Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Πόλεμος επικρατεί στον κόσμο, τρικυμία και χειμώνας. (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)



undefined
Επειδή τέτοιος είναι ο Κύριος μας, σ’ αυτόν ας καταφεύγουμε πάντοτε και αυτόν μόνο ας προσκαλούμε για βοηθό και θα τον βρούμε έτοιμο να μας σώσει. Διότι αν αυτοί που έπεσαν σε ναυάγιο και στηρίζονται σε μία σανίδα, φωνάζουν γρήγορα εκείνους που βρίσκονται μακριά για να τους πείσουν να δείξουν φιλανθρωπία, αν και δεν έχουν τίποτε κοινό μεταξύ τους, αλλά αναγνωρίζονται μόνο από την συμφορά, πολύ περισσότερο Αυτός που είναι φιλάνθρωπος και έχει από τη φύση του την αγαθότητα, θα ελευθερώσει εκείνους που αντιμετωπίζουν συμφορές, εάν μόνο θελήσουν να καταφύγουν σ’ αυτόν και να τον επικαλεσθούν με ευθύτητα αφήνοντας τις ανθρώπινες ελπίδες. Όταν λοιπόν πέσεις σε κάποιο απροσδόκητο κακό μην απελπιστείς, αλλά αμέσως ύψωσε το φρόνημά σου και κατάφυγε στο ακύμαντο λιμάνι και τον απόρθητο πύργο, τη βοήθεια του Θεού.
Πόλεμος επικρατεί στον κόσμο, μάχη είναι οι καθημερινές υποθέσεις, τρικυμία και χειμώνας. Χρειαζόμαστε λοιπόν όπλα· και μεγάλο όπλο είναι η προσευχή… διότι πολλοί είναι οι καθημερινοί σκόπελοι και πολλές φορές το σκάφος προσκρούει και καταποντίζεται. Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από προσευχή, και μάλιστα πρωινή και νυκτερινή.
Οτιδήποτε κι αν πρόκειται να κάνουμε, να ασχοληθούμε με κάποια εργασία ή να ξεκινήσουμε για κάποιο ταξίδι, ας προσφέρουμε προηγουμένως στο Κύριο τη θυσία της προσευχής· και αφού Τον καλέσουμε σε βοήθεια, έτσι ας καταπιαστούμε με αυτά.
«Το πρωί θα ακούσεις τη φωνή μου» λέγει (Ψαλμ. 5, 4). Βλέπεις προθυμία και κατάνυξη ψυχής; Από την αρχή της ημέρας προσέφερε τις πρώτες στιγμές στο Θεό. Διότι λέγει ο Σολομών «να προλαβαίνουμε τον ήλιο στην ευχαριστία σου και πριν από την ανατολή του ηλίου να συνομιλούμε μαζί σου» (Σοφ. Σολ. 17, 28). Και συ, αν επρόκειτο για κάποιο βασιλιά δεν θα ανεχόσουν να προλάβει κατώτερος σου να τον προσκυνήσει πριν από σένα, ενώ τώρα που τον προσκυνεί ο ήλιος κοιμάσαι και αφήνεις την κτίση να σου πάρει τα πρωτεία και δεν την προλαβαίνεις, αφού έγινε όλη για σένα, ούτε του αποδίδεις τις ευχαριστίες, αλλά καθώς σηκώνεσαι πλένεις το πρόσωπο και τα χέρια σου και παραβλέπεις τη ψυχή αφήνοντάς την ακάθαρτη; Δεν γνωρίζεις ότι όπως το σώμα καθαρίζεται με το νερό, έτσι και η ψυχή με την προσευχή; Πλύνε λοιπόν πριν από το σώμα τη ψυχή. Έχει πάνω της προσκολλημένες πολλές ακαθαρσίες- αυτές ας τις απομακρύνουμε με τις δεήσεις. Διότι αν έτσι περιτειχίσουμε το στόμα, θα βάλουμε καλό θεμέλιο για τις καθημερινές μας πράξεις.
Αυτός που πρόκειται να προσευχηθεί, δεν τολμά να πει τίποτε ανάρμοστο, ούτε την ώρα του φαγητού· και αν πει, το μετανιώνει γρήγορα. Γι’ αυτό πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό και αρχίζοντας και τελειώνοντας το φαγητό.
Όσο για τα παιδιά, ένας αποτελεσματικός τρόπος που βοηθά τους νέους στο να διατηρήσουν την αγνότητά τους είναι να μαθαίνουν να προσεύχονται με πολύ ενδιαφέρον και κατάνυξη. Και μη μου πεις ότι το παιδί δεν θα μπορέσει ποτέ να δεχτεί κάτι τέτοιο· υπάρχει ένας λόγος παραπάνω να το δεχτεί, το ότι έχει καθαρό νου και εγρήγορση· επειδή είναι πολλά τα παρόμοια παραδείγματα στους παλαιούς, όπως του Δανιήλ, όπως του Ιωσήφ… Μη μου πεις ότι ο Ιωσήφ ήταν δεκαεπτά χρόνων, αλλά πριν από αυτό σκέψου από πότε είχε κατακτήσει την καρδιά του πατέρα του, περισσότερο από τα μεγαλύτερα αδέλφια του.
Και ο Ιακώβ δεν ήταν νεώτερος; Ο Ιερεμίας, ο Δανιήλ δεν ήταν δώδεκα χρόνων; Και ο Σολομών δεν ήταν επίσης δώδεκα χρόνων, όταν έκανε εκείνη τη θαυμαστή προσευχή; Και ο Σαμουήλ δεν δίδασκε τον δάσκαλό του, ενώ ήταν νέος; Ώστε να μην απογοητευόμαστε· αν κάποιος είναι νεώτερος στη ψυχή, τότε μόνον δεν τα δέχεται αυτά, όχι όταν είναι νεώτερος στην ηλικία. Ας εκπαιδεύεται λοιπόν το παιδί να προσεύχεται με πολλή κατάνυξη και να πηγαίνει, όσο είναι δυνατόν, στις αγρυπνίες. Επειδή αυτός που νηστεύει και προσεύχεται ενισχύεται πολύ στον αγώνα του για την αγνότητα.
Με πολλή ακρίβεια πρώτα από όλα να διώχνετε μακριά από τα παιδιά σας ό,τι έχει σχέση με ανηθικότητα. Γιατί το μεγαλύτερο κακό στις ψυχές των νέων το προκαλεί ο έρωτας. Και μάλιστα, πριν να γευτεί με την πείρα την ανηθικότητα, δίδαξε το παιδί σου να προσέχει, να γρηγορεί, να αγρυπνεί στις προσευχές και πριν από κάθε λόγο και έργο να σφραγίζεται με το σημείο του σταυρού.
Ο Ιώβ προσέφερε θυσίες για τα παιδιά του και έτσι τους ελευθέρωνε από τα αμαρτήματά τους· έλεγε: «Μήπως σκέφθηκαν κάτι κακό μέσα τους…» Έτσι φροντίζει κανείς για τα παιδιά του. Δεν είπε, όπως οι περισσότεροι, θα τους αφήσω κληρονομιά· δεν είπε θα τους δώσω δόξα ή θα φροντίσω με χρήματα να έλθουν στην εξουσία· δεν είπε, θα τους αγοράσω χωράφια, αλλά τί; «μήπως σκέφτηκαν κακά εναντίον του Θεού;» (Ιώβ 1, 5). Διότι ποιό είναι το όφελος από εκείνα; Κανένα, αφού μένουν όλα εδώ. Θα εξιλεώσω, λέγει, γι’ αυτούς τον βασιλιά των όλων, οπότε δεν θα τους λείπει τίποτε.
Έχω την αξίωση, αν και βρίσκεσθε μακριά, να μου παρέχετε τη συμμαχία των δυνατών προσευχών σας· γιατί αυτή η βοήθεια ούτε μαραίνεται με τον χρόνο, ούτε εμποδίζεται από την απόσταση, αλλά όπου και να διαμένει κάποιος που έχει παρρησία στο Θεό, όπως και σεις, μπορεί να βοηθά πάρα πολύ κι αυτούς που είναι μακριά.
Αυτοί που είναι ταπεινοί και ευθείς σαν τα παιδιά, εκείνοι κατ’ εξοχήν μπορούν να παρακαλούν το Θεό για τους υπευθύνους και ένοχους.
Λέγεται μεν ότι «η δέηση του δικαίου, έχει μεγάλη δύναμη» αλλά «και αποτελεσματικότητα» (Ιακ. 5, 16), δηλαδή όταν βοηθείται από την μετάνοια και την επιστροφή στη σωστή ζωή εκείνων για τους οποίους γίνεται. Σε εκείνους όμως των οποίων ο τρόπος είναι αμετανόητος και αδιόρθωτος, πώς μπορεί να συμπαρασταθεί, αφού οι ίδιοι τη (δέηση δικαίου) εμποδίζουν με τα έργα τους; Όταν δηλαδή συνεισφέρουμε ό,τι εξαρτάται από μας, τότε και η πρεσβεία των δικαίων μας ωφελεί πάρα πολύ.
(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Οἱ Ἅγιοι Ταξιάρχες

Παντελεήμων Λαμπαδάριος (Μητροπολίτης Ἀντινόης)



Στὴ Σύναξη τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ ὅλων τῶν Ἐπουρανίων Δυνάμεων

Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή, ἐπιδιώκει τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητας. Ἀναζητεῖ τὴν ἀναγνώρισή του ὡς ἄτομο ἀξίας. Ὁ κόσμος εἶναι κουρασμένος καὶ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὶς ἀκατάπαυστες διαμάχες καὶ ἐκμεταλλεύσεις τῶν κοσμικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες ἀποβλέπουν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὸ προσωπικό τους συμφέρον καὶ στὴν ἐκμετάλλευση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, ἔχει παραμερισθεῖ, διότι, ὅπου κυριαρχεῖ τὸ συμφέρον, ἐκεῖ καταπατεῖται ὁ ἄνθρωπος.

