Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικά Σχόλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικά Σχόλια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

«Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ἔρως Ὀρθοδοξίας» τοῦ Π.Β. Πάσχου, τῶν ἐκδόσεων «Ἀστὴρ»


Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλος, προσκαλεῖ τοὺς χριστιανοὺς νὰ γιορτάσουν τὰ Ἅγια Θεοφάνεια, μ΄ αὐτοὺς τοὺς λόγος: «Δεῦτε ἴδετε ξένον κατακλυσμόν, πολὺ βελτίονα καὶ κρείττονα, τοῦ ἐπὶ Νῶε, θεωρούμενον· τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν ἐκεῖ τὸ ὕδωρ ἐθανάτωσεν, ἐνταύθα δὲ τὸ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος διὰ τοῦ βαπτισθέντος τοὺς θανόντας ἐζωοποίησεν· ἐκεῖ ὁ Νῶε ἐκ ξύλων ἀσήπτων κιβωτὸν συνεπήξατο, ἐνταύθα δὲ ὁ Χριστός, ὁ νοητὸς Νῶε, ἐκ τῆς ἀφθόρου Μαρίας τὴν τοῦ σώματος Κιβωτὸν κατεσκεύασεν· ἐκεῖ περιστερά, κάρφος ἐλαίας βαστάζουσα, τὴν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ εὐωδίαν ἐμήνυσεν, ἐνταύθα δὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐν εἴδει περιστερᾶς παραγενόμενον, τὸν ἐλεήμονα ὑποδείκνυσι Κύριον». Σὰν ἕνας δεύτερος κατακλυσμός, πραγματικά, εἶναι τὰ Ἅγια Θεοφάνεια. Ἕνας κατακλυσμὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς χάριτος...
τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν πνευματικὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν εἰσαγωγή του καὶ πάλι στὸν Παράδεισο. Γι΄ αὐτὸ κι ὁ στίχος, ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ συναξάρι τῆς ἡμέρας, λέγει: 

Τοὺς οὐρανοὺς Βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ σχίσαν,
Τοὺς αὐτὸ μὴ χραίνοντας ἔνδον εἰσάγει

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια, γιορτάζουμε τὴ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸν ἅγιο Πρόδρομο, στὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ὅταν πέρασαν τριάντα χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, διάστημα ποὺ τὸ ἐπέρασεν ὁ Ἰησοῦς τηρώντας κατὰ πάντα τὸ «νόμο», θέλησε νὰ δείξει στοὺς ἀνθρώπους ὅτι εἶναι ὁ «Θεὸς ἐν σώματι» καὶ ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γνήσιος καὶ «ὁμοούσιος τῷ Πατρί»· ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖον οἱ προφῆτες, στὶς τόσο νοσταλγικὲς προφητεῖες τους, μὲ πολλὴ προσδοκία ἐκήρυχναν.

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος εἶχεν ἔρθει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἐρήμου καὶ βάπτιζε «βάπτισμα μετανοίας», κατὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ –ὅπως ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «ἐπ᾿ ἀρχιερέως Ἄννα καὶ Καϊάφα, ἐγένετο ῥῆμα Θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην τὸν Ζαχαρίου υἱὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἦλθεν εἰς πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Λουκ. γ΄ 2-3). Καὶ μολονότι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἁμαρτίες, ὄντας ἀναμάρτητος, γιὰ νὰ πληρώσει καὶ σ΄ αὐτὸ τὸ «νόμο» ἦρθε νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη. Ὁ Ἰωάννης δειλιάζει, καὶ συλλογιζόμενος τὴν ἀναξιότητά του μπρὸς στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀναφωνεῖ: 

«Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;» -«Πῶς ἐκτείνω χείρα καὶ ἄψωμαι κορυφῆς κρατούσης τὰ σύμπαντα; Εἰ καὶ Μαρίας ὑπάρχεις βρέφος, ἀλλ΄ οἶδά σε Θεὸν προαιώνιον· ἐπὶ γῆς βαδίζεις, ὁ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφείμ· καὶ δοῦλος, Δεσπότην βαπτίζειν οὐ μεμάθηκα»! Μὰ ὁ Χριστὸς ἀφοπλίζει τὴ λογικὴ δειλία τοῦ Βαπτιστοῦ, λέγοντας αὐτὰ τὰ λόγια: «Ἅφες ἄρτι. Οὕτω γάρ πρέπον ἡμῖν ἐστι πληρῶσαι πάσαν δικαιοσύνην». Τότε ὁ Ἰωάννης, χωρὶς νὰ φέρει πιὰ ἄλλην ἀντίσταση, ἔστερξε νὰ βαπτίσει τὸ Χριστό. Κ΄ εἶδεν εὐθὺς ὁ Ἰωάννης τὴ στιγμὴ ἐκείνη, νἀνοίγωνται οἱ οὐρανοί· νὰ κατεβαίνει «τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σωματικῷ εἴδη, ὡσεὶ περιστερὰ ἐπ΄ αὐτόν». Κι ἄκουσε νἂρχεται φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ, ποὺ ἔλεγε: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ὧ ηὐδόκησα»!

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ἑφτὰ λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Χριστὸς βαπτίσθηκε: α) «βαπτίζεται δὲ ὁ Χριστός, οὐχ ὡς αὐτὸς χρήζων καθάρσεως, ἀλλὰ τὴν ἐμὴν οἰκειούμενος κάθαρσιν», β) νὰ συντρίψει τὰ κεφάλια τῶν δρακόντων πάνω στὸ νερό, γ) νὰ πνίξει τὴν ἁμαρτία κι ὅλο τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ νὰ τὸν παραχώσει μὲς στὸ νερό, δ) ν΄ ἁγιάσει τὸν Ἰωάννη Πρόδρομο, τὸν Βαπτιστή, ε) νὰ «πληρώση» τὸν νόμο, στ) ν΄ ἀποκαλύψει στοὺς ἀνθρώπους τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ζ) νὰ γίνει γιὰ μᾶς τύπος καὶ ὑπογραμμὸς καὶ στὸ βάπτισμα. Σ΄ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὁ νέος ἅγιος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης προσθέτει κ΄ ἕναν  η) ν΄ ἁγιάσει τὴν φύση τῶν ὑδάτων· «ὅθεν καὶ τὸ νερὸν ὅπου λάβῃ τινὰς ἀπὸ πηγὴν ἢ ποταμὸν κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Θεοφανείων, μένει ἄσηπτον».

Καὶ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος μία χαρακτηριστικὴ περικοπὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὴ μεταφέρουμε κ΄ ἐμεῖς ἐδῶ, μεταφράζοντάς την κάπως. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Αὐτὴ εἶναι ἡ μέρα ποὺ (ὁ Χριστὸς) βαπτίσθηκε κι ἁγίασε ὅλα τὰ νερά. Γι΄ αὐτό, λοιπόν, καὶ στὴ γιορτὴ αὐτή, κατὰ τὸ μεσονύχτι (ἐπειδὴ κατὰ τὴν Παράδοση, ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε μέρα Τρίτη, «ὥρᾳ δεκάτῃ τῆς νυκτός»), ἔρχονται ὅλοι (οἱ χριστιανοὶ) καὶ παίρνουνε νερὸ γιὰ τὰ σπίτια τους· ὅπου τὸ νερὸ αὐτό, γιὰ τὸν λόγον ὅτι ἁγιάστηκαν ὅλα τὰ νερὰ σήμερα, τὸ φυλάγουν ὅλο τὸ χρόνο. 

Καὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ γίνεται φανερό, ἀπ΄ τὸ ὅτι τὰ νερὰ ποὺ παίρνουμε (τὰ Φῶτα) δὲν ἀλλοιώνονται καὶ δὲν μυρίζουν, ὅσος καιρὸς κι ἂν περάσει· ἀλλὰ βαστοῦνε ἕνα χρόνο· ὁλάκερο, πολλὲς φορὲς καὶ δυὸ καὶ τρία χρόνια· καί, ὕστερ΄ ἀπὸ τόσα χρόνια, αὐτὸ τὸ νερὸ συναγωνίζεται σὲ φρεσκάδα καὶ σὲ καθαρότητα κ΄ ἐκεῖνα τὰ νερὰ ποὺ μόλις τώρα τὰ πῆραν ἀπὸ τὸ πηγάδι». Αὐτὸ εἶναι ἕνα θαῦμα ποὺ τὸ βλέπει κανεὶς κάθε χρόνο νὰ γίνεται, ἀκόμη καὶ στὶς ἁμαρτωλὲς ἡμέρες μας –ἰδίως στὰ χωριά μας, ποὺ μὲ θερμὴ πίστη κ΄ εὐλάβεια, αὐτὸ τὸ ἁγιασμένο νερό, τὸ βάζουν δίπλα ἀπὸ τὰ εἰκονίσματα, στὸν ἱερώτερο τόπο κάθε σπιτιοῦ.

Ὁ Χριστὸς ἔλαβε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου. Κι αὐτὸ θὰ πεῖ, πὼς δὲν ἔλαβε οὔτε τὸ ἰουδαϊκὸ βάπτισμα ποὺ ἀφοροῦσε τὴν καθαρότητα σώματος καὶ ἐνδυμάτων, ἀλλὰ οὔτε τὸ δικό μας, μὲ τὴν τριπλῆ κατάδυση καὶ ἀνάδυση καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων. Τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου εἶχε μία κατάδυση καὶ μία ἀνάδυση τοῦ βαπτιζομένου. Καὶ λέγονταν βάπτισμα «μετανοίας», γιατί ὁ Ἰωάννης, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐρχότανε νὰ βαπτισθοῦνε σ΄ αὐτόν, τοὺς βαστοῦσε μέσα στὸν Ἰορδάνη, ὥσπου νὰ ἐξομολογηθοῦνε ὅλες τὶς ἁμαρτίες τους, κ΄ ὕστερα τούς ἔβγαζε ἔξω. Ὁ Ἰωάννης δὲν εἶχε ἐξουσία νὰ παρέχει ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων. Τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ μετάνοια, ποὺ εἶχε ἐπιστέγασμά της τὸ βάπτισμα: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» καὶ «ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας». 

