή να ξεκινήσουμε για κάποιο ταξίδι, ας προσφέρουμε προηγουμένως στο Κύριο τη θυσία της προσευχής· και αφού Τον καλέσουμε σε βοήθεια, έτσι ας καταπιαστούμε με αυτά.
«Το πρωί θα ακούσεις τη φωνή μου» λέγει (Ψαλμ. 5, 4). Βλέπεις προθυμία και κατάνυξη ψυχής; Από την αρχή της ημέρας προσέφερε τις πρώτες στιγμές στο Θεό. Διότι λέγει ο Σολομών «να προλαβαίνουμε τον ήλιο στην ευχαριστία σου και πριν από την ανατολή του ηλίου να συνομιλούμε μαζί σου» (Σοφ. Σολ. 17, 28). Και συ, αν επρόκειτο για κάποιο βασιλιά δεν θα ανεχόσουν να προλάβει κατώτερος σου να τον προσκυνήσει πριν από σένα, ενώ τώρα που τον προσκυνεί ο ήλιος κοιμάσαι και αφήνεις την κτίση να σου πάρει τα πρωτεία και δεν την προλαβαίνεις, αφού έγινε όλη για σένα, ούτε του αποδίδεις τις ευχαριστίες, αλλά καθώς σηκώνεσαι πλένεις το πρόσωπο και τα χέρια σου και παραβλέπεις τη ψυχή αφήνοντάς την ακάθαρτη; Δεν γνωρίζεις ότι όπως το σώμα καθαρίζεται με το νερό, έτσι και η ψυχή με την προσευχή; Πλύνε λοιπόν πριν από το σώμα τη ψυχή. Έχει πάνω της προσκολλημένες πολλές ακαθαρσίες- αυτές ας τις απομακρύνουμε με τις δεήσεις. Διότι αν έτσι περιτειχίσουμε το στόμα, θα βάλουμε καλό θεμέλιο για τις καθημερινές μας πράξεις.
Αυτός που πρόκειται να προσευχηθεί, δεν τολμά να πει τίποτε ανάρμοστο, ούτε την ώρα του φαγητού· και αν πει, το μετανιώνει γρήγορα. Γι’ αυτό πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό και αρχίζοντας και τελειώνοντας το φαγητό.
Όσο για τα παιδιά, ένας αποτελεσματικός τρόπος που βοηθά τους νέους στο να διατηρήσουν την αγνότητά τους είναι να μαθαίνουν να προσεύχονται με πολύ ενδιαφέρον και κατάνυξη. Και μη μου πεις ότι το παιδί δεν θα μπορέσει ποτέ να δεχτεί κάτι τέτοιο· υπάρχει ένας λόγος παραπάνω να το δεχτεί, το ότι έχει καθαρό νου και εγρήγορση· επειδή είναι πολλά τα παρόμοια παραδείγματα στους παλαιούς, όπως του Δανιήλ, όπως του Ιωσήφ… Μη μου πεις ότι ο Ιωσήφ ήταν δεκαεπτά χρόνων, αλλά πριν από αυτό σκέψου από πότε είχε κατακτήσει την καρδιά του πατέρα του, περισσότερο από τα μεγαλύτερα αδέλφια του.
