Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Τὴν ἀνάσταση τὴν κηρύττει, τὴν τραγουδάει....



Τὴν ἀνάσταση ἡ Ἐκκλησία δὲν τὴν ἐξηγεῖ, ἀλλὰ τὴν κηρύττει, τὴν τραγουδάει καὶ τὴν χορεύει!

«Χριστὸς ἀνέστη!» Αὐτὲς οἱ δύο λέξεις ὅλες αὐτὲς τὶς ἡμέρες εἶναι στὰ χείλη ὅλων τῶν πιστῶν. «Χριστὸς ἀνέστη!» σὲ χίλιους τόνους ψέλνομε στὴν Ἐκκλησία. «Χριστὸς ἀνέστη!» χαιρετᾶμε στὸ δρόμο. «Χριστὸς ἀνέστη!» ἀκούεται παντοῦ κι ὅλοι ἀποκρίνονται «Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος!».

Ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Ἑβραίων ἦταν τὸ Πάσχα, ποὺ ἑορταζόταν κάθε χρόνο μέσα στὸ μήνα Μάρτιο, γιὰ νὰ θυμᾶται ὁ λαὸς τὴν ἔξοδο τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ διάβαση μὲ θαυμαστὸ τρόπο τῆς ἐρυθρᾶς θάλασσας. Ἦταν ἡ ἑορτὴ τῆς διάβασης, γιατί αὐτὸ θὰ πεῖ ἡ ἑβραϊκὴ λέξη Πάσχα, διάβαση· τὸ πέρασμα δηλαδὴ μέσα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ μὲ τὴν ἀρχηγία τοῦ Μωϋσῆ.

Ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ «καινὸν πάσχα», τὸ καινούργιο δηλαδὴ Πάσχα. Αὐτὸ τὸ Πάσχα δὲν εἶναι πιὰ ἡ διάβαση καὶ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο πρὸς τὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ ἡ διάβαση καὶ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸ θάνατο πρὸς τὴ ζωὴ κι ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανό. Ἔτσι, ὅπως τὸ ἀκοῦμε στὸ πρῶτο τροπάριο τοῦ Κανόνα τῆς ἑορτῆς- «ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμᾶς διεβίβασεν…».

Τώρα ὄχι πιὰ ὁ Μωϋσῆς, ποὺ χτύπησε τὴ θάλασσα μὲ τὸ ραβδί του κι ἔγινε δρόμος γιὰ νὰ περάσει ὁ λαός. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν Ἀνάστασή του μᾶς ὁδήγησε καὶ μᾶς πέρασε ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «Ἀναστάσεως ἡμέρα». Οἱ Ἑβραῖοι, μετὰ τὸ πέρασμα τῆς θάλασσας ἔψαλαν τὸ «ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται» κι oἱ χριστιανοὶ καλοῦνται τώρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ λαμπρυνθοῦν «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί…»· φωτεινοὶ δηλαδὴ καὶ γεμάτοι χαρὰ νὰ ἑορτάσουν τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως.

Ὅλα τώρα εἶναι γεμάτα φῶς, γι’ αὐτὸ ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, τὸ «καινὸν Πάσχα», λέγεται «λαμπρή», ἑορτὴ δηλαδὴ ποὺ λάμπει μέσα στὸ φῶς. Τὸ φῶς ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στὴν ὑλικὴ κτίση, τώρα σ’ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῆς Ἄνοιξης ποὺ ξαναγεννιέται καὶ ἀνασταίνεται ὁ φυσικὸς κόσμος. Τὸ φῶς ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἀνάστασή του, μὲ τὴν ὁποία φωτίσθηκαν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια. Γιατί καὶ στὸν Ἅδη κατέβηκε ὁ Χριστὸς καὶ χάρισε ζωὴ σὲ ὅλους ποὺ ἦσαν στὰ μνήματα, «καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ποιητικὰ τροπάρια στὸν ἀναστάσιμο Κανόνα, ποὺ εἶναι τὸ τραγούδι μας αὐτὲς τὶς ἡμέρες, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, ὅπου ὁ ἱερὸς ποιητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐκφράζει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα τοῦ φυσικοῦ καὶ πνευματικοῦ φωτός, μέσα στὸ ὁποῖο λούζεται ἡ μεγάλη ἑορτή· «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτὸς οὐρανὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια…». Τώρα μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅλα πλημμύρησαν στὸ φῶς κι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ κι ὅ,τι εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ἐκεῖ ποὺ πρῶτα βασίλευε ὁ κατασκότεινος Ἅδης.