Ὅμως, καθὼς μᾶς ἀναφέρουν οἱ Εὐαγγελισταὶ Ματθαῖος καὶ Μάρκος, ὁ Χριστὸς τὴν ὥρα τῆς βαπτίσεώς του «ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος». Γιατί; Ἰδοὺ ἡ ἀπάντηση, ποὺ δίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὅτι, οἱ μὲν ἄλλοι ἄνθρωποι, βαπτιζόμενοι, ἐπειδὴ ἦτον ἁμαρτωλοί, ἐστέκοντο μέσα εἰς τὸ νερὸν βουτημένοι, ἕως ὁπού ἤθελαν ὁμολογήσουν ὄλας τὰς ἁμαρτίας των, καὶ τότε ἔβγαινον ἀπὸ τὸ νερόν. Ὅθεν, ἐπέρνα ἀναμεταξὺ διάστημα καιροῦ. Ὁ δὲ Κύριος, ἐπειδὴ ἦτον ἀναμάρτητος, καὶ ἁμαρτίας δὲν εἶχε νὰ ἐξομολογηθῇ, διὰ τοῦτο, εὐθὺς ὁπού ἐμβῆκεν εἰς τὸ νερόν, εὐθὺς καὶ ἐβγῆκεν ἔξω». Κ΄ ἔτσι ὁ Χριστὸς ἔκαμε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου σὰν εἶδος γέφυρας, ποὺ μᾶς πέρασε ἀπ΄ τὸ ἰουδαϊκὸ-σωματικό, στὸ χριστιανικὸ-πνευματικὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖο μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὴν προπατορικὴ κι ἀπὸ κάθε ἄλλη ἁμαρτία καὶ μᾶς χαρίζει μιὰν ἄσπιλη κι ἀμόλυντη πνευματικὴ καθαρότητα.

Ἀπ΄ ὅλο τὸν ὑμνογραφικὸ πλοῦτο τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων, ποὺ ὑπομνηματίζει μὲ τὸν πνευματικώτερο καὶ ποιητικώτερο τρόπο τὸ περιεχόμενο τῆς Βαπτίσεως, μεταφέρουμε ἐδῶ τὸ τελευταῖο τροπάριό της η΄ ὠδῆς τοῦ ἰαμβικοῦ κανόνος, ποίημα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ:

Λευχειμονείτω πᾶσα γήϊνος φύσις,

Ἐκπτώσεως νῦν οὐρανῶν ἐπηρμένη·
ᾯ γὰρ τὰ πάντα συντετήρηται Λόγῳ,
Νάουσι ῥείθροις ἐκπλυθεῖσα πταισμάτων,
Τῶν πρὶν πέφευγε παμφαῶς λελουμένη.


Ἤδη μὲ τὴν ἔκφραση «λευχειμονείτω πᾶσα γήϊνος φύσις», ὁ ἱερὸς μελωδὸς μᾶς μεταδίδει τὸ ἱερὸ δέος καὶ τὴν ἔνθεη συγκίνηση, εἰσάγοντάς μας σὲ μία πανηγυρικὴ ἀτμόσφαιρα. Ἂς ἀσπροφορέσει, λέγει, κάθε ἀνθρώπινη, κάθε γήινη φύση, γιατί μετὰ τὴν ἔκπτωσή της ἀπὸ τοὺς Οὐρανούς, σήμερα μπορεῖ πάλι νὰ ἀνεβεῖ στὸ προτερινὸ ὕψος της. Κι ὄχι μόνο γι΄ αὐτό, μὰ ἀκόμη, πρέπει ν΄ ἀσπροφορεῖ καὶ νὰ χαίρεται κάθε πλάση ἀνθρώπινη, γιατί ὁ θεῖος Λόγος τὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ξέπλυνε μέσα στὰ τρέχοντα νερὰ τοῦ Ἰορδάνου καὶ τὴν καθάρισε ἀπ΄ ὅλα τὰ προηγούμενα πταίσματά της, τὴν ἔκανε νὰ ξεφύγει ἀπὸ κάθε σκοτεινὴ σκιὰ ἁμαρτίας καὶ τὴν ἐκατάστησε πάμφωτη καὶ πεντακάθαρη –«τῶν πρὶν πέφευγε παμφαῶς λελουμένη».

Ὁ τίτλος αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ κειμένου εἶναι: «ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω». Καὶ ὑπάρχει ἕνας σοβαρὸς λόγος, ποὺ εἶναι αὐτὸς ὁ τίτλος κι ὄχι ἕνας ἄλλος, πιὸ κατανοητὸς ἴσως στὸ λογικό τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ποιητικώτατη προφητικὴ αὐτὴ φράση τῶν Ψαλμῶν εἶναι πλουτισμένη μ΄ ἕνα ἀσυνήθιστο καὶ ἀνυποψίαστο, ἀκόμα καὶ στοὺς πιὸ φιλακόλουθους, πνευματικὸ βάθος. Ἂς προχωρήσουμε στὸ βαθὺ αὐτὸ νόημα, μὲ ὁδηγὸ καὶ συνέκδημο τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο –ποὺ πρέπει κάποτε νὰ πιάσει στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς μας μιὰν ὁλόκληρη ἕδρα, γιὰ νὰ μπορέσει ν΄ ἀξιοποιήσει τοὺς θησαυροὺς τῆς ἁγίας κηρυκτικῆς πείρας του ἡ Ἐκκλησία κ΄ ἡ θεολογικὴ ἐπιστήμη. 

Λέγει, λοιπόν, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, μέ τὴ γνωστὴ μέθοδό του, πὼς ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης –ποὺ ἦταν πολυφημισμένος στὴν ἁγία Γραφὴ καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα θαύματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ σ΄ αὐτὸν- πηγάζει ἀπό δύο πηγές: ἡ μία λέγεται Ἰὸρ κ΄ ἡ ἄλλη Δάν. Καθὼς προχωροῦν τὰ δύο αὐτὰ ποτάμια, ἑνώνονται καὶ γίνονται ἕνα ποτάμι ποὺ ὀνομάζεται (ἀπ΄ τὶς πηγὲς τοῦ Ἰὸρ καὶ Δᾶν) Ἰορδάνης καὶ χύνεται στὴ Νεκρὰ θάλασσα. Ἡ ἀλληγορία ἐδῶ εἶναι βαθειὰ καὶ θεολογικώτατη, ὅπως τὴν φανερώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Οἱ δύο πηγὲς του συμβολίζουν τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα, τοὺς δύο προπάτορες, ἀπ΄ τοὺς ὁποίους ἀνέβλυσε –σὰν ἄλλος Ἰορδάνης- ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. 

Κι ὅλο τοῦτο τὸ ἀνθρώπινο γένος, πρὸς τὰ ποῦ πήγαινε; στὴ νέκρωση καὶ στὸ θάνατο –ὅπως ὁ Ἰορδάνης στὴ Νεκρὰ θάλασσα. Ἦρθε ὅμως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ πόνεσε γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, κ΄ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ἔπαθε ἀπάνω στὸ σταυρό, καὶ κατήργησε, μὲ τὸν θάνατό του, τὸν θάνατο. Ἔτσι ἐχάρισε στοὺς ἀνθρώπους τὴ ζωὴ καὶ τοὺς ἔστρεψε πρὸς τὰ πίσω, τοὺς ἔκαμε νὰ μὴν τρέχουν πιὰ πρὸς τὴ νέκρωση καὶ τὸ θάνατο, ἀλλὰ πρὸς τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀφθαρσία. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει, ὅτι «ὅσοι εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν». (Ρωμ. Στ΄ 3).

Θὰ τελειώσουμε μ΄ ἕνα σύντομο ἀπόσπασμα τοῦ Μελετίου Πηγᾶ, ποὺ ἡ ἔκδοση τῶν λόγων του –ἀγνώστων σχεδὸν ὡς τὰ τώρα- τιμᾶ τὴν «Πηγὴ τοῦ Ὀρθοδόξου Βιβλίου», ποὺ ἔβαλε τὴ δαπάνη καὶ τὴ φροντίδα γιὰ νὰ τυπωθοῦν, καὶ μάλιστα μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια. «Ἀλλ΄ ἐκεῖνο τὸ ὕστερον, λέγει ὁ μεγάλος Πατριάρχης τῆς Τουρκοκρατίας, μὲ ἀναπτερώνει, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται τὸ βάπτισμα. Εἶναι τοῦτο, οἱ ἀνοιγόμενοι Οὐρανοί. Ὢ βάπτισμα, θύρα τοῦ Παραδείσου! Ὢ βάπτισμα, ἡ κλείς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ! Ὢ βάπτισμα, ἡ κλίμαξ τῶν Οὐρανῶν, ὢ βάπτισμα, ἡ κολυμβήθρα τῆς ἀναγεννήσεως! Ὢ βάπτισμα, τὸ λουτρὸν τῆς παλιγγενεσίας! Ὢ βάπτισμα, τῆς υἱοθεσίας μυστήριον! Ὢ βάπτισμα, ἡ ταφὴ τῆς ταφῆς, ὁ θάνατος τοῦ θανάτου, ἡ ἀνάστασις τῆς ἀναστάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου “συνθάπτομαι Χριστῷ καὶ συνανίσταμαι Χριστῶ”… Διὰ τ΄ ἐμᾶς εἶναι ἀνοιμένες οἱ θεόδμητες ἐκεῖνες πύλες τοῦ Οὐρανοῦ. Καὶ ἐμεῖς κατακυλιούμεστάνε χάμετες στὴν γῆν. Γιὰ τ΄ ἐμᾶς χύνεται τόσον καὶ τηλικοῦτον φῶς καὶ καθαρίζει μας καὶ λούει μας, καὶ ἀφαιρεῖ τὲς πονηρίες ἠμῶν “ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν” καὶ φωτίζει μας».

Δικαιολογημένη, λοιπόν, ἡ χαρὰ τῶν χριστιανῶν. «Τὰ σύμπαντα σήμερον ἀγαλλιάσθω». «Χριστὸς ἐφάνη ἐν Ἰορδάνη ἁγιᾶσαι τὰ ὕδατα» καὶ σῶσαι τὸν ἄνθρωπον»!


Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Αρχιμ. Αρσένιος Κατερέλος, Κάποιες νεώτερες εμφανίσεις του Αγ. Γεωργίου στο τάγμα των μοναχών


ΚΑΠΟΙΕΣ ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ
Πρίν ἀπό 160 περίπου ἔτη, ὁ πρῶτος Γέροντας τῶν Ἰωσαφαίων, Ἰωάσαφ μοναχός, ἐνῷ ξεκίνησε μέ μεγάλο ζῆλο τό μοναχικό του στάδιο, στήν συνέχεια ἔπεσε σέ ἀμέλεια. Σέ μία ἀγρυπνία, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τοῦ ἔδειξε μία φοβερή ὀπτασία, ὅπου ἐβίωσε τήν κόλασι πού ἀναμένει ὅσους μοναχούς ξεφεύγουν ἀπό τήν ὑψηλή ἀποστολή τοῦ μοναχισμοῦ.
Μετά, τοῦ ἐνεφανίσθη ὁ Ἅγιος Γεώργιος καί τόν ὡδήγησε στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος τόν εὐλόγησε καί τοῦ ξαναχάρισε τόν πρῶτο του ζῆλο.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἔσωσε τόν Ἅγιο Ἀρσένιο τόν Καππαδόκη, ὅταν ἦταν παιδί. Τόν ἅρπαξε μέσα ἀπό ἕνα χείμαρο πού τόν εἶχε παρασύρει, τόν ἐπῆρε στό ἄλογό του καί τόν ἔβγαλε ἔξω ἀπό τόν χείμαρο .
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος Καρσλίδης εἶχε ἰδιαίτερες ἐμπειρίες ἀπό τόν Ἅγιο Γεώργιο, τόσο στήν περιοχή τῆς Γεωργίας, ὅσο καί κατόπιν στόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του, στήν Σίψα τῆς Δράμας.
Ὁ προηγούμενος τῆς Μονῆς Διονυσίου Γέροντας Χαράλαμπος, ὅταν αἰχμαλωτίσθηκε στήν Βουλγαρία, τό 1941 ἀπό τούς Κομιτατζῆδες, ἐσώθη ἀπό τόν Ἅγιο Γεώργιο.
Ὁ μοναχός Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης, ἐπειδή ἐφυγάδευσε συμμάχους κατά τήν Γερμανική Κατοχή, κατεδικάσθη σέ θάνατο. Τόν ἔκλεισαν στό Ἑπταπύργιο τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐκεῖ, περιμένοντας τήν ἐκτέλεσή του, εἶδε τούς προστάτας Ἁγίους τῆς Μονῆς του, τόν Ἅγιο Γεώργιο καί τόν Ἅγιο Παῦλο, πού τοῦ προεμήνυσαν ὅτι θά ἐλευθερωνόταν σέ τρεῖς ἡμέρες. Ἐπήδησε ἀπό τόν τρίτο ὄροφο τῆς φυλακῆς καί ἔπεσε ἐπάνω σέ ἕνα ὑψηλό δένδρο καί ἀντί νά σκοτωθῆ δέν ἔπαθε τήν παραμικρή γρατσουνιά. Ἐν συνεχείᾳ, μέ τήν ὑπερφυσική προστασία τῶν ἐν λόγῳ Ἁγίων, κρυβόμενος, ἔφθασε μέ τά πόδια στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκοιμήθη τό 1998.
Εἴθε ὁ τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος νά μᾶς ἐλευθερώνη ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν  παθῶν μας, ὥστε τό ἄχρονο Φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ νά λάμπη μέσα μας. Ἔτσι μόνο θά ἀντανακλᾶται πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις.
ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ

Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Ο θησαυρός.




Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ
Εκπλήσσεται κανείς όταν διαβάζει τις θεόπνευστες ομιλίες του Ιερού Χρυσοστόμου, ο οποίος με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, ερμηνεύει την Αγία Γραφή. Μια τέτοια ομιλία είναι και αυτή που αναφέρεται στην «καινή Κυριακή» και στον Απόστολο Θωμά (PG 63,927-930). Μάλιστα, στην αρχή του λόγου του, παρακαλεί τον Απόστολο, «ίνα την αγίαν αυτού δεξιάν την αψαμένην της του Δεσπότου πλευράς τοις χείλεσιν αυτού επιθέση και νευρώση την γλώσσαν προς εξήγησιν των ποθουμένων υμίν». Την αυτήν ικεσία απευθύνουμε κι εμείς στον Απόστολο και μάρτυρα Θωμά για να μιλήσουμε «δια την προτέραν αμφιβολίαν αυτού» και ακόμη για την ομολογία του, που είναι η κρηπίδα και το θεμέλιο της Εκκλησίας.
1.Ποιό ήταν το πρόβλημα του Θωμά;

Μετά τα φοβερά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στα Ιεροσόλυμα, δηλαδή τη σύλληψη, τα φοβερά μαρτύρια και τέλος το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ο Απόστολος Θωμάς έφυγε από τον όμιλο των μαθητών και έμεινε κλεισμένος στον εαυτό του, παλεύοντας με τους λογισμούς της απιστίας. Έτσι, έχασε τη δυνατότητα «την μιά των Σαββάτων», μαζί με τους υπόλοιπους συμφοιτητές του, να συναντήσει Αναστάντα τον Κύριο.
Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει πολλές φορές και στη δική μας ζωή, όταν προσπαθούμε να δώσουμε λύσεις στον εαυτό μας και μάλιστα για θέματα τα οποία άπτονται της σωτηρίας μας, χωρίς να ζητούμε την παρουσία και άλλων πνευματικών ανθρώπων και κυρίως αυτών που έχουν την εμπειρία της αληθείας. Ο Απόστολος όμως, πέρα από την αμφιβολία η οποία τον διακατείχε, διέθετε τρεις σπάνιες αρετές. Ειλικρίνεια, ευθύτητα και τιμιότητα. Αυτές τον βοήθησαν ώστε να επιμείνει στην αναζήτηση αυτή και τελικά ο ίδιος ο Χριστός να τον καλέσει «μεθ’ ημέρας οκτώ» και «η καλή απιστία αυτού» να γεννήσει πίστη βεβαία.
2. Αυτήν την βεβαία πίστη την οποία ζητούσε ο Απόστολος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την ονομάζει θησαυρό. «Μείνε, Θωμά, σταθερός στον πόθο σου αυτόν, μείνε σταθερός με επιμονή, για να δεις εσύ και να βεβαιωθεί η ψυχή μου. Μείνε σταθερός, ζητώντας αυτόν που είπε «Ζητάτε και θα βρείτε». Μην προσπεράσεις απλώς, ερευνώντας, αν δεν εύρεις το θησαυρό που ζητάς, χτύπα μ’ επιμονή την πόρτα της αναντίρρητης γνώσης, ώσπου να σου την ανοίξει αυτός που είπε «χτυπάτε και θα σας ανοιχτή». Αγαπώ το διχασμό των λογισμών σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό.»…Γιατί συ απιστείς κι εγώ μαθαίνω να πιστεύω. Εσύ σκάβεις με το δικέλλι της γλώσσας το θείο σώμα κι εγώ θερίζω άκοπα τον καρπό και τον μαζεύω για μένα».
3. Και οι λόγοι για τους οποίους επιμένει ο Απόστολος Θωμάς να δει το πρόσωπο του Χριστού και μάλιστα τις οπές μέσα από τις οποίες πέρασε ο θάνατος, ακόμη και την αιμορροούσα πλευρά, όπου, κατά την έκφραση των υμνογράφων, «ιάθη το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος», είναι χαρακτηριστικοί και αποκαλυπτικοί. Θέλει ο Απόστολος να έχει ο ίδιος την εμπειρία της Αναστάσεως και την ζωντανή παρουσία του Διδασκάλου μετά την Ανάστασή Του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρουσιάζει με συγκινητικό τρόπο τους λόγους αυτούς με το στόμα του Αποστόλου Θωμά : «Πώς θα κάνω τους απίστους να πιστεύσουν αυτά που μήτε εγώ δεν τά 'χω πρακολουθήσει; Να πω στους Ιουδαίους και στους Έλληνες ότι έχω δει τον Κύριό μου να Τον σταυρώνουν. Δεν Τον είδα όμως να έχει αναστηθεί, αλλά μόνο άκουσα. Και ποιος δεν θα περιπαίξει τά λόγια μου; Ποιος δεν θα δείξει περιφρόνηση στο κήρυγμά μου; Άλλο πράγμα είναι ν΄ ακούσεις κάτι και άλλο να το δεις· άλλο πράγμα είναι η αφήγηση λόγων κι άλλο η θέα και η εμπειρία των πραγμάτων».
Γι’ αυτό και ο Χριστός στη συνάντηση που είχε μαζί του «μεθ’ ημέρας οκτώ», τον καλεί προσωπικά με το όνομά του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του πατέρα που καλεί το παιδί του, και τον προτρέπει : «φέρε τον δάκτυλον σου ώδε και ίδε τας χείρας μου και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ιωάν. 20, 27-28).
«Μη διστάσεις», λέγει η άφθαστη σε ρητορεία γλώσσα του Ιερού Χρυσοστόμου, «να μάθεις ό,τι ποθείς, μην ντρέπεσαι να κοιτάξεις καλά ό,τι θέλεις. Μην αποφύγεις να βάλεις το δάχτυλό σου στα ίδια τα χέρια μου… Βάλε το δάχτυλό σου εδώ και κοίταξε τα χέρια μου, που τραυματίστηκαν για εσάς, για να θεραπεύουν τα χτυπήματα των δικών σας ψυχών… Κοίταξε τα χέρια μου και το αληθινό γεγονός της Αναστάσεώς μου μη νομίσεις πως είναι μια φαντασία… Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν ενέχυρα για την ανάστασή σας μέσα από τον τάφο… Αποδέξου για χάρη μου το τέλος της ζωής σαν αρχή μιας πιο εσωτερικής ζωής και φέρε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου… Άντλησε με το χέρι σου από τη βρύση αυτής της ζωής το νάμα που ποθείς, τη δίψα που ανακουφίζει. Βάλε το χέρι στο ιατρείο της πλάσης και βγάλε το φάρμακο της επιθυμίας σου. Δέχομαι άγγιγμα χεριού που μ’ αγαπά, εγώ που δέχτηκα την πληγή της λόγχης . . . Κακό η απιστία, κάνει το νου να βουλιάξει. Η πίστη τον ανεβάζει στον ουρανό· η απιστία τυφλώνει την ψυχή· η πίστη φωτίζει τους λογισμούς· η πίστη και τα αόρατα βλέπει κατακάθαρα· ο άπιστος βρίσκεται σε ολοκληρωτική άγνοια. Μη γίνεις άπιστος, αλλά πιστός· Διώξε το σκοτεινό σύννεφο της απιστίας και κοίταξε τις καθαρές ακτίνες της πίστης. Να γίνεις μέσα σε όλους άξιος απόστολος της θεότητός μου· να γίνεις τέτοιος, όπως πρέπει να είναι αυτός που με συνάντησε και είδε τέτοια όπως εσύ».
Στα 2.000 χρόνια που πέρασαν από τότε, καθημερινά στέκεται μπροστά μας ο εαυτός μας σαν ένας άλλος κρυμμένος «Θωμάς». Η κόπωση και η κάμψη είναι έκδηλες πάνω του. Θα πρέπει όμως, να αποκτήσει τον αυθορμητισμό του Αποστόλου. Ο δισταγμός του Αποστόλου στερέωσε την υγεία της πίστεώς του και η αναστάσιμη κραυγή του «ο Κύριος μου και ο Θεός μου» είναι η πιο σαφής και αποφασιστική διακήρυξη του Αναστάντος Κυρίου.
Αν τον ακολουθήσαμε στην αμφισβήτηση και στις θολές ώρες, ας τον μιμηθούμε τουλάχιστον στην γεμάτη πίστη και αγάπη ομολογία του. Πρόκειται για βεβαιότητα και προσωπική εμπειρία. Μόνο έτσι θα μπορούμε να πιστεύουμε καρδιακά, να ομολογούμε υπαρξιακά, και να επαναλαμβάνουμε και εμείς μαζί του σ’ αυτήν την εποχή της αποστασίας από τον Θεό, στην οποία έχουμε μεγίστη ευθύνη οι ποιμένες της Εκκλησίας γιατί δεν κατηχήσαμε τον λαό μας να πιστεύει σωστά και όχι δεισιδαιμονικά, να επαναλαμβάνουμε το «ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
«Ψηλάφησα κι έμαθα να προσκυνώ,
όχι να φιλονικώ.
Έναν Κύριο και Θεό γνωρίζω,
τον Κύριό μου Χριστό,
αυτώ η δόξα και το κράτος
εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
το είδαμε εδώ