Μέσα ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀπρόσωπη καὶ ψυχρὴ κοινωνία, καλούμεθα ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ μεταλλαμπαδεύσουμε τὸ φῶς τῆς Ὀρθόδοξης Πίστεως καὶ νὰ λάμψουμε μὲ τὴν ἔμπρακτη καὶ ζωντανὴ μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς μας ζωῆς καὶ πολιτείας. Διότι, ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν σωστὴ θεώρηση περὶ τοῦ Θεοῦ, περὶ τῆς ζωῆς καὶ περὶ τὰ τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι ἡ μοναδικὴ δύναμις, ποὺ ἀγκαλιάζει τὴν σκληρὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχὴ καὶ ἐμφυτεύει μέσα τῆς τὴν μετάνοια. Εἶναι ἡ μόνη, ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν λάσπη τῆς ἁμαρτίας στὴν ἁγιότητα καὶ τὸν ἀποκαθιστᾶ στὴν υἱοθεσία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζεῖ μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἑπόμενο νὰ βιώνει τὴν κυριαρχία ἑνὸς σκότους ποὺ δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ δεῖ καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται ὀρθὰ τὰ διάφορα προβλήματα τῆς ζωῆς. Τὸ θρησκευτικὸ δόγμα παίζει ὁπωσδήποτε σημαντικὸ ρόλο στὴ ζωὴ τοῦ ἀτόμου. Βάσει τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ δόγματος διαμορφώνεται ὁ ὅλος βίος τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ μέσα στὸ χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας οἱ Ἅγιοι Ταξιάρχες ἔχουν ἰδιαίτερη θέση καὶ ἀξία.

Ἐκεῖνο ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ὀρθόδοξο χριστιανό, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν ἁμαρτία, τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη, καὶ ἀφοσιώνεται πλήρως στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπό του. Χωρίζεται ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν συνάνθρωπό του. Θέλει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ κοινωνεῖ μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Ζεῖ ἀγγελικὴ πολιτεία, μιμούμενος τὴν φωτοφόρο ζωὴ τῶν Ἀγγέλων, ἀλλὰ γίνεται ταυτόχρονα φῶς καὶ παράδειγμα γιὰ τοὺς γύρω του, τοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς μακρὰν διαβιούντας.

Στὴν σύγχρονη ἐποχή, ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀξιωθήκαμε ἀπὸ τὴ θεία Χάρη νὰ λάβουμε τὸν θεῖο φωτισμό, ἔχομε χρέος νὰ διατηρήσουμε τὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναμένο μέσα στὶς λυχνίες τῆς καρδιᾶς μας, τροφοδοτοῦντες αὐτὸ διαρκῶς μὲ καινούργιο λάδι ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ καλὰ ἔργα. Ἡ θεία Χάρις τοῦ Θεοῦ δόθηκε. Χρέος μας εἶναι νὰ προσθέτουμε στὶς ἀρχικὲς θεῖες ἐνέργειες τὶς δικές μας καλὲς πράξεις, τὰ ἔργα πίστεως, ὥστε τὰ μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου νὰ ἐνσωματωθοῦν πλήρως μὲ τὴν ὅλη προσωπικότητά μας. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀναδεικνυόμεθα ἄτομα ἀναγεννημένα, υἱοὶ φωτός, ἄξιοι τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς κλήσεώς μας ὡς τέκνα Θεοῦ.

Ὅλοι ὀφείλομε μετ’ αὐταπαρνήσεως καὶ ἐθελοθυσίας νὰ ὑπηρετήσουμε τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπό μας. Οἱ κοινωνίες μικρὲς καὶ μεγάλες, περιμένουν μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ 21ου αἰώνα τὴν ἐμφάνιση τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ πραγματικοῦ Χριστιανισμοῦ, γιὰ νὰ ἰλαρύνει μὲ τὴν παρουσία της, νὰ φωτίσει μὲ τὴ διδασκαλία της, νὰ καθοδηγήσει μὲ τὸ παράδειγμά της καὶ νὰ ἠθικοποιήσει μὲ τὴ ἠθική της ὅλες ἐκεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ ὁ ἰσχυρὸς ἄνεμος τῆς ἁμαρτίας προσπαθεῖ νὰ βυθίσει στὸ ἀπύθμενο βυθὸ τῆς ἀγνωσίας.

Οἱ σημερινοὶ ἑορταζόμενοι Ἅγιοι Ταξιάρχες, εἶναι τὸ ὑπόδειγμα γιὰ τὸν κάθε Χριστιανό, διότι ὡς λύχνοι καιόμενοι καὶ ὡς λαμπάδες τηκόμενες ὑπηρετοῦν μὲ πίστη καὶ ἀφοσίωση τὸ θεῖο θέλημα, ἀναδεικνυόμενοι προστάτες καὶ βοηθοὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ μὲ ἐλπίδα καταφεύγουν σ’ αὐτοὺς καὶ μὲ πίστη ἐπιζητοῦν τὴν Χάρη τους. Ὡς πολύφωτοι ἀστέρες μέσα στὸ λαμπρὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, διαχέουν τὸ φῶς τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας σ’ ὅλα τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη τῆς γῆς.

Τὸ σημαντικὸ σημεῖο, ποὺ μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῶν Ταξιαρχῶν, εἶναι τὸ ἐὰν ὁ λύχνος τῆς χριστιανικῆς μας ὑπάρξεως φέγγει ἐπὶ τοῦ λυχνοστάτου, ἐὰν οἱ χριστιανικές μας ἀρχὲς σελαγίζουν ἀπὸ ὁποιαδήποτε κοινωνικὴ θέση κι ἂν κατέχουμε, ἐὰν χύνει στοὺς γύρω του τὸ παρήγορο καὶ ἰλαρώτατο φῶς τῆς Πίστεως, τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀγάπης.

Οἱ Ἅγιοι Ταξιάρχες ἀναδείχθηκαν μὲ τὴν ἀφοσίωσή τους στὸν Ἕνα Ἀληθινὸ Θεὸ κανόνες τῆς ὀρθῆς πίστεως. Ὑπῆρξαν οἱ προστάτες καὶ οἱ ὑπερασπιστὲς ὅλων ἐκείνων ποὺ χειμάζονται ἀπὸ τὰ ποικιλόμορφα προβλήματα τῆς καθημερινότητας.

Τὰ παιδιὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ πεθαίνουν καθημερινὰ ἀπὸ τὴν μάστιγα τῆς πείνας, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀφήνουν ἀδιάφορους καὶ ἀσυγκίνητους, ἐπειδὴ οἱ συγκαιρίες μᾶς βοήθησαν νὰ ἔχουμε κάποια οἰκονομικὴ ἄνεση καὶ μιὰ καλύτερη ζωή. Οἱ ἀρρώστιες, ποὺ θερίζουν τοὺς ἀδελφούς μας, πρέπει νὰ ἀνάψουν τὴν συμπόνια μέσα στὴν χριστιανική μας ψυχή. Στὴ σκέψη μας πρέπει νὰ κυριαρχοῦν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μᾶς δίδαξε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θυσαυρίζουμε θυσαυροὺς ἐπάνω στὴ γῆ, ἀλλά, νὰ θυσαυρίζουμε θυσαυροὺς στὴν οὐράνια καὶ πνευματικὴ τράπεζα τοῦ θείου Ἐλέους. Διότι, “μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται”.

