Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθοδοξος Μοναχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθοδοξος Μοναχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Η ζωή στο Άγιο Όρος


Μοναχική μύηση - Κουρά

Ο µοναχός, όπως και κάθε πλάσµα, του Θεού γεννιέται και πεθαίνει.
Όµως η γέννηση του µοναχού δεν ταυτίζεται µε τη βιολογική γέννηση, αλλά µε µια νέα ταυτότητα που αποκτά κατόπιν µακροχρόνιας και έντονης µύησης και δοκιµασίας. Τα θέσµια του Ορθόδοξου µοναχισµού και κατεξοχήν του Αγίου Όρους, προϋποθέτουν µια τέτοια πορεία.
  • Ο υποψήφιος αρχικά εντάσσεται δοκιµαστικά σε µια αδελφότητα. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα - Ηγουµένου, ακολουθεί ένα πρόγραµµα προσευχής και διακονίας και συνυφασµένης κατήχησης, που τηρείται για ένα χρόνο ή και περισσότερο. Ως δόκιµος, συνήθως ο υποψήφιος δε φέρει παρά µόνο "σκουφάκι", κατόπιν ευχής που του διαβάζεται.
  • Ύστερα από απόφαση του ηγουµενοσυµβουλίου ορίζεται η στιγµή της κουράς του υποψήφιου µοναχού. Την ιεροτελεστία θα τελέσει κάποιος ιεροµόναχος, ενώ ο ηγούµενος θα παραστέκεται στον προσερχόµενο µοναχό ως ανάδοχός του. Ο υποψήφιος, φορώντας συνήθως λευκές κάλτσες και λευκή φανέλλα, µετά την είσοδο του ευαγγελίου στη Θεία Λειτουργία, οδηγούµενος υπό του ηγουµένου, φέρεται από τη θύρα του ναού κάτω από τον πολυέλαιο. Εκεί, αφού βάλει µετάνοια προς τα τέσσερα σηµεία του ορίζοντα, προχωρεί και βάζει τρεις µετάνοιες στις εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του αγίου που τιµάται το Καθολικό. Έπειτα βάζει µετάνοια, παίρνει την ευχή του Ηγουµένου και στέκεται στα αριστερά του µε σταυρωµένα τα χέρια.
  • Μετά την ψαλµωδία των διατεταγµένων απολυτικίων, ο ιερέας κατηχεί τον µέλλοντα µοναχό διαβάζοντας την ευχή "Άνοιξον τα της καρδίας σου ώτα, Αδελφέ,…". Ακολουθούν ερωταποκρίσεις ανάµεσα στον ιερέα και τον υποψήφιο που βεβαιώνουν την εκούσια προσέλευσή του στη µοναχική πολιτεία. Σ' όσες ερωτήσεις απαντά θετικά ακούµε την ευλογηµένη απόκριση "Ναι, του Θεού συνεργούντος µοι, τίµιε Πάτερ". Αµέσως µετά τις ερωταποκρίσεις συνεχίζεται η κατήχηση υπό του ιερέως. Νέα στιχοµυθία έπεται. Μετά και το πέρας αυτής της στιχοµυθίας, ο ιερέας απευθύνει ευχή ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για τον κειρόµενο µοναχό. Ακολουθεί η εκφώνηση του ονόµατος του µοναχού. Ο ιερέας τότε τρεις φορές θα δώσει στον κειρόµενο µοναχό το ψαλίδι της κουράς του και ο µοναχός άλλες τρεις αντίστοιχα θα αντιδώσει το ψαλίδι διαµέσου του Ηγουµένου στον ιερέα. Ο ιερέας κείρει την κόµη του γονυκλινή υποψήφιου στο όνοµα της Αγίας Τριάδος, ενώ οι χοροί ψάλλουν τρεις φορές το "Κύριε Ελέησον". Ο τυπικάρης (µοναχός υπεύθυνος για την τήρηση του τυπικού) στη συνέχεια φέρνει τα µοναχικά ενδύµατα από το Ιερό Βήµα και τα επιδίδει στον ιερέα. Αυτός, αφού τα ευλογήσει τα παραδίδει στον Ηγούµενο, ο οποίος και ντύνει το νέο µοναχό. Έτσι µε τη σειρά του φορά το ζωστικό, το αγγελικό σχήµα, το πολυσταύρι, τη ζώνη, το ράσο, τα υποδήµατα, το καλυµµαύχι, το κουκούλι και τέλος τον µανδύα. Συνεχίζεται η Θεία Λειτουργία ψαλλοµένου του "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε..". Θα ακολουθήσουν τα αναγνώσµατα και ο ιερέας θα δώσει στο νέο µοναχό σταυρό, κοµποσχοίνι και λαµπάδα αναµµένη. Ο νέος µοναχός θα µεταλάβει πρώτος χωρίς να βγάλει το κουκούλι του. Οι άλλοι µοναχοί µε τη σειρά πηγαίνουν στο νέο αδελφό που στέκεται σε στασίδι, ασπάζονται το σταυρό που κρατά και του εύχονται "καλό παράδεισο" ή άλλες αρµόζουσες ευχές. Ακολουθεί η τράπεζα, όπου ο νεοκαρείς µοναχός κάθεται πλησίον του ηγουµένου.
Τα µοναχικά ενδύµατα είναι µαύρα. Το µεγάλο σχήµα που µοιάζει µε πετραχήλι είναι µαύρο κεντηµένο µε κόκκινο ή άσπρες και χρωµατιστές κλωστές.
Πάνω του αναπαρασταίνονται ο σταυρός του Κυρίου µε τη λόγχη και τον σπόγγο εκατέρωθεν και από κάτω µια νεκροκεφαλή. Αριστερά και δεξιά έχει σε συντοµογραφίες τις επιγραφές:

ΜΙΧΑΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛ
ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ
Τούτο το Σχήµα δαίµονες φρίτουσσι
Θεού θέα Θείον Θαύµα
Χριστός Χριστιανοίς χαράν χαρίζει
Φως Χριστού φαίνει πάσι
Τόπος Κρανίου Παράδεισος γέγονε Αδάµ


Ο Λειτουργικός Κύκλος µιας Ηµέρας

Η νύχτα και ο έναστρος ουρανός κρατύνουν πάνω από τα κτίσµατα του µοναστηριού. Είναι ώρα προσευχής, εγρήγορσης και ανάτασης της ψυχής προς τις θείες διακοσµήσεις.