Και ο Ιακώβ δεν ήταν νεώτερος; Ο Ιερεμίας, ο Δανιήλ δεν ήταν δώδεκα χρόνων; Και ο Σολομών δεν ήταν επίσης δώδεκα χρόνων, όταν έκανε εκείνη τη θαυμαστή προσευχή; Και ο Σαμουήλ δεν δίδασκε τον δάσκαλό του, ενώ ήταν νέος; Ώστε να μην απογοητευόμαστε· αν κάποιος είναι νεώτερος στη ψυχή, τότε μόνον δεν τα δέχεται αυτά, όχι όταν είναι νεώτερος στην ηλικία. Ας εκπαιδεύεται λοιπόν το παιδί να προσεύχεται με πολλή κατάνυξη και να πηγαίνει, όσο είναι δυνατόν, στις αγρυπνίες. Επειδή αυτός που νηστεύει και προσεύχεται ενισχύεται πολύ στον αγώνα του για την αγνότητα.
Με πολλή ακρίβεια πρώτα από όλα να διώχνετε μακριά από τα παιδιά σας ό,τι έχει σχέση με ανηθικότητα. Γιατί το μεγαλύτερο κακό στις ψυχές των νέων το προκαλεί ο έρωτας. Και μάλιστα, πριν να γευτεί με την πείρα την ανηθικότητα, δίδαξε το παιδί σου να προσέχει, να γρηγορεί, να αγρυπνεί στις προσευχές και πριν από κάθε λόγο και έργο να σφραγίζεται με το σημείο του σταυρού.
Ο Ιώβ προσέφερε θυσίες για τα παιδιά του και έτσι τους ελευθέρωνε από τα αμαρτήματά τους· έλεγε: «Μήπως σκέφθηκαν κάτι κακό μέσα τους…» Έτσι φροντίζει κανείς για τα παιδιά του. Δεν είπε, όπως οι περισσότεροι, θα τους αφήσω κληρονομιά· δεν είπε θα τους δώσω δόξα ή θα φροντίσω με χρήματα να έλθουν στην εξουσία· δεν είπε, θα τους αγοράσω χωράφια, αλλά τί; «μήπως σκέφτηκαν κακά εναντίον του Θεού;» (Ιώβ 1, 5). Διότι ποιό είναι το όφελος από εκείνα; Κανένα, αφού μένουν όλα εδώ. Θα εξιλεώσω, λέγει, γι’ αυτούς τον βασιλιά των όλων, οπότε δεν θα τους λείπει τίποτε.
Έχω την αξίωση, αν και βρίσκεσθε μακριά, να μου παρέχετε τη συμμαχία των δυνατών προσευχών σας· γιατί αυτή η βοήθεια ούτε μαραίνεται με τον χρόνο, ούτε εμποδίζεται από την απόσταση, αλλά όπου και να διαμένει κάποιος που έχει παρρησία στο Θεό, όπως και σεις, μπορεί να βοηθά πάρα πολύ κι αυτούς που είναι μακριά.
Αυτοί που είναι ταπεινοί και ευθείς σαν τα παιδιά, εκείνοι κατ’ εξοχήν μπορούν να παρακαλούν το Θεό για τους υπευθύνους και ένοχους.
Λέγεται μεν ότι «η δέηση του δικαίου, έχει μεγάλη δύναμη» αλλά «και αποτελεσματικότητα» (Ιακ. 5, 16), δηλαδή όταν βοηθείται από την μετάνοια και την επιστροφή στη σωστή ζωή εκείνων για τους οποίους γίνεται. Σε εκείνους όμως των οποίων ο τρόπος είναι αμετανόητος και αδιόρθωτος, πώς μπορεί να συμπαρασταθεί, αφού οι ίδιοι τη (δέηση δικαίου) εμποδίζουν με τα έργα τους; Όταν δηλαδή συνεισφέρουμε ό,τι εξαρτάται από μας, τότε και η πρεσβεία των δικαίων μας ωφελεί πάρα πολύ.
(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Οἱ Ἅγιοι Ταξιάρχες