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα δὲν εἶναι ἑορτὴ μιᾶς ἡμέρας οὔτε μιᾶς ἑβδομάδας οὔτε σαράντα ἡμερῶν μέχρι τῆς Ἀναλήψεως, ἀλλὰ εἶναι ἑορτὴ ὅλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ὅλης τῆς χρονιᾶς καὶ ὅλης τῆς ζωῆς μας. Κάθε Κυριακὴ ὅλο τὸ χρόνο τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἑορτάζουμε, γι’ αὐτὸ καὶ λέμε τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…». Μὰ καὶ κάθε φορὰ ποὺ τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία «Πάσχα ἐπιτελοῦμεν», καθὼς τὸ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Πάσχα ἔχουμε καὶ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεως κάθε μέρα ποὺ γίνεται ἡ θεία Λειτουργία, ποὺ σφαγιάζεται καὶ θάβεται καὶ ἀνασταίνεται πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ.


 



Μὰ ὅλα αὐτὰ δὲν λέγονται καὶ δὲν ἐκφράζονται μὲ λόγια. Γι’ αὐτὸ στὴ ἑορτὴ αὐτὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ λέμε τίποτα, ἀλλὰ μόνο νὰ ἀφήνουμε νὰ μπαίνει μέσα μας τὸ φῶς κι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀνοίγουμε τὸ στόμα, γιὰ νὰ ψάλουμε καὶ νὰ τραγουδήσουμε τὴ θεία Ἀνάσταση. Γιατί ὅλα τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι παρὰ τὰ ἱερὰ τραγούδια τῆς πίστεώς μας, τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ, καθὼς τὰ ’λέγε κάποιος ἅγιος ἄνθρωπος, ὁ μακαρίτης κυρ Ἀλέξανδρος ὁ Παπαδιαμάντης.

Καὶ εἶναι κρῖμα, γιατί τώρα τὰ παιδιά μας δὲν μαθαίνουν καὶ δὲν θέλουν νὰ ψάλλουν τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ καὶ σὲ λόγια καὶ σὲ μουσικὴ εἶναι ἀσυγκρίτως καλύτερα ἀπ’ ὅλα τὰ βρώμικα τραγούδια, ποὺ τραγουδᾶνε τώρα μικροὶ καὶ μεγάλοι καὶ τὰ ἀκοῦμε κάθε μέρα μέσ’ στὰ σπίτια μας καὶ τὰ ‘χουμε μέσ’ στὰ ἀφτιά μας ἀπὸ τὴν τηλεόραση καὶ τὸ ραδιόφωνο. Αὐτὰ ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἱερά, ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἑλληνικά, δὲν ἔχουν δηλαδὴ χαρακτήρα ἑλληνικό, ἀλλὰ καθὼς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, γιατί καὶ τότε αὐτὰ δὲν ἦσαν ἄγνωστα, «πάσης γέμουσιν ἀκολασίας» εἶναι δηλαδὴ γεμάτα ἀπὸ κάθε βρωμιά.