Στις 7:30΄ µε τη Βυζαντινή ώρα, ο εκκλησιαστικός θα σηµάνει το πρώτο τάλαντο, θα ανάψει τις κανδήλες, τις λουσέρνες, τα φανάρια και τους φανούς του Καθολικού. Στις 7:45΄ σηµαίνει το δεύτερο τάλαντο και στις 8:00΄ το τρίτο. Ο εφηµέριος βάζει το πετραχήλι και το Μεσονυκτικό αρχίζει. Τούτη η ακολουθία φέρνει εγρήγορση στην ανύστακτη ψυχή που προσµένει στο µεσονύκτιο το Νυµφίο Χριστό. Αποτελεί σηµείο διαχωριστικό του σκότους της πλάνης που ο χριστιανός και ειδικά ο µοναχός άφησε πίσω του και της ζωής του φωτός που αναµένεται να ανατείλει την επόµενη ηµέρα. Καθώς αρχίζει ο "Άµωµος" ο εκκλησιαστικός βάζει µετάνοια στον Ηγούµενο και χτυπά µε την σειρά τον κόπανο και το καθηµερινό σιδεράκι.

Μετά το τρίτο κατανυκτικό τροπάριο ο εκκλησιαστικός ανοίγει τη Βασιλική Πύλη. Ο ιερέας εισέρχεται στον κυρίως ναό και ποιεί "Ευλογητόν" ιστάµενος έµπροσθεν του τέµπλου. Κατά τη διάρκεια ανάγνωσης του "Επακούσαι σου.." θα θυµιατίσει το ναό. Ο "Εξάψαλµος" θα διαβαστεί από τον Ηγούµενο. Με το πέρας της έκτης Ωδής διαβάζεται το Συναξάρι της ηµέρας και ο εκκλησιαστικός και πάλι θα χτυπήσει το σιδεράκι. Στην εννάτη Ωδή, "Την Τιµιωτέραν", ο ιερέας θυµιάζει το ναό, ενώ οι µοναχοί αποκουκουλίζονται και κατεβαίνουν από τα στασίδια τους. Μια στάση που εύγλωττα φανερώνει την ξεχωριστή τιµή που οι µοναχοί αποτίουν στην Κυρία Θεοτόκο.
Προς το τέλος του Όρθρου σηµαίνει ένα τάλαντο σε τρεις στάσεις κύκλω του ναού. Γίνεται απόλυση και µεταβαίνουν στο παρεκκλήσι που θα τελεσθεί η Θεία Λειτουργία. Εκεί πρωτίστως αναγιγνώσκεται η τρίτη και έκτη Ώρα. Στο "∆όξα" της έκτης Ώρας ο εκκλησιαστικός σηµαίνει το σιδεράκι. Τότε περίπου θα σηµάνει και ο ιερέας τον κωδωνίσκο της προθέσεως και οι πατέρες αποκουκουλισµένοι και έχοντας κατεβεί από τα στασίδια τους µνηµονεύουν µυστικά τα ονόµατα που ο καθείς φέρει στη µνήµη του, ζώντων και κεκοιµηµένων. Σε λίγο ο εκκλησιαστικός ανάβει τα δρακόντια από το τέµπλο του παρεκκλησιού και ακολουθεί η Θεία Λειτουργία. Τα βηµόθυρα παραµένουν κλειστά, για να ανοίξουν µόνο στις δύο εισόδους και την ώρα της Θείας Μετάληψης.
Στο τρίτο αντίφωνο γίνεται η µικρή είσοδος υπό του ιερέως φέροντος το ευαγγέλιο, προηγουµένου του εκκλησιαστικού µε αναµµένο εισοδικό. Ακολουθούν τα αναγνώσµατα, ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο. Λίγο µετά ψάλλεται ο χερουβικός ύµνος, γίνεται η µεγάλη είσοδος όπου τα Τίµια ∆ώρα διακοµίζονται από την Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα. Τα Λειτουργικά και οι αιτήσεις του ιερέως δηµιουργούν θεία ένταση φτάνοντας ως την Κυριακή προσευχή. Προ της Μεταλήψεως οι µοναχοί χαιρετούν τις εικόνες. Ακολουθεί η κοινωνία του Σώµατος και Αίµατος του Χριστού, το κέντρο της ζωής του µοναχού και κάθε χριστιανού. Έπεται η απόλυση. ∆ιανέµεται το αντίδωρο και κατά την έξοδο λαµβάνεται και ο αγιασµός που φυλάγεται σε ειδικό σκεύος στη λιτή.

Στη συνέχεια, αν δεν είναι µέρα νηστείας κατά την οποία απουσιάζει το πρωινό γεύµα, εισέρχονται στην Τράπεζα. Αρχίζει προσευχή, και ενώ οι παρευρισκόµενοι τρώνε, ο αναγνώστης διαβάζει αποσπάσµατα από πατερικά κείµενα ή βίους αγίων. Ο εφηµέριος, αν απουσιάζει ο ηγούµενος, δια ξυλίνου σφυρίδος σηµαίνει το τέλος του φαγητού και ευλογεί τα περισεύµατα ευχαριστώντας τον Θεό. Στην έξοδο της τράπεζας ο ιερέας ευλογεί τους εξερχόµενους και οι διακονητές, κάµπτοντες την οσφύ, ζητούν συγχώρεση από τους αδελφούς για τυχόν λάθη και παραλλείψεις. ∆ίωρη ή τρίωρη ξεκούραση προηγείται της επιστροφής των µοναχών στο διατεταγµένο για τον καθένα διακόνηµα.