Παντελεήμων Λαμπαδάριος (Μητροπολίτης Ἀντινόης)



Στὴ Σύναξη τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ ὅλων τῶν Ἐπουρανίων Δυνάμεων

Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή, ἐπιδιώκει τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητας. Ἀναζητεῖ τὴν ἀναγνώρισή του ὡς ἄτομο ἀξίας. Ὁ κόσμος εἶναι κουρασμένος καὶ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὶς ἀκατάπαυστες διαμάχες καὶ ἐκμεταλλεύσεις τῶν κοσμικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες ἀποβλέπουν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὸ προσωπικό τους συμφέρον καὶ στὴν ἐκμετάλλευση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, ἔχει παραμερισθεῖ, διότι, ὅπου κυριαρχεῖ τὸ συμφέρον, ἐκεῖ καταπατεῖται ὁ ἄνθρωπος.

Μέσα ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀπρόσωπη καὶ ψυχρὴ κοινωνία, καλούμεθα ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ μεταλλαμπαδεύσουμε τὸ φῶς τῆς Ὀρθόδοξης Πίστεως καὶ νὰ λάμψουμε μὲ τὴν ἔμπρακτη καὶ ζωντανὴ μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς μας ζωῆς καὶ πολιτείας. Διότι, ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν σωστὴ θεώρηση περὶ τοῦ Θεοῦ, περὶ τῆς ζωῆς καὶ περὶ τὰ τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι ἡ μοναδικὴ δύναμις, ποὺ ἀγκαλιάζει τὴν σκληρὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχὴ καὶ ἐμφυτεύει μέσα τῆς τὴν μετάνοια. Εἶναι ἡ μόνη, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν λάσπη τῆς ἁμαρτίας στὴν ἁγιότητα καὶ τὸν ἀποκαθιστᾶ στὴν υἱοθεσία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζεῖ μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἑπόμενο νὰ βιώνει τὴν κυριαρχία ἑνὸς σκότους ποὺ δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ δεῖ καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται ὀρθὰ τὰ διάφορα προβλήματα τῆς ζωῆς. Τὸ θρησκευτικὸ δόγμα παίζει ὁπωσδήποτε σημαντικὸ ρόλο στὴ ζωὴ τοῦ ἀτόμου. Βάσει τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ δόγματος διαμορφώνεται ὁ ὅλος βίος τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ μέσα στὸ χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας οἱ Ἅγιοι Ταξιάρχες ἔχουν ἰδιαίτερη θέση καὶ ἀξία.

Ἐκεῖνο ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ὀρθόδοξο χριστιανό, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν ἁμαρτία, τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη, καὶ ἀφοσιώνεται πλήρως στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπό του. Χωρίζεται ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν συνάνθρωπό του. Θέλει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ κοινωνεῖ μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Ζεῖ ἀγγελικὴ πολιτεία, μιμούμενος τὴν φωτοφόρο ζωὴ τῶν Ἀγγέλων, ἀλλὰ γίνεται ταυτόχρονα φῶς καὶ παράδειγμα γιὰ τοὺς γύρω του, τοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς μακρὰν διαβιούντας.

Στὴν σύγχρονη ἐποχή, ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀξιωθήκαμε ἀπὸ τὴ θεία Χάρη νὰ λάβουμε τὸν θεῖο φωτισμό, ἔχομε χρέος νὰ διατηρήσουμε τὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναμένο μέσα στὶς λυχνίες τῆς καρδιᾶς μας, τροφοδοτοῦντες αὐτὸ διαρκῶς μὲ καινούργιο λάδι ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ καλὰ ἔργα. Ἡ θεία Χάρις τοῦ Θεοῦ δόθηκε. Χρέος μας εἶναι νὰ προσθέτουμε στὶς ἀρχικὲς θεῖες ἐνέργειες τὶς δικές μας καλὲς πράξεις, τὰ ἔργα πίστεως, ὥστε τὰ μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου νὰ ἐνσωματωθοῦν πλήρως μὲ τὴν ὅλη προσωπικότητά μας. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀναδεικνυόμεθα ἄτομα ἀναγεννημένα, υἱοὶ φωτός, ἄξιοι τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς κλήσεώς μας ὡς τέκνα Θεοῦ.