Ἡ σημερινὴ γιορτὴ τῶν Ταξιαρχῶν μᾶς δίδει τὴν ἀφορμὴ νὰ κάνουμε μία ἀνασκόπηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Νὰ ἐξετάσουμε, κατὰ πόσο ἐφαρμόζουμε τὶς θεῖες ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, κατὰ πόσο εἴμεθα πιστοὶ στὸν Σωτῆρα μας, κατὰ πόσο ἐπιβλέπουμε στὶς ἀνάγκες τῶν φτωχῶν, κατὰ πόσο ἀνακουφίζουμε τὸν πόνο τῶν ἀσθενῶν. Καὶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, ἂς τοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς “φῶς Χριστοῦ”. Νὰ ζήσουμε μία ἀγγελικὴ πολιτεία, μιμούμενοι τοὺς δύο Παμμεγίστους Ταξιάρχας Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ. Καὶ τέλος, νὰ διασκορπίζουμε, μὲ τὴν παραδειγματική μας ζωή, τὰ μηνύματα τῆς ἐλπίδας γιὰ μιὰ καλλύτερη κοινωνία ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὶς συμφορὲς τοῦ βίου, τὸν πόνο καὶ τὴν δυστυχία.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Λουκ. η΄41-56)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀφορᾶ μόνο στὰ θαύματα καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι ἀφορᾶ στὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Στὴν περίπτωση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου βλέπουμε ἕνα παιδὶ ἤδη νεκρό. Ὅλοι τὸ γνωρίζουν. Ὑπάρχει τέτοια βεβαιότητα ὥστε ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, λέει: «Ὄχι! Αὐτὸ τὸ παιδὶ δὲν ἔχει πεθάνει, ἀλλὰ κοιμᾶται», ὅλοι τὸν ἀντικρούουν: «Ὄχι αὐτὸ τὸ παιδὶ ὄντως ἔχει πεθάνει». Καὶ τότε ὁ Χριστὸς μὲ ἕναν λόγο δύναμης, ἀλλὰ μὲ μιὰ πράξη ἀγάπης καλεῖ καὶ πάλι τὸ παιδὶ στὴν ἐπίγεια ζωή.

Δὲν εἶναι αὐτὸ -ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας μας -δὲν εἶναι ἐπίσης καὶ μία ἀλληγορία, καὶ μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τόσες πολλὲς ἀνθρώπινες περιπτώσεις; Πόσο συχνὰ θὰ λέγαμε, «Δὲν ἔχει νόημα νὰ κάνουμε ὁτιδήποτε γι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπο, αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἔχει χαθεῖ ἔτσι κι ἀλλιῶς. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος γιὰ νὰ σώσει μιὰ δεδομένη κατάσταση, αὐτὴ ἡ περίπτωση εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν σωτηρία. Καὶ πρέπει νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο ὅταν ὁ τελευταῖος εἶπε: «Ποιὸς λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Καὶ ὁ Κύριος τοῦ εἶπε «Ὅ,τι εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο, εἶναι δυνατὸ στὸν Θεό».

Ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα: Ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε καλοὺς λόγους νὰ ἐλπίζουμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μᾶς διακατέχει μιὰ παθιασμένη βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνο ἡ θεϊκὴ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη μπορεῖ νὰ φέρει πίσω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ χάθηκε. Ἄνθρωποι ποὺ ἔπεσαν μέσα στὴ βαθύτερη ἐγκατάλειψη, ἄνθρωποι ποὺ μᾶς φαίνονται ἀπελπιστικὰ κακοὶ, ἂν συναντήσουν τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη- καὶ ἡ λέξη «θυσιαστικὴ» εἶναι ἀπαραίτητη- τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἴδια θυσιαστικὴ ἀγάπη μέσα μας, μπορεῖ αὐτοὶ νὰ λυτρωθοῦν.

Στὴν περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως. Στὶς σχέσεις μεταξύ μας καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ πάρει χρόνια, χρόνια ὑπομονετικῆς ἀγάπης, χρόνια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων θὰ δώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ ἐπίσης θ’ ἀντέχουμε, θ’ ἀντέχουμε ἀτελείωτα, τὰ πιὸ ἀνυπόφορα πράγματα. Καὶ στὸ τέλος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς προσώπου ποὺ θεωρεῖτο ἀπελπισμένο, πέρα ἀπὸ κάθε βοήθεια, καὶ ποὺ ἀρχίζει ν’ ἀλλάζει, καὶ τότε βλέπουμε ἕνα θαῦμα, καὶ εἴμαστε περιχαρεῖς καὶ ἡ ἐλπίδα γίνεται τέλεια καὶ πραγματική, καὶ ἡ χαρὰ γεμίζει τὴν καρδιά μας.

Ὡστόσο ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας ἄλλος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολύτρωση. Ἕνας δυτικὸς θεολόγος κατὰ τὴν περίοδο τοῦ τελευταίου πολέμου, ὅταν τὰ συναισθήματα ἦταν βαθιὰ καὶ ὁ πόνος ἔντονος, εἶπε ὅτι τὰ βάσανα εἶναι τὸ σημεῖο συνάντησης μεταξὺ κακοῦ καὶ ἀνθρωπότητας. Τὰ βάσανα προκαλοῦνται πάντοτε ἀπ’ τὸν ἀνθρώπινο παράγοντα ἀκόμα κι ἂν ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας φεύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ξαλαφρώνει. Καὶ τὰ βάσανα πάντοτε τεμαχίζουν τὴν ψυχὴ ἢ τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὅταν συμβαίνει, τὸ θύμα χρειάζεται τὴν θεϊκὴ ἀγάπη γιὰ νὰ συγχωρήσει, καὶ μέσα ἀπὸ τὴ συγχώρηση νὰ ξεκάνει τὸ κακό, καὶ νὰ λυτρώσει ἐκείνους ποὺ ἔχουν κάνει κακό.

Ἂς στρέψουμε τὴ σκέψη μας σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Αὐτὴ ἡ σκέψη δὲν μοῦ ἦρθε ἀπ’ τὸ νοῦ, ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια οὔτε μέσα ἀπ’ τὴ ζωή μου ποὺ πάντοτε ὑπῆρξε πολὺ εὔκολη γιὰ μένα ὥστε νὰ μπορῶ νὰ μιλῶ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμως μετὰ τὸν πόλεμο βρέθηκε ἕνα ἔγγραφο σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γράφτηκε πάνω σ’ ἕνα σκισμένο κομμάτι τυλιγμένου χαρτιοῦ ἀπὸ ἕναν ἄντρα ποὺ πέθανε σ’ αὐτὸ τὸ στρατόπεδο. Καὶ ἡ οὐσία αὐτοῦ τοῦ μηνύματος ἦταν μιὰ προσευχὴ στὴν ὁποία ἔλεγε, "Κύριε, ὅταν θὰ ἔλθεις ὡς Κριτὴς ἐπὶ τῆς γῆς, μὴν καταδικάσεις τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἔχουν κάνει τόσο ἀπάνθρωπα πράγματα. Μὴν τοὺς τιμωρήσεις γιὰ τὴ σκληρότητά τους καὶ γιὰ τὰ βάσανα ποὺ μᾶς προκάλεσαν, γιὰ τὴ βία τους καὶ τὴν ἀπόγνωσή μας, ἀλλὰ παρατήρησε τὸν καρπὸ ποὺ γεννήθηκε μέσα στὴν ὑπομονή, στὴν ταπείνωση, στὴν καρτερία, στὴ συγχώρηση, στὴν πίστη, στὴν ἀλληλεγγύη. Καὶ ἂς μετρήσουν αὐτοὶ οἱ καρποὶ γιὰ τὴν σωτηρία τους. Μὴν ἐπιτρέψεις ἡ μνήμη μας νὰ εἶναι τρόμος γι’ αὐτοὺς στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ ἂς εἶναι σωτηρία γι’ αὐτούς".

Αὐτὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Καὶ συνδέεται γιὰ μένα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτωλή, λανθασμένη, τυφλὴ ἀντίληψη ποὺ ἐκφράζεται ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους στὸ σπίτι (τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου). Αὐτοὶ κοροϊδεύουν τὸ Χριστό, ἐπειδὴ ξέρουν ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι νεκρό, ἡ ἐλπίδα εἶναι περιττή, πνιγμένη στὴν ἀπόγνωση – καὶ ἡ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους ποὺ φαίνεται σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀλλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξαπλωθεῖ μὲ τόσους διαφορετικοὺς τρόπους στὶς προσωπικές μας ζωὲς σὲ ἁπλούστατο ἐπίπεδο, καὶ στὶς πιὸ ἡρωικὲς ζωὲς ἀκόμη.

Ἂς τὸ ἀναλογιστοῦμε λοιπόν, καὶ ἂς ἐπιλέξουμε τὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη ποὺ κατακτᾶ. Ἀμήν.



Ἀπόδοση κειμένου: www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο



18 November 1984


In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Today's Gospel is not only about miracles and the mercy of God; to me it is about hope beyond hope. In the story of the daughter of Jairus we see a child already dead; everyone knows about it; there is such certainty that when the Son of God, become the Son of Man, says, This child has not died, it is fallen asleep everyone contradicts Him: No, this child has died. And then Christ, with a word of power, but in an act of love calls the child to earthly life again.