Όπως µια µικρή κοινότητα για να ζήσει χρειάζεται σωστή κατανοµή εργασιών, έτσι και ένα κοινόβιο µοναστήρι ή σκήτη ή κελλί επιβιώνει και προοδεύει και εκπληρώνει τη σωστική αποστολή του µε την ανάθεση των διαφόρων διακονηµάτων στους εκεί εγκαταβιούντας µοναχούς.
Ο αρχοντάρης περιµένει να προσφέρει ξεκούραση στους νεοφερµένους προσκυνητές, να τους σερβίρει τον κλασικό δίσκο µε το νερό, το ρακί και το λουκούµι και να τους τακτοποιήσει στα δωµάτιά τους. Άλλοι αδελφοί ασχολούνται µε τους λαικούς εργάτες που δουλεύουν εκεί, φροντίζουν τους γεροντότερους, επιµελούνται τα ζώα, φτιάχνουν ψωµί και ετοιµάζουν το φαγητό στο µαγειρείο. Ο εκκλησιάρχης ευπρεπίζει το ναό, ενώ άλλοι έχουν για εργόχειρο το πλέξιµο κοµποσχινιών, την αγιογραφία, την ξυλογλυπτική και την αργυροχοία, την παρασκευή θυµιάµατος και σπάνια την ιεροραπτική και τη βιβλιοδεσία.
Οι γεροντότεροι, που προσµένουν τη µετάβασή τους στην αγήρω µακαριότητα, σµίγουν σε κουβέντες πνευµατικές, στρέφονται σε µνήµες του παρελθόντος και του µέλλοντος, ενώ ο τριγύρω χώρος εµµένει να διαιωνίζει µια ειρήνη αταλάντευτη που περιαυγάζει τους τρούλλους, τους σταυρούς, τη φιάλη και την κρήνη που κοσµούν το φυσικό περίγυρο.
Στις 8:30΄ κατά τη Βυζαντινή Ώρα ο εκκλησιαστικός θα σηµάνει το πρώτο τάλαντο, στις 8:45΄ το δεύτερο και στις 9:00΄ το τρίτο. Τότε στο χώρο της λιτής αρχίζει η εννάτη Ώρα. Στο "∆όξα" της εννάτης ο εκκλησιαστικός θα βγει από το ναό για να κρούσει τον κόπανο και κατόπιν το σιδεράκι. Με το τέλος της εννάτης Ώρας ο ιερέας, ιστάµενος έµπροσθεν του Ιερού Βήµατος, αρχίζει τον Εσπερινό. Η ακολουθία αυτή κατά αρχαία χριστιανική συνήθεια, έχοντας ιουδαικές καταβολές, αποτελεί το προοίµιο της επόµενης ηµέρας. Τον "Προοιµιακό" θα διαβάσει ο πρώτος στην τάξη µοναχός. Στο "Κύριε εκέκραξα.." ο ιερέας θυµιάζει το ναό. Μετά το "Νυν απολύεις…" ο εκκλησιαστικός σβήνει τα λαδοκέρια και λίγο µετά ακολουθεί η απόλυση.
Οι µοναχοί εξέρχονται του ναού κατευθυνόµενοι προς την Τράπεζα. Και πάλι λόγοι προσευχητικοί και διδακτικοί ανακρώνται µε το φαγητό.
Στις 12:00΄ ο εκκλησιαστικός θα κρούσει το σιδεράκι για το Απόδειπνο που λαµβάνει χώρα στη λιτή. Είναι ώρα για προσευχή και δέηση προς το Θεό να τηρήσει όσους πάνε να κοιµηθούν ασφαλείς υπό τη σκέπη Του. Μετά το "Σύµβολο της Πίστεως" ανάβεται το λαδοκέρι της εικόνας της Θεοτόκου και ένας µοναχός ασκεπής απαγγέλει τους "Χαιρετισµούς". Στη διάρκεια του Αποδείπνου, ή αµέσως µετά, οι προσκηνυτές έχουν την ευλογία να χαιρετίσουν τα άγια λείψανα στον κυρίως ναό. Πρό του τέλους του αποδείπνου µοναχοί και προσκηνυτές ασπάζονται τις εικόνες και παίρνουν την ευχή του ηγουµένου ή του ιερέως και γίνεται απόλυση.
Ύστερα άλλοι θα προτιµήσουν µια διδακτική συζήτηση, άλλοι την ανάγνωση και άλλοι την ξεκούραση. Τέλος όλοι θα πάνε στα κελλιά τους. Οι µοναχοί από νωρίς, µετά τα µεσάνυχτα, πριν προσέλθουν στο ναό, θα ξυπνήσουν για την επιτέλεση του προσωπικού τους κανόνα, που περιλαµβάνει συνήθως µετάνοιες, προσευχή µε κοµποσχοίνι και ανάγνωση ψυχωφελών βιβλίων.

Κατ' αυτόν τον τρόπο αρχίζει και κλείνει µια ηµέρα, η καθηµερινότητα του µοναχικού βίου στον Άθω, εδώ και χίλια χρόνια. Και έχεις την έντονη εντύπωση πως η νύχτα που εξουσιάζει και στην έναρξη και στη λήξη, δεν είναι ο ζόφος που συρρικνώνει και συστέλλει τη ζωή, αλλά η φερέλπιδη ησυχία που βιώνει τη ζωηφόρο νέκρωση, η ταφή που κυοφορεί σαν το σπόρο τη ζωή και η νύχτα µε το σκοτάδι που θα δώσει τόπο στην πληρότητα του φωτός της Τρισηλίου Θεότητος.


Κηδεία Μοναχού
Όταν επισυµβεί να κοιµηθεί ένα γεροντάκι ή οποιοσδήποτε µοναχός (συνήθως φθάνουν σε µεγάλη ηλικία, γιατί δεν κάνουν καταχρήσεις και τρώνε υγιεινές τροφές), δεν του κάνουν λουτρό, αλλά τον σφουγγίζουν µε χλιαρό νερό σταυροειδώς στο µέτωπο, το στήθος, τα χέρια, τα γόνατα και τα πόδια. Χωρίς να τον δει γυµνό ο µοναχός που θα τον ντύσει, τον αλλάζει, του φοράει κάλτσες καθαρές, εσώβρακο µακρύ, φανέλλα, το σχήµα, το πολυσταύρι, του σταυρώνει τα χέρια και τα δένει µε επίδεσµο. Του περνάει µετά ένα κοµποσχοινάκι σ' αυτό, του βάζει σκούφο και του σκεπάζει µε το κουκούλι, που του βάζει, το πρόσωπο σχηµατίζοντας σταυρό. Τον τοποθετεί στο σάγισµα (τρίχινο ή ψαθί), αφού τον περιζώσει µε το λουρί και του φορέσει καινούργια υποδήµατα. Μετά ρίχνει πάνω του το ράσο µε σχιστά τα µανίκια, που τα τοποθετεί διαγωνίως και το ράβει όλο, ώστε να περιλάβει µέσα όλο το λείψανο, µε µαύρη κλωστή. Με άσπρη κάνει τρεις σταυρούς στο κεφάλι, το στήθος και τα πόδια. Αν έχει κοιµηθεί στο Νοσοκοµείο ή το Γηροκοµείο, έρχεται ένας ιερέας και κάνει τρισάγιο. Αν ο ίδιος ο νεκρός είναι ιεροµόναχος, του βάζουν από πάνω ένα πετραχήλι. Αν είναι ηγούµενος δεν του σκεπάζουν το κεφάλι. Με ξύλινο φορείο (νεκροκράβατο) µεταφέρεται στο νάρθηκα. Όσον καιρό µένει εκεί, καίει λαµπάδα και αδελφοί εναλλάξ διαβάζουν το ψαλτήρι. Η νεκρώσιµη (εξοδιαστική) ακολουθία ιεροµονάχου ψάλλεται στο µέσο του καθολικού, ενώ απλού µοναχού στο µέσο της λιτής.

Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας όλοι οι αδελφοί κρατούν αναµµένα κεριά. Πάνω στο στήθος του νεκρού υπάρχει η τρίµορφη εικόνα. Η ακολουθία είναι πολύ µεγαλύτερη από τη συνήθη.

Αµέσως µετά, ενώ ψέλνεται το Τρισάγιο, το λείψανο µεταφέρεται στο κοιµητήρι. Μπρος πηγαίνουν οι εκκλησιαστικοί κρατώντας φανάρια, ακολουθούν οι χοροί των ψαλτών, των ιερέων και των άλλων αδελφών και καθ' οδόν γίνονται στάσεις, για ν'αναπεµφθούν αιτήσεις. Αφού τοποθετηθεί το λείψανο χωρίς το σάγισµα στο µνήµα, ο ιερέας ρίχνει σταυροειδώς χώµα και λάδι απ' το καντήλι του Χριστού (στο Κοιµητήρι)… Μετά οι αδελφοί κάνουν κοµποσχοίνι 100άρι υπέρ αναπαύσεως… Ύστερα γίνεται το Τρισάγιο…και ο Ηγούµενος εκφωνεί λόγο εξαίροντας την αρετή και τους πνευµατικούς αγώνες του µοναχού που κοιµήθηκε.

Επί 40 µέρες οι αδελφοί του µοναστηριού κάνουν στον κανόνα τους κοµποσχοίνι "υπέρ αναπαύσεως" του αδελφού που κοιµήθηκε. Ο νεκρός µνηµονεύεται επί 40 µέρες µετά την ταφή του κατά τη µεγάλη είσοδο. Αν είναι Ηγούµενος, πολύ περισσότερο χρόνο. Αναγράφεται στα δίπτυχα (ο κάθε µοναχός που απήλθε) και µνηµονεύεται καθηµερινά στην προσκοµιδή κατά τη Θεία Λειτουργία (καθολικό, παρεκκλήσια).

Ονομασίες διακονημάτων στο Άγιον Όρος
Έχει καλλιεργηθεί από ορισμένους η άποψη ότι οι Ορθόδοξοι μοναχοί, αντίθετα προς εκείνους της δυτικής Εκκλησίας που αναπτύσσουν κοινωνικό έργο, ακολουθώντας τον δρόμο του αναχωρητισμού δεν προσφέρουν τίποτε στο κοινωνικό σύνολο κλπ. Την ανυπόστατη αυτή άποψη διαψεύδει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο η μακρόχρονη προσφορά του Αγίου Όρους στα Γράμματα, την Τέχνη, ακόμη και σε πλείστους άλλους τομείς. Ο επισκέπτης ενός αθωνικού μοναστηριού, αλλά και μιάς σκήτης, διαπιστώνει αμέσως ότι εκτός από τα λατρευτικά και άλλα πνευματικά τους καθήκοντα οι μοναχοί μέσα στο κοινόβιο έχουν συγκεκριμένο διακόνημα, με το οποίο συμβάλλουν στη λειτουργία του, και ως σκητιώτες ή κελλιώτες έχουν κάποιο εργόχειρο, από το οποίο αποζούν. Μεγάλο μέρος των λειτουργικών αναγκών μιάς μονής καλύπτεται από τα διακονήματα των μοναχών της. Ο χρόνος που αναπαύονται είναι συνήθως ελάχιστος κι όταν έχουν λίγη ελεύθερη ώρα κι αυτή την αξιοποιούν δημιουργικά με κάποια άλλη ενασχόληση. Λ.χ. κάποιος αγιογραφεί όχι για να διαθέσει τις εικόνες του, αλλά για προσωπική ευχαρίστης, άλλος συγγράφει κλπ.
Υπάρχουν μοναχοί που επιφορτίζονται με περισσότερα από ένα διακονήματα. Ορισμένες ασχολίες δεν είναι δυνατόν να γίνουν από ένα άτομο και σ’ αυτές συμμετέχουν οι περισσότεροι μοναχοί του κοινοβίου.
Πρόκειται για τη λεγόμενη «παγκοινιά» (την ακούμε κι ως «παγκενιά» κλπ). Π.χ. στον τρύγο, τις ελιές, τα φουντούκια κλπ.
Ακολουθεί η καταγραφή  διακονημάτων, που αναλαμβάνουν στα κοινόβια οι διάφοροι μοναχοί.
Αγιογράφος: ο καταγινόμενος με την ιστόρηση ιερών εικόνων και γενικά την αγιογραφία.

Αμπελικός: ο επιμελούμενος τον αμπελώνα.

Αντιπρόσωπος: ο εκπρόσωπος της Μονής στην Ιερά Κοινότητα.

Αρσανάρης: ο υπεύθυνος για τον αρσανά, λιμενίσκο γενικά της Μονής.

Αρχειοφύλαξ: ο υπεύθυνος του αρχείου.

Αρχοντάρης: ο αρμόδιος για το αρχονταρίκι και τη φιλοξενία των επισκεπτών και προσκυνητών.

Βαγενάρης: ο υπεύθυνος του βαγεναριού (κρασαριού).

Βδομαδιάρης: ο ιερομόναχος που εφημερεύει τη βδομάδα.

Βηματάρης: ο επιμελούμενος το ιερό βήμα του καθολικού με τα ιερά λείψανα, σκεύη, άμφια κλπ.

Βιβλιοφύλαξ: ο βιβλιοθηκάριος.

Βορδονάρης: ο ημιονηγός, επιμελείται και τον σταύλο και τη χορταποθήκη.

Γηροκόμος: ο μοναχός που περιποιείται τους γέροντες μοναχούς στο γηροκομείο.

Γραμματικός: ο επιμελούμενος τη γραμματεία, αλληλογραφία κλπ της Μονής.

Δευτερεύων: ο αναπληρωτής του διαβαστή.

Διαβαστής: ο αναγνώστης στην τράπεζα.

Δοχειάρης: ο υπεύθυνος του δοχειού (αποθήκης τροφίμων).

Εκκλησιαστικός: ο αρμόδιος για το ναό.

Επιστάτης: ο μοναχός ή ιερομόναχος που στέλνεται από τα 15 μοναστήρια που δικαιούνται κάθε 5 χρόνια συμμετοχή στην Επιστασία.