Ὅλοι ὀφείλομε μετ’ αὐταπαρνήσεως καὶ ἐθελοθυσίας νὰ ὑπηρετήσουμε τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπό μας. Οἱ κοινωνίες μικρὲς καὶ μεγάλες, περιμένουν μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ 21ου αἰώνα τὴν ἐμφάνιση τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ πραγματικοῦ Χριστιανισμοῦ, γιὰ νὰ ἰλαρύνει μὲ τὴν παρουσία της, νὰ φωτίσει μὲ τὴ διδασκαλία της, νὰ καθοδηγήσει μὲ τὸ παράδειγμά της καὶ νὰ ἠθικοποιήσει μὲ τὴ ἠθική της ὅλες ἐκεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ ὁ ἰσχυρὸς ἄνεμος τῆς ἁμαρτίας προσπαθεῖ νὰ βυθίσει στὸ ἀπύθμενο βυθὸ τῆς ἀγνωσίας.

Οἱ σημερινοὶ ἑορταζόμενοι Ἅγιοι Ταξιάρχες, εἶναι τὸ ὑπόδειγμα γιὰ τὸν κάθε Χριστιανό, διότι ὡς λύχνοι καιόμενοι καὶ ὡς λαμπάδες τηκόμενες ὑπηρετοῦν μὲ πίστη καὶ ἀφοσίωση τὸ θεῖο θέλημα, ἀναδεικνυόμενοι προστάτες καὶ βοηθοὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ μὲ ἐλπίδα καταφεύγουν σ’ αὐτοὺς καὶ μὲ πίστη ἐπιζητοῦν τὴν Χάρη τους. Ὡς πολύφωτοι ἀστέρες μέσα στὸ λαμπρὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, διαχέουν τὸ φῶς τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας σ’ ὅλα τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη τῆς γῆς.

Τὸ σημαντικὸ σημεῖο, ποὺ μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῶν Ταξιαρχῶν, εἶναι τὸ ἐὰν ὁ λύχνος τῆς χριστιανικῆς μας ὑπάρξεως φέγγει ἐπὶ τοῦ λυχνοστάτου, ἐὰν οἱ χριστιανικές μας ἀρχὲς σελαγίζουν ἀπὸ ὁποιαδήποτε κοινωνικὴ θέση κι ἂν κατέχουμε, ἐὰν χύνει στοὺς γύρω του τὸ παρήγορο καὶ ἰλαρώτατο φῶς τῆς Πίστεως, τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀγάπης.

Οἱ Ἅγιοι Ταξιάρχες ἀναδείχθηκαν μὲ τὴν ἀφοσίωσή τους στὸν Ἕνα Ἀληθινὸ Θεὸ κανόνες τῆς ὀρθῆς πίστεως. Ὑπῆρξαν οἱ προστάτες καὶ οἱ ὑπερασπιστὲς ὅλων ἐκείνων ποὺ χειμάζονται ἀπὸ τὰ ποικιλόμορφα προβλήματα τῆς καθημερινότητας.

Τὰ παιδιὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ πεθαίνουν καθημερινὰ ἀπὸ τὴν μάστιγα τῆς πείνας, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀφήνουν ἀδιάφορους καὶ ἀσυγκίνητους, ἐπειδὴ οἱ συγκαιρίες μᾶς βοήθησαν νὰ ἔχουμε κάποια οἰκονομικὴ ἄνεση καὶ μιὰ καλύτερη ζωή. Οἱ ἀρρώστιες, ποὺ θερίζουν τοὺς ἀδελφούς μας, πρέπει νὰ ἀνάψουν τὴν συμπόνια μέσα στὴν χριστιανική μας ψυχή. Στὴ σκέψη μας πρέπει νὰ κυριαρχοῦν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μᾶς δίδαξε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θυσαυρίζουμε θυσαυροὺς ἐπάνω στὴ γῆ, ἀλλά, νὰ θυσαυρίζουμε θυσαυροὺς στὴν οὐράνια καὶ πνευματικὴ τράπεζα τοῦ θείου Ἐλέους. Διότι, “μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται”.