Isn't this, - apart from being a true event of our human history, - isn't this also a parable, and an image of so many human situations? How often we would say, There is no point in doing anything about this person, this person is lost anyhow; there is nothing to do about redeeming a given situation, this situation is beyond redemption. And we must remember the words which were spoken by Christ to Peter when he said, Who then can be saved? and the Lord said to him, What is impossible to man, is possible unto God.

Hope beyond hope: not because we have got good reasons to hope, but because we can be possessed of a passionate certainty that not only love divine but human love can bring back to life what was lost. People who have fallen into the deepest dereliction, people who seem to us to be hopelessly evil, if they are met by the sacrificial love, - and the word sacrificial is essential, - the sacrificial love of God and the same sacrificial love in us, can be redeemed.

In the case of this child it happened immediately. In our relation to one another and to people it may take years, years of patient love, years during which we will give ourselves, but also endure, endure endlessly the most unendurable things; and in the end there can be redemption. There can be redemption on this earth, in the form of a person who was thought to be hopeless, beyond help, and who begins to change, and then we see a miracle, and we are elated, and hope becomes complete and real, and joy fills our heart.

But there is also another way in which this sacrificial love can be redemption. A western theologian has said around the time of the last war, when feelings were deep and pain acute, he said that suffering is the meeting place between evil and humanity; suffering is always caused by human agency or human agency turns away from it and does not alleviate it. And suffering always cuts into the soul or into the body of people. But when it has happened, the victim acquires divine power to forgive, and by forgiveness to undo the evil, and to redeem those who have done the evil.

Let us reflect on this; this thought has come to me not out of reflection, and indeed not out of my life that has always been too easy for me to be able to speak such words. But after the war a document was found in one of the concentration camps. It was written on a torn sheet of wrapping paper by a man who died in this camp. And the substance of his message was a prayer in which he said, Lord, when you come as a Judge of the earth, do not condemn the people who have done such atrocious things to us; do not hold against them their cruelty and our suffering, their violence and our despair, but look at the fruit which we have borne in patience, in humility, in fortitude, in forgiveness, in loyalty, in solidarity; and may these fruits be accounted unto their salvation. Do not allow the memory of us to be in eternity horror to them; may it be their salvation.

This is also hope beyond hope. And to me it is connected with this contrast between the sinful, the false, the blind knowledge expressed by the people in the house: they laugh at Christ, they know that the child is dead, hope is superfluous, it is drowned in despair, - and the victory of love and of mercy which is shown in the event but which can extend in so many ways into our personal lives on the simplest level, and on the most heroic ones.

Let us therefore give thought to it, and choose for hope beyond hope, for that love and that faith that conquer. Amen

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Ἄς Προσευχηθοῦμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα μας...




undefined


ΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΟΥΜΕ
γιὰ τὴν Ἑλλάδα μας.

Σύ, Κύριε, μὲ τὴν σοφὴ καὶ φιλάνθρωπη φροντίδα σου διευθύνεις καὶ κυβερνᾶς τὴν ζωή ὅλων μας. Καὶ ὅταν μᾶς παιδαγωγεῖς μὲ τὰ διάφορα δυσάρεστα γιὰ μᾶς γενονότα καὶ τὶς θλίψεις, ἐπιδιώκεις νὰ μᾶς ἐπαναφέρεις στὴν πρώτη μας δόξα, αὐτὴν ποὺ εἴχαμε στὸν Παράδεισο.
Τὸ γνωρίζουμε, ἁμαρτήσαμε καὶ ἀδιαφορήσαμε γιὰ τὶς ἅγιες ἐντολές σου. Ἐν τούτοις τολμοῦμε νὰ προσπέσουμε στὸ θρόνο τῆς χάριτός σου καὶ μὲ πνεῦμα μετανοίας νὰ Σὲ παρακαλέσουμε νὰ διώξεις μακριὰ ἀπὸ τὴν Χώρα μας «πάντας τοὺς ἐχθραίνοντας ἡμᾶς ματαίως».
Διάλυσε τὰ καταχθόνια σχέδιά τους. Σύντριψε τὰ δόντια αὐτῶν ποὺ σὰν ἄγρια θηρία θέλουν νὰ μᾶς κατασπαράξουν. Ἀπελευθέρωσε τὸ λαό σου ἀπὸ κάθε φόβο ἐπερχομένων κακῶν καὶ προστάτευσε, ἐνδυνάμωσε, ἐνθάρρυνε ὅλους μας μὲ τὸ παντοκρατορικό σου χέρι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς ἀιῶνας τῶν αἰώνων.

Κυριακή Δ' Λουκά, των Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, "Τι είναι οι αιρετικοί"(Του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)



Τί εἶνε οἱ αἱρετικοὶ

(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. 3,11)
ΣΕ κάθε λειτουργία, ἀγαπητοί μου, εἴτε Κυριακῆς εἴτε καθημερινῆς, ὑπάρχει τάξις τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας νὰ διαβάζεται εὐαγγέλιο καὶ ἀπόστολος, ποὺ εἶνε τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀποστόλων. Ἐὰν τὴν ὥρα ἐκείνη ἀνοίγαμε τὰ αὐτιά μας καὶ προσπαθούσαμε νὰ εἰσχωρήσουν τὰ χρυσᾶ αὐτὰ λόγια στὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὰ πιστέψουμε εἰλικρινά, πόσο διαφορετικοὶ θὰ ἤμασταν! Ἕνα μόνο λόγο ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἄκουσε ὁ μέγας Ἀντώνιος καὶ ἔγινε ἅγιος.
Ἐμεῖς ἀκοῦμε στὴν ἐκκλησία ἀναγνώσματα καὶ κηρύγματα, καὶ ὅμως προκοπὴ δὲν ἔχουμε, γιατὶ δὲν τὰ προσέχουμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά. Εἴμαστε κ᾽ ἐμεῖς, ὅπως λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, σὰν τὸν πατημένο δρόμο, σὰν τὶς πέτρες καὶ τ᾽ ἀγκάθια, ὅπου πέφτει ὁ σπόρος καὶ πάει χαμένος· δὲν καρποφορεῖ στὶς ἄγονες καρδιές μας. Μακάρι τώρα, ποὺ θ᾽ ἀκούσουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἅγιο Πνεῦμα ν᾽ ἀνοίξῃ μέσα μας αὐλάκι βαθύ, ὥστε τὰ φτωχὰ τοῦτα λόγια νὰ πέσουν σὲ ἐκλεκτὴ γῆ.