Η ψηλάφηση του Θωμά

Η ψηλάφηση του Θωμά
Η εικόνα με την ανορθόγραφη επιγραφή Η ΨΥΛΑΦΙΣΙΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ανήκει στο Δωδεκάορτο της Ι. Μονής Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους και είναι έργο κρητικού Θεοφάνη (16 ος αι.). Στην παράσταση δεσπόζει η μορφή του Χριστού. Φορεί κόκκινο χιτώνα και σκούρο ιμάτιο που ανοίγουν το χρώμα του οι πλούσιες χρυσοκοντυλιές. Η στάση του αναστάντος Κυρίου διευκολύνει την ψηλάφηση του Θωμά. Κάμπτει προς τα δεξιά του με το ένα χέρι ανασηκωμένο για να φανεί το σημάδι του καρφιού και το άλλο στηριγμένο στην πληγωμένη πλευρά του. Στέκει στο πάνω σκαλί μιας χαμηλής σκάλας έχοντας πίσω του κλειστή την πόρτα ενός κτηρίου (είναι το δώμα όπου ήταν συγκεντρωμένοι μαθητές) που έχει χαμηλό τρούλο. Ένα κόκκινο παραπέτασμα είναι ριγμένο στις στέγες του. Δεξιά και αριστερά του κεντρικού κτηρίου διακρίνονται δύο μικρότερα- επάλξεις των τειχών της Ιερουσαλήμ. Τον Κύριο περιβάλλουν οι μαθητές. Χωρισμένοι σε δύο ημιχόρια παρακολουθούν έκπληκτοι τα γινόμενα. Με βλέμματα καρφωμένα σε διάφορες κατευθύνσεις, με εκφράσεις στοχαστικές και απορημένες, παλάμες ανοιγμένες και χέρια δεητικά-όλα για να μεταφέρουν τον προσκυνητή σιμά τους. Να ζήσει την αιφνίδια φανέρωση του Διδασκάλου, να βεβαιωθεί για την Ανάσταση και να ψελλίσει με το Θωμά: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».
Στον πρώτο όμιλο των μαθητών - το αριστερό - προεξάρχει ο Θωμάς και στο δεξί ο Πέτρος. Ο πρώτος φορεί βαθυγάλαζο χιτώνα με το διακριτικό «σημείο» στο δεξιό βραχίονα (το είχαν στον χιτώνα τους οι Ρωμαίοι συγκλητικοί) και κόκκινο ιμάτιο. Το αριστερό του χέρι είναι σε σχήμα προσευχής και το άλλο έχει ακουμπισμένο το δάκτυλό του στην ανοικτή και λογχισμένη πλευρά του Κυρίου. Σε αντίθεση με τις ήρεμες φιγούρες των άλλων μαθητών, η δική του έχει κινητικότητα. Τη δείχνουν τα πόδια του και το πτυχωμένο ιμάτιό του. Σπεύδει να επιβεβαιωθεί γι αυτό που βλέπει και ακούει. Το βλέμμα του καρφωμένο στον Κύριο και το δάκτυλό του ακουμπισμένο στη θεϊκή σάρκα για να επικουρήσει την αυτοψία. « Τολμηρῶς ἐψηλάφησε τήν πλευράν , τήν τῷ θεί ῳ πυρί ἀπαστράπτουσαν ».
Η εικόνα μας, κλειστή στη σύνθεση, χωρίς δηλαδή προεκτάσεις φανερές ή αφανείς, άριστα ζυγισμένη, με τα φωτεινά της χρώματα και τα ήρεμα πρόσωπα, πιστοποιεί με το δικό της τρόπο την αλήθεια της Αναστάσεως. « Χαρᾶς τά πάντα πεπλήρωται , τῆς Ἀναστάσεως τήν πεῖραν εἰληφότα » ( γ΄ στιχηρό των αίνων, ήχος γ΄ ).

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω» (Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου)


«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα καί σῶσόν με», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μετανοημένη ψυχή, αὐτή πού ἔχει συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητος καί τῆς εὐθύνης, στρέφει τά μάτια της πρός τόν Νυμφίον τῆς Ἐκκλησίας καί γοερῶς ἀναφωνεῖ: «Σωτήρα μου, Εὐεργέτα μου, Σύ πού σταυρώθηκες γιά μένα τήν ἁμαρτωλή ψυχή· δέν ἔχω χιτῶνα καθαρό, χιτῶνα λελαμπρυσμένο ἀπό τά δάκρυα καί τήν μετάνοια· ἔνδυμα δέν ἔχω ἁγνό. Πῶς θά παρουσιασθῶ ἐνώπιόν Σου, Οὐράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης καί καθαρᾶς ψυχῆς! Ὁ νυμφώνας Σου εἶναι κεκοσμημένος, εἶναι θαυμάσια στολισμένος καί ὄμορφος. Ἐγώ ὅμως δέν ἔχω ἔνδυμα, ἵνα εἰσέλθω καί κατοικήσω αἰωνίως ἐν αὐτῷ. Σέ παρακαλῶ, Σέ ἱκετεύω, Οὐράνιε Νυμφίε τῆς ψυχῆς μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου, δῶσε μου τά ἀπαιτούμενα μέσα καθάρσεως γιά νά λαμπρυνθῆ τό ἔνδυμα αὐτό καί νά ἀξιωθῶ νά γίνω μέτοχος, νά γίνω ἄξιος νά κατοικήσω μέσα σ᾿ αὐτόν τόν οὐράνιο καί αἰώνιο νυμφῶνά Σου».

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὁ οὐράνιος κόσμος, ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος εἶναι ὁ νυμφώνας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού κατοικεῖ ὁ Θεός ἐν φωτί, ἐκεῖ πού οἱ ἄγγελοι ψάλλουν ἀκαταπαύστως τό: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν». Σ᾿ ἐκεῖνον τόν οὐράνιο κόσμο βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐτυχία, τό κάλλος καί ἡ ὀμορφιά.
Ψυχές κεκαθαρμένες καί μέ τά δάκρυα ἁγνισμένες, αἰσθάνονται αὐτόν τόν οὐράνιο νυμφῶνα· ἀπό τώρα τόν γεύονται· τόν βλέπουν μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς· τόν ὀρέγονται, τόν ποθοῦν καί νοσταλγοῦν τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα πού θά ἀπέλθουν διά νά κατοικήσουν εἰς αὐτόν.
Ἡμεῖς ὅμως οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι δέν ἔχουμε τήν πληροφόρησι τῆς συνειδήσεως, γιατί ἡ ψυχή μας δέν εἶναι καθαρή, μήτε τό σῶμα μας. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί δέν εἶναι ἀνοιγμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, νά δοῦμε τόν οὐράνιο αὐτό κόσμο, αὐτήν τήν ὀμορφιά, τήν ὁποία εἶδε γιά λίγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἀνεφώνησε ἀπό ἔκπληξι καί θάμβος καί εἶπε: «Ὦ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί αὐτοῦ!… » (Ρωμ. 11: 33), καί ἀλλοῦ πάλιν· «Ἅι ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄: 9).
Σ᾿ αὐτόν τόν νυμφῶνα τόν οὐράνιο καλούμεθα νά γίνουμε οἰκήτορες, νά κατοικήσουμε, νά συναυλιζώμεθα μετά τῶν Ἀγγέλων, μετά τῶν Ἁγίων, σέ οὐράνια παστάδα, στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, στό κάλλος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στό φῶς τό ἀπρόσιτον, στόν ὑπέρφωτον γνόφον τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ καθάρουμε τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς μας.

