Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαική Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαική Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Η νηστεία ως πρακτική και παράδοση

Στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας η θρησκευτική συμπεριφορά και πρακτική καθόρισε ένα σύνολο κανόνων στον κύκλο του χρόνου προσδιορίζοντας μεταξύ άλλων τις περιόδους της νηστείας, της μερικής ή πλήρους δηλαδή αποχής από συγκεκριμένες τροφές.
Κατ αυτό τον τρόπο οι τροφές αποκτούν μια συμβολική χρηστικότητα και σημασία, εντασσόμενες λειτουργικά στις τελετουργικές πρακτικές και υποδηλώσεις του εθιμικού κύκλου. Φυσικά δεν είναι μόνο η θρησκεία που καθορίζει το εθιμοτυπικό των διαιτητικών περιορισμών αλλά και η ίδια η φύση καθώς η παραγωγή και η κατανάλωση των τροφών  προϋποθέτει ένα κύκλο εργασιών προσαρμοσμένων στον εποχιακό κύκλο.
nisteia
Ως εθιμική πρακτική, πλαισιώνεται από ένα σύνολο κανόνων και αντιλήψεων, που συνδυάζουν στο εσωτερικό τους το λειτουργικό στοιχείο από κοινού με το συμβολικό. Τα κομβικά σημεία του χριστιανικού εορτολογίου ορίζουν τις απαρχές και τα τέλη των περιόδων της νηστείας, με την ευωχία να διαδέχεται την στέρηση και τον πιστό να μετέχει στην ευφροσύνη, έχοντας πρώτα διέλθει το στάδιο της νηστείας και της άσκησης. Ορόσημο για την απαρχή της νηστείας των Χριστουγέννων η οποία ξεκινά σήμερα, αποτελεί η γιορτή του Αγίου Φιλίππου.
Σύμφωνα με την παράδοση ο άγιος ήταν γεωργός και επέλεξε να θυσιάσει το βόδι του για να ταΐσει τους φτωχούς. Ο Θεός τον αντάμειψε για την πράξη του αυτή, αναπληρώνοντας την απώλεια με τρόπο θαυματουργικό, ενώ ο λαός τον ανέδειξε από κοινού με τον άγιο Μόδεστο, ως  προστάτη των ζευγάδων.
Ιδιαίτερο συμβολικό χαρακτήρα, στην πορεία προς τα Χριστούγεννα επέχει και η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου(21 Νοεμβρίου) της ονομαζόμενης και Πολυσπορίτισσας ή Μεσοσπορίτισσας. Την ημέρα εκείνη οι νοικοκυρές ετοίμαζαν  τα πολυσπόρια ή μπόλια, αναμειγνύοντας σιτάρι, καλαμπόκι, κουκιά, φασόλια, ζάχαρη, καρύδια και κανέλα. Τα όσπρια και τα δημητριακά που αποτελούσαν την βάση της τελετουργικής τροφής, ενσωμάτωναν συμβολικά την αντίληψη της περιοδικότητας, λειτουργώντας παράλληλα ως μια μορφή προσφοράς και επίκλησης στην αφθονία της επερχόμενης σοδειάς.
Η κατανάλωση της τροφής αυτής βέβαια, πέρα από τις όποιες συμβολικές συνδηλώσεις, συνέπιπτε και με το δύσκολο διάστημα των διαιτητικών στερήσεων της νηστείας. Μπόλια συνήθιζαν να παρασκευάζουν οι νοικοκυρές και ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αντρέα όπου σύμφωνα με την λαϊκή παρετυμολογία «αντρίευε το κρύο».

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ



Φώτα και εικόνες

Μετά την ρίψη του σταυρού, ανήμερα των Φώτων, υπάρχει ένα έθιμο όπου οι Χριστιανοί παίρνουν τις εικόνες που έχουν στα σπίτια τους και τις πλένουν στα ποτάμια (στις λίμνες ή στη θάλασσα). Το όμορφο αυτό έθιμο ονομάζεται πλύσιμο των εικόνων.



Φώτα και περιστέρια
Σε μερικά μέρη της Ελλάδας, ανήμερα των Φώτων, αφήνουν τρία άσπρα περιστέρια ελεύθερα να πετάξουν μόλις ρίξουν το σταυρό, που συμβολίζουν την Αγία Τριάδα (τρία περιστέρια), και το Άγιο Πνεύμα που φανερώθηκε "εν είδη περιστεράς" όταν ο Ιησούς βαφτιζόταν στον Ιορδάνη Ποταμό.