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε κάπως γνωστό· ἀκούσατε καὶ τὸν ἀπόστολο. Σαλπίζει σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρὸς ἐμᾶς καὶ μαζί του σαλπίζουν καὶ οἱ 365 πατέρες τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενι κῆς Συνόδου, τῆς ὁποίας τὴ μνήμη ἑορτάζουμε. Κοντὰ σ᾽ αὐτοὺς σαλπίζω κ᾽ ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλὸς πρὸς ὅλους καὶ λέω·Προσοχὴ στὸ μαντρί! γιατὶ ἔρχονται «λύκοι βαρεῖς»(Πράξ. 20, 29). Ποιό εἶνε τὸ μαντρί; Τὸ εὐλογημένο μαντρὶ εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.
Πρόβατα εἶνε ὁ κάθε πιστός. Καὶ «λύκοι βαρεῖς», ποὺ μπαίνουν μέσα καὶ κατασπαράζουν τὰ πρόβατα, εἶνε οἱ αἱρετικοί. Καὶ ποιμένες, ποὺ πρέπει νὰ φυλᾶνε τὴν ποίμνη, εἶνε οἱ κληρικοί, ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι. Σὰν νὰ φωνάζῃ σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος· Ὦ ποιμένες, τὸ νοῦ σας στὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ! Ὅπως ὁ τσοπᾶνος φυλάει τὴ νύχτα τὸ μαντρὶ καὶ δὲν ἀφήνει τὸ λύκο νὰ πλησιάσῃ ἀλλὰ τὸν κυνηγάει μὲ ὅποιο τρόπο μπορεῖ γιατὶ ἀγαπάει τὰ πρόβατά του, ἔτσι καὶ κάθε ἐπίσκοπος καὶ ἱερεὺς πρέπει νὰ φρουροῦν τὴν ἐπισκοπὴ καὶ τὴν ἐνορία τους, γιὰ νὰ μὴ εἰσχωρήσουν ἐκεῖ οἱ αἱρετικοί.
Καὶ ἂν συμβῇ κάποιο πρόβατο, ἕνας ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, νὰ παραπλανηθῇ καὶ νὰ πιστέψῃ σὲ πλανεμένα δόγματα καὶ αἱρετικὲς διδασκαλίες, ὁ καλὸς ποιμὴν δὲν πρέπει νὰ ἀδιαφορήσῃ· πρέπει νὰ καταβάλῃ κάθε προσπάθεια γιὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ πρόβατο αὐτὸ στὴ μάνδρα. Πρέπει, λέει ὁ ἀπόστολος, νὰ τὸν καλέσῃ καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸν πείσῃ μὲ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Ὀρθοδοξίας. Νὰ τὸν νουθετήσῃ καὶ μία καὶ δύο φορές.
Καὶ ἂν μὲν ἐπιστρέψῃ, ἔχει καλῶς· ἂν ὅμως δὲν ἀ κούῃ ἀλλ᾽ ἔχῃ κλείσει τὰ αὐτιά του στὴ φωνὴ τῆς ἀληθείας, τότε, λέει, ἂς τὸν ἀφήσῃ πλέον. «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Γιατὶ δὲν πρέπει ὁ γεωρ γὸς νὰ σπέρνῃ ἐπάνω στὰ βράχια, κ᾽ εἶνε μάταιο ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ ἱεροκήρυκας νὰ συνεχίσουν νὰ σπέρνουν σὲ μιὰ ἄγονη καρδιά .Στὸ ἑξῆς ἂς τὸν ἀφήσουν. Αὐτὸς ἔχει πωρωθῆ καὶ διαστραφῆ, δὲν ἀκούει πλέον τίποτε ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ δικαιολογία· «εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος»( Τί τ. 3, 10- 11).
Ποιός εἶνε αἱρετικός;Αἱρετικός, ἀγαπητοί μου, λέγεται ἐκεῖνος ποὺ διδάσκει κάτι πέρα ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅπως τὴν κήρυξαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, ὅπως τὴν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ ὅπως τὴν διατύπωσαν οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. Παρουσιάστηκαν στὴν ἱστορία διάφοροι αἱρετικοί· ἄλλοι δίδαξαν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε Θεός, ἄλλοι ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο δὲν εἶνε πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, ἄλλοι ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε δύο φύσεις, ἄλλοι ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσκυνοῦμε τὶς ἅγιες εἰκόνες, καὶ ἄλλοι ἄλλα. Κάθε αἱρετικὸς κρατάει στὰ χέρια του μιὰ γομμολάστιχα τοῦ διαβόλου καὶ μ᾽ αὐτὴν προσπαθεῖ νὰ σβήσῃ κάτι ἀπὸ τὸ«Πιστεύω», τὸ ἄλφα ἢ τὸ βῆτα σημεῖο τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἄλλοι φωνάζουν Κάτω οἱ εἰκόνες, ἄλλοι Κάτω οἱ ἱερεῖς, ἄλλοι Κάτω τὰ μυστήρια, ἄλλοι Κάτω ἡ ἐξομολόγησις, κ.τ.λ.. Ὅλα τὰ σημεῖα τῆς ὀρ θοδόξου πίστεως τὰ προσβάλλουν. Αὐτοὶ εἶνε οἱ αἱρετικοί. Εἶνε τόσο σοβαρό, θὰ ρωτήσετε, ν᾽ ἀλλάξῃ κάτι ἀπὸ τὴ διδασκαλία μας; Βεβαίως. Εἶνε ἐπικίνδυνο, κακό, ὀλέθριο. Γιατὶ ἡ πίστι μας, ἡ Ὀρθόδοξος πίστις, εἶνε σὰν τὴν κόρη τοῦ ματιοῦ· ὅπως τὸ μάτι δὲ δέχεται οὔτε μιὰ τρίχα, ἔτσι καὶ ἡ Ὀρθοδοξία δὲ δέχεται τίποτα ξένο· δὲ δέχεται οὔτε προσθήκη οὔτε ἀφαίρε σι. Εἶνε τέλεια, δὲν ἔχει κενά. Γι᾽ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται καμμιά ἀλλοίωσις. Ἡ Καινὴ Διαθήκη λέει, ὅτι δὲν ἀλλάζει οὔτε ἕνα γιῶτα ἀπὸ τὸ θεῖο νόμο, κι ὅποιος τολμήσῃ νὰ προσθέσῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ κάτι θὰ τιμωρη θῇ αὐστηρά ( Ματθ. 5, 18. Ἀπ. 22, 18- 19).
Ξέρετε λοιπὸν πῶς μοιάζουν οἱ αἱρετικοί; Μοιάζουν μ᾽ ἐκείνους ποὺ μέσα στὸ ἁγνὸ γάλα ῥίχνουν νερὸ καὶ τὸ ἀραιώνουν· μοιάζουν μ᾽ ἐκείνους ποὺ νερώνουν τὸ κρασὶ καὶ τὸ νοθεύουν· μοιάζουν σὰν ἐκείνους ποὺ ἀναμειγνύουν τὸ καθαρὸ χρυσάφι μὲ μπροῦντζο.
Αὐτοὶ εἶνε οἱ παραχαράκτες τῆς ἀληθείας. Πάντοτε ὑπῆρχαν αἱρετικοί, ἀπὸ τὶς πρῶ τες κιόλας ἡμέρες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ στὶς ἡμέρες μας πληθύνθηκαν· εἶνε κι αὐτὸ ση μεῖο τῶν καιρῶν( βλ. Β΄ Τι μ. 4, 3- 4). Ἔγιναν σὰν τὶς ἀκρίδες, ποὺ πέφτουν στὸ περιβόλι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νὰ τὸ ρημάξουν. Εἶνε πλῆθος· ποῦ νὰ τοὺς ἀναφέρουμε ὅλους; εἶνε παπικοί, οὐνῖτες, προτεστάντες, εὐαγγελικοί, διαμαρτυρόμενοι, σαββατισταί, πεντηκοστιανοί, ὀπαδοὶ τοῦ τετραγώνου εὐαγγελίου, χιλι ασταὶ ἢ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ… Μᾶς ἔρχονται ἀπὸ τὴ Δύσι, ἰδίως ἀπὸ τὴν Ἀμερική. Εἰσβάλλουν ἐδῶ καὶ ἁλωνίζουν, γιατὶ δυστυχῶς ἡ πατρίδα μας ἔγινε ἕνα ξέφραγο ἀμπέλι. Χρέος ὅλων μας εἶνε νὰ ἔ χουμε τὰ μάτια συνεχῶς ἀνοιχτά, νὰ προσέχουμε τὶς κινήσεις τους, νὰ φυλαγώμαστε ἀ πὸ τὴν ἐπιρροή τους, ν᾽ ἀποφεύγουμε σχέσεις καὶ ἐπαφὲς μαζί τους.
Ἐὰν ὑπάρχῃ κάτι, ἀγαπητοί μου, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζει ἐμεῖς νὰ καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ, αὐτὸ εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ Ἐκκλησία μας. Αὐτὴ εἶνε τὸ στήριγμά μας. Αὐτὴ στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ἐσπόγγισε τὰ δάκρυά μας, αὐτὴ στάθηκε στὸ πλευρὸ ὅλων τῶν σκλαβωμένων Ἑλλήνων. Αὐτὴ ἄνοιξε σχολεῖα καὶ μοναστήρια - καταφύγια. Αὐτὴ γέννησε ἥρωες καὶ μάρτυρες.
῾Ρίξτε μιὰ ματιὰ στὰ χρόνια ἐκεῖνα· ποιός στάθηκε κοντὰ στὸ ραγιᾶ; Θυμηθῆτε καὶ τὸ 1922, ὅταν καιγόταν ἡ Σμύρνη· οἱ πάντες ἔφευγαν νὰ σωθοῦν, μόνο ἕνας ἔμεινε νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ πλήρωμα, ὁ ῥασοφόρος, ὁ ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης· αὐτὸς ἔμεινε μὲ τὸ ποίμνιό του. Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν εἶνε ἡ μάνα καὶ ἡ τροφός μας, ὁ προστάτης ἄγγελός μας. Ἐὰν δὲν ἦταν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, θὰ φορούσαμε ἀκόμα φέσια, πάνω στὴν Ἀκρόπολι θὰ κυμάτιζαν ἄλλες σημαῖες, θὰ μιλούσαμε ἄλλη γλῶσσα, θά ᾽χαμε ἄλλα ἤθη καὶ ἔθιμα.
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ γλυκειὰ μάνα μας, ποὺ χύνει στὴν καρδιά μας χίλιες χρυσὲς ἐλπίδες, κατὰ τὸν ποιητή· εἶνε ἡ ῥίζα, ἡ καταφυγή, ἡ κιβωτός, τὸ πᾶν γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες. Γι᾽ αὐτὸ νὰ τὴν ἀγαπήσουμε. Μακριὰ ἀπὸ ἀπίστους καὶ ἀθέους· νὰ κλείσουμε τὰ αὐ τιά μας μὲ βουλοκέρι, νὰ μὴν ἀκοῦμε τὶς σειρῆνες.
Μακριὰ ἀπὸ μασόνους, πνευματιστάς, παπικούς, προτεστάν τες…· αὐτοὶ εἶνε «λύκοι βαρεῖς». Νὰ κρατήσουμε τὴν πίστι μας καὶ νὰ τὴν ὑπερασπίζουμε. Ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ πρὸ παντὸς μὲ τὴ ζωή μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς τονίζει ὁ ἀ πόστολος Παῦλος σήμερα. Δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ πιστεύουμε· πρέπει, κοντὰ στὴν ὀρθὴ πίστι, τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ ἔχουμε καὶ τὴνὀρθοπραξία, τὰ «καλὰ τὰ ἔργα»( Τί τ. 3, 8). Ὅπως τὸ πουλὶ δὲν πετάει μὲ μιὰ φτερούγα, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς χρειάζεται καὶ τὰ δύο, ὀρθὴ πίστι καὶ καλὰ ἔργα.
Νὰ πιστεύουμε στὸ Θεό, στὴν ἁγία Τριάδα, στὸ Χριστό, στὶς ἅγιες εἰκόνες, στὶς ἱερὲς παραδόσεις, στὰ τίμια λείψανα. Ἀλλὰ κοντὰ σ᾽ αὐτὴ τὴν πίστι νὰ ἔχουμε καὶ τὰ «καλὰ ἔργα».
Δυστυχῶς, ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε ἔργα, γι᾽ αὐτὸ μᾶς νικοῦν οἱ διάφοροι αἱρετικοί. Ἐὰν ἤμασταν ὅλοισυνεπεῖς ὀρθόδοξοι, τότε στὸν τόπο μας δὲν θὰ ἔπιανε καμμιά αἵρεσι, ὅπως στὸ καθαρὸ χωράφι δὲ φυτρώνουν ζιζάνια.
Νὰ δουλέψουμε καὶ νὰ καλλιεργήσουμε τὸ χωράφι μας, καὶ τότε ἡ πατρίδα μας θὰ γίνῃ περιβόλι τοῦ Χριστοῦ μας, χωρὶς πέτρες καὶ ἀγκάθια. Ἂς δείξουμε τὴν ἀγάπη στὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του μὲ τοὺς λόγους μας, μὲ τὰ ἔργα μας, κι ἂν χρειαστῇ, ἀδέρφια μου, καὶ μὲ τὸ αἷμα μας! νὰ μαρτυρήσουμε καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους πατέρες καὶ τοὺς μάρτυρες νὰ φωνάξουμε κ᾽ ἐμεῖς· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» ( Αμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἱ. ναὸ πιθανῶς τῆς ἱ. μητροπόλεως Φλωρίνης μὲ ἄγνωστο τίτλο καὶ ἄδηλο χρόνο