Σ᾿ αὐτήν τήν κάθαρσι τοῦ χιτῶνος, πού καλούμεθα νά ἐπιτύχουμε, μᾶς βοηθεῖ πάρα πολύ ἡ Ἐκκλησία μας. Γι᾿ αὐτό, τόν χρόνο αὐτό, πού ἀνοίχθηκε μπροστά μας καί φέτος, αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες –μέ τήν γενική ἄποψι τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τροφές, ἀλλά κυρίως ἀπό ἐγκράτεια κακῶν ἐπιθυμιῶν– πρέπει ὁ κάθε χριστιανός πού ποθεῖ νά σωθεῖ, νά ἀνασυγκροτήση τίς σκέψεις καί τίς ἀποφάσεις του καί νά ἀγωνισθῆ νά ζήση πιό σεμνά, πιό ἀπέριττα, πιό ἁπλᾶ, σταματῶντας τήν ἐξωτερική προσπάθεια τῆς καλλωπίσεως καί στρεφόμενος στόν ἐσωτερικό καλλωπισμό του. Τό ἐξωτερικό σκεῦος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά καί τροφή τῶν σκωλήκων καί τῆς φθορᾶς. Τήν ὀμορφιά ὅμως τῆς ψυχῆς, ὄχι μόνο κανένα πρᾶγμα δέν τή φθείρει, ἀλλά μᾶλλον τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τήν ἐξωραΐζει πρός τό εὐγενέστερον.
Ὁ χρόνος ὁλοένα καί συντέμνεται, ὅλο καί λιγοστεύει. Κάθε ἡμέρα πού περνᾶ, εἶναι καί ἕνα βῆμα πρός τόν θάνατο. Νά ξέρετε, ὅτι καί ἕνα μόνο δάκρυ ἰσοδυναμεῖ μέ τό λουτρό. Ὅπως τό λουτρό ἀνακουφίζει τό σῶμα καί τό πλύσιμο καθαρίζει τό ἔνδυμα, οὕτω πως καί τά δάκρυα τῆς μετανοημένης ψυχῆς ἁγνίζουν τήν καρδιά, ἁγνίζουν τό νοῦ, ἁγνίζουν τό σῶμα, ἁγνίζουν τήν ζωή, ἁγνίζουν τόν λόγο, ἁγνίζουν ἀκόμα καί τήν κάθε ἔκφρασι τοῦ ἀνθρώπου.
Νά γονατίζουμε καί νά προσευχώμεθα μέ πολλή ταπείνωσι. Σέ κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, τῆς δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αὐτό τό βλέπουμε στήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου κατά τήν Μεγάλη Τρίτη. Ποῦ ἤξερε αὐτή, μιά γυναίκα τοῦ δρόμου νά κάνη προσευχή; Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὅμως ἀπεφάσισε νά μετανοήση καί ἄρχισε νά κλίνη πρός τό φῶς καί πρός τήν ἀλήθεια, τῆς δόθηκε πνεῦμα προσευχῆς. Πόσο ὡραῖα εἶναι τά λόγια της μπροστά στόν Σωτῆρα! Γονάτισε μπροστά Του καί ἀσφαλῶς ἔκανε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μαζί Του! Ἐξέφρασε μέ ὅλη τήν καρδιά της τήν μετάνοιά της, διότι τῆς ἀπεκαλύφθη ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας της καί ὅλοι οἱ ἄλλοι τήν ἐξηπάτησαν. Εἶδε ὅτι μόνον ὁ Ἰησοῦς, ὁ Χριστός, εἶναι Αὐτός πού θά τῆς δώση τό φῶς, τήν ἀνακούφισι, τήν χαρά καί τήν ἄφεσι τῶν πολλῶν της ἐγκλημάτων.
«Δέξαι με –εἶπε– τήν ἁμαρτωλή, δέξαι μου τό πέλαγος τῆς ἁμαρτίας!». Καί εἴδατε ὅτι τά δάκρυά της ἦταν τόσα πολλά, πού ἔβρεξαν τά ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ἀναγκάσθηκε νά τά σκουπίση μέ τήν πλούσια κόμη της. Δέν χρειαζόταν ἄλλο μύρο γιά τόν Χριστό μας. Τό πολυτιμότερο μύρο ἦταν τά δάκρυά της, πού ἄξιζαν μεγάλο πλοῦτο. Ἦταν σέ θέσι νά ἐξαλείψουν ὅλο τό χρέος πού εἶχε ἀπέναντι στόν Θεό. Καί ἐνῷ ἦταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στή βρωμιά καί στή δυσωδία, τά πολύτιμα ἐκεῖνα δάκρυα τήν βοήθησαν νά λαμπρύνη τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς της καί νά γίνη ἀποδεκτή ἀπό τόν Σωτῆρα μας. Ἐμεῖς, ἄραγε, πότε θά λαμπρύνουμε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας;
Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλή ψυχή πού κλαίει, πού βρέχει νοερῶς τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, δέχεται τήν αὐτήν ἀνταπόκρισιν, τήν ὁποία δέχηκε καί ἡ πόρνη γυναίκα. Δέν εἶναι μόνον τό ὅτι σώθηκε, ἀλλά καί ἔγινε φωτεινό παράδειγμα γιά κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί τῆς δείχνει τόν τρόπο, τόν δρόμο καί τό φῶς γιά ἐπιστροφή. Ἄν μποροῦσε κανείς νά ἐμβαθύνη στήν ψυχή αὐτῆς τῆς γυναίκας, καθ᾿ ἥν στιγμήν ὠλοφύρετο καί ἔκλαιγε καί ἔβρεχε τούς ἀχράντους πόδας τοῦ Ἰησοῦ, θά ἔβλεπε ὁποία ἡ ἀνακούφισις, ὁποῖον βάρος τῆς ἔφυγε καί ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἔλαβε ἡ συνείδησίς της. Ὁ Χριστός γι᾿ αὐτά τά δάκρυά της τῆς ἔδωσε πλήρη τήν ἄφεσι ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν της.
Ἔτσι καί σέ κάθε ἄνθρωπο, πού ἐπιστρέφει κοντά Του, τοῦ δίνει πλούσια τήν συγγνώμη, ἀρκεῖ νά μετανοήση εἰλικρινά. Οὐδέν πρόβλημα μετά τήν μετάνοια. «Οὐ θελήσει θέλω τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν», λέγει ὁ Κύριος. Ὁρκίζεται στόν ἑαυτόν Του ὁ Θεός καί λέγει: «Δέν θέλω κανένας ἄνθρωπος, καμμία ψυχή νά χαθῆ καί νά κολασθῆ, ἀλλά θά τήν περιμένω. Θά ἐξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου καί κάθε προσμονή γιά τήν ἐπιστροφή της».
Ἄς ἀκολουθήσουμε τόν φωτεινό δρόμο τῆς μετανοίας· ἐάν μετανοήσουμε εἰλικρινά, τότε ὁ Θεός δέχεται τήν μετάνοιά μας καί δημιουργεῖ νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, ἔρχεται στό σημεῖο νά λέγη: «Μά, δύναται ὁ Θεός νά μοῦ συγχωρέση αὐτά πού ἔκανα;». Ἀπό τή μιά πλευρά ἔχει δίκηο. Νοιώθει τό βάρος κι ἀναρωτιέται, ἄν τόσο βάρος μπορεῖ νά τό σηκώση ὁ Θεός! Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Δέν μπορεῖ ὁ Θεός, ὁ Χριστός, τό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας καί τῶν οἰκτιρμῶν, νά σηκώση τό βάρος μιᾶς ψυχῆς ἁμαρτωλῆς; Μιά χούφτα ἄμμος ὅταν ριφθῆ, μέσα στούς ὠκεανούς, ἔχει καμμία ὑόστασι; Καμμία ὑπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στήν ἐπιφάνεια; Μηδαμῶς. Ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι καί ὅλα τά ἁμαρτήματα τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι ἕνα μηδέν ἐμπρός στήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Πολλῷ μᾶλλον τά ἁμαρτήματα μιᾶς καί μόνον ψυχῆς!