Επιστημονάρχης: ο επόπτης των διαφόρων διακονημάτων.

Ηγούμενος: ο αρχιμανδρίτης, ο πνευματικός ηγέτης του μοναστηριού ιερομόναχος, ο πατέρας όλων των μοναχών.

Ηγουμενιάρης: ο εντεταλμένος με τη φροντίδα του ηγουμένου.

Ιεροψάλτης: καλλίφωνος μοναχός που ψέλνει στο δεξιό ή αριστερό αναλόγιο.

Κανονάρχης: ο μοναχός που κανοναρχεί τους ψάλτες.

Κηροπλάστης: ο μοναχός που κατασκευάζει τα κεριά.

Κοιμητηριάρης: ο υπεύθυνος για το κοιμητήριο και οστεοφυλάκιο της μονής.

Κολλυβάς: καλλιτέχνης μοναχός που φτιάχνει τα κόλλυβα των πανηγύρεων.

Κονακτζής: ο επιμελούμενος το Αντιπροσωπείο (κονάκι) της μονής στις Καρυές, όπου διαμένει ο αντιπρόσωπος της μονής στην Ιερά Κοινότητα.

Κουρτζής: ο υπεύθυνος για το δάσος της μονής.

Κωδωνοκρούστης: ο μοναχός που κρούει τις καμπάνες.

Μάγειρος: ο μοναχός που ετοιμάζει το φαγητό για την τράπεζα.

Μάγκιπος: ο φούρναρης.

Νοσοκόμος: ο μοναχός που φροντίζει τους ασθενείς στο νοσοκομείο της μονής.

Οικονόμος: ο υπεύθυνος για τους εργάτες και τις γενικές εργασίες της μονής, εκτελεί και χρέη δοχειάρη. Στη Μεγίστη Λαύρα ο οικονόμος λέγεται παρα-οικονόμος, γιατί Οικονόμισσα θεωρείται η Παναγία.

Περβολάρης: ο κηπουρός.

Πνευματικός: ο εξομολόγος.

Πορτάρης: ο φύλακας του πυλώνα της μονής.

Προσμονάριος: διακονητής σε θαυματουργή εικόνα.

Προσφοριάρης: ο μοναχός που παρασκευάζει τα πρόσφορα.

Πρώτος: ο μοναχός ή ιερομόναχος που στέλνει μια από τις 5 μονές που δικαιούνται για πρωτεπιστάτη, κάθε 5 χρόνια όταν έχει σειρά το μοναστήρι.

Ράφτης: ο μοναχός που ράβει τα ζωστικά, τα άμφια κλπ των αδελφών.

Σκευοφύλαξ: ο υπεύθυνος για το σκευοφυλάκιο (κειμηλαρχείο) της μονής.

Τραπεζάρης: ο διακονητής της τράπεζας.

Τυπικάρης: ο αρμόδιος για το τυπικό και επιμελούμενος το τυπικαριό.

Ωρειάριος: ο υπεύθυνος για το ωρειό (αποθήκη σιταριού).


Διατροφή 
Οι αγιορείτες μοναχοί ακόμα και τις ημέρες του Πάσχα δεν τρώνε κρέας και προτιμούν το ψάρι. Καθόλου κρέας όλο τον χρόνο, πολλά χορταρικά και φρούτα.
Το διαιτολόγιο των μοναχών, εκτός από πιστό στους κανόνες της Εκκλησίας, αποδεικνύεται και… αντικαρκινικό, όπως διαπιστώνουν οι επιστήμονες. Οι αγιορείτες μοναχοί καταναλώνουν με μέτρο τις τροφές τους, ενώ χαρακτηριστικά της διατροφής τους είναι η εναλλαγή ημερών με κατανάλωση τροφών με και χωρίς λάδι, οι περίοδοι νηστείας.
Μοναχός Επιφάνιος 
Ο μοναχός Επιφάνιος ζει στο Aγιο Όρος εδώ και 35 χρόνια και από την αρχή της μοναχικής ζωής του είναι μάγειρας. Στο Aγιο Όρος, αναφέρει, οι μοναχοί σπάνια τρώνε κρέας. Η διατροφή τους περιλαμβάνει κυρίως ψάρια, θαλασσινά, όσπρια και λαχανικά. Δεν λένε όχι στα τηγανιτά, ιδιαίτερα στα αυγά και τα ψάρια, πίνουν καφέ, τσάι, αλλά και κόκκινο κρασί που φτιάχνουν οι ίδιοι. Το ίδιο συμβαίνει και με το ψωμί. Το παρασκευάζουν οι ίδιοι και το ψήνουν, όπως όλα τα φαγητά, σε φούρνους με ξύλα, χωρίς να χρησιμοποιούν ρεύμα ή φυσικό αέριο. Αυτό που αποκλείεται από τη διατροφή τους είναι το βούτυρο, τα μαγειρικά λίπη και οι μαργαρίνες, η κρέμα γάλακτος, η μπεσαμέλ και παρόμοια προϊόντα. Για όλα σχεδόν τα φαγητά χρησιμοποιούν ελαιόλαδο.
ΑΓΝΑ ΥΛΙΚΑ
"Τα υλικά που χρησιμοποιούμε", τονίζει ο μοναχός Επιφάνιος, "είναι αγνά και η μαγειρική τους δεν είναι περίπλοκη, αλλά όσο απλούστερη γίνεται. Η ομορφιά στις γεύσεις, άλλωστε, δεν προκύπτει από την ποικιλία, τα πολλά καρυκεύματα και τους περίτεχνους τρόπους μαγειρέματος. Όταν τα υλικά είναι αγνά, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια, για να αναδειχτούν. Για να φτιάξουμε πατάτες γιαχνί, για παράδειγμα, αν οι πατάτες είναι νόστιμες, το φαγητό θα γίνει καλό. Χρειαζόμαστε ένα κρεμμύδι, λάδι και λίγη ντομάτα. Το πολύ πολύ να βάλει κανείς λίγο μαυροπίπερο ή λίγη ρίγανη. Δεν απαιτείται τίποτα ιδιαίτερο. Επιπλέον, παίζει ρόλο το ότι μαγειρεύουμε τα πάντα σε φούρνους με ξύλα".

Ταξιδεύοντας συχνά στην Κωνσταντινούπολη και στην Αίγυπτο, στην Αγία Αικατερίνη του Σινά, ο μοναχός Επιφάνιος έχει εξοικειωθεί πάντως με το κύμινο, ένα ιδιαίτερα δημοφιλές μπαχαρικό στην κουζίνα των λαών στους τόπους αυτούς. Πλέον το χρησιμοποιεί ακόμη και σε φαγητά που δεν συνηθίζεται. "Όπως μαθαίνω και από βιβλία μαγειρικής που κυκλοφορούν, το κύμινο βοηθά πολύ τη χώνεψη", αναφέρει.