Ἀλλὰ τέλος πάντων, τὸ θέμα τώρα δὲν εἶναι αὐτό. Ἀλλὰ ἡ ψαλμωδία τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ καλύτερη γλώσσα, μὲ τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ ἐκφράσουμε θεολογικὰ τὴ πίστη μας. Ἡ πίστη εἶναι ἕνα βαθύτατο αἴσθημα μέσα στὸν ἄνθρωπο· σὲ κάθε ἄνθρωπο, γιατί μ’ ὅσα κι ἂν λένε ἄπιστος ἄνθρωπος δὲν ὑπάρχει. Μὰ ὅ,τι αἰσθάνεται κανεὶς καὶ ζεῖ μέσα του, καὶ μάλιστα ὅσο περισσότερο τὸ ζεῖ καὶ τὸ αἰσθάνεται, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐκφράσει μὲ λόγια· δὲν μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβει λογικά, δὲν τὸ χωράει ὁ λογισμός του. Γι’ αὐτὸ ἡ καρδιὰ ἔχει τὴ δική της γλώσσα, ποὺ δὲν εἶναι ἡ γλώσσα τοῦ μυαλοῦ, ἀλλὰ εἶναι τὸ τραγούδι. Κάθε ζωντανὸς ἄνθρωπος τὸν καλύτερο ἑαυτὸ του τὸν ἐκφράζει μὲ τὸ τραγούδι.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὰ δικά της ἱερὰ τραγούδια. Ἡ Ἐκκλησία τὴν πίστη καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τὶς κάνει τροπάρια καὶ ἱερὰ τραγούδια. «Ψαλτὰ μοι ἦσαν τὰ δικαιώματά σου» λέει ὁ Ψαλμός, ποὺ θέλει νὰ πεῖ πὼς οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιὰ καὶ τὸ στόμα τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα παντοτινὸ τραγούδι καὶ μιὰ Ψαλμωδία. Καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡ Ἐκκλησία δὲν τὴν ἐξηγεῖ, γιατί τὸ θαῦμα ὑπερβαίνει κάθε ἐξήγηση, ἀλλὰ τὴν κηρύττει καὶ τὴν τραγουδάει.

Τὸ ὀμορφότερο ἱερὸ τραγούδι τῆς ἑορτῆς τοῦ «καινοῦ» Πάσχα αὐτὲς τὶς ἡμέρες εἶναι ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Παίρνοντας τὰ πρῶτα λόγια καὶ πολλὰ ἄλλα τοῦ Κανόνα ἀπὸ ἕνα λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ἱερὸς ποιητὴς κάνει ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα ποιήματα τῆς Ἐκκλησίας, τονισμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο σὲ καθαρὴ ἑλληνικὴ μουσική.

Παίρνω ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνα, γιὰ νὰ σᾶς δείξω ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ εἶπα παραπάνω, ὅτι δηλαδὴ ἡ καλύτερη γλώσσα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ψαλμωδία καὶ τὸ τραγούδι, καὶ ὄχι μόνο τὸ τραγούδι, ἀλλὰ μαζὶ καὶ ὁ χορός. Πολλὲς φορὲς ἀκοῦμε στὴν Ἐκκλησία τὸ «Σκιρτήσατε, χορεύσατε, ἐν εὐφροσύνῃ ψάλατε…»· οἱ πιστοὶ καλοῦνται νὰ αἰσθανθοῦν μέσα τους σκιρτήματα ἱερῆς χαρᾶς καὶ νὰ τὰ ἐκδηλώσουν μὲ τὸ χορὸ καὶ τὸ τραγούδι. Νὰ μὴ σᾶς κάνει κακὴ ἐντύπωση καὶ νὰ μὴ σᾶς τρομάζει, Ὅταν λέμε γιὰ χορὸ στὴν Ἐκκλησία, γιατί ὅλες οἱ ἱερατικὲς κινήσεις μέσα στὴ θεία λατρεία, τὸ πῶς βηματίζει ὁ λειτουργὸς ἱερέας, τὸ πῶς θυμιατίζει, τὸ πῶς εὐλογεῖ, ὅλα εἶναι ἕνας ἱερὸς χορός.