Ἔρχεται ὅμως ἀπό τά δεξιά, ὁ ἀλλότριος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δαίμων καί συμβουλεύει τήν ψυχή: «Δέν συγχωρεῖσαι μέ τίποτε!» τήν σπρώχνει, τήν πιέζει καί τήν «πρεσσάρει» γιά νά τήν ἐξωθήση στό ἔγκλημα τῆς αὐτοκτονίας. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο, ἡμεῖς ποτέ νά μή πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ἀκόμη καί ἄν κάθε μέρα ἐγκληματοῦμε. Ποτέ νά μή χάσουμε τήν ἐλπίδα, ὅσα κι ἄν πράττουμε, ὅσο κι ἄν πίπτουμε, ὅσο κι ἄν τραυματιζώμεθα καί χτυπᾶμε· μηδαμῶς ἀπελισία καί ἀπόγνωσις.
Μά, θά πῆ ὁ λογισμός: «Ἕως πότε θά μέ περιμένη ὁ Θεός;» Ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεός σοῦ χαρίζει ζωή, αὐτό εἶναι μία ἐγγύησις τοῦ Θεοῦ ὅτι σέ περιμένει. Δέν μπορεῖς ἐσύ νά ἀποκλείσης τό δικαίωμα τῆς προσμονῆς τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ αὐτήν τήν ἐλπίδα, μ᾿ αὐτό τό θάρρος νά προσερχώμεθα στόν Θρόνο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουμε ἀναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ἀνθρώπων, μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκομένων, οἱ ὁποίοι ἐπέστρεψαν καί ὄχι ἁπλῶς σώθηκαν, ἀλλά ἄγγιξαν μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τί ἦτο; Πόσοι καί πόσες σάν τήν Ὁσία Μαρία, δέν ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, πού ἔγιναν ἅγιοι κατόπιν! Γι᾿ αὐτό κανείς νά μήν ἀπελπίζεται, ἀλλά νά προσέρχεται μέ μετάνοια στόν πνευματικό, πού δύναται μέ τόν λόγο του νά οἰκειώση τόν ἁμαρτωλό μετά τοῦ Θεοῦ, νά τόν δικαιώση αὐτοστιγμεί. «Ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα καί ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔχει σε συγκεχωρημένον καί λελυμένον καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἐν τῷ μέλλοντι». Αὐτομάτως τό «κομπιοῦτερ» τοῦ Θεοῦ χτυπάει μηδέν ἁμάρτημα καί συγχρόνως ἀνοίγεται ἡ πύλη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ νυμφώνας τοῦ Χριστοῦ δέχεται τόν ἄνθρωπο, τόν προηγουμένως μή ἔχοντα «λελαμπρυσμένον» τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς.
Γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἄς Τόν εὐχαριστήσουμε, ἄς Τόν προσκυνήσουμε μέ ὅλη τήν εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας. Ἐάν ὁ Θεός δέν ἦτο τόσον ἀπείρως εὔσπλαχνος, οὐδείς ὁ σωζόμενος. Κανείς δέν θά ἐσώζετο, διότι οὐδείς εὑρίσκεται καί ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς ἄμεμπτος καί χωρίς σφάλμα καί κηλίδα. Οὐδείς ἠμπορεῖ νά καυχηθῆ ὅτι ἐτήρησε τήν καρδίαν του ἄμεμπτη καί καθαρή. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι τόσο δραστική, τό φάρμακο αὐτό εἶναι τόσο φοβερό καί τρομερό, πού ἐξαλείφει τά πάντα. Κάνει τρομερές ἐπεμβάσεις, ἀπίθανες ἐγχειρήσεις καί σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Ἐδῶ βλέπουμε ψυχές, πού ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἀμετανόητες καί «θείᾳ ἐπεμβάσει καί θείᾳ προνοίᾳ» διά πρεσβειῶν ἁγίων ἀνθρώπων, ἐπεστράφησαν πίσω καί ἔλαβαν τήν συγγνώμη. «Μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια» ἀπό τήν ἴδια τήν κολασμένη ψυχή. Γιά νά μετανοήση ἡ ἴδια, πρέπει νά ἐπιστρέψη στήν ζωή. Ἀκόμη καί τέτοια θαύματα ἔκανε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο.
Ὁ νυμφώνας «ἠνέωκται», ὁ Χριστός μᾶς περιμένει· δέν πρέπει νά βραδύνουμε. Τό στάδιον τῆς νηστείας καί τῆς καθάρσεως τό βαδίζουμε τώρα, τό λουτρό τῆς μετανοίας μᾶς περιμένει. Ἄς ἀξιοποιήσουμε τόν χρόνο τώρα, πού ὅλα συμβάλλουν στήν μετάνοια. Τά λόγια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλα κατανυκτικά, ἀρκεῖ νά προσέξουμε τήν ἔννοιά των. Ἄς γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα καί ἄς ἐπικαλούμεθα πνεῦμα κατανύξεως καί δακρύων νά μᾶς χαρίζη ὁ Θεός.
Κι ὅταν ἀγγίξη ὁ Θεός τά μάτια μας, νά Τόν εὐχαριστήσουμε, νά ταπεινωθοῦμε καί νά Τοῦ ἐκφράσουμε τήν ἀδυναμία μας, κι ὅτι μέ τήν εὐσπλαχνία Του καί μόνον μετανοοῦμε καί ὄχι ὅτι εἴμεθα ἱκανοί καί ἄξιοι γιά μετάνοια. Καί τό ὅτι πιστεύουμε στόν Θεό καί τό ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας εἶναι Χάρις Θεοῦ, εἶναι εὐσπλαχνία. Ἐάν ἡ Χάρις δέν ἐπισκιάση, ὁ ἄνθρωπος δέν ἀλλάζει. Ἐάν σκεπτώμεθα ἐπιστροφή, ἐάν μετανοοῦμε, ἐάν ἀλλάζουμε, αὐτό εἶναι Χάρις Θεοῦ. Γιά νά ἔλθη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, εἴμεθα δεκτοί ἀπό τήν Χάρι.
Ἄς μετανοήσουμε ὅσο εἶναι στήν διάθεσί μας ὁ χρόνος, ὅσο ἔχουμε τόν καιρό μπροστά μας. Ὁ Θεός εἶναι τόσο καλός, ὁ Οὐράνιος Πατέρας ἔχει τέτοια καρδιά πού ὅλοι χωρᾶμε μέσα Του, ἀρκεῖ νά προσέλθουμε ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει. Ἰδιαίτερα τώρα νά προσερχώμεθα στίς Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι εἶναι γεμᾶτες κατάνυξι καί χάρι. Τί ὡραῖο τό Χερουβικό τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι ἐκεῖνο τό Χερουβικό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τί δογματική καί θεολογία περιέχει!
Ἄς βιάσουμε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά βρεθοῦμε γρηγοροῦντες καί νήφοντες καί νά καταπολεμήσουμε τήν ἀμέλεια καί τή ραθυμία, γιατί αὐτά ἐμποδίζουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται ὁ δαίμων καί μᾶς φέρνει κόπωσι, κομάρες καί μᾶς ψιθυρίζει: «Μή κάνης τίς μετάνοιες, μή σηκώνεσαι τώρα γιά προσευχή, εἶσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θά πᾶς γιά δουλειά καί τόσα ἄλλα». Ἄς μή τόν ἀκούσουμε, ἄς βιασθοῦμε, διότι δέν ξέρουμε μετά ἀπό λίγες στιγμές τί μπορεῖ νά συμβῆ. «Ὅπου εὕρω σε, ἐκεῖ καί κρινῶ σε». Ἄν μᾶς βρῆ ἐπάνω στή βία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν βιαστῶν. Ἄν μᾶς βρῆ στήν ἀμέλεια καί στή ραθυμία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν ραθύμων καί τῶν ἀποτυχημένων.
Νά βοηθήσουμε καί τούς συνανθρώπους μας· νά τούς μιλήσουμε γιά τόν Θεό, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Οὐρανίου Πατρός· νά τούς δώσουμε θάρρος κι ἐλπίδα. Μία ψυχή νά βοηθήσουμε, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐλεημοσύνη. Ὅπως κι ἐμᾶς μᾶς βοήθησαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νά κάνουμε τό ἴδιο.
Ἄς βιασθοῦμε λοιπόν σέ ὅλα, γιά νά εἰσέλθουμε στόν νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ· διότι «τῶν βιαστῶν εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἀμήν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας” Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου

το είδαμε εδώ

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Ἡ Ἔγερσις τοῦ Λαζάρου - Περιγραφή τῆς εἰκόνας




 



Ἡ παράσταση μᾶς μεταφέρει ἔξω ἀπό τήν πόλη, σέ βράχους. Σ' ἕναν ἀπό αὐτούς, ὅπως συνήθιζαν οἱ Ἰουδαῖοι, ἦταν λαξευμένο τό μνῆμα τοῦ Λαζάρου. Δεσπόζει κι ἐδῶ ἡ μορφή τοῦ Χριστοῦ. Βλέπουμε τή θλίψη του, ἀλλά μαντεύουμε καί τή θεότητά του. Τήν τελευταία προδίδουν, πρῶτο, ἡ μεγαλοπρεπής στάση του καί, δεύτερο, τό γεγονός ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι (τούς βλέπουμε στή δεξιά ὁμάδα τῶν προσώπων) κοιτάζουν τό Χριστό καί ὄχι τό Λάζαρο. Τό ἕνα χέρι τοῦ Κυρίου κρατάει εἰλητό καί τό ἄλλο μέ ἐκφραστική κίνηση ἐκτείνεται πρός τό Λάζαρο. Μέ τό πρόσταγμά του ὁ Λάζαρος ἀνασταίνεται. Ἕνας νέος ἀφαιρεῖ τίς ταινίες κι ἕνας ἄλλος σηκώνει τήν πλάκα τοῦ τάφου. Ἐντυπωσιακές οἱ ἀδελφές του Λαζάρου. Προσκυνοῦν τόν Κύριο ἔχοντας στά πρόσωπα τούς χαραγμένη τήν ἄφατη λύπη τους. Ὡραία παρατηρήθηκε, πώς «ὅλοι οἱ εἰκονιζόμενοι ἀποτελοῦν, ἁπλά καί μόνο, διαφορετικές ἀποχρώσεις καί ψυχολογικές διαβαθμίσεις τοῦ ἴδιου συναισθήματος, τῆς ἴδιας ψυχολογικῆς κατάστασης — τῆς βαθειᾶς εὐλάβειας μπροστά στό γεγονός: ἀπό τήν ἤρεμη κίνηση τῶν Ἀποστόλων ὡς τό γεμάτο αὐταπάρνηση ὀδυρμό τῆς Μαρίας» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 364).

Ἔτσι ἡ εἰκόνα μας ἐκτός ἀπό τό θεϊκό της στοιχεῖο ἔχει καί τό ἀνθρώπινο. Ἄλλες εἰκόνες, ὅπως τῆς Ἀναλήψεως, τῆς Ἀναστάσεως κ.α. ἔχουν κρυμμένο τό μυστήριό τους καί φανερό τό συμβολικό τους χαρακτήρα. Ἐδῶ τά πράγματα εἶναι κατανοητά καί φανερά. Ὁ Οὐσπένσκη πού λέει αὐτά, συνοψίζει' «Ἡ εἰκόνα μεταδίδει τήν ἐξωτερική, φυσική πλευρά τοῦ θαύματος, κάνοντὰς την προσιτή στήν ἀνθρώπινη ἀντίληψη καί ἔρευνα, ὅπως ὅταν τελέστηκε τό θαῦμα καί ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται στά Εὐαγγέλια».

Ἡ παράσταση συγκινεῖ μέ τά πρόσωπα τῶν Ἑβραίων πού ἔτρεξαν νά παρηγορήσουν τίς πονεμένες ἀδελφές του Λαζάρου. Γίνονται αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ θαύματος καί πολλοί «θεασάμενοι ἅ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν».

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἔγερσης τοῦ Λαζάρου μᾶς προτρέπει νά θυμηθοῦμε τά βαρυσήμαντα λόγια του Κυρίου' «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καν ἀποθάνη, ζήσεται' καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθάνη εἰς τόν αἰώνα» (Ἴω. 11, 25-26).