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Συχνά το πρώτο γεύμα της ημέρας στα μοναστήρια σερβίρεται στις 8 το πρωί. Όσο περίεργο και αν φαίνεται στον κόσμο, αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι μοναχοί ξυπνούν στις 3 το πρωί και εκκλησιάζονται συνήθως για 3-4 ώρες. Συνεπώς, από το δείπνο που έχουν πάρει γύρω στις 6 το απόγευμα την προηγούμενη μέρα, έχουν περάσει αρκετές ώρες, ώστε να πεινούν.
Η διαδικασία του φαγητού στις μονές του Αγίου Όρους δεν είναι μονοδιάστατη. Σύμφωνα με τον μοναχό Επιφάνιο, σημαντικό ρόλο παίζει η ηρεμία, η καλή ψυχική κατάσταση και γενικότερα ο τρόπος ζωής. "Έχει σημασία η διάθεση που έχει κανείς όταν κάθεται στο τραπέζι. Το ίδιο ισχύει και για το χώρο όπου τρώμε. Στις μονές οι τραπεζαρίες είναι διακοσμημένες με αγιογραφίες, με μορφές αγίων τους οποίους οι μοναχοί προσπαθούν να μιμηθούν. Κατά τη διάρκεια των γευμάτων επικρατεί απόλυτη ησυχία και ακούγεται μόνο αυτός που διαβάζει εκκλησιαστικά κείμενα, ομιλίες, ή κείμενα σχετικά με την εκάστοτε επίκαιρη γιορτή. Όσο για τον μάγειρα μοναχό, μαγειρεύει για ανθρώπους που αγαπάει. Όχι για να τον συγχαρούν για το ωραίο φαγητό, ούτε για να πληρωθεί για αυτό. Αυτή ακριβώς είναι η ομορφιά της μαγειρικής του".

Εκατόν είκοσι έξι συνταγές μαγειρικής με τα μυστικά της υγιεινής διατροφής των Μοναχών του Αγίου Όρους, όπως πρώτη φορά τα αποκαλύπτει ο Μοναχός Επιφάνιος Μυλοποταμινός.
πηγή     το είδαμε εδώ

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Μοναχικὸν Σύστημα Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου.(Παύλου μοναχού Λαυριώτη)

244060-02

Ἀντεγράφη τὸ παρὸν τῇ προτροπῇ τοῦ Τυπικάρη
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας, Ἱερομονάχου Βασιλείου,
ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Σταθμοῦ Χωροφυλακῆς Μεγίστης Λαύρας,
κ. Γεωργίου Βερβερῆ, Ὑπενωμοτάρχου, τῇ 12ῃ Σεπτεμβρίου 1972.


-α-

Προλογικά

Βασικὸν κείμενον ἐκ τοῦ ὁποίου ἀντλοῦμεν τὶς ἀναγκαῖες πληροφορίες περὶ τοῦ μοναχικοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἐθεμελίωσεν ἔν Ἄθω, ὑπερμεσοῦντος τοῦ δεκάτου αἰῶνος, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ἀποτελεῖ ἡ Διαθήκη ἢ ἄλλως πως τὸ Τυπικὸν ἢ Κανονικὸν αὐτοῦ.

Δι᾿ αὐτοῦ καθορίζονται οἱ θεμελιώδεις ἀρχές, ἀκόμη καὶ λεπτομέρειες, τῆς διοικήσεως καὶ λειτουργίας τῆς Λαύρας, παρέχων ἕνα σύστημα πλήρουςμοναστηριακῆς ὀργανώσεως.

Οὗτω, ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐκλογὴν ἡγουμένου, τὶς εὐθῦνες, τὶς ἐξουσίες καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, εἰς τὴν δοκιμασίαν, τὴν εἴσοδον τῶν δοκίμων καὶ τὴν ἀποπομπὴν τῶν μοναχῶν, εἰς τὴν ἀδελφότητα, (δικαιώματα, ὑποχρεώσεις), εἰς «τὴν τῶν προκρίτῳν λογάδα», (σύναξιν) καὶ εἰς τὸ λειτουργικὸν Τυπικόν.

Γενικῶς εἰπεῖν, θέτει τὶς βάσεις, πνευματικὲς καὶ διοικητικές, τοῦ μετ᾿αὐτὸν ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ, μὲ τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο του.

- β -

Ἡ διοικητικὴ διάρθρωσις τῆς Λαύρας

Τὸ μοναχικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος διὰ τὴν νέαν καὶ πρώτην Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἦτο τὸ κοινοβιακόν. Οἱ θεωρητικὲς καὶ κανονικὲς βάσεις τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἐρείδονται εἰς τοὺς προϊσχύσαντες μοναστικοὺς κανόνες καὶ ἀσκητικὲς Διατάξεις. Καθοριστικὴν ἐπιρροὴν εἰς τὴν θέσπισιν αὐτοῦ εἶχεν ἀναμφιβόλως καὶ ἀποδεδειγμένως τὸ Τυπικὸν τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ ἀρχηγέτης τοῦ Ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ κατὰ τὴν ἐν Κωνσταντίου πόλιν διατριβὴν του θὰ ἐσύχναζεν εἰς τὴν περιώνυμον Μονήν, ἡ ὁποία τὴν περίοδον ἐκείνην ἦτο ἐν πλήρει ἀκμῆ.

Εἰς τὸ Τυπικὸν ἀποτυποῦται τὸ μοναχικὸν πνεῦμα καὶ ἰδεῶδες τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος πάντα ὑπῆρξε αὐστηρὸς ἀσκητής, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποδέχεται ἢ νὰ ἐφαρμόζει πρᾶξεις ὑπερβολῇς ὡς ἁλυσίδες, σωματικὲς κακώσεις κ.λ.π. Υἱοθετοῦσε μίαν ἴσην κατανομὴν τῆς ἡμέρας ἀνάμεσα εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ προσευχήν.

Ὡρισμένοι ἐρευνητὲς ἔχουν διατυπώσει τὴν ἄποψιν ὅτι, ἀρχικῶς, ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκᾶς συνέστησαν Λαύραν καὶ ὄχι κοινόβιον μονήν. Κατ᾿ αὐτούς, ἡ Λαύρα μετετράπη εἰς κοινόβιον διὰ τοῦ Τυπικοῦ αὐτῆς τὸ 970.