Ἡ σημερινὴ γιορτὴ τῶν Ταξιαρχῶν μᾶς δίδει τὴν ἀφορμὴ νὰ κάνουμε μία ἀνασκόπηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Νὰ ἐξετάσουμε, κατὰ πόσο ἐφαρμόζουμε τὶς θεῖες ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, κατὰ πόσο εἴμεθα πιστοὶ στὸν Σωτῆρα μας, κατὰ πόσο ἐπιβλέπουμε στὶς ἀνάγκες τῶν φτωχῶν, κατὰ πόσο ἀνακουφίζουμε τὸν πόνο τῶν ἀσθενῶν. Καὶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, ἂς τοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς “φῶς Χριστοῦ”. Νὰ ζήσουμε μία ἀγγελικὴ πολιτεία, μιμούμενοι τοὺς δύο Παμμεγίστους Ταξιάρχας Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ. Καὶ τέλος, νὰ διασκορπίζουμε, μὲ τὴν παραδειγματική μας ζωή, τὰ μηνύματα τῆς ἐλπίδας γιὰ μιὰ καλλύτερη κοινωνία ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὶς συμφορὲς τοῦ βίου, τὸν πόνο καὶ τὴν δυστυχία.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Λουκ. η΄41-56)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀφορᾶ μόνο στὰ θαύματα καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι ἀφορᾶ στὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Στὴν περίπτωση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου βλέπουμε ἕνα παιδὶ ἤδη νεκρό. Ὅλοι τὸ γνωρίζουν. Ὑπάρχει τέτοια βεβαιότητα ὥστε ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, λέει: «Ὄχι! Αὐτὸ τὸ παιδὶ δὲν ἔχει πεθάνει, ἀλλὰ κοιμᾶται», ὅλοι τὸν ἀντικρούουν: «Ὄχι αὐτὸ τὸ παιδὶ ὄντως ἔχει πεθάνει». Καὶ τότε ὁ Χριστὸς μὲ ἕναν λόγο δύναμης, ἀλλὰ μὲ μιὰ πράξη ἀγάπης καλεῖ καὶ πάλι τὸ παιδὶ στὴν ἐπίγεια ζωή.

Δὲν εἶναι αὐτὸ -ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας μας -δὲν εἶναι ἐπίσης καὶ μία ἀλληγορία, καὶ μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τόσες πολλὲς ἀνθρώπινες περιπτώσεις; Πόσο συχνὰ θὰ λέγαμε, «Δὲν ἔχει νόημα νὰ κάνουμε ὁτιδήποτε γι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπο, αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἔχει χαθεῖ ἔτσι κι ἀλλιῶς. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος γιὰ νὰ σώσει μιὰ δεδομένη κατάσταση, αὐτὴ ἡ περίπτωση εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν σωτηρία. Καὶ πρέπει νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο ὅταν ὁ τελευταῖος εἶπε: «Ποιὸς λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Καὶ ὁ Κύριος τοῦ εἶπε «Ὅ,τι εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο, εἶναι δυνατὸ στὸν Θεό».

Ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα: Ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε καλοὺς λόγους νὰ ἐλπίζουμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μᾶς διακατέχει μιὰ παθιασμένη βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνο ἡ θεϊκὴ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη μπορεῖ νὰ φέρει πίσω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ χάθηκε. Ἄνθρωποι ποὺ ἔπεσαν μέσα στὴ βαθύτερη ἐγκατάλειψη, ἄνθρωποι ποὺ μᾶς φαίνονται ἀπελπιστικὰ κακοὶ, ἂν συναντήσουν τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη- καὶ ἡ λέξη «θυσιαστικὴ» εἶναι ἀπαραίτητη- τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἴδια θυσιαστικὴ ἀγάπη μέσα μας, μπορεῖ αὐτοὶ νὰ λυτρωθοῦν.