Η Μεγάλη Εβδομάδα μπροστά μας...

Η Μεγάλη Εβδομάδα μπροστά μας...

Καθαρή συνείδηση!
Αυτή η ανεκτίμητης αξίας Θυσία του Χριστού, γράφει ο άγιος Απόστολος στην επιστολή του, «καθαριεί την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι» καθαρίζει τη συνείδησή σας από τα έργα της αμαρτίας, που νεκρώνουν την ψυχή, και σας αξιώνει να λατρεύετε αξίως τον ζωντανό Θεό.
Κάθε αμαρτία μολύνει το εσωτερικό μας και δημιουργεί τύψεις στη συνείδησή μας. Πως να τολμήσουμε να πλησιάσουμε τον άγιο Θεό, όταν έχουμε την ψυχή μας μολυσμένη με τόσες αμαρτίες; Τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας απαλλάξει από το βάρος αυτό και να μας καθαρίσει από τον ρύπο της αμαρτίας, παρά μόνο το ατίμητο Αίμα του Κυρίου.
Καθώς λοιπόν πλησιάζουμε ήδη προς την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, ας φροντίσουμε να καθαρίσουμε την ψυχή μας με το ιερό Μυστήριο της Εξομολογήσεως, ώστε να ξιωθούμε να λατρεύσουμε τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Κύριο «ψυχαίς καθαραίς και αρρυπώτοις χείλεσι» και να κοινωνήσουμε το Πανάγιο Σώμα και το Τίμιο Αίμα Του με αγνή συνείδηση και καρδιά γεμάτη από ευγνωμοσύνη και αγάπη προς τον αιώνιο Λυτρωτή μας.
Το είδαμε εδώ

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Εισαγωγή στη Μεγάλη Εβδομάδα


Ηλία Β. Οικονόμου, Hμεροδρόμιο Μεγάλης Eβδομάδος,
Εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1996, σελ. 7-14.