Φώτα και σταυρός

Ανήμερα των Φώτων, μετά την λειτουργία των Μεγάλων Ωρών, γίνεται η Κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, (ή λίμνη, ή ποτάμι). Ο ιερέας πετάει ένα σταυρό μέσα στο νερό, (συνήθως ο σταυρός είναι δεμένος πάνω σε σκοινί για να μη χαθεί), και πολλοί νέοι βουτούν για να πιάσουν τον σταυρό. Είναι εξαιρετική τιμή για όποιον βρει και πιάσει τον σταυρό.


Φώτα και φωτίτσα

Ένα έθιμο που επικρατεί μέχρι και σήμερα, είναι ότι ανήμερα των Φώτων σε κάθε σπίτι οι νοικοκυρές ζυμώνουν ψωμί το οποίο ονομάζεται φωτίτσα.




Ξεροτήγανα και Φώτα
,
Το γλύκισμα της ημέρας των Φώτων που ετοιμάζουν οι νοικοκυρές είναι τα ξεροτήγανα (τύπος λουκουμάδων). Κατά το έθιμο, τα παιδιά όχι μόνο τρώνε αλλά ρίχνουν και στη στέγη του σπιτιού ξεροτήγανα για να τα βρει ο Καλικάντζαρος να φάει και να φύγει.


Φώτα και ουράνια

Υπάρχει μια δοξασία του λαού μας που αναφέρει ότι το βράδυ της παραμονής των Φώτων στις 12 τα μεσάνυκτα, ανοίγουν τα ουράνια και πραγματοποιούνται όλες οι ευχές των ανθρώπων.
Βράδυ παραμονής Φώτων και προσευχή
Το βράδυ της παραμονής των Φώτων στρώνεται το νηστίσιμο τραπέζι, όπως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και την παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τραπέζι κάθονται όλοι με τη σειρά από τον πιο μικρό της οικογένειας έως τον πιο μεγάλο. Ο πατέρας της οικογένειας έχει θυμίαμα πάνω σε ένα υνί και με αυτό θυμιατίζει το σπίτι για να φύγουν τα δαιμόνια. Ο μικρότερος της οικογένειας λέει την προσευχή και μετά όλοι κάθονται για το φαγητό στο τραπέζι.



Αγιασμός και στάχτη
Την παραμονή των Φώτων, αφού περάσει ο παπάς από το σπίτι και το αγιάσει, έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από την φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το Χριστόξυλο. Η στάχτη αυτή θα σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους στάβλους, ακόμα και στα χωράφια, αφού πιστεύεται ότι διώχνει το κακό.

Παραμονή Φώτων και παπάς


Την Παραμονή των Φώτων, ο παπάς επισκέπτεται όλα τα σπίτια, με τον σταυρό και με αγιασμό μέσα στο σικλί, ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του. Έπειτα αρχίζει να ραντίζει με το άγιασμα όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος, για να φύγουν τα δαιμόνια από το σπίτι.

Παραμονή των Φώτων και κάλαντα

Έπειτα τον εκκλησιασμό της παραμονής των Φώτων τα παιδιά θα ξεχυθούν στους δρόμους, πηγαίνοντας σε όλα τα σπίτια και τα καταστήματα, γνωστά και μη, για να ψάλλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων.
Παραμονή των Φώτων και εκκλησιασμός
Το τριήμερο των φώτων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των Χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανίων. Στους ιερούς ναούς ψάλλετε η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και κατόπιν λαμβάνεται ο Μεγάλος Αγιασμός που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στο ναό. Οι πιστοί αφού πάρουν τον αγιασμό και λάβουν το αντίδωρο θα γυρίσουν στα σπίτια τους.