Στὴν περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως. Στὶς σχέσεις μεταξύ μας καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ πάρει χρόνια, χρόνια ὑπομονετικῆς ἀγάπης, χρόνια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων θὰ δώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ ἐπίσης θ’ ἀντέχουμε, θ’ ἀντέχουμε ἀτελείωτα, τὰ πιὸ ἀνυπόφορα πράγματα. Καὶ στὸ τέλος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς προσώπου ποὺ θεωρεῖτο ἀπελπισμένο, πέρα ἀπὸ κάθε βοήθεια, καὶ ποὺ ἀρχίζει ν’ ἀλλάζει, καὶ τότε βλέπουμε ἕνα θαῦμα, καὶ εἴμαστε περιχαρεῖς καὶ ἡ ἐλπίδα γίνεται τέλεια καὶ πραγματική, καὶ ἡ χαρὰ γεμίζει τὴν καρδιά μας.

Ὡστόσο ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας ἄλλος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολύτρωση. Ἕνας δυτικὸς θεολόγος κατὰ τὴν περίοδο τοῦ τελευταίου πολέμου, ὅταν τὰ συναισθήματα ἦταν βαθιὰ καὶ ὁ πόνος ἔντονος, εἶπε ὅτι τὰ βάσανα εἶναι τὸ σημεῖο συνάντησης μεταξὺ κακοῦ καὶ ἀνθρωπότητας. Τὰ βάσανα προκαλοῦνται πάντοτε ἀπ’ τὸν ἀνθρώπινο παράγοντα ἀκόμα κι ἂν ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας φεύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ξαλαφρώνει. Καὶ τὰ βάσανα πάντοτε τεμαχίζουν τὴν ψυχὴ ἢ τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὅταν συμβαίνει, τὸ θύμα χρειάζεται τὴν θεϊκὴ ἀγάπη γιὰ νὰ συγχωρήσει, καὶ μέσα ἀπὸ τὴ συγχώρηση νὰ ξεκάνει τὸ κακό, καὶ νὰ λυτρώσει ἐκείνους ποὺ ἔχουν κάνει κακό.

Ἂς στρέψουμε τὴ σκέψη μας σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Αὐτὴ ἡ σκέψη δὲν μοῦ ἦρθε ἀπ’ τὸ νοῦ, ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια οὔτε μέσα ἀπ’ τὴ ζωή μου ποὺ πάντοτε ὑπῆρξε πολὺ εὔκολη γιὰ μένα ὥστε νὰ μπορῶ νὰ μιλῶ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμως μετὰ τὸν πόλεμο βρέθηκε ἕνα ἔγγραφο σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γράφτηκε πάνω σ’ ἕνα σκισμένο κομμάτι τυλιγμένου χαρτιοῦ ἀπὸ ἕναν ἄντρα ποὺ πέθανε σ’ αὐτὸ τὸ στρατόπεδο. Καὶ ἡ οὐσία αὐτοῦ τοῦ μηνύματος ἦταν μιὰ προσευχὴ στὴν ὁποία ἔλεγε, "Κύριε, ὅταν θὰ ἔλθεις ὡς Κριτὴς ἐπὶ τῆς γῆς, μὴν καταδικάσεις τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἔχουν κάνει τόσο ἀπάνθρωπα πράγματα. Μὴν τοὺς τιμωρήσεις γιὰ τὴ σκληρότητά τους καὶ γιὰ τὰ βάσανα ποὺ μᾶς προκάλεσαν, γιὰ τὴ βία τους καὶ τὴν ἀπόγνωσή μας, ἀλλὰ παρατήρησε τὸν καρπὸ ποὺ γεννήθηκε μέσα στὴν ὑπομονή, στὴν ταπείνωση, στὴν καρτερία, στὴ συγχώρηση, στὴν πίστη, στὴν ἀλληλεγγύη. Καὶ ἂς μετρήσουν αὐτοὶ οἱ καρποὶ γιὰ τὴν σωτηρία τους. Μὴν ἐπιτρέψεις ἡ μνήμη μας νὰ εἶναι τρόμος γι’ αὐτοὺς στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ ἂς εἶναι σωτηρία γι’ αὐτούς".

Αὐτὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Καὶ συνδέεται γιὰ μένα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτωλή, λανθασμένη, τυφλὴ ἀντίληψη ποὺ ἐκφράζεται ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους στὸ σπίτι (τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου). Αὐτοὶ κοροϊδεύουν τὸ Χριστό, ἐπειδὴ ξέρουν ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι νεκρό, ἡ ἐλπίδα εἶναι περιττή, πνιγμένη στὴν ἀπόγνωση – καὶ ἡ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους ποὺ φαίνεται σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀλλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξαπλωθεῖ μὲ τόσους διαφορετικοὺς τρόπους στὶς προσωπικές μας ζωὲς σὲ ἁπλούστατο ἐπίπεδο, καὶ στὶς πιὸ ἡρωικὲς ζωὲς ἀκόμη.

Ἂς τὸ ἀναλογιστοῦμε λοιπόν, καὶ ἂς ἐπιλέξουμε τὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη ποὺ κατακτᾶ. Ἀμήν.



Ἀπόδοση κειμένου: www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο



18 November 1984


In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Today's Gospel is not only about miracles and the mercy of God; to me it is about hope beyond hope. In the story of the daughter of Jairus we see a child already dead; everyone knows about it; there is such certainty that when the Son of God, become the Son of Man, says, This child has not died, it is fallen asleep everyone contradicts Him: No, this child has died. And then Christ, with a word of power, but in an act of love calls the child to earthly life again.

Isn't this, - apart from being a true event of our human history, - isn't this also a parable, and an image of so many human situations? How often we would say, There is no point in doing anything about this person, this person is lost anyhow; there is nothing to do about redeeming a given situation, this situation is beyond redemption. And we must remember the words which were spoken by Christ to Peter when he said, Who then can be saved? and the Lord said to him, What is impossible to man, is possible unto God.

Hope beyond hope: not because we have got good reasons to hope, but because we can be possessed of a passionate certainty that not only love divine but human love can bring back to life what was lost. People who have fallen into the deepest dereliction, people who seem to us to be hopelessly evil, if they are met by the sacrificial love, - and the word sacrificial is essential, - the sacrificial love of God and the same sacrificial love in us, can be redeemed.

In the case of this child it happened immediately. In our relation to one another and to people it may take years, years of patient love, years during which we will give ourselves, but also endure, endure endlessly the most unendurable things; and in the end there can be redemption. There can be redemption on this earth, in the form of a person who was thought to be hopeless, beyond help, and who begins to change, and then we see a miracle, and we are elated, and hope becomes complete and real, and joy fills our heart.

But there is also another way in which this sacrificial love can be redemption. A western theologian has said around the time of the last war, when feelings were deep and pain acute, he said that suffering is the meeting place between evil and humanity; suffering is always caused by human agency or human agency turns away from it and does not alleviate it. And suffering always cuts into the soul or into the body of people. But when it has happened, the victim acquires divine power to forgive, and by forgiveness to undo the evil, and to redeem those who have done the evil.

Let us reflect on this; this thought has come to me not out of reflection, and indeed not out of my life that has always been too easy for me to be able to speak such words. But after the war a document was found in one of the concentration camps. It was written on a torn sheet of wrapping paper by a man who died in this camp. And the substance of his message was a prayer in which he said, Lord, when you come as a Judge of the earth, do not condemn the people who have done such atrocious things to us; do not hold against them their cruelty and our suffering, their violence and our despair, but look at the fruit which we have borne in patience, in humility, in fortitude, in forgiveness, in loyalty, in solidarity; and may these fruits be accounted unto their salvation. Do not allow the memory of us to be in eternity horror to them; may it be their salvation.

This is also hope beyond hope. And to me it is connected with this contrast between the sinful, the false, the blind knowledge expressed by the people in the house: they laugh at Christ, they know that the child is dead, hope is superfluous, it is drowned in despair, - and the victory of love and of mercy which is shown in the event but which can extend in so many ways into our personal lives on the simplest level, and on the most heroic ones.

Let us therefore give thought to it, and choose for hope beyond hope, for that love and that faith that conquer. Amen