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΒΙΩΝΟΥΜΕ



undefined


Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ευρισκομένη σε Συνεδρία κατά την ετήσια συνέλευση Αυτής από 4 έως 7 Οκτωβρίου ε.ε., απεφάσισεν ομοφώνως να απευθυνθή προς το Ποίμνιο Αυτής, με αποκλειστικό θέμα την οξύτατη οικονομική κρίση που ξέσπασε στην Πατρίδα μας, με αβάσταχτες και δυσμενέστατες συνθήκες για τον λαό και την αξιοπρέπειά μας, ως Γένους στην κονίστρα των λαών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Πριν από οποιαδήποτε λεκτική διατύπωση επικοινωνίας μαζί σας και αναφοράς στο επίμαχο αυτό θέμα, θέλουμε να σας διαβεβαιώσουμε μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας, ότι όλοι εμείς οι Επίσκοποι και πνευματικοί Ποιμένες της Εκκλησίας της Ελλάδος, οι Πατέρες και Αδελφοί σας, μετά των συλλειτουργών και συνεργατών μας Ιερέων από άκρου εις άκρον της Πατρίδος μας, προσευχόμεθα αδιαλείπτως προς τον Τριαδικόν Θεόν, την Παναγία πανάχραντον Μητέρα του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού και τους προστάτες Αγίους μας, για να επιβλέψουν επί την ταπείνωσή μας και να μας εξαγάγουν από την δεινή αυτή περιπέτεια στα δύσβατα μονοπάτια και τα ελώδη θολά νερά της ανελπίστου αυτής πραγματικότητος. 

Αδέλφια μας και παιδιά μας.
Τούτη την ώρα της σκληρής δοκιμασίας μας, των αμφιβολιών και των απογοητεύσεων, των φημών και των εικασιών για το πιθανό ζοφερό μέλλον της Πατρίδος μας και για τις δυσάρεστες συνέπειες από την αφαίρεση ατομικών δικαιωμάτων μας, σας προτρέπουμε και σας παρακαλούμε να ακούσετε ουσιαστικές αλήθειες, οι οποίες αναφέρονται στην προβληματική της παρούσας εφιαλτικής όντως καταστάσεως, που κατά γενική εκτίμηση δεν είναι μόνον οικονομική, αλλά και βαθύτατα ηθική και πνευματική, αφού η κυριαρχία της αμαρτίας, χωρίς μετάνοια, είναι η αιτία παντός κακού σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία και εποχή.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, διαχρονικά, και αναλόγως προς τις ανάγκες κάθε εποχής, συμπαρίσταται στους αδυνάτους και στους ενδεείς και παρηγορεί τους πονεμένους με έμπρακτες ενέργειες συναντιλήψεως και αγάπης εν Χριστώ. 

Έτσι και τώρα η Εκκλησία μας συμπαρίσταται και θα συνεχίση να βοηθή όσον δύναται, με τα μέσα που διαθέτει, όσους πλήττονται καίρια από την λαίλαπα της οικονομικής κρίσεως. Και βεβαίως τα εκκλησιαστικά ιδρύματα, τα εξατομικευμένα βοηθήματα, τα εξειδικευμένα κέντρα προνοίας και τα συσσίτια με τις χιλιάδες μερίδες φαγητού στους απόρους, χωρίς φυλετικές η θρησκευτικές διακρίσεις, συνεχίζονται. Η Εκκλησία όμως σεβόμενη την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα των εμπεριστάτων αδελφών μας ουδέποτε επεδίωξε τον σχολαστικό προσδιορισμό του ύψους και της έκτασης του προνοιακού, κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου Της, παρά τις κατά καιρούς προκλήσεις και αμφισβητήσεις, από μέρους ιδιοτελών κέντρων παραπληροφόρησης.

Δεν αγνούμε και δεν παραβλέπουμε σε καμμιά περίπτωση την σκληρή πραγματικότητα για τους χαμηλομίσθους, τους χαμηλοσυνταξιούχους, τους ανέργους και τους απολυθέντες από τις δουλειές τους, τους αγανακτισμένους και τους δοκιμαζόμενους αδελφούς μας, γι’ αυτό και τους συμπαραστεκόμεθα χωρίς καμία ιδιοτέλεια η αλλότριες επιδιώξεις.

Φθάνουν πια οι επιβαρύνσεις στους αδελφούς μας που έχουν χαμηλό εισόδημα και χαμηλή σύνταξη.

Φθάνουν πια οι φόροι και οι περικοπές των χαμηλών εισοδημάτων.

Φθάνουν πια οι στρατιές των ανέργων.

Αναζητήστε τους φοροδιαφυγάδες και ελέγξτε το κεφάλαιο.

Σε πολλές τοπικές κοινωνίες η προσφορά της Εκκλησίας στο επίπεδο της πρόνοιας και της κοινωνικής μέριμνας αντικαθιστά απόλυτα και αυτό το Κράτος, στο οποίο ο Έλληνας πολίτης καταθέτει τη φορολογία του και τις ασφαλιστικές εισφορές του.

Αν και δεν κρίνουμε σκόπιμο στην παρούσα συγκυρία να καταθέσουμε απολογιστικές θέσεις για τη διαχρονική προσφορά προς το λαό και το ποίμνιο της Εκκλησίας, εν τούτοις το συνεχές παραλήρημα της άγνοιας η της μυθοπλασίας σχετικά με τον αμύθητο πλούτο της ακίνητης περιουσίας Της, «τον οποίο θα πρέπει να μοιράσει στο λαό», μας οδηγεί να δηλώσουμε ότι η Εκκλησία θα δώσει ο,τι της απέμεινε όμως όταν Αυτή κρίνει χρονικά και με τον τρόπο που Αυτή γνωρίζει.

Αυτό το οποίο πρέπει να διατηρήσουμε είναι η ενότητα και η ομοψυχία μας, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τα δεινά της κρίσης, και συγχρόνως να αναζητήσουμε πρότυπα επιβίωσης μέσα από μία διαδικασία ανθρωπίνων σχέσεων αλληλεγγύης και αλληλοβοηθείας, η οποία αποτελεί και τον κατ’ εξοχήν τρόπο ύπαρξης και ζωής. Συγχρόνως να επαναπροσδιορίσουμε τον στόχο και τον σκοπό της ζωής. Να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς και να επανέλθουμε στις διαχρονικές και πατρογονικές μας ρίζες από τις οποίες θα αντλήσουμε πρότυπα ζωής και κοινωνίας.