Ο εορτασμός των Θεοφανείων


Η γιορτή των Θεοφανίων είναι μία από τις λαμπρότερες του έτους, καθώς γιορτάζεται στην αρχή της νέας χρονιάς. Τη μέρα αυτή ολοκληρώνεται το Δωδεκαήμερο.
Στα Θεοφάνεια ή Φώτα, που εορτάζονται στις 6 Ιανουαρίου, τιμούμε και θυμόμαστε την Βάπτιση του Ιησού Χριστού. Η λέξη Θεοφάνεια σημαίνει φανέρωση/αποκάλυψη του Θεού και αναφέρεται στην φανέρωση της Αγίας Τριάδας, που έγινε κατά τη Βάπτιση του Χριστού.
Η αρχαιότερη αναφορά στη γιορτή των Θεοφανείων που έχει διασωθεί είναι από τον Κλήμη Αλεξάνδρειας στις αρχές των μεταχριστιανικών χρόνων. Στην αρχαία Ελλάδα γιορτάζονται τα "Θεοφάνια" στην αρχή της άνοιξης, στους Δελφούς. Στην Πρωτοχριστιανική Εκκλησία και μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι Χριστιανοί γιόρταζαν την ίδια μέρα τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνεια, τιμώντας επίσης την ίδια μέρα την προσκύνηση του Χριστού από τους Ποιμένες και τους Τρεις Μάγους. Μετά τον 4ο αιώνα μ.Χ. καθιερώθηκε ξεχωριστή γιορτή για την γέννηση του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου, ενώ τα Θεοφάνεια εορτάζονταν στις 6 Ιανουαρίου.
Ο λαός ονομάζει τα Θεοφάνια και "φώτα ολόφωτα", "ξέφωτα", και "φωτόγεννα", επειδή τότε φωτίζεται ο κόσμος και αγιάζονται τα νερά. Στις εκκλησίες ψάλλεται το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου ...". Κατόπιν οι πιστοί παρακολουθούν τη ρίψη του σταυρού στη θάλασσα, στον ποταμό ή σε δεξαμενή, όταν δεν βρίσκονται κοντά σε παραθαλάσσιο ή παραποτάμιο μέρος. Έπειτα οι κολυμβητές πέφτουν στα νερά για να πιάσουν τον σταυρό, τον οποίο παλαιότερα περιέφεραν στα σπίτια.
Λίγο καιρό πριν ξεκινήσει ο Ιησούς Χριστός τη διδασκαλία του, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκαταλείπει την έρημο και εγκαθίσταται στις όχθες του Ιορδάνη Ποταμού. Εκεί συνεχίζει το κήρυγμα για την έλευση του Σωτήρα, καλεί τους ανθρώπους προς μετάνοια και συγχρόνως βαφτίζει πολλούς από αυτούς που έρχονταν να τον ακούσουν. Στον Ιορδάνη πήγε και τον συνάντησε ο Χριστός και τότε είπε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής «Ιδέ ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ιησούς Χριστός ζήτησε από τον Ιωάννη να Τον βαφτίσει, αλλά εκείνος, γνωρίζοντας ποιον είχε απέναντί του, αρνήθηκε λέγοντας ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να τον βαφτίσει ο Ιησούς Χριστός και ότι δεν τολμά αυτόν να Τον βαφτίσει. Τότε, ο Ιησούς Χριστός του λέει ότι έτσι πρέπει να γίνει για να εκπληρώσει κάθε εντολή του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Έτσι, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάφτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη Ποταμού. Όσους βάφτιζε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος στα νερά του Ιορδάνη, τους έβαζε όσο βρισκόντουσαν μέσα στο νερό να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει ότι ο Ιησούς Χριστός, όταν βαφτίστηκε, βγήκε αμέσως από το νερό του Ιορδάνη, για να μας θυμίσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αναμάρτητος και, σε αντίθεση με τους άλλους που βάφτιζε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Χριστός δεν είχε καμία αμαρτία να εξομολογηθεί και έτσι βγήκε κατευθείαν.
Άνοιξαν οι ουρανοί και κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα με μορφή περιστεράς και ακούστηκε φωνή από τους ουρανούς να λέει «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός» με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η σωτηρία των ανθρώπων. Και έτσι ο Πατήρ δίνει μαρτυρία για τον Υιό του.
Φανερώνονται, λοιπόν, τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και με την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος πάνω από τον Ιησού δεν αφήνονται περιθώρια σε κάποιον από τους παρευρισκόμενους να θεωρήσει λανθασμένα ότι ο Μεσσίας είναι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και όχι ο Ιησούς Χριστός.
Ακόμα, ο Άγιος Δαμασκηνός αναφέρει ότι το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε με μορφή περιστεράς επειδή όπως ένα περιστέρι είχε δείξει στον Νώε το τέλος του κατακλυσμού, έτσι τώρα με τη Βάπτιση του Χριστού και την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος «εν είδει Περιστεράς» μπαίνει τέλος στον κατακλυσμό των αμαρτιών.
Για τα Φώτα ο λαός πιστεύει πως είναι ο καιρός, η γιορτή που φεύγουν οι καλικάντζαροι γιατί φοβούνται την αγιαστούρα του παπά. Ο τρόμος τους αρχίζει από την παραμονή των Φώτων που γίνεται ο μικρός αγιασμός των παπάδων. Γι αυτό και το έθιμο του λαού λέει:
Στις πέντε του Γενάρη
Φεύγουν οι καλικαντζάροι
Αλλά ο μεγάλος τους τρόμος είναι τα Φώτα. Εκείνα τους αποδιώχνουν ολότελα.
Φεύγουν τότε λέγοντας:
Φεύγετε να φεύγουμε
κι έφτασε ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του