Τὸ τροπάριο τοῦ Κανόνα, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶπα, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀναφέρεται στὸν προφήτη καὶ βασιλέα Δαβίδ. Ἦταν τότε, ποὺ ὕστερ’ ἀπὸ μιὰ αἰχμαλωσία της, ἐπανέφεραν τὴν κιβωτὸ τῆς διαθήκης στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἦταν τόση ἡ χαρὰ τοῦ Δαβίδ, ποὺ πήγαινε μπροστά, ἕνας νικητὴς βασιλιάς, μαζὶ μὲ τὰ παιδιά, ἔπαιζε τὸ ὄργανο καὶ πηδοῦσε καὶ χόρευε στὸ δρόμο. Τῆς ἀρραβωνιαστικιᾶς του, ποὺ τὸν εἶδε ἀπὸ τὸ παράθυρο, τῆς κακοφάνηκε καὶ τὸν περιφρόνησε μέσα της ὕστερα τὸν εἰρωνεύτηκε καὶ τοῦ εἶπε· «Τί ὄμορφος, ἀλήθεια, ποὺ ἦταν σήμερα ὁ βασιλιάς, ὅταν χόρευε μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ στὸ δρόμο!». Τότε ὁ Δαβὶδ μὲ θυμὸ τῆς εἶπε· «Καὶ παίξομαι καὶ ὀρχήσομαι ἐνώπιον Κυρίου»· δηλαδὴ ἂν εἶναι γιὰ τὸ Θεό, καὶ θὰ παίξω καὶ θὰ χορέψω.

Αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἀπὸ τὴ Παλαιὰ Διαθήκη παίρνει ὁ ποιητὴς καὶ μουσικὸς Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς καὶ κάνει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὡραῖα καὶ χαρακτηριστικὰ τροπάρια τοῦ Κανόνα. Παραλληλίζει σ’ αὐτὸ τὴ χαρὰ τοῦ βασιλέα ποὺ χόρευε στὸ δρόμο καὶ τὴν ἔνθεη εὐφροσύνη τῶν πιστῶν, ποὺ εἶναι ὁ ἅγιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, μπροστὰ στὸ μέγα θαῦμα καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως. Νὰ τώρα τὸ τροπάριο, ποὺ ἴσως κάποιοι νὰ μὴν τὸ καταλαβαίνουν, ἐπειδὴ δὲν ξέρουν τὸ ἐπεισόδιο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται· «Ὁ θεοπάτωρ μὲν Δαβὶδ πρὸ τῆς σκιώδους κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν ὁ λαὸς δὲ τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος τὴν τῶν συμβόλων ἔκφρασιν ὁρῶντες εὐφρανθῶμεν ἐνθέως ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος».

Θαρῶ πὼς εἶναι ἀρκετὰ ὅσα εἴπαμε· ἂς κλείσουμε λοιπὸν ἐδῶ. «Εὐφρανθῶμεν ἐνθέως»· ἂς χαροῦμε κι ἂς χορέψουμε, μὲ πλημμυρισμένη τὴ ψυχή μας ἀπὸ θεϊκὴ χαρά. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μέγιστο θαῦμα τῆς πίστεώς μας καὶ τὸ μοναδικὸ γεγονὸς τῆς ἱστορίας. Πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θαῦμα στέκει ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ ἐμεῖς, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ. «Τὴν τῶν συμβόλων ἔκφρασιν ὁρῶντες εὐφρανθῶμεν ἐνθέως»· βλέποντας πὼς ὅλα, ὅσα συμβολικὰ γίνονταν στὴ Παλαιὰ Διαθήκη, τώρα ξεδιαλύθηκαν σέ μᾶς, ἂς χαροῦμε κι ἂς χορέψουμε, σὰν τὸν βασιλέα Δαβίδ, ποὺ γεμάτος χαρὰ μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ ἔψελνε καὶ χόρευε στὸ δρόμο. Ἐκεῖνος, γιατί ξαναπῆραν τὴν κιβωτὸ καὶ τὴν ἔφερναν στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐμεῖς, γιατί ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, σὰν Θεὸς παντοδύναμος. «Χριστὸς ἀνέστη!», ἀδελφοί. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου