Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Μίμηση του Χριστού ή «περί του κατ’ ίχνος Αυτώ ακολουθείν» (†Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

Geor.iosif0126
Είναι γνωστόν ότι στην παλαιότερη εποχή δεν εμφανίζεται με τόσην ευκρίνεια αυτή η φράση στη γλώσσα των Πατέρων «μίμησις Χριστού». Και τούτο, είτε χάριν αποφατικής θεολογικής ακριβείας είτε προς διαστολήν από τη δυτική εκκλησιαστική παράδοση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και πρακτικά απουσίαζε η κατ’ ίχνος μίμηση του προτύπου και παναρέτου βίου του Κυρίου μας. Το παράδειγμα του Μωϋσή στη βάτο, όπου από ευλάβεια ντράπηκε να υψώσει το βλέμμα ενώ μιλούσε ο Θεός, παραδειγμάτιζε ίσως τους Πατέρες· «απέστρεψεν δε Μωϋσής το πρόσωπον αυτού· ευλαβείτο γαρ κατεμβλέψαι ενώπιον του Θεού».
Η κατά γράμμα έννοια της μιμήσεως του Χριστού–Θεού φαίνεται αντιφατική εξ αιτίας της διαφοράς του πεπερασμένου και θνητού ανθρώπου έναντι του υπερβατικού και ακαταλήπτου Θεού, αλλά δεν προκύπτει θέμα έρευνας ή περιγραφής της θείας ουσίας και φύσεως. Ο κατά φύσιν απρόσιτος και απερίγραπτος και ασύλληπτος Θεός αποκαλύφθηκε με τις θείες του ενέργειες και έγινε γνωστός στους ανθρώπους, προσκαλώντας τους σε μίμηση της χρηστότητος και αγάπης του. Κατά φύσιν η ανθρώπινη δυνατότητα είναι πολύ περιωρισμένη, ώστε να μιμηθεί τις θείες ενέργειες, αλλά αυτές οι ίδιες—τις οποίες με μία λέξη ονομάζουμε «θείαν χάριν»— συμπληρώνουν κάθε ανθρώπινη ασθένεια και αδυναμία, ώστε ο άνθρωπος «πάντα να ισχύη εν τω ενδυναμούντι αυτόν Χριστώ». Η αληθής και τελεία του Λόγου του Θεού ενανθρώπηση συνεπλήρωσε και ολοκλήρωσε την ανθρώπινη φύση διά της προσλήψεως αυτής, ώστε όχι μόνον να είναι κατορθωτή η θεία μίμηση, αλλά να είναι κατορθωτός και ο σκοπός της ζωής.
Ο αρχικός όρος της κατασκευής του ανθρώπου ως «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του Θεού αναπλάσθηκε με τη θεία σάρκωση και το νόημα της «θεομιμησίας» έγινε πλέον ο κεντρικός στόχος του ανθρωπίνου προορισμού. Ο Θεανθρωπισμός, εισερχόμενος στη σφαίρα του καθολικού προορισμού και καθήκοντος, πείθει όποιον θέλει, ότι χάριτι Χριστού μπορεί να γίνει και να αισθάνεται ως «κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος του Υιού αυτού». Μετά παρρησίας ο Παύλος παροτρύνει τον καθένα στο κοινό καθήκον της θεομιμήσεως· «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Και, όταν απορούν όσοι διστάζουν, αναλύει το πως επιτυγχάνεται αυτό· «ο Θεός ενεργεί σ’ εσάς, ώστε να θέλετε και να πράττετε, ό,τι είναι σύμφωνο με το λυτρωτικό του σχέδιο»(Φιλ. 2, 13), καθώς και «όλα τα μπορώ χάρη στο Χριστό που με δυναμώνει»( Φιλ. 4,13).
Στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται συνήθως ο όρος «μίμησις Χριστού», αλλά το ακολουθείν οπίσω Αυτού ως χαρακτηριστικό μαθητείας ιδίως των μαθητών που Τον ακολουθούν. Όμως από τους Αποστόλους γενικώς κηρύχθηκε η μίμηση του Χριστού σε όλη την έκταση. Ακολουθούντες οι μετά τους Αποστόλους Πατέρες — Ωριγένης, Ιγνάτιος, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς— διδάσκουν «πολιτεύεσθαι εις δύναμιν εξομοιωτικήν τω Θεώ». Γρηγόριος ο Νύσσης ομολογεί ότι ο Χριστιανισμός είναι «θείας φύσεως μίμησις». Και ακολουθούν οι υπόλοιποι Πατέρες Βασίλειος, Χρυσόστομος και άλλοι έως των ημερών μας που έχουν το ίδιο φρόνημα εν Χριστώ Ιησού. Ο Κύριός μας άλλωστε λίγο προ της παραδόσεώς του, όταν ένιψε τους πόδας των μαθητών, τους παρεκίνησε να μιμούνται την ταπείνωσή του.
Η ενανθρώπηση του Κυρίου μας μάς φανέρωσε και τα δύο ήθη, το θείο και ανθρώπινο, σ’ όλη την τελειότητα και να πως ο άνθρωπος με όλα τα μέσα, ανθρώπινα και θεία, γίνεται τέλειος, συμφώνα με τη θεία απαίτηση «άγιοι γίνεσθε ότι εγώ άγιός είμι». Ανθρώπινα μέσα είναι η ορθή πρόθεση του ανθρώπου παιδαγωγούμενη από τον πανάρετο βίο του Κυρίου μας. Θεία μέσα είναι η δύναμη της χάριτος, που διά της Εκκλησίας του μας μεταδίδει ο θείος Λυτρωτής μας.
Ως προς την άμυνα κατά της περιεκτικής κακοηθείας και κατ’ αυτού του σατανά, του αρχηγού των κακών, μας καθώπλισε ο Κύριος λέγοντας, «σας  έχω δώσει εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς και να κυριαρχείτε πάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού»(Λουκ. 10, 19). Στους φορείς και κατόχους θεοπρεπών ενεργειών ακολουθούν τα εξής· «θα διώχνουν δαιμόνια, θα μιλούν νέες γλώσσες, και αν παίρνουν φίδια στα χέρια τους ή πίνουν κάτι δηλητηριώδες δεν θα παθαίνουν τίποτε· θα βάζουν τα χέρια τους πάνω σε αρρώστους και θα τους θεραπεύουν»(Μαρκ. 16, 17-18). Και, τέλος, καταξιώνοντάς τους ιδίους σε υιοθεσία και θέωση ο Κύριος λέει με το στόμα του Ευαγγελιστού, «όσοι δε έλαβον Αυτόν,δηλ. όσοι τον δέχτηκαν και πίστεψαν, τους έδωσε εξουσία, δηλ. το δικαίωμα, να γίνουν παιδιά του Θεού»(Ιωαν. 1,12). Με αυτές πλέον τις ιδιότητες ο Χριστιανός οφείλει να δικαιώσει όλη αυτή τη θέση του στην κλήση και την κληρονομιά του γινόμενος κατά πάντα «του Χριστού», σύμφωνα με τον λόγο του Παύλου.
Η μιμητικότητα είναι χαρακτηριστικό της ανθρωπίνης φύσεως και κανόνας στο νόμο της επιρροής. Σ’ όλη την ιστορία διαφαίνεται η επίδραση των διδασκάλων, και γενικά των διαφόρων φορέων των γνώσεων, στους μαθητές και θαυμαστές τους, μέχρι του σημείου να πείθεται ο καθένας ότι αυτές οι επιδράσεις είναι φυσικός νόμος. Αναφέρουμε το νόμο της επιρροής σαν κάτι το συγκεκριμένο, που λειτουργεί μέσω των φυσικών νόμων και μόνον, για να παραστήσουμε έπειτα σαφέστερα την πραγματικότητα και το μέγεθος του υπέρ φύσιν περισσεύματος, που ενεργεί σε μας η επιρροή της χάριτος, την οποία παρέχει ο δικός μας Καθηγητής και Διδάσκαλος.
Ο νόμος της επιδράσεως επιβάλλει την εξομοίωση με εκείνον που συνήθως θαυμάζουμε και αγαπούμε. Είναι ένα είδος μεταμορφώσεως των χαρακτήρων, επιδράσεως του ενός επί του άλλου, αρκεί το ενδιαφέρον και ο θαυμασμός να είναι αληθινά. Επάνω στον Ιωνάθαν βλέπουμε εξ ολοκλήρου τον Δαβίδ και τανάπαλιν. Λέγεται για τον Φίλωνα, τον θερμό ζηλωτή της πλατωνικής διδασκαλίας, ότι τόσον αφωμοίωσε τον θαυμαζόμενο διδάσκαλο, ώστε σχεδόν μεταμορφώθηκε κατά το δικό του πρότυπο, και πάντοτε ελέγετο στις μέρες του ότι «ή ο Φίλων πλατωνίζει ή ο Πλάτων φιλωνίζει». Με ένα λόγο, ολόκληρη η πανανθρώπινη αξιοπρέπεια θεμελιώνεται επί του αξιώματος της επιρροής.
Αυτή την επιμονή μου τη στηρίζω στον Παύλο, ο οποίος προβάλλει με σοβαρότητα αυτόν το νόμο της επιρροής σαν βέβαιο κανόνα μεταμορφώσεως των πιστών στο πρότυπό τους, αφού εκ των προτέρων ο ίδιος το έπαθε, και δικαίως παροτρύνει «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Και να πως παραδίδει το μάθημα ο άριστος αυτός καθηγητής· «όλοι εμείς χωρίς κάλυμμα στο πρόσωπο, κοιτάζουμε σε καθρέφτη τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτήν τη λαμπρή εικόνα του, βαδίζοντας από δόξα σε δόξα με την ενέργεια του Κυρίου, που είναι το Πνεύμα»(Β΄Κορ. 3, 18). Εδώ εμείς δεν θα σκεφθούμε τον Κύριό μας, του οποίου τη δόξα, τον χαρακτήρα, αντικατοπτρίζουμε προς μίμηση, σαν ένα απλό διδάσκαλο, φιλόσοφο ή μουσουργό, ώστε ο απλός νόμος της επιρροής να μας επηρεάσει. Ο Χριστός μας, ως Πανσθενουργός Θεός, επιδρά πάνω μας αν θελήσουμε πέρα των φυσικών νόμων διά της υπέρ εκ περισσού χάριτός του, γιατί ακριβώς ήλθε, ίνα ζωήν έχωμεν και περισσόν έχωμεν. «Εγώ γαρ, φησί, ζω και υμείς ζήσεσθε».
Για μας ο Χριστός δεν είναι μόνον ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ο Κύριος της δόξης, του οποίου η χάρις ως ζώσα ενέργεια μένει μαζί μας στους αιώνες, κατά την αψευδή του επαγγελία, που θεραπεύει τα ασθενή και αναπληρώνει τα ελλείποντα και γίνεται «τοις πάσι τα πάντα». Ο ανωτέρω λόγος του Παύλου προς τους Κορινθίους (Β΄Κορ. 3,18), είναι η πρακτικότερη μέθοδος του αγιασμού, που μεταδίδεται σε όσους πιστούς με προσοχή και ενδιαφέρον αντανακλούν πάνω τους τον θείο χαρακτήρα του Κυρίου μας, διότι απαραβάτως κατά τον αυτόν χαρακτήρα θα μεταμορφώνονται σταδιακά «βαδίζοντας από δόξα σε δόξα με την ενέργεια του Κυρίου, που είναι το Πνεύμα».
Και να με ποιο τρόπο ο Ιησούς μας παρακινεί· «όποιος θέλει να με υπηρετεί  ας ακουθεί το δικό μου δρόμο» και «όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι και ο δικός μου υπηρέτης»(Ιω. 12, 26). Η ολοκληρωτική μίμηση του Χριστού από τον άνθρωπο δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Υπάρχει όμως το ενδεχόμενο ανθρωπίνως να κατορθωθεί και γίνεται σε όσους μπορούν να πούν με παρρησία, «να εμείς τα αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε». Μόνον εκείνοι  ενδυναμώνονται «και να τον μιμηθούν  και να εφαρμόσουν όλες τις εντολές του», σύμφωνα με τον Μάξιμο τον Ομολογητή.
Προαναφέραμε το νόμο της επιρροής κατά τους φυσικούς λόγους, αλλά εδώ η μίμηση του Χριστού – Θεού δεν είναι μόνον φυσικός νόμος αντιγραφής παραδείγματος ή συστήματος συμπεριφοράς. Ασφαλώς και αυτά συντελούν. Ο λόγος όμως εδώ είναι ότι δεν βαδίζει ο άνθρωπος προς τον Θεόν να τον μιμηθεί, αλλά έρχεται ο Θεός προς τον άνθρωπο να τον θεοποιήσει. Το πρώτο είναι μηχανικό, ενώ το δεύτερο είναι οργανικό· το ένα είναι ανθρώπινο, το άλλο είναι θεοπρεπές.
Στην προσπάθειά μας  «όσα μεν είναι δεκτικά στη φύση μας τα μιμούμεθα, όσα δε δεν είναι τα σεβόμαστε και τα προσκυνούμε», κατά τον Γρηγόριο Νύσσης. Εάν ο Κύριός μας πληροφορεί ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», και η μίμηση του από τους πιστούς πραγματοποιείται διά της θείας του χάριτος με τη συνεργασία της αυταπαρνήσεως. «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει· όποιος όμως εξαιτίας μου χάσει τη ζωή του θα τη βρει»(Ματ. 16, 24-25). Από αυτό συμπεραίνεται ότι στην περιεκτική αυτή αυταπάρνηση, που ακολουθούμε χωρίς περιστροφές, αναγκαζόμαστε να βαδίσουμε εναντίον της πεσμένης στην αμαρτία φύσεώς μας και όλων των συστημάτων της συμβατικότητος του ψευδοπολιτισμού και να σηκώσουμε το σταυρό και τον ονειδισμό του Χριστού, όσον και αν φαίνεται αυτό πρόκληση στην ορθολογιστική έννοια αυτού του κόσμου. Το νόημα του πεπλανημένου κόσμου είναι το φρόνημα του εκπεσόντος πρώην εωσφόρου και νυν σατανά που εξαπάτησε τον πρώτον άνθρωπο να σκεφθεί με υπερηφάνεια και ιδιοτέλεια, αρρώστια που υπάρχει μέχρι σήμερα και έως της συντελείας στους υιούς της απειθείας. Αυτήν την ασθένεια και κάθε άλλη παρόμοια, αιτία της φθοράς και του θανάτου, θεράπευσε ο κλίνας ουρανούς και καταβάς Θεός Λόγος διά της ταπεινώσεως και υπακοής του προς τον Θεόν Πατέρα, διότι κατά τον Παύλο «αν και ήταν Θεός δεν θεώρησε την ισότητά του αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου και έγινε άνθρωπος και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού»(Φιλ. 2, 6-8). Το ζωντανό αυτό παράδειγμα της ταπεινώσεως του Θεού Λόγου, της «κενώσεώς» του, είναι ο δείκτης της χριστιανικής ζωής. Το νόημα της εν Χριστώ βιοτής είναι το ταπεινό φρόνημα, που συντρίβει την υπερηφάνεια του διαβόλου και κάθε ιδιοτέλεια.
Όλοι οι λόγοι και οι πράξεις του παναρέτου βίου του Κυρίου μας παρεδόθησαν στους πιστούς προς μίμηση διά της χάριτός του. Εξαίρετα όμως θαυμάζονται η ταπείνωση και η αγάπη του, που κατά το λόγιο «εκάλυψαν ουρανούς» και συγκλόνισαν την κτίση.
Στην παγκόσμια ιστορία δεν εμφανίσθηκε κανένας κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, αναμορφωτής, παιδαγωγός και εν γένει δημιουργός στην διάπλαση των κοινωνιών, που να χάραξε τα απαράμιλλα σημεία πλεύσεως, αγάπης, λέω, και ταπεινοφροσύνης, στον παγκόσμιο σκοτεινό ωκεανό του συμφέροντος και του εγωϊσμού. Οι ολόφωτοι αυτοί πυρσοί σαν δείκτες της ορθής πορείας περισώζουν τη δυστυχισμένη ανθρωπότητα από τα σκοτάδια του μίσους, της εκδικήσεως και της αρπαγής του ακόρεστου συμφέροντος και μεταβάλλουν το απέραντο ανθρωποσφαγείο σε χώρο αξιών και  αξιοπρέπειας, ώστε η ανθρώπινη προσωπικότητα να μην εκμηδενιστεί! Πάντως στις ημέρες μας ο δείκτης αυτός της ισορροπίας αντιστράφηκε επικίνδυνα και καλούνται «οι του Χριστού», οι καλοί σαμαρείτες της αλληλεγγύης και του αλτρουϊσμού, να γονατίσουν και να υψώσουν ικετευτικά τα χέρια τους στον μεγάλο μας Σωτήρα και Αναμορφωτή να παρατείνει τους οικτιρμούς του και να δώσει σύνεση στην παράλογη τρέλλα των αδίστακτων φορέων του εγκλήματος και του αθέμιτου συμφέροντος, που οδηγεί αδίστακτα στον Αρμαγεδδώνα του αφανισμού και ολέθρου οτιδήποτε μέχρι σήμερα κατεσκευάσθηκε άξιο και ευγενές.
Αλλά ας επανέρθουμε στο θέμα μας. Και επειδή το προοίμιο του λόγου μας ήταν η μίμηση του Ιησού μας, έκρινα να μη παραλείψω σχόλιο του μεγάλου μας φωστήρα της Καισαρείας, Βασιλείου του Μεγάλου, στον βίο του Κυρίου μας, στο οποίο αναφέρει τα εξής· «όλα όσα αφορούν τη ζωή του Κυρίου μας οδηγούν στην ταπεινοφροσύνη. Ως βρέφος γεννήθηκε σε σπήλαιο και τοποθετήθηκε όχι σε κρεβάτι αλλά μέσα σε φάτνη· έζησε σε σπίτι μαραγκού, με άγνωστη και ασήμαντη μητέρα, υπακούοντας στη μητέρα και στον μνηστήρα της· διδασκόταν, ακούοντας αυτά που δεν είχε ανάγκη, ρωτώντας  όμως, και με την ερώτηση θαυμαζόταν για τη σοφία του· υποτάχθηκε στον Ιωάννη και δέχθηκε βάπτισμα από το δούλο ο Δεσπότης· δεν αντιστάθηκε σε κανένα που ήταν αντίθετός του, ουτέ χρησιμοποίησε την απέραντη εξουσία που είχε, αλλ’ υποχωρούσε σε αυτούς σαν να ήταν δυνατότεροι και επέτρεπε στην πρόσκαιρη εξουσία να φαίνεται ισχυρή· δικαζόταν από τους αρχιερείς, οδηγείτο στον ηγεμόνα και ενώ δεχόταν καταδίκη ελέγχει όσους τον συκοφαντούσαν υποφέροντας σιωπηλός τις συκοφαντίες·  από ασήμαντους δούλους και παιδάρια δεχόταν φτυσίματα, παραδινόταν σε θάνατο, μάλιστα τον χειρότερο για τους ανθρώπους. Έτσι ως άνθρωπος έζησε από τη γέννηση μέχρι το τέλος του  και μετά από τόσο μεγάλη ταπεινοφροσύνη φανέρωσε τη δόξα του, συνδοξάζοντας με τον εαυτό του όσους περιφρονήθηκαν». Εδώ πραγματικά αποκαλύπτεται κάθε λογικός άνθρωπος σε κάθε ηλικία αλλά και περίσταση, γιατί ακριβώς ο Κύριός μας έζησε στη γη σε μία ταραχώδη και ακατάστατη κοινωνική ζωή, που η δυσκολία και η αβεβαιότητα ήταν μάλλον κανόνας της ζωής.
Ο πλούτος όμως της αγάπης του και η βαθυτάτη του ταπείνωση ανυψώθηκαν στον μέγιστο θρίαμβο, στο κέντρο της παγκόσμιας ιστορίας, όταν έδωσε τη σκληρότερη μάχη πάνω στο Σταυρό, κατανικώντας τις δυνάμεις του μίσους και τον όγκον του εγωϊσμού σε όλη τους την έκταση και βραβεύοντας με την παναγάπη και αυτοθυσία του τους σταυρωτές του! «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γάρ οίδασι τι ποιούσι»! Τα ασίγητα αυτά λόγια, που σε όλους τους κόσμους θα βοούν σε όλες τις γενεές και τους αιώνες, θα είναι το επισφράγισμα της θείας και θεοπρεπούς ιδιότητος του μόνου Λυτρωτού όλων των κόσμων, ορατών και νοουμένων, ότι όντως Αυτός είναι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού που ήρθε στον κόσμο και ότι στο πανάγιον όνομά Του πραγματοποιείται όλη η σωτηρία. «Μέγας εί, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου»!
Να, λοιπόν, η εικόνα και το πρότυπο της αναπλάσεως σε όσους θέλουν να  μιμηθούν και να ανακαινισθούν. Από τη βρεφική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση, ό,τι αφορά την ανατροφήν και την επικοινωνία, και μετά ο κανόνας των σχέσεων και της συμπεριφοράς προς τους πλησίον, ταπείνωση και υποταγή στην αναστροφή, πραότητα και αγάπη στις σχέσεις και τη συμπεριφορά. Να η οντολογική ανακαίνιση του ανθρώπου, ότι με το πάθος του Κυρίου μας πραγματοποιείται και κερδίζει η ηθική των Χριστιανών την εξαιρετική θέση της. Το βαθύ αυτό νόημα ερμηνεύει την μωρία του Σταυρού, που ο Παύλος εγκωμιάζει, και που παραμένει στους Ιουδαίους σκάνδαλο και στους κάθε είδους ειδωλολάτρες μωρία.
Όπως προανεφέραμε, το επίκεντρο του μυστηρίου του Σταυρού, που κάθε πιστός προσκαλείται αλλά και φιλοδοξεί να σηκώνει ακολουθώντας τον Ιησού, σ’ αυτά τα φαινόμενα σύντομα διαφαίνεται: πραότητα και ταπείνωση στη συμπεριφορά, αγάπη και αυτοθυσία στις σχέσεις του, και έτσι ο άνθρωπος ευρίσκεται εφαρμόζοντας το νόμο του Χριστού. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο μίμηση των πιστών στο πάθος του Κυρίου μας είναι το ουσιωδέστερο επίτευγμα της ολοκληρωτικής κοινωνίας τους όχι μόνον στο πάθος, αλλά και την ανάσταση και τη δόξα της αναλήψεως του Σωτήρος μας, όπου στα δεξιά του Πατρός υποδέχεται κατά το ευαγγέλιόν του όλους τους δικούς του, «για να βρίσκονται όπου είναι και Αυτός και να βλέπουν τη δόξα του»(Ιω. 17,24).
Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος αναφέρει κάτι ανάλογο σε μία των κατηχήσεών του, το εξής· «όσοι δεν μιμήθηκαν τα πάθη του Χριστού διά μετανοίας και υπακοής και δεν μετείχαν στο θάνατό Του, δεν θα γίνουν συμμέτοχοι ούτε της πνευματικής του αναστάσεως, ούτε θα λάβουν Πνεύμα Άγιον». Η άρση άρα του Σταυρού ως καθήκον όλων των πιστών, κατά τον Παύλον, «αν μαζί με τον Χριστό πεθάναμε, μαζί του και θα ζήσουμε,…αν τον αρνηθούμε,και εκείνος θα μας αρνηθεί»(Β Τιμ. 2, 11-12), καθίσταται το κύριο μέλημα και παρουσιάζει τη χριστιανική ζωή ομολογιακήν επιταγή και όχι συμβιβαστικό σύστημα. Το νόημα του Σταυρού σαν περιεκτική φιλοπονία ερμηνεύεται στην ακρίβεια της τηρήσεως όλων των εντολών, των οποίων —έστω και της ελαχίστης— η παράβαση θα έχει ως αποτέλεσμα να «κληθεί ελάχιστος» ο φταίκτης.
Την ακρίβεια της ομολογίας τους οι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, όλων των εποχών, εξεπλήρωναν με κάθε λεπτομέρεια. Χαρακτηριστική όμως αποδεικνύεται η ομολογία των Νεομαρτύρων επί τουρκοκρατίας. Πολλοί απ’ αυτούς τους μακαρίους, αρπαζόμενοι από τις τυραννικές ορδές των κρατούντων στα διάφορα παιδομαζώματα, υποχρεώνονταν σε ακούσιο διά της βίας εξισλαμισμό στη βρεφική ηλικία και ουδέποτε είχαν συνείδηση ότι παρέβησαν τη δικήν τους πίστη διά το ανωριμο της ηλικίας. Σε όσους δε γινόταν αυτό γνωστό μετά την ενηλικίωσή τους μεταμελούνταν και επέστρεφαν με μετάνοια στην χριστιανική τους πίστη και πάρα πολλοί κατέφευγαν στον μοναχισμό. Η φωνή όμως της ομολογιακής συνειδήσεως δεν  σιωπούσε και μετά από τη σκληρη μετάνοια, ώστε πολλούς βρίσκουμε να παραδίδωνται εκουσίως στους τυράννους και να ελέγχουν με παρρησία την αδικία που έγινε εις βάρος τους και με σκληρά βασανιστήρια και ποικίλα μαρτύρια να ξεπλένουν την πρώτην, έστω και ακούσια, άρνηση.
Ο δρόμος προς το μαρτύριο και, γενικά, η ομολογιακή θέση της χριστιανικής πίστεως δεν παρουσιαζόταν μόνον σε ημέρες διωγμών  στις θερμές και ζέουσες καρδίες των πιστών, αλλά και μετά τη παύση της πολεμικής λαίλαπας των διαφόρων διωγμών. Επινοούσαν τρόπους και μέσα εκουσίου σταυρώσεως υποβαλλόμενοι σε διάφορες ασκήσεις στερήσεων και αγώνων, που αν και φαινόταν ότι αγωνίζονταν κατά της περιεκτικής κακίας και υπέρ της αποκτήσεως των αρετών, το βάθος του σκοπού τους ήταν ο φιλόθεος ζήλος τους υπέρ της αγάπης του Χριστού που πρώτος μας αγάπησε. Όσοι με το βάπτισμα «ενεδύθησαν χάριτι» τον Χριστόν, ενσυνείδητα πλέον εισδύουν στο νόημα του θανάτου και της αναστάσεώς του, όπου επέρχεται πλέον κατά συνέπειαν η διακοπή της σχέσεώς τους προς την αμαρτία και έτσι πραγματοποιείται η ποθητή μίμηση με το προτύπου τους τον Χριστό.
Η προς τον Χρίστον – Θεόν ομοίωση δεν πραγματοποιείται με φυσικά μέσα μιμήσεως, αλλά διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που διά των θείων της Εκκλησίας μυστηρίων γεννάται στους πιστούς. Η μίμηση απλώς της Χριστοηθείας των πιστών αποδεικνύει τη σωστή τους πρόθεση να εκλέξουν τον ενάρετο βίο αντί της φαυλότητος του πονηρού βίου. Ολόκληρη όμως την  μεταβολή και προαγωγή τους «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» και την μετάθεσή τους «εκ του θανάτου εις την ζωήν» λαμβάνουν με την κοινωνία των θείων ενεργειών, στις οποίες μετέχουν μέσω των θείων μυστηρίων.
Το βαθύτερο νόημα της Θεομιμήσεως ξεπερνά τους όρους των κανόνων της συμπεριφοράς, όπως ίσως θα νομίζουν οι νεωτεριστές. Κάτι τέτοιο βρίσκει κάνεις στις διαιρεθείσες Εκκλησίες. Η καθολική προσπάθεια των πιστών ν’ ακολουθήσουν, δηλαδή να μιμηθούν, τον Χρίστο όσο μπορούν είναι να «ζήσουν εν Αυτώ», όπου προκαλείται η ομοήθειά μεταξύ τους και προς Αυτόν· αυτό δε είναι ακατόρθωτον χωρίς την Εκκλησία. Η βαθύτερη μέσω της Εκκλησίας διά των μυστηρίων κοινωνία των πιστών με τον Χριστό και τους αγίους συνιστά την πανενότητα, όπου «πάντες οι του Χριστού έν εισί». Η μίμηση άρα του Χριστού στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η ολοκληρωτική ομοήθεια, Θεοήθεια, θεανθρωπισμός και θέωση ως καθολικός προορισμός του ανθρώπου, που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» και που έφθασε τώρα στην τελειότητα με την θεία κένωση του Λόγου.
Στην αγωνιστικότητά του για την μίμηση του Χριστού  ο κάθε πιστός πληροφορείται εν αισθήσει την ανθρώπινη αδυναμία και μαθαίνει διά της πείρας το Κυριάκόν λόγιον, ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Εξ αντιθέτου, διά του Παυλείου «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» διδάσκεται πλήρως την άριστη αρετή της ταπεινώσεως της χριστιανικής ζωής και την αχώριστη σύντροφό της υπακοή, τα γνήσια χαρακτηριστικά του προτύπου. «Διότι λέει μάθετε από εμένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά» και πάλιν «δεν ήλθα να κάνω το θέλημά μου, αλλά το θέλημα του Πατέρα μου που με έστειλε». Η υπομονή που συστήνεται στους δικούς του από τον Κύριό μας, «εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών» και «όποιος υπομείνει μέχρι τέλους αυτός θα σωθεί», αποκαλύπτουν την αδυναμία και τρεπτότητα της ανθρωπίνης φύσεως μετά την πτώση και συνιστούν την συνεχή προσπάθεια προς την ατελείωτη τελειότητα. Η συνεχιζόμενη προσπάθεια της Χριστομοιώσεως δεν παύει να διδάσκει στον άνθρωπο τη δική του ευτέλεια και ταπεινότητα, που πιέζεται συνεχώς από τη φαυλότητα του παλαιού ανθρώπου και όλων των συναφών, και αυτό ακριβώς φανερώνει τον δείκτη της αποστάσεώς του από τον Χριστό. Η πρακτική αυτή εμπειρία της ανθρωπίνης αδυναμίας και μηδαμινότητος αποκαλύπτει το ύψος της θείας δωρεάς και αγάπης προς τον άνθρωπο και συντελεί στην πληρέστερη μορφή της τελειότητος, στην οποίαν οι κατά Θεόν τέλειοι όλα τα αποδίδουν σ’ Αυτόν, «ώστε Αυτού να είναι όλα και Αυτός να είναι σε όλα»(Κολ. 2,11).

(Γέροντος Ιωσήφ, Λόγοι Παρακλήσεως, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 15, εκδ. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, σ. 43-55).
πηγή
το είδαμε εδώ

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Λόγος εγκωμιαστικός στους Βατοπαιδινούς αγίους Ευδόκιμο και Ιωακείμ Παπουλάκη


Ο νεοφανής Άγιος Ευδόκιμος.
Ευδόκιμος, το ευωδέστατο και μυρίπνοο άνθος του πνευματικού κήπου της Μονής μας. Το ευσκιόφυλλο και γεμάτο καρπούς δένδρο, που είναι φυτευμένο «παρά τας διεξόδους των υδάτων», που καρποφόρησε στον κατάλληλο καιρό. Με την οσμή του μύρου του ευωδίασε, όχι μόνο τη μονή της μετανοίας του, αλλά και όλη την Αθωνική χερσόνησο. Τήρησε και μετά το θάνατό του τον πρώτο μακαρισμό του Κυρίου μας, μένοντας ταπεινός και αφανής.
Πότε έζησε; Με ποιούς υπεράνθρωπους άθλους και αγώνες, αυτός ο τρισμακάριστος πατέρας μας, έγινε ευάρεστος στον Θεό; Κανείς δεν γνωρίζει, εκτός από τον ίδιο και τον Θεό. Αφού έφθασε στα ύψη των αρετών και της τελειότητος, τρύγησε τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Η θεία Χάρις τον ειδοποίησε για το επερχόμενο τέλος της επίγειας ζωής του που ανέμενε με πόθο. Μπήκε κρυφά, χωρίς να τον αντιληφθεί κανένας από τους αδελφούς στο οστεοφυλάκιο της Μονής και κοιμήθηκε ειρηνικά ανάμεσα στους «προαπελθόντας Πατέρας» παραμένοντας άγνωστος. Πόσα χρόνια βρισκόταν το πολύπονο και αθλητικό του σκήνος μέσα στο οστεοφυλάκιο; Ούτε αυτό το γνωρίζουμε.
Όταν το έτος 1840 οι πατέρες της Μονής θέλησαν να επισκευάσουν το κοιμητήριο, ανακάλυψαν ένα λείψανο αγίου που ανέδιδε άρρητη ευωδία, η οποία εξακολουθεί και σήμερα να υπάρχει στα οστά του και την τιμία κάρα του.
Επειδή ο άγνωστος αυτός άγιος με την πολιτεία και τους ασκητικούς αγώνες του, ευδοκίμησε, ευαρέστησε δηλαδή τον Θεό και έγινε δόκιμο σκεύος της θείας Χάριτος, ονομάστηκε Ευδόκιμος. Την μνήμη του τιμούμε στις 5 Οκτωβρίου.
 iwakpap2
Ο Όσιος Ιωακείμ ο Παπουλάκης
Πρόσφατα το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέταξε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας τον όσιον Ιωακείμ τον Ιθακήσιο, τον επονομαζόμενο Παπουλάκη.
Γεννήθηκε το 1786 στην Ιθάκη από ευσεβείς γονείς. Στην παιδική του ηλικία έχασε τη μητέρα του. Ο πατέρας του, που ήταν πλοίαρχος, νυμφεύτηκε για δεύτερη φορά μια γυναίκα, που μισούσε τον αθώο Ιωάννη. Αυτό ήταν το κοσμικό του όνομα.
Ο μικρός Ιωάννης έγινε ναυτόπουλο σε ξένο πλοίο ταξιδεύοντας σε διάφορους προορισμούς. Κάποτε το καράβι του έφθασε στο λιμάνι της Μονής Βατοπαιδίου. Ο Ιωάννης επισκέφθηκε τη Μονή και προσκύνησε τα ιερά κειμήλια. Τόσο επηρεάσθηκε από τα όσα είδε και έζησε, ώστε παρουσιάστηκε στον ηγούμενο και τον παρακάλεσε να τον κρατήσει για να γίνει μοναχός. Έγινε δόκιμος και μετά μοναχός παίρνοντας το όνομα Ιωακείμ. Ο Ηγούμενος εκτιμώντας τα προσόντα του τον όρισε σύμβουλο, οικονόμο και διαχειριστή της Μονής μέχρι την μεγάλη Ελληνική επανάσταση του 1821, οπότε εστάλη στη Πελοπόννησο για να στηρίξει τους αγωνιζόμενους εναντίον των Τούρκων.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο πατήρ Ιωακείμ δεν γύρισε στη Μονή, αλλά αποσύρθηκε σ’ ένα ησυχαστήριο στο φαράγγι της Γούβας στην Ιθάκη. Μετά μετακινήθηκε στο Βαθύ. Σύντομα ο «Παπουλάκης», όπως τον αποκαλούσαν, έγινε το κέντρο παρηγοριάς και του στηριγμού του λαού. Οι Ιθακήσιοι τον αποδέχονταν ως άγιο, γιατί έκανε θαύματα ενώ ζούσε.
Φτωχός και απέριττος κοιμήθηκε στις 2 Μαρτίου του 1867 και τάφηκε σύμφωνα με την επιθυμία του πίσω από το ιερό Βήμα του αγαπημένου του ναού, της αγίας Βαρβάρας. Μέρος του τιμίου λειψάνου του μεταφέρθηκε στη Μονή μας από αντιπροσωπεία της, που συνήργησε με τον Μητροπολίτη Λευκάδος κ. Νικηφόρο στην ανακομιδή του. Ο λαός της Ιθάκης διηγείται με ευλάβεια τα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί μέχρι και σήμερα ο Άγιος Ιωακείμ.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Γάμος καὶ οἰκογένεια -Γέρων Ἰωσήφ Βατοπαιδινό


1. Ποιὰ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου;
«Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστι ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν» (Ἐφ. 5,32). Στὴ φράση αὐτὴ ὁ ἀπ. Παῦλος παραλληλίζει τὴ σχέση ἄνδρα-γυναίκας, ποὺ ὑπάρχει στὸ γάμο, μὲ τὴ σχέση Χριστοῦ-Ἐκκλησίας. Ὅπως ὁ Κύριός μας -ὡς κεφαλή-, ἕνωσε τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα -ἂν καὶ ἡ τελευταία ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰ μέλη-, ἔτσι καὶ στὸ γάμο ἡ νόμιμη ἕνωση τῶν δύο μερῶν -ἄνδρα καὶ γυναίκας-, ἀποτελεῖ ἕνα• μία φύση ὅπως κατασκευάσθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας.

Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «καθ’ ὁμοίωσιν» τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὁ Θεὸς -ἂν καὶ εἶναι ἕνας στὴ φύση ἢ οὐσία-, εἶναι καὶ τριάδα προσώπων ἢ ὑποστάσεων. Μεταξὺ τῶν προσώπων ὑπάρχει ἡ ἀγαπητικὴ κοινωνία. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μετὰ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογεῖ «ὅτι οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον» (Γέν. 2,18). Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ σώματος παίρνει μέρος ὁ Θεὸς ὁμοούσιο καὶ ὁμοφυὲς καὶ κατασκευάζει αὐτὸ ποὺ ἔλειπε. Μέσα στὸ σχέδιο τῆς δημιουργίας τὸ πλῆθος θὰ ἀντικαθιστοῦσε τὴ μονάδα. Ἡ ἀνθρώπινη φύση θὰ γινόταν «μυριυπόστατος», δηλαδὴ μὲ πολλὲς ὑποστάσεις ἢ πρόσωπα.

Ὅπως ἡ λέξη «Ἐκκλησία» εἶναι σὲ ἑνικὸ ἀριθμὸ καὶ ὅμως περιλαμβάνει πλῆθος μελῶν, ἔτσι καὶ ἡ λέξη «ἄνθρωπος» -ἂν καὶ εἶναι σὲ ἑνικὸ ἀριθμό-, περιέχει τὸ στοιχεῖο τῆς κοινωνίας τῶν περισσοτέρων. Ὁ Χριστὸς -ὡς κεφαλή-, εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποτελοῦν ἕνα. Ὁ ἄνδρας, ὡς κεφαλὴ τῆς γυναίκας εἶναι ἑνωμένος σὲ ἕνα σῶμα μὲ αὐτήν, καὶ «ἄρα οὐκέτι εἰσὶ δύο» ἀλλὰ «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» (Ματθ. 19,5-6). Στὴν ἑνότητα αὐτή, ποὺ δὲν εἶναι φυσική, κρύβεται τὸ μυστήριο.



2. Πῶς θὰ γίνει κατορθωτὴ αὐτὴ ἡ ἑνότητα;
Α. Προσοχὴ στὴν ἐκλογή.
Ὅπως στὴν κοινωνική μας ζωὴ μετὰ ἀπὸ δοκιμὴ καὶ πείρα ἐπιλέγουμε τὸ συμφέρον μας καὶ προσέχουμε νὰ μὴν παρασυρθοῦμε ἢ παραπλανηθοῦμε καὶ στὸ σοβαρότατο καὶ ἀμετάβλητο μυστήριο τοῦ γάμου ἐπιβάλλεται ἡ κατάλληλη προσοχή.

Οὔτε οἱ ἀξίες, οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε τὰ φανταστικὰ ὄνειρα, οὔτε καὶ ἡ πρόκληση τῆς μορφῆς τοῦ προσώπου πρέπει νὰ μᾶς δελεάζουν στὴν ἐκλογὴ τοῦ συντρόφου τῆς ζωῆς, ἂν κατ’ ἀρχὴν δὲν ἀποδειχτεῖ ἡ συμφωνία, ἡ ὁμογνωμία καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῶν ὅρων καὶ κανόνων τῆς γνήσιας συζυγίας. Καὶ οἱ δύο μελλόνυμφοι πρέπει νὰ πιστεύουν στὴν ἀξία τῆς πατρότητας καὶ μητρότητας, χάριν τῶν ὁποίων καὶ ἐμεῖς ὑπάρχουμε. Ἐὰν οἱ δικοί μας γονεῖς ἀδιαφοροῦσαν γιὰ τὴν παιδοποιία, θὰ ὑπήρχαμε ἐμεῖς σήμερα;

Β. «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».
Τὸ μέσο τῆς ἑνώσεως τῶν πολλῶν σὲ ἕνα εἶναι ἡ ἀγάπη, ποὺ καὶ αὐτὸ ὡς μυστήριο εἶναι σχεδὸν ἀνέκφραστο. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ» (Α’ Ἰω. 4,8). Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀγάπη σὰν ἕνα ἁπλὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα. Εἶναι αὐτούσια ἀγάπη, ἡ ὁποία «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς», «οὐ λογίζεται τὸ κακόν», «οὐκ ἀσχημονεῖ», τὰ πάντα συνδέει καὶ προνοεῖ, «πάντα στέγει» καὶ δικαίως οὐδέποτε ἐκπίπτει ἢ ἀδρανεῖ, ἢ ἐκλείπει, ἢ ἀδυνατεῖ.

Ὁ νόμος ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Γι’ αὐτὸ ἡ Γραφὴ διατάσσει: «Ἐὰν προληφθῆ ἄνθρωπος ἐν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ (δηλ. οἱ φορεῖς τῆς ἀγάπης), καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον» (Γαλ. 6,1) καὶ «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6,2).

Ἐὰν θέλουμε νὰ περιπατοῦμε «ἀξίως τῆς κλήσεώς» μας θὰ τὸ πετύχουμε μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ πραότητα «ἀνεχόμενοι ἀλλήλους» μὲ ἀγάπη. Γίνεσθε μεταξὺ σας «χρηστοί, εὔσπλαχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς» (Ἐφεσ. 4,32), ὑποτασσόμενοι μεταξὺ σας μὲ φόβο Θεοῦ.

Τὴν ἰδιοτέλεια, τὸ μεγαλύτερο ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεώς μας, μόνον ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ τὴ συντρίψει καὶ νὰ τὴ μεταστρέψει σὲ ἀνιδιοτέλεια. «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου» (Α’ Κορ. 10,24), «πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α’ Κορ. 16,14) καὶ τὸ σπουδαιότερο «ἐντέλλομαι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω. 15,17).

Αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ ἀπαραίτητος κανόνας καὶ νόμος τῆς ζωῆς, τῆς ἑνότητας, τῆς ἁρμονίας, ποὺ καταλήγει στὸ Θεό, γίνεται ὅπως εἶναι ὁ Θεός, ἀθάνατος καὶ ἀΐδιος. Μέσω αὐτῆς ἐπιτυγχάνουμε τὴν ἁρμονία τοῦ γάμου ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ ὥς τὴν αἰωνιότητα ἀφοῦ ὁ Θεός, ἡ παναγάπη, ἀποκαλύπτει ὅτι «ἐγὼ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε» (Ἰω. 14,19) καὶ «ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται» (Ἰω. 12,26). Ποιὸς εἶναι ὁ δικός του διάκονος παρὰ ὁ ὑπηρέτης τῆς ἀγάπης, ποὺ ὄχι μόνο ὑπηρετεῖ ἀνιδιοτελῶς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν ψυχὴ του πρόθυμα διαθέτει, ἂν ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτεῖ, γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων;

Δὲν εὐσταθοῦν οἱ προφάσεις τῆς δῆθεν ἰδιαιτερότητας τῶν χαρακτήρων ἢ τῶν συνηθειῶν καὶ τῆς ἐπιρροῆς τοῦ περιβάλλοντος, οὔτε καὶ αὐτῆς τῆς κληρονομικότητας. Ἡ συγκατάβαση τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ Κυρίου μας, ἀνέπλασε καὶ μεταμόρφωσε ὅλη τὴ μεταπτωτική μας διαστροφὴ καὶ μᾶς πρόσθεσε ἐξουσία νὰ πατοῦμε «ἐπὶ ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ» (Λουκ. 10,19 ). «Πάντα ἰσχύομεν ἐν τῷ ἐνδυναμούντι ἡμᾶς Χριστῷ» (Φιλ. 4,13 ). Αὐτὸ τὸ μαρτυροῦν οἱ δεδικαιωμένοι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπερέβησαν τὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς διαστροφῆς.

Γ. «Οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν».
Στὴ συζυγία ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλεται καὶ γιὰ ἕνα ἀκόμη λόγο, ἂς ποῦμε καλύτερα ἀπὸ κάποια ἰδιαιτερότητα. Αὐτὸς εἶναι ἡ φύση τῆς γυναίκας, ποὺ ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι γέννημα καὶ προϊὸν ἀγάπης (δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς) καὶ ἑπομένως δὲν ἰσορροπεῖ, ὅταν τὴ στερεῖται. Ἡ ἴδια πηγάζει ἀγάπη μέσω τῆς μητρότητάς της καὶ δίκαια ἀπαιτεῖ νὰ ἀγαπᾶται, ἀφοῦ καὶ ἡ ἴδια κατὰ φύση καὶ θέση ἀγαπᾶ.

Ἡ ἱστορία καὶ τὰ πράγματα μαρτυροῦν ὅτι ἂν οἱ σύζυγοι θέλουν νὰ πετύχουν τὴν ἁρμονία καὶ τὴν ὁμαλότητα μεταξύ τους, πρέπει νὰ ὑπάρχει μόνιμα μεταξύ τους ἡ ἀγάπη· εἰδικὰ ὅμως τοῦ ἄνδρα πρὸς τὴ γυναίκα του. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε καὶ ὁ Χριστὸς πρὸς τὴν Ἐκκλησία του. Παρέδωσε τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ τὴν καταστήσει ἔνδοξη.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, αὐτὸς ὁ μέγιστος Ἱεράρχης, προκαλεῖ τὸν ἄνδρα νὰ μὴν κουράζεται νὰ δείχνει στὴ σύζυγό του τὴν ἀγάπη του καὶ ὅτι ὅλη ἡ θέληση καὶ ἡ προσπάθειά του εἶναι ἡ εὐτυχία της.

Αὐτό, δυστυχῶς, πολὺ ἀπουσιάζει σήμερα καὶ τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἀπελπιστικά. Ἡ σημασία καὶ ἡ φύση τῆς συζυγίας παραχαράχθηκε ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ κυκεώνα, ποὺ τίποτε δὲ σεβάστηκε ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη προσωπικότητα καὶ τὶς πνευματικὲς καὶ ἠθικὲς ἀξίες, ποὺ οἱ προγονοί μας μὲ αὐτοθυσία κράτησαν.

Ἐπειδὴ ἡ αὔξηση τῶν ἀνθρώπων γίνεται μὲ τὴ νόμιμη συζυγία μὲ λύσσα ὁ ἀδίστακτος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ διάβολος, προσπαθεῖ νὰ διαλύσει τὰ ἤθη καὶ νὰ καταλύσει τὸ δεσμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας. Τὸ τόσο σοβαρὸ θέμα τοῦ γάμου δὲν πρέπει νὰ παραμεληθεῖ μὲ τὶς παραχαράξεις τοῦ ἔνοχου καὶ ἀνώμαλου βίου γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε καὶ ἐμεῖς, ὅπως οἱ παλαιοὶ ἀποστάτες τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, ποὺ ἀποκήρυξε ὁ Θεός: «οὐ μὴ καταμείνει τὸ πνεῦμα μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας» (Γεν. 6,3). Καὶ ἐπέφερε τὸν κατακλυσμὸ γιὰ νὰ τιμωρήσει τὴν ἀποστασία.

Ὁ σύζυγος γιὰ νὰ πετύχει εὔκολα αὐτὸ τὸ ρόλο -ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις-, θὰ πρέπει νὰ φέρεται στὴ σύζυγό του ἄλλοτε σὰν πατέρας, ἄλλοτε σὰν ἀδελφός, ἄλλοτε σὰν φίλος καὶ πάντοτε σὰν ἄνδρας της. Ἂν τὸ κάνει αὐτὸ θὰ πετύχει τὴν ἀτάραχη καὶ ἁρμονικὴ διάθεση τῆς συζύγου, ποὺ ἐνῶ σὲ πολλὰ σημεῖα εἶναι περισσότερο φιλότιμη καὶ ἔχει αὐτοθυσία, σὲ μερικὰ μικρῆς σημασίας συμβάντα ἀποθαρρύνεται καὶ μικροψυχεῖ.

Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ οὔτε προσποίηση ἡ ἐκδήλωση ἀγάπης τοῦ συζύγου πρὸς τὴ γυναίκα του, ἀφοῦ μόνο στὴ νόμιμη συζυγία μπορεῖ νὰ ἐκδηλωθεῖ ἡ γνήσια καὶ πραγματικὴ ἀγάπη, ἐφ’ ὅσον «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν». Καμιὰ ἄλλη ἐκδήλωση τρυφερότητας καὶ συμπάθειας δὲν μπορεῖ νὰ παραλληλισθεῖ μὲ τὸ «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» τῆς νόμιμης συζυγίας ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ἡ καταβολὴ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ἄλλωστε καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ γυναικείου φύλου, ποὺ εἶναι καὶ τὸ ἀσθενὲς μέρος, ἀπαιτεῖ τὴν πρακτική του συμπλήρωση ἀπὸ τὴν ἀνδρικὴ ἀγάπη καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ζήλειας ποὺ πλεονάζει στὴ γυναίκα. Ὁ καλύτερος τρόπος δαμασμοῦ τῆς γυναικείας ζήλειας εἶναι πρακτικὰ ἡ γνήσια καὶ ἔμπρακτη ἐκδήλωση ἀγάπης τοῦ συζύγου πρὸς τὴ γυναίκα του.

Στὴ γενικὴ διαστροφὴ ποὺ ἐπικράτησε λόγω τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸ Θεὸ «ἀνένδεκτον τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα» (Λουκ. 17,1). Χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ στὴ συγκράτηση τοῦ δεσμοῦ τῆς συζυγίας. Νὰ μὴ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ σκάνδαλα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πηγάζουν οἱ παρεξηγήσεις. Συνιστοῦμε, εἰδικὰ στὸν ἄνδρα, ὡς τὴν κεφαλή, νὰ μὴν προδίδει τὴν ἀγάπη καὶ τὸ σύνδεσμο μὲ τὴ σύζυγό του, γιατί ὁ διάβολος καὶ τὰ ὄργανά του οὐδέποτε θὰ παύσουν νὰ πολεμοῦν γιὰ νὰ πληγώσουν τὴ ρίζα τῆς ζωῆς.

Ἕνα δεῖγμα πραγματικῆς παρηγοριᾶς καὶ στηριγμοῦ, ποὺ μᾶς συμβούλευσαν οἱ γέροντες σύμβουλοί μας, καὶ τῶν δύο φύλων, γιὰ τὶς δύσκολες ὧρες εἶναι: «Μὴν ξεχνᾶτε ποτὲ τὴν πρώτη ἑβδομάδα τοῦ γάμου σας». Εἶστε οἱ ἴδιοι ὅπως καὶ τότε. Τίποτε δὲ σᾶς χωρίζει.

Ὑπενθυμίζουμε στοὺς ἄνδρες τὸ «συνοικοῦντες κατὰ γνῶσιν, ὡς ἀσθενεστέρῳ σκεύει τῷ γυναικείῳ» (Α’ Πέτ. 3,7). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ παρεκτροπὴ τῆς συζύγου θεραπεύεται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν τρυφερότητα, παρὰ μὲ τὴν ἐπίπληξη καὶ τὸ θυμό. Μὴν κάνεις παρατήρηση στὴ σύζυγό σου, σὲ περίπτωση λάθους, εἰδικὰ τὴν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ καὶ τῆς αἰχμῆς. Ἐφάρμοσε τὸ λόγο τοῦ Δαβίδ: «Ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον, καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 37,13). Σὲ ἄλλη ὥρα, ὅταν εἶστε μόνοι σας, μακριὰ ἀπὸ τὰ παιδιά, ἐὰν ὑπάρχουν, πάρε μὲ τρυφερότητα τὴ σύζυγό σου στὴν ἀγκαλιά σου καὶ πές της. «Ἀγάπη μου, δὲν ξέρεις πόσο σὲ ἀγαπῶ; Ἐγὼ θέλω νὰ εἶσαι μία ἀξιοπρεπὴς κυρία. Αὐτὸ ποὺ ἔκανες δὲν σὲ τιμᾶ». Τότε μόνο δέχεται τὸ σφάλμα καὶ ζητᾶ συνειδητὰ συγγνώμη. Αὐτὰ εἶναι γεννήματα τῆς πείρας. Ἐὰν τὴν ὥρα τοῦ λάθους ἢ τῆς ζημιᾶς, τὴν ἐλέγξεις, θὰ πεισμώσει, θὰ ἀνταπαντήσει, θὰ μουτρώσει, θὰ ἐπικαλεσθεῖ προφάσεις καὶ θὰ πεῖ ψέματα! Ἡ σύνεση προλαμβάνει, ἐὰν χρησιμοποιηθεῖ τὸ φάρμακο τῆς ἀγάπης.

Ἀπὸ τὴ μικρὴ ἔρευνά μας, ἀπὸ ὅσα ἀκούσαμε καὶ εἴδαμε, βγάλαμε τὸ συμπέρασμα ὅτι τὴν περισσότερη εὐθύνη γιὰ ὅ,τι κακὸ συμβαίνει στοὺς γάμους ἔχουν οἱ ἄνδρες, γιατί δὲν δείχνουν ἀγάπη στὶς συζύγους τους. Ἀγαποῦν, δυστυχῶς τὶς γυναῖκες, ἀλλὰ ὄχι τὶς δικές τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ. Τότε φυτρώνει ἡ ζήλεια καὶ ἡ ὑποψία -μὲ τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα-, ἰδίως ὅταν καὶ οἱ γύρω διατείνονται ὅτι μᾶλλον κάτι συμβαίνει!

Τὸ γραφικὸ «ἄφετε καὶ ἀφεθήσεται» καὶ τὸ «ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν σπλάχνοις Ἰησοῦ Χριστοῦ» πρέπει νὰ ἐπικρατεῖ ἀπαραιτήτως γιὰ νὰ ὑπάρχει ὁμαλότητα στὴν οἰκογένεια. Πολλὰ λάθη καὶ σκληρότητα ἔχουν οἱ ἄνδρες. Συνήθως πλεονάζει ἡ ἀπροσεξία καὶ ἡ ὑποχώρηση στὰ θέματα ἠθικῆς, ποὺ στοὺς καιροὺς μας πέρασε τὰ ὅρια. Ἂν συμβεῖ κάτι τέτοιο στὴ γυναίκα, τότε ὁ πέλεκυς τῆς παιδείας καὶ ἐκδικήσεως πέφτει βαρύς.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὴ σύζυγο εἶναι ὡς πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ δικαιοσύνη, γιατί τὸ μόνο πρόσωπο ποὺ ἀχώριστα καὶ πρακτικὰ θὰ παραμείνει στὸ πλευρὸ του εἶναι ἡ σύζυγός του, ἀφοῦ ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ περιβάλλοντός του σιγὰ-σιγὰ θὰ ἐκλείψουν, ἐνῶ στοὺς εὐσεβεῖς συζύγους ἡ συζυγία συνεχίζεται καὶ στὴν αἰωνιότητα.

Δ. «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε»
Ὁ τίμιος γάμος εἶναι ἡ βάση τῆς ἁρμονίας, τῆς εἰρήνης, τῆς κατὰ τὸ δυνατὸν εὐτυχίας ἀλλὰ τὸ κυριότερο ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ βάση τῆς δημιουργίας ἀνθρώπων, τῆς πιὸ ὑψηλῆς στοὺς κόσμους μας ἀξίας, ἐφ’ ὅσον ὁ Κύριός μας ἀποκαλύπτει ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος ὅλος ὁ κόσμος γιὰ ἕναν ἄνθρωπο. Τὸ ὑψηλότατο αὐτὸ ἀξίωμα ποὺ ἡ θεία παναγαθότητα παραχώρησε στοὺς δύο συζύγους, νὰ γεννοῦν ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκτήσει θεοαγχιστεία καὶ νὰ γίνει «κληρονόμος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ συγκληρονόμος τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ» δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ. Τὸ μέγιστο αὐτὸ ἀξίωμα ποὺ παράγει ὄχι ἥλιους ἢ ἄστρα ἢ ἡλιακὰ συστήματα, ἀλλὰ τὴν «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» τοῦ Δημιουργοῦ μορφή, τὸ παράγει ἡ σεμνότητα καὶ συμφωνία τοῦ γάμου καὶ γίνεται ὁ ἄνθρωπος συνεργὸς τῆς ἀειζωείας χάρη στὸ Θεό.

Τὸ ἀπαραίτητο μέσο αὐτοῦ τοῦ θριάμβου εἶναι ἡ γνήσια καὶ ἀληθινὴ ἀγάπη τῶν συζύγων, κυρίως στὶς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς, ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ ἀνύστακτός μας ἐχθρὸς πολεμᾶ. Ἐπειδὴ ὅμως κεφαλὴ τῆς γυναίκας εἶναι ὁ ἄνδρας, αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχει τὴ μέριμνα γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη ἀγάπη ἡ ὁποία θὰ τοὺς συνδέει. Ὁ Ἀπ. Παῦλος συμβουλεύει: «Τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλόμενην εὔνοιαν ἀποδιδότω· ὁμοίως καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρὶ» (Α’ Κορ. 7,3). Ἑρμηνεύοντας τὴ βαθύτητα αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου λέγει: «ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ὁ ἀνήρ• ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ἡ γυνὴ» (Α’ Κορ. 7,4). Καὶ προσθέτει τοὺς λόγους τῆς οἰκονομίας γιὰ νὰ μὴν εἰσχωροῦν ἐλλείψεις ἢ ὑπερβολές. Λέγει λοιπὸν στοὺς συζύγους: «Μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μὴ τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρόν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς» (Α’ Κορ. 7,5). Τὸ «ἐκ συμφώνου» ποὺ τονίζει ὁ Παῦλος ἔχει βαθιὰ σημασία, διότι τὸ «ἀσύμφωνον» γεννᾶ τὴν ὑποψίαν τῆς σατανικῆς κακότητας, ἀλλὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ περιβάλλον, ποὺ πάντοτε γεννᾶ πειρασμούς.

Γιὰ τὴ σταθερότητα καὶ τὴ μονιμότητα τοῦ γάμου ὁ Παῦλος γράφει: «Παραγγέλλω, οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ ὁ Κύριος γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι» (Α’ Κορ. 7,10). Ἀλλοῦ ἀπευθυνόμενος στὸν ἄνδρα λέγει: «δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν. Λέλυσαι ἀπὸ γυναικὸς; μὴ ζήτει γυναῖκα» (Α’ Κορ. 7, 27).

Ε. Ὁ νόμος τῆς ἐπιρροῆς.
Ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος σοβαρότερος, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη συζυγικὴ ἀγάπη καὶ ἑνότητα, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς ἐπιρροῆς. Ἂν οἱ πιστοὶ σύζυγοι ἐφαρμόζουν τὸ νόμο τῆς ἀγάπης μεταξύ τους, τότε ἡ ὑπερφυσικὴ ἐνέργεια τῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι θεία καὶ ζωοποιός, ἐπιδρᾶ ὀργανικὰ ἀπὸ τὴ σύλληψη, τὴν ἐγκυμοσύνη καὶ τὸν τοκετὸ στὴ διάπλαση τοῦ ἀκέραιου καὶ σωστοῦ χαρακτήρα τοῦ παιδιοῦ. Ἔτσι πρακτικὰ καὶ πραγματικὰ τὸ παιδὶ ἀποκτᾶ χαρακτήρα καὶ προσωπικότητα ποὺ περιεῖχε ἡ πρώτη «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» τοῦ Δημιουργοῦ ἀνθρώπινη ὑπόσταση.

Ἂν οἱ σύζυγοι μὲ προσοχὴ καὶ πίστη ἐφαρμόζουν στὴ ζωὴ τους τὴν ἐντολὴ τῆς θείας ἀγάπης, οἱ καρποὶ εἶναι ἐμφανεῖς στὴν ἁρμονικὴ καὶ εἰρηνικὴ οἰκογενειακὴ ζωὴ καθὼς καὶ στὸ χαρακτήρα τῶν παιδιῶν ποὺ θὰ γεννηθοῦν ἀφοῦ δὲ θὰ εἶναι μόνο γεννήματα καὶ προϊόντα τῆς σάρκας ἀλλὰ καὶ τοῦ πνεύματος, ἐφ’ ὅσον «τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ πνεύματος πνεῦμα ἐστιν» (Ἰω. 3, 6).

ΣΤ. Μὴ δέχεσθε τὶς ἐπεμβάσεις.
Ἡ πραγματικὴ καὶ ἀμετάβλητη ἀγάπη ποὺ ἐντέλλεται ὁ Θεός, μόνο στὴ νόμιμη συζυγία μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεῖ καὶ νὰ καρποφορήσει. Ὅλα γύρω μας εἶναι ρευστά, ἀσταθῆ καὶ ἀλλάζουν συνεχῶς. Τί παραμένει ἀμετάβλητο στὴν κοινωνία, στὶς συγγένειες καὶ τὶς συνεργασίες μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων; Μόνο στὴ νόμιμη συζυγία ἐπικρατεῖ ἡ ἀνιδιοτελὴς καὶ γνήσια ἀγάπη ἐπειδὴ κατὰ τὴ θεία ἐντολὴ «οὕς ὁ Θεὸς συνέζευξε» κανεὶς δὲν πρέπει νὰ χωρίζει.

Ἡ ἑνότητα τῶν δύο συζύγων καθορίσθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Δὲν ὑπάρχουν λάθη στὴ δημιουργία ἀφοῦ ἡ Γραφὴ μαρτυρεῖ ὅτι «εἶδε ὁ Θεὸς τὰ πάντα ὅσα ἐποίησεν καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν». Προέβλεπε ὁ Θεὸς τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν τρόπο τοῦ πολλαπλασιασμοῦ του καὶ γι’ αὐτὸ ἐπέβαλε τὴν ἑνότητα τῶν δύο σὲ ἕνα, γιὰ νὰ κρατηθεῖ ἡ ὑπόσταση τῆς ζωῆς μὲ τὴν ἀγάπη. Τὸ «παρὰ Κυρίου ἁρμόζεται γυνὴ ἀνδρὶ» (Παρ. 19,14) ἀναφέρεται στοὺς πιστούς, στοὺς ὁποίους ἐφαρμόζεται τὸ θέλημά του. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Θεὸς ὁδηγοῦσε τοὺς πιστούς του θεράποντες στὴν ἑνότητα τῆς ἀληθινῆς συζυγίας καὶ τοὺς παρουσίαζε ὡς παράδειγμα, στὴν κατωτερότητα τῆς τότε ἀμάθειας καὶ ἀγνωσίας ποὺ ἐπικρατοῦσε.

Ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀγάπη μέσα στὸ γάμο κανένας κλονισμὸς δὲν θὰ μπορεῖ νὰ ἐπιδράσει, οὔτε καὶ ἡ πεθερά! Ἀναγκάσαμε, ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ ἡ λέξη, ὥριμους στὴν ἡλικία ἰδανικοὺς συζύγους νὰ μᾶς πληροφορήσουν ἀπὸ τὴν πείρα τους ποιὸ εἶναι τὸ ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς ἁρμονικῆς συζυγίας καὶ δὲν μᾶς ἀπέκρυψαν ὅτι ἦταν ἡ ἀγάπη. Εὐγενεῖς κυρίες μᾶς ἀποκάλυψαν: «Ἐμᾶς ὡς γυναῖκες, τίποτε ἄλλο δὲν μᾶς καθησυχάζει καὶ εἰρηνεύει ὅσο ἡ αἴσθηση ὅτι ὁ σύντροφός μας, ἀγαπᾶ ἀληθινά, μόνον ἐμᾶς. Δυστυχῶς ὡς γυναῖκες εἴμαστε καχύποπτες, ἐπηρεαζόμενες ἀπὸ τὸ περιβάλλον».

Χρειάζεται προσοχὴ στὴν ἐπιρροή, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐπιβολή, τῶν γονέων καὶ τῶν συγγενῶν, ἀπ’ ὅπου πῆρε καὶ τὸ κακὸ ὄνομα ἡ πεθερά. Μετὰ τὸ γάμο συνιστοῦμε στὰ ἀνδρόγυνα νὰ ἀπομακρύνουν τὶς ἐπεμβάσεις τῶν γονέων ἢ ὅποιων ἄλλων ἡ ἐπίδραση εἶναι καταλυτική.

Ἀφοῦ δεχθήκαμε τὰ παράπονα τῶν συζύγων καὶ τὶς διαφωνίες τους, κάνοντας κάποια συγκατάβαση, τοὺς ἑρμηνεύσαμε τὴ σημασία καὶ τὴν ἔννοια τοῦ μεγάλου αὐτοῦ μυστηρίου καὶ τοὺς πείσαμε νὰ ἀναθεωρήσουν τὶς σχέσεις τους κάτω ἀπὸ τὸ πρίσμα τοῦ «κατὰ Χριστὸν» συζυγικοῦ βίου. Πείστηκαν, τουλάχιστον ὅσοι ἀκούσαμε, ποὺ δὲν ἦταν λίγοι. Ἀπὸ τότε ζοῦν, ὅπως μᾶς διηγοῦνται, τὸ πλήρωμα τῆς ἁρμονίας καὶ εἰρήνης στὴν οἰκογένεια καὶ στὸν ἑαυτὸ τους τὸ ὑψηλότατο μυστήριο τῆς μεταξύ τους ἑνότητας. Ὁμολογοῦν μάλιστα ὅτι ἐπανῆλθε σ’ αὐτοὺς ἡ αἴσθηση τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ γάμου τους, ἐνῶ οἱ περισσότεροι εἶναι σὲ προχωρημένη ἡλικία κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φυσικὲς ὁρμὲς βρίσκονται σὲ μαρασμό. Αὐτὴ τὴ διαπίστωση τὴ συναντοῦμε συχνά, ἀκόμη καὶ σὲ ὅσους πέρασαν πειρασμοὺς καὶ θύελλες στὴ ζωή τους, ὅταν ἐπανασύνδεσαν «ἐν Χριστῷ» τὴ συζυγική τους ζωὴ ποὺ εἶχε διαταραχθεῖ.

Σ’ αὐτὴ τὴν ἕνωση καὶ τὴν ἀγάπη συναντήσαμε ὑπερφυσικὲς ἰδιότητες, προϊόντα τῆς θείας Χάριτος ποὺ μᾶς κατέπληξαν. Στὴ γνησιότητα τῆς συζυγικῆς ἀγάπης εἴδαμε τὴν ἐπέμβαση τῆς Χάριτος καὶ θαυμάσαμε τὴ δύναμη καὶ ἐνέργεια τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. Δημιουργεῖται μεταξὺ τῶν νόμιμων συζύγων μία ὑπερφυσικὴ ἐνέργεια, ὥστε νὰ προαισθάνονται τὰ συναισθήματα ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, ἀκόμη καὶ ὅταν βρίσκονται σὲ μακρινὲς ἀποστάσεις. Δεῖγμα καὶ μαρτυρία ὅτι «οὐκέτι εἰσὶ δύο» ἀλλὰ μία ψυχὴ καὶ ἕνα σῶμα.

Αὐτὸ εἶναι ἰδίωμα καὶ ἐνέργεια τῆς Χάριτος ποὺ ἐπιδρᾶ ὅπου ἀκριβῶς συναντήσει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη τῶν συζύγων, ποὺ ἔμαθαν νὰ ζοῦν ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον.

Γι’ αὐτὸ παρακαλοῦμε καὶ ἐπιμένουμε τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα νὰ ἐπιστρέψει στὶς βάσεις τῆς ἱερᾶς παραδόσεως ἀπὸ ὅπου ἡ θεία Χάρη θὰ μᾶς κατευθύνει καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει τοῦ προορισμοῦ μας καὶ θὰ ἀπολαύσουμε μία ὑγιῆ κοινωνία, μία ζῶσα Ἐκκλησία, ἕνα οὐράνιο πολίτευμα, γιατί ὅλα προκύπτουν ἀπὸ τὸν ἐπιτυχημένο γάμο, τὴν ἀπόλυτα ἑνωμένη οἰκογένεια. Εἰδικὰ ὅμως ἀπὸ τὶς ἄξιες καὶ ἡρωίδες μητέρες ποὺ θὰ γεννήσουν τοὺς ἥρωες τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κοινωνίας, τῆς πολιτείας καὶ γιατί ὄχι καὶ τῆς οἰκονομίας, ὅταν θὰ χαραχθεῖ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.



3. «Ὁ ἀνὴρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός», ἀναφέρει ὁ Ἀπ. Παῦλος. Ποιὸ νόημα ἔχει ἡ φράση;
Ἡ ἰσότητα καὶ ἰσοτιμία τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας μέσα στὸ γάμο εἶναι ἀπόλυτη. Μπροστὰ στὸ Θεὸ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴσοι. «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3,28). Ἄνδρας καὶ γυναίκα ἔχουν τὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση. Τὸ διαφορετικὸ ὑπάρχει «κατὰ τὴν τοῦ σώματος ἰδιότητα».

Κοιτάξτε τί προφητεύει, ὡς θεόκτιστη ὕπαρξη, γεμάτη ἀπὸ θεῖο φωτισμό, ὁ πρωτόπλαστος Ἀδὰμ ὅταν ἀντικρίζει τὴ γυναίκα, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν πλευρά του. «Τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου». Πρέπει νὰ ὀνομασθεῖ «γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη». «Εἶδες Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίας μετέχοντα τὸν Ἀδὰμ καὶ χάριτος, ἥς ἠξίωται; Εἶδες ἐξαίρετον λόγον τὸν μετὰ πολλὰς γενεὰς ἕως ἐσχάτου βεβαιούμενον;» (Σεβηριανὸς Καβάλας).

Καὶ μάλιστα φανερώνοντας τὸ προορατικό του χάρισμα ὁ Ἀδὰμ λέγει ὅτι «ἕνεκεν τούτου» (δηλ. τῆς γυναίκας) θὰ ἐγκαταλείπει ὁ ἄνδρας τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα καὶ «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν». Εἶναι φανερὸ ὅτι προφητεύει ὁ Ἀδὰμ γιατί δὲν γνώριζε γονεῖς. «Δὲν φαίνεται νὰ ἔχει λοιπόν, ἀφοῦ εἶναι ἄνθρωποι, ἄλλη φύση ἡ γυναίκα καὶ ἄλλη φύση ὁ ἄνδρας- ἔχουν τὴν ἴδια φύση, καὶ ἄρα καὶ τὴν ἀρετὴ» (Κλήμης Ἀλεξανδρεύς).

Πράγματι στὴ Γραφὴ συναντοῦμε μία προτεραιότητα τοῦ ἄνδρα ὅπως στὸ χωρίο τῆς Α’ Κορ. 11, 1 κ. ἑ. Ἐκεῖ λέγεται ὅτι, «κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ», «καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναίκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα». Ἡ προτεραιότητα ὅμως τοῦ ἄνδρα δὲν σημαίνει ὑπεροχὴ ἀπέναντι στὴ γυναίκα. Ἔχει προτεραιότητα στὰ καθήκοντα παρὰ στὰ δικαιώματα. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀμοιβαία ὑποταγὴ τῶν συζύγων «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ». Ὁ ἄνδρας πρέπει νὰ ἀγαπᾶ καὶ νὰ περιθάλπει τὴ γυναίκα του, «καθὼς καὶ ὁ Κύριος τὴν Ἐκκλησίαν». Ἂν καὶ εἶναι Κύριος δὲν τὴν καταδυναστεύει, δὲν τὴν ὑποδουλώνει, ἀλλὰ θυσιάζει τὸν ἑαυτό του γιὰ χάρη της, «ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ» (Ἐφ. 5,26). Ἡ προτεραιότητα τοῦ ἄνδρα μέσα στὸ γάμο ἐκδηλώνεται ὡς καθῆκον ἀγάπης, διακονίας καὶ θυσίας γιὰ χάρη τῆς γυναίκας του.

Ἡ φυσικὴ ὑπεροχὴ τοῦ ἄνδρα μέσα στὴ Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ ἔκφραση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄρνηση τῆς προτεραιότητας θεωρεῖται ἄρνηση τοῦ θείου θελήματος καὶ αὐτὴν καταπολεμεῖ στὴν Α’ Κορινθίους 11,2-16 ὁ Παῦλος. Ἡ φυσικὴ ὅμως ὑπεροχὴ τοῦ ἄνδρα εἶναι αὐτονόητη γι’ αὐτόν; Ὁ ἄνδρας δὲν εἶναι, ὀφείλει νὰ γίνει, αὐτὸ τὸ ὁποῖο θέλει ὁ Θεός, δηλαδὴ κεφαλὴ τῆς γυναίκας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ συμπεριφέρεται πρὸς τὴ γυναίκα του, ὅπως θέλει ὁ Θεός.

Ἂν ἡ γυναίκα μέσα στὸ γάμο θεωρεῖ τὴν προσφορά της πρὸς τὸ ἄνδρα ὡς δουλεία, τότε θὰ θέλει νὰ ἀπελευθερωθεῖ καὶ νὰ φανεῖ ἀνώτερη ἀπὸ αὐτόν. Ἂν ὁ ἄνδρας θεωρεῖ τὴν ἀγάπη τῆς γυναίκας του ὡς ἀδυναμία καὶ ἐξάρτηση, τότε κάνει κατάχρηση καὶ τὴν καταδυναστεύει. Ἐδῶ ὅμως μιλοῦμε γιὰ κατάπτωση.



4. Τί ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γιὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης τοῦ ἄνδρα πρὸς τὴ γυναίκα του;
Θὰ παραθέσουμε μερικὲς συμβουλὲς τοῦ ἁγίου.

«Λόγια ἀγάπης νὰ τῆς λές: … Ἐγὼ ἀπὸ ὅλα, τὴ δική σου ἀγάπη προτιμῶ καὶ τίποτε δὲν μοῦ εἶναι τόσο βασανιστικὸ ἢ δυσάρεστο, ὅσο τὸ νὰ βρεθῶ κάποτε σὲ διάσταση μαζί σου. Καὶ ἂν ὅλα χρειασθεῖ νὰ τὰ χάσω, καὶ ἂν στοὺς μεγαλύτερους βρεθῶ κινδύνους, ὁτιδήποτε καὶ ἂν πάθω, ὅλα μου εἶναι ἀνεκτὰ καὶ ὑποφερτά, ὅσο ἐσύ μοῦ εἶσαι καλά. Καὶ τὰ παιδιά, τότε μοῦ εἶναι περιπόθητα, ἐφ’ ὅσον ἐσὺ μᾶς συμπαθεῖς …Ἴσως κάποτέ σοῦ πεῖ: Ποτὲ ὡς τώρα δὲν ξόδεψα ἀπὸ τὰ δικά σου, ἔχω ἀκόμη τὰ δικά μου, πού μοῦ ἔδωσαν οἱ γονεῖς μου. Τότε πές της: Τί λὲς καλή μου; Ἔχεις ἀκόμη τὰ δικά σου; Ποιὰ λέξη μπορεῖ νὰ εἶναι χειρότερη ἀπὸ αὐτή; Σῶμα δὲν ἔχεις πιὰ δικό σου καὶ ἔχεις χρήματα; Δὲν εἴμαστε δύο σώματα μετὰ τὸ γάμο, ἀλλὰ γίναμε ἕνα. Δὲν ἔχουμε δύο περιουσίες, ἀλλὰ μία… Ὅλα δικά σου εἶναι, καὶ ἐγὼ δικός σου εἶμαι, κορίτσι μου. Αὐτὸ μὲ συμβουλεύει ὁ Παῦλος λέγοντας ὅτι ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸ σῶμα του, ἀλλὰ ἡ γυναίκα. Καὶ ἂν δὲν ἔχω ἐξουσία στὸ σῶμα μου, ἀλλὰ ἐσύ, πόσο μᾶλλον δικά σου εἶναι τὰ χρήματα… Ποτὲ νὰ μὴν τῆς μιλᾶς μὲ πεζὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ φιλοφροσύνη, μὲ τιμή, μὲ ἀγάπη πολλή. Νὰ τὴν τιμᾶς, καὶ δὲν θὰ βρεθεῖ στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήσει τὴν τιμὴ ἀπὸ τοὺς ἄλλους… Νὰ τὴν προτιμᾶς ἀπὸ ὅλους γιὰ ὅλα, γιὰ τὴν ὀμορφιά, γιὰ τὴ σωφροσύνη της καὶ νὰ τὴν ἐγκωμιάζεις. Νὰ κάνεις φανερὸ ὅτι σοῦ ἀρέσει ἡ συντροφιά της καὶ ὅτι προτιμᾶς νὰ μένεις στὸ σπίτι γιὰ νὰ εἶσαι μαζί της ἀπὸ τὸ νὰ βγαίνεις στὴν ἀγορά. Ἀπὸ ὅλους τοὺς φίλους νὰ τὴν προτιμᾶς καὶ ἀπὸ τὰ παιδιὰ πού σοῦ χάρισε καὶ ἐξαιτίας της νὰ τὰ ἀγαπᾶς».



5. Μία ἀληθινὴ ἱστορία. Ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα γνησίου συζύγου.
Συνάντησα στὴ ζωὴ παράδειγμα γνήσιου καὶ ἀληθινοῦ συζύγου, ποὺ μὲ συγκλόνισε. Τὸ ἀναφέρω γιατί δὲν πρέπει νὰ ἀποσιωπηθεῖ. Ζοῦσε ἐδῶ στὴ χώρα μας ἕνας πραγματικὸς κύριος, ποὺ στὸ χαρακτήρα του περιέσωζε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη τελειότητα μὲ τὴ βοήθεια τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Στὴν ἡλικία τῶν τριάντα ἐτῶν, ἔκρινε ὅτι ἦταν ἕτοιμος νὰ προχωρήσει σὲ γάμο. Ὡς πιστὸς ἐπέμενε μὲ πολλὴ προσευχὴ καὶ δέηση στὸν Κύριό μας, νὰ τὸν φωτίσει καὶ νὰ τὸν βοηθήσει στὸ σκοπό του. Περιέστρεφε στὴ διάνοιά του τὰ λόγια τῆς Γραφῆς «παρὰ Κυρίου ἁρμόζεται γυνὴ ἀνδρὶ» (Παρ. 19,14).

Ἀποφάσισε νὰ προχωρήσει. Ἦταν πεπεισμένος ὅτι τὸ πρόσωπο ποὺ τοῦ προξένεψαν τὸ ἔστειλε ὁ Θεός. Ἔγινε μὲ πολλὴ εὐλάβεια ὁ γάμος ἀφοῦ τηρήθηκαν ὅλοι οἱ κανόνες τῶν χριστιανικῶν μας ἀρχῶν. Ἂν καὶ ἡ σύντροφός του ἦταν μικρότερη κατὰ δέκα χρόνια, δὲν τὸ ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν, ἔχοντας σταθερὴ πίστη στὴ θεία πρόνοια. Συχνὰ δὲ τῆς φερόταν σὰν νὰ ἦταν κορούλα του. Αὐτὴ ἔκανε λαθάκια, γιατί φαινόταν ζωηρούλα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν τὸν ἀπασχόλησαν λόγω τῆς ἀγάπης του.

Κοινωνικὲς ὑποχρεώσεις τὸν ἀνάγκασαν, ἐπειδὴ ἦταν μέτοχος μεγάλων ἐπιχειρήσεων ποὺ βρὶσκονταν στὸ ἐξωτερικό, νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ. Μὲ τὴν προσευχή του καὶ πιστεύοντας πάντοτε στὴν πανσωστικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πῆρε τὴ σύζυγό του μαζί του. Σὲ λίγο καιρὸ ἡ νεαρὴ σύζυγος ἄρχισε νὰ δυσαρεστεῖται. Ὑποπτευόταν ὅτι τὴν πῆρε μαζί του γιὰ νὰ τὴ χωρίσει ἀπὸ τὸ περιβάλλον της. Προσπάθησε νὰ τὴν καθησυχάσει ἀλλὰ δὲν τὸ κατόρθωσε. Ἡ σύζυγός του μόνη της ἔφυγε καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα.

Θέλησε νὰ ζήσει τὴν ἐλευθερία σύμφωνα μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς συνήθειες ποὺ εἶχε μάθει· κάποιοι, εἰδικοὶ σ’ αὐτά, τὴν παρέσυραν καὶ κατέληξε νὰ ἐργάζεται σὲ ἕνα καζίνο ὡς κοινὴ γυναίκα.

Ὁ ἰδανικὸς σύζυγος καὶ ὁμολογητὴς δὲν ἔπαυσε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ἀγωνίζεται πνευματικὰ γι’ αὐτὴν κάθε μέρα. Ἡ προσευχή του, ἢ μᾶλλον ἡ κραυγή του, πρὸς τὸ Θεὸ ἦταν πάντοτε ἡ ἴδια: «Κύριέ μου, θὰ ἐπιμένω νὰ σὲ ἐκβιάζω γιὰ τὴ σύζυγό μου. Τὸ ἱερό σου λόγιο ὅτι «παρὰ Κυρίου ἁρμόζεται ἀνδρὶ γυνή», δὲν θὰ σβήσει ποτὲ ἀπὸ τὸ εἶναι μου. Ἄκουσε τὴν προσευχή μου, τὴ δέησή μου, τὴν ἱκεσία μου. Τί Κύριέ μου, ἂν πλανήθηκε μία νεαρὴ κόρη; Ἐγὼ προσεύχομαι γι’ αὐτὴν καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ κλαίω «ἐνώπιόν σου ἡμέρας καὶ νυκτός». Θέλω τὴ σύζυγό μου. Ἐγώ, Κύριέ μου, τὴ συγχωρῶ. Ἐσὺ δὲν θὰ τὴ συγχωρήσεις; Δὲν θὰ τὴ θεραπεύσεις; Πρὸς τί, Πανάγαθε Δέσποτα ἡ «ἄφατός» σου κένωση; Δὲν βγῆκες ἀναζητώντας τὸ «ἀπολωλός», τὸ «πεπλανημένο», τὸ ἄρρωστο; Ὁμολογῶ μπροστὰ στὴν Παναγαθότητά σου ὅτι δὲν θὰ παύσω νὰ σὲ ἐνοχλῶ, ἐὰν δὲν μοῦ ἐπιστρέψεις τὴ νόμιμη σύζυγό μου».