Μετά την ρίψη του σταυρού, ανήμερα των Φώτων, υπάρχει ένα έθιμο όπου οι Χριστιανοί παίρνουν τις εικόνες που έχουν στα σπίτια τους και τις πλένουν στα ποτάμια (στις λίμνες ή στη θάλασσα). Το όμορφο αυτό έθιμο ονομάζεται πλύσιμο των εικόνων.
Φώτα και περιστέρια
Σε μερικά μέρη της Ελλάδας, ανήμερα των Φώτων, αφήνουν τρία άσπρα περιστέρια ελεύθερα να πετάξουν μόλις ρίξουν το σταυρό, που συμβολίζουν την Αγία Τριάδα (τρία περιστέρια), και το Άγιο Πνεύμα που φανερώθηκε «εν είδη περιστεράς» όταν ο Ιησούς βαφτιζόταν στον Ιορδάνη Ποταμό.
Φώτα και σταυρός
Ανήμερα των Φώτων, μετά την λειτουργία των Μεγάλων Ωρών, γίνεται η Κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, (ή λίμνη, ή ποτάμι). Ο ιερέας πετάει ένα σταυρό μέσα στο νερό, (συνήθως ο σταυρός είναι δεμένος πάνω σε σκοινί για να μη χαθεί), και πολλοί νέοι βουτούν για να πιάσουν τον σταυρό. Είναι εξαιρετική τιμή για όποιον βρει και πιάσει τον σταυρό.
Φώτα και φωτίτσα
Ένα έθιμο που επικρατεί μέχρι και σήμερα, είναι ότι ανήμερα των Φώτων σε κάθε σπίτι οι νοικοκυρές ζυμώνουν ψωμί το οποίο ονομάζεται φωτίτσα.
Ξεροτήγανα και Φώτα
Το γλύκισμα της ημέρας των Φώτων, που ετοιμάζουν οι νοικοκυρές είναι τα ξεροτήγανα (τύπος λουκουμάδων). Κατά το έθιμο, τα παιδιά όχι μόνο τρώνε αλλά ρίχνουν και στη στέγη του σπιτιού ξεροτήγανα για να τα βρει ο Καλικάντζαρος να φάει και να φύγει.
Φώτα και ουράνια
Υπάρχει μια δοξασία του λαού μας που αναφέρει ότι το βράδυ της παραμονής των Φώτων στις 12 τα μεσάνυκτα, ανοίγουν τα ουράνια και πραγματοποιούνται όλες οι ευχές των ανθρώπων.
Βράδυ παραμονής Φώτων και προσευχή
Το βράδυ της παραμονής των Φώτων στρώνεται το νηστίσιμο τραπέζι, όπως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και την παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τραπέζι κάθονται όλοι με τη σειρά από τον πιο μικρό της οικογένειας έως τον πιο μεγάλο. Ο πατέρας της οικογένειας έχει θυμίαμα πάνω σε ένα υνί και με αυτό θυμιατίζει το σπίτι για να φύγουν τα δαιμόνια. Ο μικρότερος της οικογένειας λέει την προσευχή και μετά όλοι κάθονται για το φαγητό στο τραπέζι.
Αγιασμός και στάχτη
Την παραμονή των Φώτων, αφού περάσει ο παπάς από το σπίτι και το αγιάσει, έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από την φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το Χριστόξυλο. Η στάχτη αυτή θα σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους στάβλους, ακόμα και στα χωράφια, αφού πιστεύεται ότι διώχνει το κακό.
Παραμονή Φώτων και παπάς
Την Παραμονή των Φώτων, ο παπάς επισκέπτεται όλα τα σπίτια, με τον σταυρό και με αγιασμό μέσα στο σικλί, ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του. Έπειτα αρχίζει να ραντίζει με το άγιασμα όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος, για να φύγουν τα δαιμόνια από το σπίτι.
Παραμονή των Φώτων και κάλαντα
Έπειτα τον εκκλησιασμό της παραμονής των Φώτων τα παιδιά θα ξεχυθούν στους δρόμους, πηγαίνοντας σε όλα τα σπίτια και τα καταστήματα, γνωστά και μη, για να ψάλλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων.
Παραμονή των Φώτων και εκκλησιασμός
Το τριήμερο των φώτων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των Χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανίων. Στους ιερούς ναούς ψάλλετε η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και κατόπιν λαμβάνεται ο Μεγάλος Αγιασμός που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στο ναό. Οι πιστοί αφού πάρουν τον αγιασμό και λάβουν το αντίδωρο θα γυρίσουν στα σπίτια τους.

Κάλαντα των Θεοφανίων

Σήμερα είν΄τα Φώτα κι ο φωτισμός
κι η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η κυρά μας η Παναγιά
Όργανο βαστάει κερί κρατεί
και τον Αϊ Γιάννη παρακαλεί
Αϊ Γιάννη αφέντη και Βαπτιστή
βάφτισε και μένα Θεού παιδί
ν΄ανεβώ επάνω στον ουρανό
να μαζέψω ρόδα και λιβανό.

Κάα λη μέρα κάα λη μέρα
καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά
Κάα λη μέρα κάα λη μέρα
καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά.

Σήμερον τα φώτα κι ο φωτισμός
και του Ιησού μας ο βαφτισμός.
Σήμερα η κυρά μας η Παναγιά
σπάργανα στα τίμια χέρια κρατεί
και τον Άη Γιάνη παρακαλεί.
«Δύνεσ', Άη Γιάννη Πρόδρομε,
για να μου βαφτίσεις Θεόν παιδί ;»
Δύνουμαι και σώνω και προσκυνώ,
για κοντοκαρτέρει ως το πουρνό,
για ν' ανέβω απάνου στους ουρανούς,
για να ρίξω δρόσο και λίβανο,
ν' αγιαστούν οι βρύσες και τα νερά,
ν' αγιαστή κι αφέντης με την κυρά».
Σήκω, κυρά μ', να στολιστής, να πας ταχιά στα Φώτα,
στα Φώτα και στον αγιασμό και στον καλό το χρόνο.
Βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του κοράκου το φτερό βάλ'το καμαροφρύδι.
Για βάλε το χεράκι σουστην αργυρή σου τσέπη
κι αν εύρεις γρόσα δος μας τα, φλουριά μην τα λυπάσαι,
κι αν εύρεις και μισό φλουρί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ' αφέντη μ' κέρνα τα, να πιούνε στην υγειά σου,
και στην υγειά σου, αφέντη μου, και στην καλή χρονιά σου.
Να ζήσεις χρόνια εκατό, διακόσα, παραπάνου,
κι απ' τα διακόσα κι ύστερα ν' ασπρίσεις να γεράσεις,
ν'ασπρίσεις σαν τον Όλυμπο, σαν τ' άσπρο περιστέρι,
σαν τ' αηδονάκι που λαλεί, το Μάη, το καλοκαίρι.
Κυρά μου, τον γιόκα σου, κυρά μ', τον ακριβό σου,
τον έλουζες, τον χτένιζες, στο δάσκαλο τον πάϊνες,
κι ο δάσκαλος τον έδερνε με δυο κλωνάρια μόσκο,
με τέσσαρα βασιλικό, με πέντε μαντζουράνα.
Κυρά μ', τη θυγατέρα σου, κυρά μ', την ακριβή σου,
γραμματικός την αγαπά, πραμματευτής τη θέλει,
κι ο δάσκαλος απ' το σκολειό γυρεύοντάς την στέλνει.


Κάλαντα των Φώτων (περιοχής Οινόης)

Από της ερήμου ο Πρόδρομος
ήλθε να βαπτίσει τον Κύριον.
Βέβαιον Βασιλέα εβάπτισε,
Υιόν και Θεόν ομολόγησε.

Γηγενείς, σκιρτάτε και χαίρεσθε,
τάξεις των Αγγέλων, ευφραίνεσθε.
Δόξα εν υψίστοις εκραύγαζον,
Κύριον και Θεόν ομολόγησαν.

Έλεγεν ο κόσμος τον κύριον
να αναγεννήσει τον άνθρωπον.
Ζήτησον και σώσον το πρόβατον,
το απολωλός, ω Θεάνθρωπε.

Ήλθε, κηρυττόμενον έβλεπε,
απορών εφάνει ο Πρόδρομος.
Θες μοι την παλάμην σου, Πρόδρομε,
βάπτισον ευθύς τον Δεσπότην σου.

Ιορδάνη ρεύσε τα νάματα,
ιν’ ανασκιρτήσει τα ύδατα.
Κεφαλάς δρακόντων συνέθλασε
των κακοφρονούντων ο Κύριος.

Λέγουσιν οι Άγγελοι σήμερον,
ο Χριστός τον κόσμον εφώτισεν.
Μέγα και φρικτόν το μυστήριον,
δούλος τον Δεσπότη εβάπτισε.
Νους ο Ιωάννης ο Πρόδρομος
μέγας, να βαπτίσει τον Κύριον.
Ξένος ο προφήτης ο Πρόδρομος,
μέγας, να βαπτίσει τον Κύριον.

Όλον τον Αδάμ ανεκάλεσε
ο των όλων κτίστης και Κύριος.
Παναγία, Δέσποινα του παντός,
σώσον τους εις Σε προσκυνούντας νυν.

Ρείθρα Ιορδάνη, αγάλλεσθε,
την πορείαν άλλως λαμβάνετε.
Σήμερον ο κτίστης δεδόξασται
δι’ αυτό το μέγα μυστήριον.

Τρεις γαρ υποστάσεις εγνώκαμεν,
Πατρός και Υιού και του Πνεύματος.
Υπό Αρχαγγέλων υμνούμενον,
υπό Σεραφείμ δοξαζόμενον.

Φως γαρ τοις σκότει επέλαμψε,
 όταν ο Χριστός εβαπτίζετο.
Χαίροντες και χείρας προσάγοντες
και λαμπράν πανήγυριν άδοντες.

Ψάλλοντες Χριστόν τον Θεόν ημών,
δέξασθε λουτήρα βαπτίσματος.
Ο Θεός των όλων και Κύριος
δώη σας υγείαν και χαίρετε.

Από το βιβλίο του Στάθη Ευσταθιάδη «Τα Τραγούδια του Ποντιακού λαού»










Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Φώτης Κόντογλου: οἱ ἑλληνικές γιορτές καί τά ἁγνά ἔθιμά μας

 

Τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, κι άλλες γιορτές, για πολλούς ανθρώπους δεν είναι καθόλου γιορτές και χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες που φέρνουνε θλίψη και δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι ψυχές εκείνων που δεν είναι σε θέση να χαρούνε, σε καιρό που οι άλλοι χαίρουνται. Παρεκτός από τους ανθρώπους που είναι πικραμένοι από τις συμφορές της ζωής, τους χαροκαμένους, τους αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι που τους στενεύει η ανάγκη να γίνουνε τούτες τις χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να μη δίνουνε σημασία στη δική τους ευτυχία, μα γίνουνται ζητιάνοι για να δώσουνε τη χαρά στα παιδιά τους και στ’ άλλα πρόσωπα που κρέμουνται απ’ αυτούς. Οι τέτοιοι κρυφοκλαίνε από το παράπονό τους κι’ αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι μάρτυρες, που καταπίνουνε την πίκρα τους μέρα νύχτα, σαν το πικροβότανο.

Ίσα-ίσα αυτές τις αγιασμένες μέρες που θα’πρεπε να σμίξουνε πιο κοντά οι άνθρωποι συναμεταξύ τους, «να περιπτυχθώσιν αλλήλους», ίσια ίσια αυτές τις μέρες αποξενώνουνται περισσότερο ο ένας από τον άλλον, χωρίζουνται σε δύο στρατόπεδα ολότελα ξένα τόνα στ’ άλλο, σχεδόν εχθρικά. Από τη μια μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από την άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Αναμεσά τους «χάσμα μέγα εστήρικται» κατά τις γιορτές. Κανένα γεφύρι δεν ενώνει τις δυο ακροποταμιές, ενώ τις άλλες μέρες έρχουνται σε περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι κι όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουνε, αλλοίμονο! το παν για να επιδείξουνε τα πλούτη και τα αγαθά τους στους λιμασμένους. Κι’ αυτό γίνεται στ’ όνομα του Χριστού, που γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στο παχνί! Για την γέννηση του φτωχού Χριστού δεν γιορτάζουνε οι φτωχοί σαν και Κείνον, μα γιορτάζουνε οι πλούσιοι, που παίρνουνε για αφορμή την πτώχεια του για να δείξουνε τα πλούτη τους. Μα άραγε, ανάμεσα σε δυστυχισμένους μπορεί να νοιώση κανένας ευτυχισμένον τον εαυτό του;
Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα!
Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που χωρίς κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα του ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κυττάζει μονάχα την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τους φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τους φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κι έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη.

Έτσι μορφωθήκανε τα έμορφα και αγνά έθιμά μας, με ψαλμωδίες που τις λένε ακόμα τα παιδιά στους δρόμους και στα σπίτια, με καμπάνες, με έμορφα αισθήματα, με σεμνές διασκεδάσεις, με εύχροστη συναναστροφή, που δένουνε μεταξύ τους τους ανθρώπους περισσότερο, παρά που τους χωρίζουνε. Μα ο υλισμός κι ο λύκος της αναισθησίας μολεύει σιγά σιγά αυτές τις καλές γιορτές μας, που πολύ έμορφα τις παρομοιάζανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας με σταθμούς για να ξεκουραζόμαστε στον μονότονο δρόμο της ζωής μας, λέγοντας: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», που θα πη, «Ζωή δίχως γιορτή, είναι σαν τον μακρύ τον δρόμο τον δρόμο που δεν έχει πανδοχείο να ξεκουραστής».
Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τον βαρύ και τον θετικό, τον κύριο που δεν έχει αισθηματολογίες, και λένε πως αυτά είναι αναχρονισμοί κι αδιαφόρετα πράγματα. Αυτοί για μένα είναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ερημιές, δίχως αγάπη, δίχως χαρά, μα δίχως πόνο. Γιατί χαρά και πόνος είναι δεμένα. Οι τέτοιες ψυχές είναι πάντα νεκρά βουνά του φεγγαριού. Ωστόσο, κάτι τέτοιοι «ορθολογιστές» και «θετικισταί», ξετρελλαίνονται για κάποιες ανόητες ξενόφερτες φέστες και για κάτι μοντέρνα γλέντια που ρεζιλεύουνε τον άνθρωπο, φτάνει που γίνονται κατά το κοσμοπολίτικο μοντέλο που βρίσκεται στα «μεγάλα κέντρα του εξωτερικού». Αυτοί δεν θέλουνε τίποτα από τα δικά μας, που τα λένε όλα «βλάχικα, φτωχικά, ανάξια για ανθρώπους που ξέρουνε τον κόσμο». Τίποτα ελληνικό δεν βρίσκει έλεος στα μάτια αυτών των κουφιοκέφαλων, ακατάδεχτων κι όπως πρέπει κυρίων, που χοτροπηδάνε, ωστόσο, σαν τρελλοί, με τα τσέρκια στο λαιμό, φτάνει που ήρθανε απ’ έξω, από κεί «που ξέρει ο κόσμος να απολαμβάνη τη ζωή»! Τι να πούμε κι εμείς οι άλλοι, τα βλαχάκια, τα φτωχαδάκια, που μας νανούριζε η μάνα μας με τα παραπονετικά τραγούδια της στην κούνια μας, και τώρα δακρύζουμε σαν ακούμε τα τροπάρια και τα κάλαντα, που μας ενώνουνε με τους αγαπημένους μας που περάσανε από τον τόπο μας πριν από μας;
Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις.«Ευφρανθήτε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δόστε και κανενός φτωχού «όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση.
Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση. Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. «Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».
Πολλοί από σας θα’χουνε ίσως περισσότερο από μένα το δικαίωμα να μου πούνε αυτά που λέγω εγώ σε σας. Δεν είμαι «ο ποιήσας και διδάξας», αλλοίμονό μου! Μα για να μη σκανδαλισθή κανένας πως τα λόγια μου είναι ολότελα κούφια, στενεύομαι να πω πως προσπαθώ να μην είμαι ολότελα «ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει».
Δεκέμβριος 1958
(Φώτης Κόντογλου, “ ΤΟ ΦΟΒΕΡΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ”)