Η υπέρβαση των εγωισμών μας, η αποδοχή του συνανθρώπου μας, η προσφορά μας προς αυτόν, ο σεβασμός μας προς την ιδιοπροσωπία του, η καταλλαγή και η συμβίωση όλων μαζί, σηματοδοτούν το νέο μοντέλο κοινωνίας, το οποίο ο Χριστός ευαγγελίζεται και η Εκκλησία προβάλλει, μέσα στη σκληρή σημερινή και απάνθρωπη κοσμική πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε τον αγιογραφικό λόγο «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. Στ , 2).

Πρέπει να ομολογήσουμε όλοι, ότι ενεπλάκημεν στα πλοκάμια της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας, ότι παραμερίσαμε τον Θεό και τις ευαγγελικές διδαχές Του, ότι εμπιστευθήκαμε τους εαυτούς μας ανεπιφύλακτα σε όλους τους διαχειριστές των καρπών και των μόχθων του ελληνικού λαού και οι οποίοι επειδή είχαν τις δικές τους υστεροβουλίες δεν απεδείχθησαν δίκαιοι και ειλικρινείς.

Αδέλφια μας και παιδιά μας, η Εκκλησία ως Μητέρα δεν πρόκειται ποτέ να σας απογοητεύσει και να σας εγκαταλείψει. Αγρυπνεί. Συνεχώς θα προσφέρει και θα προσφέρεται έμπρακτα, εστω και αν την αμφισβητούν. Σταθείτε κοντά Της, στηριχθείτε σε Αυτήν. Κλείστε τα αυτιά σας στις σειρήνες των σκοπιμοτήτων και ακούστε το μήνυμα της ελπίδας και της προσδοκίας που σας απευθύνει για ένα καλύτερο αύριο, περισσότερο ανθρώπινο και κοινωνικό. 

Το λοιπόν αδελφοί, «Χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλείσθε, ειρηνεύετε, το αυτό φρονήτε και ο Θεός της αγάπης και της ειρήνης έσται μεθ’ υμών. Αμήν».



Εκ της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Κυριακὴ ιζ΄ (Β' Κορινθ. στ' 16, ζ' 1)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))


25 Σεπτεμβρίου 1966



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Γνώρισμα καὶ χρέος τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ ἁγιοσύνη. Χριστιανὸς θὰ πῆ ἄνθρωπος ἅγιος. Καὶ ἅγιος θὰ πῆ ἁγνός, καθαρός, εἰλικρινὴς καὶ φωτεινὸς στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, δηλαδὴ στὰ φρονήματα καὶ τὰ αἰσθήματά του, στὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις του, στὶς ἐπιθυμίες καὶ τοὺς πόθους του, στὶς ἀναστροφὲς καὶ τὶς σχέσεις του. Ὁ χριστιανός, κάθε ἡμέρα ποὺ λέγει τὸ «Πάτερ ἡμῶν...», θυμᾶται τὸ χρέος του νὰ εἶναι ἅγιος· γιατί ὅποιος θέλει νὰ εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶ πὼς ὁ Θεὸς δὲν ξέρει γιὰ παιδιὰ του ἐκείνους ποὺ ἀμετανόητα ἁμαρταίνουν. Ἂς ἀκούσουμε τώρα στὸ σημερινὸ Ἀνάγνωσμα πῶς ὁ Ἀπόστολος ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἁγιωσύνη τῶν χριστιανῶν, σύμφωνα μὲ τὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ.

Ἀδελφοί, ἐσεῖς εἴσαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ζῆ στοὺς αἰώνας, καθὼς τὸ εἶπεν ὁ Θεός, ὅτι δηλαδὴ θὰ κατοικήσω ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς καὶ θὰ περπατήσω μαζί τους καὶ θὰ εἶμαι Θεός τους κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου. Γι' αὐτὸ λέγει ὁ Κύριος· βγῆτε ἀπὸ μεταξύ τους καὶ ξεχωρίστε τὸν ἑαυτό σας καὶ μὴν πλησιάζετε στὴν ἁμαρτία κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχτῶ κοντὰ μου· καί, ὅπως πάλι λέγει ὁ παντοκράτορας Κύριος, θὰ εἶμαι σὲ σᾶς γιὰ πατέρας καὶ σεῖς θὰ εἴσασθε σὲ μένα γιὰ παιδιὰ καὶ θυγατέρες. Ἔχοντας λοιπὸν ἐτοῦτες τὶς ὑποσχέσεις, ἀγαπητοί, ἂς καθαρίσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ κάθε σαρκικὸ καὶ πνευματικὸ μολυσμὸ κι ἂς γινώμαστε ὅλο καὶ πιὸ ἅγιοι μὲ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τιμᾶ τοὺς Ἁγίους, ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ διακρίθηκαν γιὰ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ βίου των. Κάθε χρόνο ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὶς μνῆμες τῶν Ἁγίων, ἐπικαλεῖται τὶς εὐχὲς καὶ τὴν πρεσβεία τους κοντὰ στὸ Θεὸ καὶ τοὺς παρουσιάζει ἐμπρὸς στὰ μάτια μας γιὰ ζωντανὰ παραδείγματα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Οἱ ἑορτὲς καὶ οἱ μνῆμες τῶν Ἁγίων εἶναι σὲ μᾶς οἱ ἄριστες εὐκαιρίες, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴ συνέχεια καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐδῶ καὶ στοὺς οὐρανούς, στὰ περασμένα χρόνια καὶ στὰ τωρινά, καὶ γιὰ νὰ μαθητέψουμε στὸ σχολεῖο τῆς ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς τῶν διδαγμάτων τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ βίος καὶ ἡ πείρα τῶν Ἁγίων εἶναι ὁ ὁδηγός μας γιὰ νὰ γινώμαστε κι ἐμεῖς ἅγιοι καὶ συγχρόνως εἶναι ἡ βεβαίωση πὼς τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστο κι ἡ ἁγιωσύνη δὲν εἶναι ἀκατόρθωτη. Οἱ Ἅγιοι, ποὺ τοὺς τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία, εἶναι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἁπλὰ παραδείγματα γιὰ νὰ τὰ μιμηθοῦμε· εἶναι, ὅπως τὸ γράφει ὁ Ἀπόστολος σήμερα, ναοὶ «Θεοῦ ζῶντος»· καί, καθὼς τὸ διδάσκει ὁ Μέγας Βασίλειος, οἱ Ἅγιοι εἶναι «εἰκόνες ἔμψυχοι» τοῦ Θεοῦ. Κι ἂν θὲς νὰ δῆς τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγει ἡ θεία Γραφή, πὼς ὁ ἄνθρωπος δηλαδὴ πλάσθηκε «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ», τὸ βλέπεις λοιπὸν στοὺς Ἁγίους της Ἐκκλησίας.