Συνέχισε, ὁ ἥρωας αὐτός, γιὰ δύο χρόνια νὰ προσεύχεται, νὰ κλαίει, ἐκβιάζοντας τὰ σπλάγχνα τοῦ γλυκυτάτου μας Σωτήρα Χριστοῦ. Στὸ διάστημα αὐτὸ τῆς ἐπιμονῆς του ἐνήργησε ἡ Χάρις. Ξύπνησε ἡ κόρη ἀπὸ τὸν κατήφορο καὶ τὴν πτώση καὶ ὁμολόγησε μὲ στεναγμοὺς ὅτι «τώρα πρέπει ὁ Θεὸς νὰ κάμει ἄλλη κόλαση, γιατί αὐτὴ ποὺ ὑπάρχει, εἶναι μικρὴ γιὰ μένα»! Μὲ δειλία, χωρὶς θάρρος, ἀποφάσισε καὶ ἔγραψε ἕνα γραμματάκι, στὸν κλαίοντα σύζυγο: «Δὲν τολμῶ νὰ σὲ ὀνομάσω σύζυγο, γιατί δὲν ἔχω δικαίωμα, ἀλλὰ ἂν ἐπιστρέψω, δὲν μὲ δέχεσαι ὡς ὑπηρέτρια;». Μόλις πῆρε αὐτὸς τὸ γράμμα γαλήνεψε καὶ πίστεψε ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα τοῦ τέλους. Τῆς ἁπαντᾶ μὲ τὴ φυσική του πάντοτε τρυφερότητα: «Ἀγάπη μου, γιατί ἔχασες τὸ θάρρος σου; Δὲν σὲ ἔστειλα ἐγὼ γιὰ διακοπὲς καὶ περιμένω μὲ ἀγωνία τὴ σύζυγό μου, τὴν ἀγάπη μου, πότε θὰ γυρίσει στὴν ἀγκαλιά μου;».

Μετὰ τὴν ἐπιστολὴ πῆρε τὸ θάρρος καὶ τοῦ ἀπάντησε. «Ἔρχομαι σύντομα».

Συνεννοήθηκαν γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀφίξεως καὶ τὴν περίμενε στὸ ἀεροδρόμιο. Μόλις βγῆκε αὐτὴ καὶ τὸν συνάντησε, ἔπεσε κάτω καὶ ἄρχισε νὰ κτυπιέται καὶ νὰ κλαίει γοερά. Τότε τὴν πῆρε στὴν ἀγκαλιά του καὶ παρηγορώντας την ἔφτασαν στὸ αὐτοκίνητό τους. Τὴν ἔβαλε νὰ καθίσει δίπλα του. Καὶ ὅλο τὴν παρηγοροῦσε, πείθοντάς την νὰ μὴ θυμᾶται τίποτα ἀπὸ τὰ παλιὰ καὶ ὅτι «ἡ μετάνοια ὅλα τὰ θεραπεύει, ἀφοῦ θὰ ἀγωνιζόμαστε μαζί».

Μὲ αὐτὴ τὴ στοργὴ καὶ τρυφερότητα ἔφτασε ἡ νύκτα. Μόλις ἔκλεισε τὰ μάτια του, ὁ ἥρωας αὐτὸς τῆς αὐτοθυσίας καὶ τῆς ἀγάπης, «ἡρπάγη εἰς θεωρίαν καὶ ἀνῆλθε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ». Δὲν μποροῦσε νὰ περιγράψει καὶ νὰ διηγηθεῖ ὅσα ἡ θεία Χάρις τὸν ἀξίωσε. Εἶδε τὶς χορεῖες τῶν ἁγίων, τὰ «μένοντα ἀγαθὰ τῶν σεσωσμένων» καὶ ὅλη τὴ θεία ἀγάπη ποὺ τὸν κρατοῦσε σὲ ἔκσταση.

Τότε πραγματικὰ ἐλεεινολόγησα τὴν ἀθλιότητά μου καὶ εἶπα: καυχᾶσαι μάταια, καλόγερε, γιὰ τὴ ζωή σου, ἐνῶ αὐτὸς μὲ μία θυσία ἀνέβηκε μέχρι «τρίτου οὐρανοῦ». Ἰδοὺ ἕνα παράδειγμα καὶ μία εἰκόνα τοῦ πραγματικοῦ συζύγου καὶ ἀνδρός. Μετὰ αὐτὴ ἡ κορούλα ἀποδείχθηκε ἡ ἰδανικότερη σύζυγος.

πηγή

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Περί της έν Χριστώ αναστροφής. Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός



Περί της έν Χριστώ αναστροφής
 Ἀθωνικά μηνύματα
Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Εμείς διά πίστεως βαδίζομε και όχι δι’ είδους, όπως πάντοτε τονίζουμε. Καί, παρούσης της πίστεως, φυσικά δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Παρ’ όλα αυτά δεν καταργείται η δύναμη της γνώσεως και της λογικής η οποία πηγάζει από την ανθρώπινη προσωπικότητα.
Τώρα αυτό πού υπενθυμίζω είναι για να δώσω βαρύτητα στο θέμα της έν Χριστώ αναστροφής, η οποία εξαρτάται από τον δικό μας έλεγχο. Γι’ αυτό βλέπετε, πέραν των όσων η Γραφή μας παραγγέλλει, τα όποια ανήκουν στην μεταφυσική και ενεργούνται διά της πίστεως, μας λέει ο Παύλος να προσέξωμε και το θέμα της αναστροφής.
«Όσα εστίν αληθή, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, εί τις αρετή και εί τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε» και τα τόσα άλλα τα όποια υπάγονται στον κώδικα της αναστροφής της περιεκτικής ηθικής. Άρα, αναπολόγητος καθίσταται ο άνθρωπος όταν προβάλλει προφάσεις ότι δήθεν τα αγνοεί, διότι δεν τα διδάχθηκε.
Έχει δύναμη η φύση μας, από απόψεως της λογικής ικανότητος της, να επιλέξη και να προτίμηση· και είναι τούτο πού αναφέρει ο Παύλος, όταν κάνη την ανατομία του «κατ’ ένέργειαν νόμου της αμαρτίας», ο όποιος αναφέρει κάτι σχετικό πού είναι πάρα πολύ για ‘μάς βοηθητικό.
Είναι το έξης: Φυσικά δεν θα πω απόλυτα το κείμενο αλλά το νόημα. «Εγώ αποφασίζω μόνος μου και επιλέγω την τροπή μου προς το καλό και το προτιμώ και το προγραμματίζω- όταν αποφασίσω να το βάλω σε ενέργεια, τότε βλέπω εντός μου άλλον νόμον «άντιστρα-τευόμενον τώ νόμω του νοός μου» και πείθοντα με «6 ού θέλω κακόν τούτο πράσσω» και «ο θέλω καλόν ούχ ευρίσκω». 

Εδώ μας παριστάνει την δύναμη της επιλογής, την δύναμη της ελευθερίας πού έχει ο άνθρωπος, ούτως ώστε να επιλέγη το καλό· και όχι μόνο να το επιλέγη, αλλά και να επιμένη στην κατάκτηση του μαχόμενος με τις αντίθετες δυνάμεις. Τούτο το τονίζω και πάλι, γιατί η αναστροφή, ιδίως στις σημερινές μέρες, για μας είναι ένας από τους απαραίτητους παράγοντες, για τον εξής λόγο: Επειδή «Χριστού εύωδία έσμέν τω Θεώ», όπως λέει ο Παύλος «καί έν τοις σωζομένοις και έν τοις όιπολλυμένοις, όίς μέν όσμή θανάτου είς θάνατον, οΤις δε όσμή ζωής είς ζωήν».
Αυτό σήμερα ισχύει περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επειδή βλέπετε η αλήθεια, η πραγματικότης έχει πολύ άμαυ-ρωθή και η πλάνη έχει επικρατήσει.
 Εμείς, οι αριθμητικά ελάχιστοι πιστοί, είμαστε υποχρεωμένοι να σηκώ-νωμε τον σταυρό της υπόλοιπης ανθρωπότητος. Διότι δεν είναι δυνατόν να επανέλθη ο Θεός Λόγος και να επαναλάβη το δράμα της κενώσεως Του. Αυτό απαξ έγινε. Συνεχίζεται μέσω των μελών της Εκκλησίας πού είμαστε εμείς.
Οι σημερινοί άνθρωποι, πού στην πλειοψηφία δυστυχώς πλανούνται, πρέπει κάτι να δουν. Και ιδίως σήμερα πού πλήθυναν τα λόγια, ο κόσμος τα έχει όλα αηδιάσει και ζητάει αποδείξεις. Άρα πάντοτε είναι επωφελής η ηθική προσεκτική ζωή από μέρους μας.
Τώρα όμως επιβάλλεται περισσότερο, γιατί με τον τρόπο αυτό εκπληρώνουμε την αποστολή μας. «Πορευθέντες, λέει ο Ιησούς μας, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Πού θα πορευθούμε σήμερα να πάμε να βρούμε τα έθνη και να τα διδάξωμε με την γλώσσα;
Τώρα και με τη γλώσσα άκούουν και με τα τηλεοπτικά μέσα πληροφορούνται και με τις τηλεοράσεις βλέπουν, αλλά δεν φτάνει αυτό.
Εκείνο πού χρειάζεται να γίνη είναι να δουν σήμερα οι άνθρωποι έφηρμοσμένο πρακτικά το ευαγγέλιο. Δεν θα το δουν πουθενά, παρά μόνο στους πιστούς χριστιανούς. Άληθινοί πιστοί στην πραγματικότητα σήμερα είναι ιδιαίτερα οι μοναχοί. Διότι, σαν κατ’ έξαίρεσιν επιλελεγμένοι σ’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, στο να ακολουθήσουν τον Ιησού μας, είναι η μόνη μερίδα πού της παρέχονται οι προύποθέσεις στο να πετύχη περισσότερο την εφαρμογή του ευαγγελίου.
Γι’ αυτό σήμερα, όπως και άλλοτε σας έχω ενθυμήσει, είναι επάναγκες αυτό, με την καλή αναστροφή την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να κρατούμε και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο κόπο, διότι ακριβώς το θέμα της συμπεριφοράς είναι καθήκον. Κρατούντες το καθήκον αυτό, ταυτόχρονα επιτελούμε και ένα τεράστιο έργο αποστολής, διότι δίνομε αφορμές σ’ εκείνους πού ζητούν να γνωρίσουν, ότι πράγματι ο Ιησούς Χριστός και παλαιά και τώρα, και χθες, και σήμερα, και αύριο, είναι ο ίδιος.
Απόδειξη ότι και σήμερα ακόμη, στον κυκεώνα αυτόν της αρνήσεως, έχει πιστούς οπαδούς και άρα το ευαγγέλιο δεν είναι μυθοπλαστία, ούτε ανθρώπινο κατασκεύασμα, ούτε σύστημα κοινωνικό, αλλά είναι η αιώνια αποκάλυψη του Θεού πού πάντοτε ευρίσκεται έφηρμοσμένη.
Το θέμα της αναστροφής μπορεί και μόνο η λογική να το παραστήση, να το επιλέξη, να το προβάλη και να το τελείωση. Εμείς όμως ποτέ δεν μένομε μόνοι με την προαίρεση και την λογική. Μαζί μας είναι η θεία Χάρις πού τόσες φορές έχομε γευθεί.
Σ’ αυτό επιμένω, διότι παρακολουθώ καμμιά φορά να προκαλήται κάποιος πνευματικός νυσταγμός. Αυτός ο νυσταγμός είναι κατακριτέος και δεν επιτρέπεται, επειδή με την καλήν μας αναστροφή μπορούμε να προβάλωμε το ευαγγέλιο και να ώφελήσωμε τον πλησίον μας. Με την ράθυμη όμως ζωή μας, παραβιάζεται η καλή αναστροφή και μπορούμε να βλάψωμε. Παρ’ όλο πού δεν υπάρχει θέμα τέτοιο κατά την λογικήν, έν τούτοις, οι ασθενείς το βρίσκουν ως πρόφαση.
Όταν κάποτε χαριεντιζόταν ο Μέγας Αντώνιος με τους μαθητές του, παρερμηνεύθη από έναν περαστικό κυνηγό. Θέλοντας να θεραπεύση τον λογισμό του ο Άγιος έκαμε εκείνο το παιχνίδι με το τόξο, όπως θα θυμάστε. Έβαλε τον κυνηγό να βάλη στο τόξο το βέλος και να το τανύση και εκείνος το έκανε.
Τού λέει, «τράβηξε παραπάνω, τέκνον μου». «Μα άββά», απαντα, «εάν τραβήξω ακόμα περαπάνω θα το τσακίσω». Τού λέει ο Άγιος. «Και σε μας τό ίδιο συμβαίνει παιδί μου. Αν και είμαστε πνευματικοί άνθρωποι, έν τούτοις, δεν παύομε από του να είμαστε άνθρωποι. Επομένως και μείς πολλές φορές έχομε διάφορους σταθμούς στη ζωή μας και κάνομε μια διάχυση, ούτως ώστε να ξεκουράζουμε την φύση για να αντέξη».
Κοιτάξετε πόσο χρειάζεται προσοχή στην αναστροφή μας, ιδιαίτερα σήμερα πού ο κόσμος είναι πάρα πολύ ασθενής. Ενδέχεται μια δική μας συγκατάβαση, μέσα στα πλαίσια της οικονομίας, να βλάψη. Πέραν όμως τούτου, είναι ανάγκη περισσότερο να είμαστε προσεκτικοί για τον δεύτερο λόγο, επειδή μεταπτωτικά κατά φύσιν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ροής.
Συμβαίνει δηλαδή το Ίδιο, όπως και με τα αντικείμενα στον κόσμο τούτο πού βρίσκονται ύπό την επίδραση του νόμου της βαρύτητας καί, αν θελήση κανείς να τα κράτηση μετέωρα πρέπει να καταβάλη μια κουραστική προσπάθεια. Έτσι και σε ‘μάς, επειδή η διάνοια μας είναι «έγκειμένη επί τα πονηρά έκ νεότητος ημών», ευρίσκεται ύπό τον πνευματικό νόμο της βαρύτητος καί, επομένως, χρειάζεται να ύπάρχη από μέρους μας συνεχής αναθέρμανση.
Εάν, οποιαδήποτε ώρα ραθυ-μήσωμε, φυσιολογικά τότε γίνεται καθίζηση. «Η έγκειμένη επί τα πονηρά διάνοια έκ νεότητος ημών», όπως μας αποκάλυψε η Γραφή, είναι ένας συνεχής επίβουλος. Εάν δεν ύπάρχη συνεχής από μέρους μας ανακαίνιση του ζήλου, κατ’ ανάγκην παρασυρόμαστε από τον νόμο της ηθικά πνευματικής φθοράς.
 Γι’ αυτό λέει ο Κύριος μας: «Έστωσαν αι όσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» και άλλου στην Αποκάλυψη λέει, «σέ θέλω ζεστό και όχι χλιαρό, διότι τον χλιαρό θα τον έξεμέσοί έκ του στόματος μου». Όί καιόμενοι λύχνοι» δηλώνουν τον ζήλο και «αι περιεζωσμέναι όσφύαι», την ακρίβεια της πρακτικής την οποία μας παρέδωσαν οι Πατέρες μας.
 Με τον τρόπο αυτό κρατούμε σε επαγρύπνηση την διάνοια. Γιατί αν δεν αναζωπυρούμε συνεχώς αυτά, κατά φύσιν γίνεται φθορά. Αυτός είναι και ο λόγος πού οι Πατέρες, κάθε ένας με τον δικό του τρόπο, συνεχώς έμηχανεύοντο τρόπους ώστε να μην τους φύγη αυτή η μνήμη. Άλλος φώναζε, άλλος μιλούσε, άλλος έγραφε, άλλος έδενε πάνω του αντικείμενα και κάθε ένας με κάποιον τρόπο παράδοξο πού επινοούσε, κρατούσε σε συνεχή εγρήγορση την μνήμη, ώστε η διάνοια του να είναι σε συνεχή νήψη.
Κατά φύσιν ο άνθρωπος ρέπει προς την ραθυμία. Και σ’ αυτά ακόμα τα υλικά πράγματα, εάν δεν γίνεται προσθήκη, οπωσδήποτε θα γίνη φθορά. Ανάψαμε φωτιά για να κάνωμε κάτι- εάν συνεχώς δεν προσθέτωμε ξύλα, η φωτιά θα σβήση.
Το ίδιο και στον πνευματικό τομέα. Γιατί δεν είναι μόνο η κατά φύσιν φθορά η οποία έχει επισυμβεί μεταπτωτικά- είναι και οι άλλοι παράγοντες οι. όποιοι ανθίστανται. Βλέπετε πρώτα – πρώτα είναι ο ίδιος ο διάβολος, η πηγή του κακού, ο όποιος κατόρθωσε να μας απόσπαση μέσα από την ζωή, να μας αποκόψη από τον Θεό και την μακαριότητα και να μας παραδώση στον θάνατο.
Εάν τότε κατώρθωσε με την δολιότητά του και την πονηριά του να μας κάνη ζημιά στους χώρους πού δεν είχε δικαίωμα, πόσο μάλλον τώρα, πού είμαστε εξόριστοι μέσα στην δική τον αυλή. Αυτός είναι ο Θεός του αιώνος τούτου.
Μετά είναι όλες οι φάσεις του παλαιού ανθρώπου τον οποίο φορούμε και αποτελεί τους δερμάτινους χιτώνες, πού και αυτοί πραγματικά είναι τα μόρια του νόμου της βαρύτητος πού τραβούν προς τα κάτω. Εάν δεν ύπάρχη από μέρους μας συνεχής ανακαινισμός, μην πιστεύετε ότι θα φθάσουμε σε αγαθό τέλος.
Πού ακόμα να πούμε για τις αλλοιώσεις, τον κάκιστον αυτόν γείτονο:, πού δεν ξεκολλάει από κοντά μας, όπως η σκιά από το σώμα; Έχετε όλοι σας πάρα πολύ σκληρή πείρα απ’ αυτόν τον πόλεμο. Αυτή την ώρα έχομε λίγο ζήλο μέσα μας, λίγη φωτιά, λίγη προθυμία· ύστερα από λίγο ξηρασία, σκοτισμόν, αδιαθεσίας, βάρος, άκηδία και όλα αύτάνά συμβαίνουν σε τόσο λίγο διάστημα, χωρίς να μεσολάβηση καμμιά αλλαγή στην πρόθεση.
Διότι, αν κάποιος φυσικά έφυγε από το πρόγραμμα και δεν φύλαξε τα νόμιμα, κατά φύσιν θα πάθη την αλλοίωση. Άλλά η αλλοίωση δυστυχώς συμβαίνει, και τούτο είναι το παράδοξο- εκεί πού ο μοναχός δεν έχει φύγει καθόλου, ούτε από το πρόγραμμα του, ούτε από την απόφαση του, ούτε έκαμε καμμιά παράβαση, απλούστατα, η καλή εκείνη διάθεση την οποία είχε πριν λίγη ώρα, τώρα χάθηκε.
Ο διάβολος ο όποιος είναι πονηρός και «τηρεί την πτέρναν», κατά την Γραφή, καραδοκεί, όπως γίνεται στον αισθητό πόλεμο, να δή πότε η αντίπαλη πλευρά είναι απασχολημένη και δεν στέκεται στην έπαλξη-καραδοκεί λέω, να επιτεθή αυτή την ώρα για να σπάση τον κλοιό.
 Αυτή την ώρα πού η θεία Χάρις συστέλλεται, μπορεί, να γίνη διαστολή της πλάνης. Αυτή την στιγμή επιτίθενται οι δαίμονες- και μάλιστα, κατά τον πνευματικό νόμο, χρειάζεται πολλή προσοχή στους πνευματικούς ανθρώπους. Την ώρα πού συστέλλεται η Χάρις, ξεφυτρώνουν διάφορες προφάσεις περί δήθεν ασθενείας.
Τότε γίνεται εύκολη συγκατάθεση στην οικονομία. Και από εδώ ο διάβολος εισάγει την πλάνη. Έχοντας ο άνθρωπος κατά φύσιν μέσα του τον νόμο της αυτοσυντηρήσεως, υποχωρεί στο πρόγραμμα πού έχει βάλει, διότι δήθεν κινδυνεύει η υγεία του- και έτσι παραχαράζει τον όρο της φιλοπονίας και βρίσκεται ευάλωτος στην επάρατη φιληδονία.
 