Η επισταμένη θεώρηση της Μεγάλης Εβδομάδος ως περιόδου κορυφώσεως της πυκνής προσφοράς και μαζικής συμμετοχής στα γεγονότα της πανανθρώπινης λυτρώσεως επιτρέπει την περιγραφή της λατρευτικής αρχιτεκτονικής και υποβοηθεί την συνειδητή σύμπραξη και βίωση των πιστών. ’λλωστε, η Ορθόδοξη Εκκλησία απευθύνει παγίως πρόσκληση προς συμμετοχή στην πνευματική θέα και μέθεξη και όχι πρόσκληση για απλή θέα και τέρψη των οφθαλμών από το, θεαματικό και ασματικό , φολκλορικό περίβλημα των προς μέθεξη γεγονότων. Καλεί συμμετόχους στη λύτρωση και όχι θεατές δρωμένων. Θεατές εκ των ένδον και όχι θεατές εκ των έξω προβλέπει το τελετουργικό.
Σκοπός κάθε λατρευτικής εκδηλώσεως είναι η εθελουσία συναρπαγή των μετεχόντων από το εδώ και τώρα της ζωής μας και η μεταφορά μας στο εκεί και τότε της λυτρώσεως. Για το λόγο αυτό, ο ναός των Ορθοδόξων, ο ναός μας, συμβολίζει παγίως, αλλά με ιδιαίτερη έμφαση τη Μεγάλη Εβδομάδα, και εκφράζει λειτουργικά τον τόπο και τον χώρο της Αγίας Γης. Αν ο ναός εξασφαλίζει συμβολικώς τον ιερό χώρο των γεγονότων, οι χρόνοι των ιερών ακολουθιών αναπαράγουν τους χρόνους των γεγονότων του Πάθους και της Λυτρώσεως.
Ναός και χρόνος προσφέρουν το που και το πότε, δηλαδή το χωρόχρονο των λυτρωτικών γεγονότων που πλαισιώνει το τι, δηλαδή τα ιστορικά γεγονότα. Προσφέρεται επίσης και το ποιος, δηλαδή τον Κορυφαίο του λυτρωτικού δράματος του κόσμου, τον Ιησού, και το γιατί των γεγονότων, τη λύτρωση του κόσμου, τον Ιησού, και το γιατί των γεγονότων, την λύτρωση του κόσμου και του ανθρώπου ως τον ενιαίο και τελικό σκοπό του πάθους του Απαθούς.
Οι χωρόχρονοι των κορυφαίων τελεσιουργιών της Λυτρώσεως περιέχουν λύτρωση και ελευθερία. Και οι δύο προσδιορίζουν την αποδέσμευση του ανθρώπου από ανάξιες του ανθρώπου δουλείες, που εμποδίζουν την εκδήλωση των δυνατοτήτων του και τον υποτάσσουν. Διαφέρουν, όμως, επειδή η πρώτη, η λύτρωση αναφέρεται στην κατάσταση ελευθερίας των εσωτερικών δυνατοτήτων του, ενώ η δεύτερη, η ελευθερία σε εξωτερικές (πολιτικές, νομικές, οικονομικές κ.λπ.) συνθήκες και δυνατότητες πλήρους εκδηλώσεως, και όχι απλώς δηλώσεως, των εσωτερικών. Η τελειότητα απαιτεί να υπάρχει και η λυτρωμένη, δηλαδή η εσωτερική και η εξωτερική ελευθερία. Στην πράξη, συνδυάζεται αναγκαστικά η εσωτερική ελευθερία, δηλαδή η λύτρωση, με την εξωτερική ανελευθερία, και αντιστρόφως, η εξωτερική ελευθερία με την εσωτερική ανελευθερία.
Οι ιερές τελεσιουργίες της λυτρώσεως του ανθρώπου πραγματοποιούνται σε καταστάσεις αλύτρωτης ελευθερίας και στοχεύουν προς τη λυτρωμένη ελευθερία.
Τελεσιουργία είναι η τέλεση ή ολοκλήρωση ενός έργου και η πραγμάτωση του σκοπού του. Κάθε τελεσιουργία αποτελείται από αλυσίδα προκαθωρισμένων και έγκυρων πράξεων, που συντείνουν στην ευόδωση του σκοπού και λόγου τους. Μεταξύ των προκαθορισμένων πράξεων, υπάρχουν και οι κορυφαίες. Κορυφαίες πράξεις του ενός και ενιαίου έργου της ανθρώπινης λυτρώσεως είναι οι λόγοι και οι πράξεις του Ιησού Χριστού. Ο λόγος, η εκπεφρασμένη βούλησή Του, και οι πράξεις Του, είναι γεγονότα ισοδύναμα και ισόκυρα. Η αρμονία λόγου και έργου είναι γνώρισμα μοναδικό και για το λόγο αυτό θεϊκό έργο. Ο άνθρωπος επιχειρεί να μιμηθεί αυτήν την τελειότητα, που συνιστά την αγιότητα.
Οι χωροχρόνοι είναι τα αδιάσπαστα πλαίσια της πραγματικότητας, που συγκροτεί την ιστορικότητα. Οι κορυφαίες τελεσιουργίες της λυτρώσεως του ανθρώπου από τον Θεάνθρωπο, καίτοι είναι δυσπρόσιτες, ως ουσιαστικώς υπεριστορικής τάξεως, έχουν σαφείς ιστορικές διαστάσεις, και επομένως και απαντήσεις για το που και το πότε τελεσιουργήθηκε η λύτρωση.
Χώρος και χρόνος διαπλέκονται υποχρεωτικά και είναι αποτυπωμένοι στην μνήμη της Εκκλησίας από τους μάρτυρες των γεγονότων Ευαγγελιστές.
Οι χώροι της λυτρώσεως είναι πολλοί και καταλαμβάνουν όλη σχεδόν την Παλαιστίνη. Οι κορυφαίοι όμως περικλείονται στο οικιστικό πλαίσιο της πόλεως των Ιεροσολύμων και στην εκτός των τειχών περίμετρο της πόλεως.
Οι χρόνοι είναι κι αυτοί πολλοί, καταλαμβάνουν λίγα χρόνια από την ρωμαϊκή περίοδο της ιστορίας της Παλαιστίνης, και οι εξ αυτών κορυφαίοι εκτείνονται σε μια εβδομάδα, την Μεγάλη όπως ονομάζεται Εβδομάδα. Μια Εκκλησία, η Ορθόδοξη Σιωνίτιδα Εκκλησία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων πραγματοποιεί στους ίδιους χώρους με τους αρχικούς τις τελεσιουργίες των γεγονότων της λυτρώσεως.
Η μυσταγωγική συμμετοχή δια της εκουσίας λατρευτικής συναρπαγής επιδιώκεται:
Α. Με την πλήρη μέχρι και των λεπτομερειών ενημέρωση των συμμετεχόντων στα γεγονότα. Οι Απόστολοι και οι Ευαγγελιστές λειτουργούν ως οι αυτόπτες και αυτήκοοι « ανταποκριτές» από τους χώρους των γεγονότων. Οι «ανταποκρίσεις» τους παρέχουν σφαιρική κάλυψη των γεγονότων (από την οπτική της εξουσίας, από την οπτική των κατηγόρων, από την οπτική του περιβάλλοντος του κατηγορουμένου, από την θέση του κατηγορουμένου κ. λπ.), και είναι ειλικρινείς, αφού αναφέρουν χωρίς εξωραϊσμούς τα πάντα, ακόμη και τα αρνητικά, όπως τη βιαία αντίδραση του Αποστόλου Πέτρου, τη δειλία του κ. α.
Β. Τα γεγονότα περιβάλλει υμνολογικός και μελωδικός θεολογικού και ηθικού περιεχομένου σχολιασμός. «Σχολιαστές» οι Υμνογράφοι και οι Μελωδοί της Εκκλησίας, ως οι ποιητικοί επιμελητές και διαμορφωτές του λόγου των μεγάλων θεολόγων. Στα σχόλια αντικατοπτρίζεται η θεολογία, η ευσέβεια και οι ατομικοί και κοινωνικοί προβληματισμοί της εποχής τους. Ο ποιητικός σχολιασμός περιλαμβάνει, εκτός από τις ενημερωτικές αναφορές και τους θεολογικούς σχολιασμούς, και προτροπές και παραινέσεις, άλλοτε ως αυτοπαραινέσεις , λ.χ. «...βλέπε οὖν , ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς , ἵνα μή τῷ θάνατ ῳ παραδοθῇς , καί τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς », άλλοτε ως προτροπές μιμήσεως της συμπεριφοράς προσώπου, που αναφέρεται στην Αγία Γραφή. Συχνή είναι, επίσης, η προτροπή ανυμνήσεως του Θεού , λ.χ. « Τόν δι' ἡμᾶς σταυρωθέντα , δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν ».
Γ. Το Τυπικό των ι. ακολουθιών προβλέπει τελετουργικές κινήσεις των ιερέων και του μετέχοντος λαού, που είναι μιμητικές ή δηλωτικές των γεγονότων της λυτρώσεως, όπως λ.χ. η έξοδος του Σταυρού μετά του Εσταυρωμένου, την Μ. Πέμπτη, ή η περιφορά του Επιταφίου, την Μ. Παρασκευή.
Δ. Κοινός παρονομαστής των ευαγγελικών κειμένων, των ύμνων, των κινήσεων κ. λπ. Είναι η μνεία των γεγονότων κάθε αναβιούμενης ημέρας της παγκοσμίου Λυτρώσεως. Η συνισταμένη αυτή δηλώνεται προειδοποιητικά και με σαφήνεια, λ.χ. « τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλῃ Τετάρτῃ τῆς ἀλειψάσης τόν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικός μνείαν ποιεῖσθε οἱ θειότατοι πατέρες εθέσσπισαν , ὅτι πρό τοῦ σωτηρίου πάθους τοῦτο γέγονεν.
Ε. Η εβδομαδιαία μυστική πορεία κάθε ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδος περιλαμβάνει τρεις έως πέντε ιερές ακολουθίες (από 4 η Μ. Δευτέρα και η Μ. Τρίτη, 5 η Μ. Τετάρτη, από 3 η Μ. Πέμπτη, η Μ. Παρασκευή, το Μ. Σάββατο και η Κυριακή του Πάσχα).
Τη Μεγάλη Δευτέρα προβάλλονται τρία γεγονότα, ως προπαρασκευαστικά και διδακτικά. Το παράδειγμα της σωφροσύνης του Ιωσήφ, που δεν υπέκυψε στην σεξουαλική παρενόχληση της Αιγυπτίας κυρίας του, και της συνετής διαχειρίσεως της προβλεπομένης παραγωγικής κρίσεως (επτά έτη αφθονίας και επτά έτη σιτοδείας). Η υπόμνηση της ιστορίας του Ιωσήφ προβάλλει τη σχέση της ατομικής ηθικής και της πολιτικής αποτελεσματικότητας. Το μήνυμα είναι σαφώς ηθικοπολιτικό. Το δεύτερο προβαλλόμενο γεγονός είναι η καταστροφή της ακάρπου συκής. Η χρησιμότητα κάθε συστήματος παραγωγής αποδεικνύεται από την παραγωγικότητά του. Το ηθικοπολιτικό μήνυμα είναι σαφές, κάθε άκαρπο σύστημα « ἐκκόπτεται καί εἰς πῦρ βάλλεται».
Το τρίτο γεγονός, τα « οὐαί » κατά των υποκριτών, αποτελεί την καταδίκη του «προσωπείου», του image. Ο Χριστός καταδικάζει απερίφραστα και με αυστηρότητα την ηγετική υποκρισία με σκληρή θεολογική διαλεκτική ( Ματθ. κγ ΄ 1 και εξής). Η κριτική της πολιτικής πρακτικής και τα συνυπάρχοντα ηθικοπολιτικά μηνύματα της ημέρας αυτής είναι ανυπέρβλητα. Και, ασφαλώς, είναι λανθασμένη κάθε ανάγνωση, που θα περιορίζει τα μηνύματα της ημέρας μόνο στα πλαίσια της ατομικής ηθικής.
Την Μεγάλη Τρίτη προβάλλονται τρία, επίσης, διδακτικά θέματα. Το πρώτο είναι η πασίγνωστη παραβολή των Δέκα Παρθένων, που διαφορίζονται ποιοτικά με κριτήριο την προετοιμασία και την εγρήγορση. Το δεύτερο είναι η παραβολή των ταλάντων, που συνδέει την αμοιβή με την επιτυχή χρήση των θεοσδότων δώρων. Η παραίτηση από της αξιοποιήσεως των ταλάντων συνεπάγεται αφαίρεσή της και αντιστρόφως, η αξιοποίησή τους συνεπάγεται την αύξησή τους. « Τῷ γάρ ἔχοντι παντί δοθήσεται καί περισσευθήσεται , ἀπό δέ τοῦ μή ἔχοντος καί ὅ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ ' αὐτοῦ » ( Ματθ. κε ΄ 29).
Το τρίτο είναι η έκθεση της Τελικής Κρίσεως των ανθρώπων. Προβάλλεται ότι το κριτήριο του Θεού στην έσχατη κρίση του ανθρώπου είναι η κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου προς τον άνθρωπο. Ο Θεός τιμάται στο πρόσωπο του ανθρώπου, που πάσχει από παντός είδους δεινά, όπως η πείνα και η δίψα, η ανεστιότητα και η στέρηση της ελευθερίας ( Ματθ. κστ ΄ 31 και εξής). Προβάλλεται η μοναδική θεολογική της αδελφοσύνης του ενσάρκου Θεού με τους ασήμους ανθρώπους, ως θεολογία της πράξεως ή ως εφαρμοσμένη πίστη, που περιλαμβάνεται στην κλασική φράση: « ἐφ ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων , ἐμοί ἐποιήσατε ». Η σύμπτωση της εμπράκτου τιμής προς τον υπέρτατο Θεό με την έμπρακτη τιμή και φροντίδα για τον ασήμαντο άνθρωπο ανήκει στα κορυφαία και ανυπέρβλητα δέον του χριστιανού. Η κατηγορηματική επιταγή είναι σαφεστάτη. Το υπέροχο του Θεού πρέπει να τιμάται στο ασήμαντο του ανθρώπου.
Την Μεγάλη Τετάρτη προβάλλεται η μετάνοια της πόρνης και προληπτικώς η προδοσία του μαθητού, αφού αμφότερα έχουν σχέση με το χρήμα. Στην πορνεία διασπάται και εμπορευματοποιείται η μοναδικότητα της σωματικής επικοινωνίας του ανθρώπου και η απόλυτη συντροφικότητα. Η σωματική επικοινωνία μεταβάλλεται σε αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής και η συντροφικότητα παραχωρεί την θέση της στην οδυνηρή ανεστιότητα. Το ανθρώπινο σώμα υποκαθιστά το ανθρώπινο πρόσωπο και υποβαθμίζεται σε εργαλείο εμπορευσίμου ηδονής. Οι υμνωδοί της Εκκλησίας προβάλλουν την μετάνοια της πόρνης ως δείγμα ελπίδος και, κατ' αντιδιαστολή, την προδοσία του Ιούδα ως δείγμα πορνείας της ψυχής. Η πόρνη μετανοεί και απομακρύνεται από το εμπόριο του σώματός της, την ίδια στιγμή ο μαθητής εκπορνεύει την πνευματική του οντότητα με την έμμισθη προδοσία του. Η πόρνη πορεύεται κεντρομόλος, από το εγωκεντρικό « ὡς ἐγώ θέλων » στο εσύ θέλεις του Χριστού, και ο μαθητής φυγοκέντρως , από το χριστοκεντρικό « ὡς ἐσύ θέλεις» του διδασκάλου στο « ὡς ἐγώ θέλω».
Την Μεγάλη Πέμπτη προβάλλονται τέσσερα γεγονότα, υπαγόμενα στην ιστορική πορεία του Λυτρωτή. Ο Νιπτήρας, ο Μυστικός Δείπνος, η υπερφυής προσευχή και η προδοσία. Το πρώτο υπογραμμίζει την ταπεινοφροσύνη, το δεύτερο εγκαινιάζει το μυστήριο της αναμνηστικής και πραγματικής κοινωνίας με τον Σωτήρα, όπως και το μυστήριο της δημιουργουμένης ύλης να μεταβάλλεται σε σώμα και αίμα του Δημιουργού. Τρίτο εορταζόμενο γεγονός είναι η προσευχή του Ιησού στη Γεθσημανή ( Ματθ. κστ ΄ 36-46), που εκφράζει ταυτόχρονα το ηγούμενο πανίσχυρο θείο και το επόμενο αγωνιώδες ανθρώπινο πρόσωπό του. Το τέταρτο είναι η αποχώρηση του Ιούδα από το σύλλογο των αποστολικών λειτουργών της λυτρώσεως της ανθρωπότητος και από το κέντρο της Ιστορίας.
Τη Μεγάλη Παρασκευή τα προβαλλόμενα εξουθενωτικά του κύρους και της δυνάμεως γεγονότα είναι πολλά. Εντάσσονται σε τρεις πτυχές, την πτυχή του βασανισμού και εξευτελισμού της προσωπικότητος (εμπτυσμός, ραπίσματα, κολαφίσματα , ύβρεις, γέλωτες, πορφυρή χλαίνη, κάλαμος, σπόγγος, όξος, ήλοι, λόγχη, σταυρός), την πτυχή του θανάτου και την πτυχή της μετανοίας του πρώτου μετά τον θάνατο και πριν από την ανάσταση πιστού του Χριστού, του συσταυρωμένου ληστή.
Το μεγάλο Σάββατο τα προβαλλόμενα γεγονότα είναι η ταφή, η εις ’δου Κάθοδος του Χριστού και η ανάσταση του ανθρωπίνου γένους. Αυτή η θεολογική πεποίθηση εκφράζεται στην αυθεντική ως ορθόδοξη εικονογραφική παράσταση της Αναστάσεως ως συναναστάσεως των πρωτοπλάστων μετά του Ιησού.
Η διέλευση από της Ταφής στη ζωηφόρο Ανάσταση αναγγέλεται πανηγυρικά, την Κυριακή του Πάσχα, με τις αναρίθμητες επαναλήψεις του κεντρικού διαχρονικού μηνύματος. «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ».
το είδαμε εδώ