Ὅμως, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς φέρνει κοντά μας τοὺς Ἁγίους, ἀφιερώνοντας τὴν κάθε ἡμέρά τοῦ χρόνου στὴ μνήμη τους, γιὰ νὰ ἁγιάση τὸ βίο μας καὶ γιὰ νὰ μᾶς θυμίση τὸ χρέος μας, ἐμεῖς μένουμε μᾶλλον μὲ τὴν ἐντύπωση πὼς ἡ ἁγιωσύνη τώρα εἶναι πολὺ μακρυὰ ἀπό μᾶς, πὼς εἶναι κατόρθωμα τοῦ παλιοῦ καιροῦ, πὼς ἔκλεισε πιὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἁγίων μὲ ὅσους ἐμαρτύρησαν καὶ μὲ ὅσους ἀσκήτεψαν στὰ περασμένα χρόνια. Ἔτσι ἡ ἁγιωσύνη στὸ λογισμὸ μας εἶναι σὰν ἐκεῖνα τὰ παληὰ ἀντικείμενα, ποὺ τὰ βλέπουμε, τὰ μελετοῦμε ἤ καὶ τὰ θαυμάζουμε στὰ διάφορα μουσεῖα. Μὰ ἡ ἁγιωσύνη, χριστιανοί μου, δὲν εἶναι κειμήλιο στὸ μουσεῖο· εἶναι τὸ «σήμερα» στὴν Ἐκκλησία, εἶναι τὸ γνώρισμα καὶ τὸ χρέος τῶν πιστῶν πάντα σὲ κάθε ἐποχή· εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ποὺ δὲν εἶναι μόνο «μία», «καθολικὴ» καὶ «ἀποστολική», μὰ εἶναι καὶ «ἁγία». Πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε ἁγία τὴν Ἐκκλησία σ' ὅλους τοὺς καιρούς, στοὺς περασμένους καὶ στοὺς τωρινούς· καὶ σ' ὅλους τοὺς τόπους, στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Σὲ πειράζει τάχα ποὺ πλεονάζει στὸν κόσμο ἡ ἁμαρτία; Σὲ σκανδαλίζει ποὺ βλέπεις ἐλλείψεις, καὶ μεγάλες ἐλλείψεις, στοὺς πιστοὺς ἤ καὶ στοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας; Μὴν κρίνεις «κατ' ὄψιν» καὶ μὴ γελιέσαι· εἶναι καὶ σήμερα μεταξὺ μας πολλοὶ ἅγιοι, κι ἂς μὴν τοὺς βλέπουμε, μάρτυρες καὶ ὅσιοι, ποὺ ἐπιτελοῦν ἁγιωσύνη. Γιατί ἡ ἁγιωσύνη ἐδῶ στὴ γῆ δὲν ὑπάρχει ποτὲ στὴν τέλεια μορφή της, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ὅριο καὶ τέλος στὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελείωση τῶν ἁγίων. Τὸ «ἐπιτελοῦντες», ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος, αὐτὸ θὰ πῆ, νὰ γινώμαστε κάθε μέρα ὅλο καὶ πιὸ ἅγιοι. Ἡ ἁγιωσύνη δὲν ἔχει τέλος καὶ τέρμα, εἶναι πορεία τελειώσεως· ἡ πορεία τῶν ἁμαρτωλῶν στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Γι' αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας, ὅταν ἑορτάζη μνήμη ἁγίου Μάρτυρος, λέγει· «Ξίφει τελειοῦται»· κι ὅταν ἑορτάζη μνήμη ὁσίου Ἀσκητοῦ, λέγει· «Ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται». Αὐτὸ τὸ «τελειοῦται» δὲν θέλει νὰ πῆ πὼς ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὸ τέλος τοῦ βίου του, ἀλλὰ πὼς πῆρε τὸ βαθμὸ τῆς τελειώσεώς του στὴν πορεία τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς του ζωῆς.

Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στὸ «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην» προσθέτει τὸ «ἐν φόβῳ Θεοῦ». Τὸ ἴδιο πράγμα γράφει σὲ μιά του ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος Πέτρος, λέγοντας· «ἐν φόβῳ τὸν τῆς παροικίας ὑμῶν χρόνον ἀναστράφητε»· δηλαδή, νὰ περάσετε τὸν χρόνο τῆς ἐδῶ ζωῆς σας μὲ φόβο. Αὐτὰ θέλουνε νὰ ποῦνε πὼς ἡ ἁγιωσύνη δὲν κατορθώνεται παρὰ μὲ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Γιατί καὶ ἡ ἁμαρτία, δηλαδὴ τὸ ἀντίθετο ἀπὸ τὴν ἁγιωσύνη, ὅπως διδάσκει κάπου ὁ Μέγας Βασίλειος, «κατ' ἀπουσίαν τοῦ θείου φόβου γίνεται». Ὅταν λείψη ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, τότε μήτε ἁγιωσύνη μήτε ἀρετὴ στέκει, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀδίσταχτοι δὲν ξέρουνε καὶ δὲν ἔχουνε ὅριο στὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τους καὶ φραγμὸ στὶς ἐγκληματικές τους πράξεις. Γι' αὐτὸ πάλι ἡ θεία Γραφὴ λέγει πὼς «ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου»· ἀρχὴ καὶ βάση τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς, δηλαδὴ τῆς ἁγιωσύνης, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου. Γνώρισμα τῶν Ἁγίων εἶναι ὅτι φοβοῦνται· ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν μέσα τους ριζωμένο τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος βέβαια δὲν εἶναι εὐγενικὸ συναίσθημα, παρεκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γλυτώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἄλλο φόβο, ὅποιος δηλαδὴ φοβᾶται τὸ Θεὸ δὲν ἔχει νὰ φοβηθῆ τίποτ' ἄλλο. Συμβαίνει ὅμως νὰ μὴ φοβοῦνται οἱ ἄνθρωποι τὸ Θεὸ καὶ γι' αὐτὸ εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους φόβους. Οἱ φόβοι αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ φόβοι τῆς ἁγιωσύνης, εἶναι οἱ φόβοι τῆς ἁμαρτίας. Ὁ φόβος τῆς ἁγιωσύνης προηγεῖται καὶ μᾶς συγκρατεῖ, γιὰ νὰ μὴν πέσουμε καὶ νὰ μὴν ἁμαρτήσουμε· ὁ φόβος τῆς ἁμαρτίας ἀκολουθεῖ, ἔρχεται ὕστερα ἀπὸ τὴν παράβαση τοῦ θείου νόμου, εἶναι ἔλεγχος καὶ συναίσθημα ἐνοχῆς καὶ προσμονὴ τῆς δίκαιης τιμωρίας ποὺ ἔρχεται. Ὁ φόβος γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «κόλασιν ἔχει»· πρόκειται γιὰ τὸ φόβο τῆς ἁμαρτίας, φοβόμαστε δηλαδὴ τὴ δίκαιη τιμωρία ποὺ μᾶς περιμένει, φοβόμαστε καὶ ντρεπόμαστε ἀκριβῶς ὅπως οἱ Πρωτόπλαστοι στὸν Παράδεισο μετὰ τὴν παρακοή. Τέλος πάντων εἶναι κι αὐτὸς ὁ φόβος ὠφέλιμος, γιατί μπορεῖ νὰ ὁδήγηση στὴ μετάνοια. Μὰ τί νὰ πῆς γιὰ κείνους, ποὺ ξεπέρασαν τὰ ὅρια τοῦ φόβου; Γιὰ κείνους ποὺ μήτε πρῶτα μήτε ὕστερα φοβοῦνται; Αὐτοὶ πιὰ εἶναι πωρωμένοι ἄνθρωποι, ἔγινε πέτρα ἡ καρδιά τους. Ἄλλοι ὅμως ἀκοῦνε τὸν Εὐαγγελιστὴ ποὺ λέγει ὅτι «φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ» καὶ ὅτι «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον», ὅτι δηλαδὴ ὁποῖος ἀγαπᾶ δὲν φοβᾶται, γιατί ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη διώχνει τὸ φόβο, ἀκοῦνε λοιπὸν τὸν Εὐαγγελιστὴ νὰ λέγη ἐτοῦτα τὰ λόγια καὶ θαρροῦνε πὼς μποροῦνε νὰ πετάξουνε τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἔχουνε τάχα τὴν ἀγάπη. Μὰ κανένας, χριστιανοί μου, δὲν φθάνει στὴν ἀγάπη, ἂν δὲν ξεκινήση ἀπὸ τὸ φόβο· ὄχι τὸν κάθε φόβο, μὰ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἁγιωσύνη, ἡ ἀρετὴ δηλαδὴ τῶν Ἁγίων· μὰ κανένας δὲν προάγεται σὲ ἁγιωσύνη καὶ δὲν φθάνει στὴν τέλεια ἀγάπη, ἂν δὲν ἔχη μέσα του τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Τὸ λέγει καθαρὰ ὁ Ἀπόστολος καὶ δὲν χωρεῖ ἀντιλογία· «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ».



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἡ ἁγιωσύνη δὲν εἶναι μόνο ἀνθρώπινο κατόρθωμα· εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τὸν παράγει τὸ δένδρο τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, ριζωμένο στὸν ἀγρὸ τῆς πίστεως. Ἐσὺ πίστευε κι ἔχε φόβο Θεοῦ κι ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώση τὴ δύναμη νὰ εἶσαι ἅγιος. Ὅπου δὲν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐπιτελοῦν ἁγιωσύνη, δὲν προάγονται στὴν ἀρετή, δὲν ἀνεβαίνουν ἕνα ἕνα τὰ σκαλοπάτια τῆς τελειώσεώς των. Ἀντίθετα δικαιολογοῦνε τὴν ἁμαρτία γιὰ φυσικὸ πράγμα κι ἀντὶ νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ γίνονται ὅλο καὶ πιὸ ἅγιοι, πέφτουν καὶ κάθε μέρα καταντοῦνε ὅλο καὶ πιὸ ἁμαρτωλοί. Μὴν ἔχοντας μέσα τους τὸ θεῖο φόβο, μένουνε ἀμετανόητοι, καὶ μένοντας ἀμετανόητοι, δὲν ἔχουνε τὴ θεία χάρη· ἡ ἀμετανοησία κλείνει τὴ θύρα τῆς θείας χάριτος. Ἡ ἁγιωσύνη εἶναι σωτηρία γιατί κανένας δὲν σώζεται, ἂν δὲν εἶναι ἅγιος. Ἂς ἔχουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς φόβο Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐπιτελοῦμε ἁγιωσύνη, γιὰ νὰ βροῦμε σωτηρία μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Ἀμήν.