Περιγράφοντας ο Ιησούς μας όλη την νομοθεσία.
 
Τήν ηθική, την φυσική και την επίκτητη, την ονόμασε αλληγορικά «Σάββατον» και είπε ότι «τό Σάββατον έγένετο διά τον άνθρωπον και ούχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον» ελέγχοντας τους Εβραίους πού γύρευαν αφορμή να τον κατακρίνουν. Και ο Παύλος έν συνεχεία λέει: «Εμείς δεν είμαστε ύπό νόμον άλλ’ ύπό Χάριν».
Βλέπετε το παράδειγμα πού είπε τότε ο Ιησούς μας στον Πέτρο; «Πέτρε, του λέει, από τίνων λαμβάνουσιν οι άρχοντες κίνσον η δώρα, από των υιών η από των αλλότριων;»
Και ο Πέτρος απαντα- «από των αλλότριων». Τότε ο Ιησούς συμπληρώνει- «άρα οι υιοί ελεύθεροι είσί», εννοώντας έτσι ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι πάνω από νόμους και θεσμούς και γραμμές. Και οι θεσμοί και οι νόμοι και οι γραμμές προσετέθηκαν μεταπτωτικά για να βοηθήσουν τον άνθρωπο να μην παρασυρθή.
Άλλά όμως αυτά είναι «άχρι καιρού». Εάν ο άνθρωπος «σύν τη Χάριτι» δρασκελίση τους όρους της αδυναμίας του, τότε επαληθεύεται δικαιωματικά στον εαυτό του το γραφικό, «δικαίω νόμος ού κείται». Επομένως, όσον ο άνθρωπος βρίσκεται ύπό την επίδραση των παθών, χρειάζεται προσοχή. Όταν περάση από αυτή την κατάσταση, τότε φυσικά δεν έχει ανάγκη από του να φυλάει όλα τούτα.
Έχοντας τον νόμο της αυτοσυντηρήσεως, όπως είπα, είμαστε υποχρεωμένοι να διαφυλάξωμε τη ζωήν μας. Δημιουργούμε μια μορφή ασκητική, μια μορφή εγκράτειας και αγωνιστικότητας. Όχι πώς αυτή καθ’ εαυτή η άγωνιστικότης σώζει, γιατί αυτή, όπως ερμηνεύσαμε πολλές φορές, έχει σχετική αξία.
Διότι των αγαθών μας ο Θεός χρεία δεν έχει. Πόσο μάλλον των μέσων τα οποία μεταχειριζόμαστε για το αγαθό! Αφού καταργούνται ακόμα και τα χαρίσματα. Πρέπει να σημειωθή ότι με τα διάφορα ασκητικά μέσα δεν υποβιβάζουμε, ούτε καταργούμε την προσωπικότητα.
Αντιθέτως, την επαναφέρομε στην ισορροπία εξουδετερώνοντας τον παλαιό άνθρωπο με το να γινόμαστε παθοκτόνοι και όχι σωματοκτόνοι. Έχοντας ανάγκη από όλα αυτά, στις δύσκολες ώρες, κάνομε και οικονομίες, για να αποδείξωμε ότι είμαστε υπεράνω των νόμων.
Αύτη είναι η λεπτομέρεια για έναν άνθρωπο αγωνιστή, ο όποιος βρίσκεται στην πρακτική. Πρέπει να φθάση στη θέση της ακριβείας, να ξέρη πότε πρέπει να ύποχωρή, πότε να χειρίζεται την λεγομένην οικονομία, γιατί, εάν αυτό δεν το πετύχη, τότε είναι ευάλωτος· είναι σαν ένα σπίτι πού δεν έχει πόρτα και έφ’ όσον δεν υπάρχει πόρτα, είναι πάντοτε έκτεθιμένο στον κίνδυνο.
Γι’ αυτό και οι Πατέρες τονίζουν ότι, «πρόσεχε μοναχέ, στην ώρα της συστολής της Χάριτος, πού τότε η πρόφαση της οικονομίας γίνεται προσιτή». Γι’ αυτό ο μοναχός πρέπει να είναι πάντοτε προσεκτικός, ούτως ώστε να μην γίνεται εύκολα λεία των αποφάσεων της οικονομίας και έτσι να παρασύρεται από το κάκιστο και γιγαντιαίο πάθος της φιλαυτίας και μετά της άκηδίας και της ραθυμίας, πού επιβουλεύεται και σείει όλο το θεμέλιο της πνευματικής μας υποστάσεως.
Όλα αυτά θα επιτευχούν εάν κρατήσωμε, Χάριτι Χριστού, τον θείο ζήλο, την θέρμη αυτή την οποία πολλές φορές σας τόνισα με λεπτομέρεια από πού προέρχεται και πώς ενεργεί. Εάν αυτή μείνη μέσα μας, τότε γίνεται «λύχνος τοις ποσίν ημών και φως ταις τρίβοις ημών». Αυτό ακριβώς εννοεί ο Ιησούς μας όταν λέγη «περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» και «ο περίπατων έν τη σκοτία ούκ οίδε πού υπάγει».
Να κρατήτε πάντοτε την ακρίβεια του προγράμματος, του τυπικού. Να προσέχετε την αναστροφή σας. Μπορεί αυτά να φαίνονται μικρά και ούτιδανά· αλλά αυτά τα μικρά και ούτιδανά είναι εκείνα τα όποια μας απαλλάσσουν από τους μεγάλους πειρασμούς· διότι, εάν ο μοναχός είναι φειδωλός στο να κοιτάζη από δώ και απ’ έκεί, στο να κάνη χρήση και όχι κατάχρηση, πώς είναι δυνατό ο διάβολος να τον απατήση, ώστε να κάνη κάτι πού να είναι αμαρτία;
Αυτό είναι αδύνατο. Ένας μοναχός ο όποιος προσέχει να μην κοιτάξη το σώμα του, προσέχει ακόμα, αν είναι δυνατό, να μην χόρταση, να μην ξεκούραστη όσο του χρειάζεται καί, συνεχώς, εποπτεύει τον εαυτό του μήπως του ξεφύγει, πώς είναι δυνατόν να τον πλανέση ο διάβολος να κοιτάξη ξένο κάλλος, η να κοιτάξη έμπαθώς η να κάνη κάτι πού θεωρείται ένοχο; Και έτσι, με κείνη την προσοχή πού κάνει, απαλλάσεται από τους μεγάλους κόπους των μεγάλων πολέμων πού φέρουν και τις μεγάλες πτώσεις.
Προσέχοντας αυτή την λεπτομέρεια οι Πατέρες μας κράτησαν την ακρίβεια της πρακτικής. Διότι η ακρίβεια της πρακτικής είναι εκείνη πού ανάβει εκείνο το «πύρ» στην καρδιά. Και τότε μένουν οι «λύχνοι καιόμενοι» και εκεί πού είναι «οι λύχνοι καιόμενοι», όπως λέει ο Αββάς Δωρόθεος, δεν μπορεί το ποντίκι να κάνη ζημιά, ούτε οι μύγες να πετάξουν από πάνω, διότι θα καούν. Όταν όμως ο λύχνος σβύση, συνεχίζει ο ίδιος Αββάς, τότε πάει το ποντίκι και τρώει το φυτίλι, τρώει και το λάδι, ρίχνει και τον λύχνο κάτω, και αν είναι πήλινος τσακίζεται.
Έκανα όλον αυτόν τον κύκλο λέγοντας όλα αυτά, για να τονίσω την σημασία πού έχει η κράτηση και η τήρηση της καλής έν Χριστώ αναστροφής πού δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακρίβεια της συνειδήσεως στο πρόγραμμμά μας το μοναχικό. Όταν δεν υποχωρούμε στα προγράμματα μας και είμαστε προσεκτικοί, τότε να είστε βέβαιοι ότι ούτε η Θεία Χάρις από μας θα φύγη, ούτε και ο μυστικός θείος φωτισμός, για να μην περιγελαστούμε από τα πάθη και τους δαίμονες. Εκεί πού δεν υπάρχει η ζήλος, χρειάζεται πολύς κόπος για να «άρθή» ο Σταυρός. Έκεί όμως πού υπάρχει ο θείος ζήλος, όλα είναι εύκολα. Λοιπόν, όλοι μας να γίνωμε ζηλωτές. Αμήν.
 
Πηγή: Αθωνικά Μηνύματα, Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός, Εκδοσις Γ΄Ψυχωφελή Βατοπαιδινά,Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999.
 
πηγή /αντιγραφή