Ἡ διοικητικὴ διάρθρωσις τῆς Λαύρας εἶχεν τὸ ἀκόλουθον σχῆμα:

α. Ἡγούμενος
β. Σύμβουλοι
γ. Ἀδελφότης

-γ -

Ὁ μοναχικὸς βίος

Κατὰ τὸν ὅσιον Ἀθανάσιον τὸν Ἀθωνίτην ὁ μοναχικὸς βίος καλεῖται ἀλλὰ καὶ εἶναι «μονότροπος τοῦ μονήρους βίου δρόμος».

Τὸν δρόμον αὐτὸν ὅσοι ἀκολουθοῦν καὶ διανύουν ἐπιτυχῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὸν θεῖον σκοπόν, κατὰ τὸν διαληφθέντα ἱερὸν πατέρα, ἀφοῦ ἑτοιμάσουν διὰ τῆς καθαρότητος τοῦ νοῦ, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος καὶ καταστήσουν τοὺς ἑαυτοὺς των καταλλήλους διὰ τὴν ἔλλαμψιν καὶ τὸν φωτισμὸν παρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γίνονται φωτόμορφοι ἢ μᾶλλον θεοφόροι. Ἐπὶ πλέον δέ, οἱ θεοφόροι αὐτοὶ μοναχοί, καθιστοῦν φωτοειδεῖς καὶ τοὺς κοσμικοὺς μὲ τοὺς ὁποίους συναναστρέφονται καὶ τοὺς ἑλκύουν πρὸς τὸν ἴδιο ζήλο, ὅπως ἀκριβῶς ὁ μαγνήτης ἢ ὁ πυρσός.

Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, ὁ ὅσιος συνέστησε τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν μονὴν τῆς Λαύρας, ἔχων ὡς πρώτους ἀδελφούς, τὸν Ἰωάννη καὶ Γεώργιον Ἴβηρα, τὸν μοναχὸν Ἀντώνιον Κομηνιάτῃν, τὸν ἀββᾶν Σέργιον κ.ἄ.

Μέλη τῆς ἀδελφότητος ἦσαν ὅσοι ἔλαβον ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ ἱεροῦ πατρὸς τὴν κουρὰν καὶ περιεβλήθησαν τὸ μοναχικὸν σχῆμα. Μέλη ἐπίσης τῆς ἰδίας ἀδελφότητος καθίσταντο καὶ ὅσοι προήρχοντο ἀπὸ ἄλλα μοναστικὰ καθιδρύματα, μετὰ ἀπὸ μίαν, μικρὰν σχετικῶς, περίοδον δοκιμῆς. Οἱ ἀδελφοὶ οὗτοι ἐκαλοῦντο «ξενόκουροι». Πρὸς αὐτοὺς ὁ Ὅσιος ἐπεδείκνυε ἰδιαιτέραν ἀγάπην καὶ συμπάθειαν. Ἐθεώρει αὐτοὺς τέκνα αὐτοῦ καὶ μέλη τῆς ἀδελφότητας, «μηδὲν διαφέρειν τῆς ἐμῆς κουρᾶς, ἀλλ᾿ ἴσους αὐτοὺς εἶναι ταύτῃ… τοὺς γὰρ τοιούτους υἱοὺς καὶ κληρονόμους καὶ σπλάγχνα τῆς καρδίας μου λελόγισμαι εἶναι… Καὶ προσθέτει: «παρεγγυῶμαι… πᾶσι τοῖς κατὰ διαδοχήν …καθηγουμένοις, δεσμοῖς ἐπιτιμίων ἀσφαλιζόμενος καὶ ὁρκίζων, κατὰ τὸν τοῦ Θεοῦ φρικωδέστατον φόβον, μηδεμίαν διαφορὰν ἔχειν αὐτούς, παρὰ τοὺς ἐν τῇ λαύρᾳ παρ᾿ ἡμῶν δεξαμένους τὸ σχῆμα τὸ ἅγιον … εἴγε κατ᾿ ἀρετὴν διαφέρουσι… καταλλήλως τῆς αὐτῶν ἀρετῆς… προτιμητέους λογίζεσθαι καὶ εἶναι αὐτούς».

Διὸ καὶ ὑπογραμμίζει: «παρεγγυῶμαι καὶ διορίζομαι τῷ προεστῶτι καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ἅπασιν… καὶ ἐπιτιμῶ… τὸ μὴ καταυθαδιάζεσθαι ἢ κατεπαίρεσθαι, καθ᾿ οἱονδήποτε πρόφασιν, τῶν ἐκ διαφόρων μονῶν διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἡμῶν ἀγάπην πρὸς ἡμᾶς φοιτησάντωνκαὶ τῷ συλλόγων τῶν ἀδελφῶν συναριθμηθέντων… ξενοκούρους ὀνειδίζειν ἥ παρορᾶν… τοῦτο εἴ τις φωραθείη ποιεῖσθαι… ἔχη τε διάδικον τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον καὶ τὴν ἡμῶν ταπείνωσιν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως».

Ἀποδεχόμενος τὴν μοναδικότητα τοῦ μοναχικοῦ σχήματος, ἐπάγεται:

«… Τὸ γὰρ διατέμνειν καὶ διάφορον ἡγεῖσθαι τὸ σχῆμα τῶν μοναχῶν αἱρέσεως χαλεπώτερον…»

«… Τοῦτο ἐστι περισπούδαστον, τὸ τῆς ἀρετῆς ἐπιμελεῖσθαι… ὁ δὲ τῇ τῆς ψαλίδος ἐπιδόσει καὶ τῇ τῶν τριχῶν ἀποθέσει, χωρὶς ἀρετῶν, ἐπερειδόμενος ξένος ἐμοὶ καὶ τῆς ἐκκλησίας ἐχθρός…».

Συνεπῶς, «μὴ ἔριδες ἔστωσαν ἐν ὑμῖν, μηδὲ καλείσθω ὁ μὲν ξένος, ὁ δὲ οἰκειότατος. Μόνη δὲ ἡ ἀρετὴ προτιμητέα… καὶ ἐὰν τις, τὸν ἀδελφὸν ξενόκουρον ὠνείδισεν, ἀφοριζέσθω τῆς Ἐκκλησίας… καὶ ἐν ὑποτροπῇ ἐκδιώκεσθαι τῆς λαύρας».

- δ -

«Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι «ἐν ὑποταγὴ εἶναι καὶ ὑφ᾿ ἑνὶ ποιμένεσθαι καὶ προνοεῖσθαι (ἐπιμελεῖσθαι) διορίζομεν». Διότι ἔκρινα πώς τοῦτο εἶναι τὸ μᾶλλον ἄριστο καὶ ἀκίνδυνο, ἀφοῦ τὸ σκέφθηκα γιὰ πολὺ χρόνο καὶ μὲ πολὺ κόπο καὶ κατόπιν δοκιμασίας τὸ βρῆκα ὠφέλιμο καὶ εὐθὺ ἐκ πείρας. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ πρέπει νὰ ζοῦν ἀπὸ κοινοῦ. Νὰ ἀποβλέπουν ἀπὸ κοινοῦ πρὸς τὸν κοινὸ σκοπὸ τῆς σωτηρίας. Νὰ εἶναι μιὰ καρδιὰ μέσα στὸ κοινόβιο καὶ ἕνα θέλημα καὶ μία ἐπιθυμία καὶ ἕνα σῶμα συνηρμοσμένο ἀπὸ διάφορα μέλη ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς ἀδελφότητος, καθώς νομοθετεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Νὰ ἐπιδεικνύεται ἀληθινὴ καὶ τέλεια καὶ ἀνυπόκριτη ὑπακοὴ πρὸς τὸν προεστῶτα. Ἡ δὲ ἀληθινὴ καὶ ἄμωμος ὑπακοὴ τῶν ὑποτακτικῶν πρὸς τὸν καθηγούμενο ἀποδεικνύεται μὲ τοῦτο, ὄχι μόνον μὲ τὸ νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ ἄτοπα μόνον, κατὰ τὴν συμβουλὴ τοῦ προεστῶτος, ἀλλὰ μηδὲ αὐτὰ τὰ ἐπαινετὰ νὰ καταδέχονται νὰ πράττουν χωρὶς τὴν γνώμη καὶ συγκατάθεση ἐκείνου. Γιατὶ τὸ νὰ ἐγκρατεύεται κανεὶς καὶ νὰ κακοπαθεῖ σωματικὰ δὲν θὰ ἰσχυριζόμουνα πώς συντελεῖ σὲ τίποτα, ὅταν πράττοντας κανεὶς αὐτὸ ποὺ τοῦ ἀρέσει καὶ χρησιμοποιώντας τὶς δικὲς του παρορμήσεις, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐρωτήσει, τότε τὸ σφάλμα ποὺ θὰ διαπράξει θὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ κατόρθωμα. Ἐξάλλου ὁ μισθὸς τῆς ὑπακοῆς εἶναι μεγαλύτερος τοῦ ἀπὸ ἐγκράτεια κατορθώματος.

Παραγγέλω στοὺς ἑνωμένους κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τρῶνε μαζὶ καὶ νὰ τελοῦν ἀπὸ κοινοῦ ὅλες τὶς ἀκολουθίες μέσα στὴν ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, τὴν ἡμερινὴ καὶ τὴν νυκτερινή, καθώς τοὺς ὑπέδειξα ἐμπράκτως καὶ τοὺς διέταξα ἐγγράφως καὶ τοὺς παρέδωσα.»

Καρπὸς αὐτῆς τῆς σχέσεως εἶναι ἡ ἑνότης καὶ ἡ εἰρήνη τῆς ἀδελφότητος, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἱερὸς πατὴρ ἀδιαλείπτως ἐκοπία:

«Σεῖς δὲ πατέρες καὶ ἀδελφοὶ καὶ τέκνα πνευματικά, ἐὰν μετὰ πάσης προθυμίας καὶ ἀγαθῆς γνώμης ἐπιδείξετε ἐπιμέλεια στὸ νὰ διατηρήσετε τὴν μεταξὺ σας εἰρήνη καὶ ὁμόνοια «ἀδιάστατον» (ἀκλόνητη) καὶ δὲν θὰ ὑπάρχουν μεταξὺ σας «μήτε διχοστασίαι καὶ ἔριδες καὶ μερικαὶ φιλίαι καὶ ἑταιρεῖαι», «ἀλλὰ πίστις καὶ ἀγάπη καὶ στοργῆς διάθεσις» καὶ πρὸς τὸν καθηγούμενον, καὶ «ἀκριβὴς φυλακὴ (ἐφαρμογή) τῶν ἐντολῶν μου τῶν ἐλαχίστων καὶ τύπων καὶ κανόνων», «πιστεύω τῷ Θεῷ» ὅτι ὅχι μόνον τὰ σπλάγχνα τῶν Ἐπιτρόπων θὰ διανοίξει «ἡ αὐτοῦ ἀγαθότης», ἀλλὰ καὶ κάθε ἀνθρώπου ἰσχυροῦ καὶ ὑπερέχοντος στὸ νὰ σᾶς ὑποστηρίξει καὶ συμπαθήσει καὶ βοηθήσει, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ψυχῶν σας.

Καὶ προσέξτε ἀκριβῶς, ἀδελφοί, ἵνα, ἐὰν μεταξὺ σας εὑρεθεῖ κάποιος ὅπερ ἀπεύχομαι, νὰ ἀποπειρᾶται νὰ διαιρέσει «τὸ σῶμα τῆς ἀδελφότητας διὰ τε πιθανολογίας καὶ δολιότητας καὶ πονηρίας», μὲ αὐτὸν κανεὶς νὰ μὴ συναναστρέφεται, ἀλλὰ γρήγορα νὰ τὸν ἀπομακρύνετε καὶ νὰ τὸν ἐκδιώξετε «τῆς συνοδίας ὑμῶν» (ἀδελφότητος) σὰν διαφθορέα καὶ «παλαιᾶ ζύμη» (χαλασμένη ζύμη) γιὰ νὰ χωρισθεῖ μᾶλλον αὐτὸς ἀπὸ «τῆς μερίδος τῶν σωζομένων». Εἶναι δὲ εὔκαιρο νὰ καταρασθεῖ κανεὶς αὐτὸν ποὺ ἀποπειρᾶται αὐτὰ νὰ ἐξολοθρευθεῖ «ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ» καὶ νὰ ἐξαλειφθεῖ «τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ βίβλου ζώντων καὶ μετὰ δικαίων μὴ γραφείη».

Ἀλλὰ καὶ ἐὰν εὑρεθεῖ κάποιος νὰ τὸν βοηθᾶ καὶ ὑποστηρίζει, «τῆς ἐκείνου

- ε -

ἔστω μερίδος καὶ κληρονομίας» (ἂς εἶναι μὲ τὸ μέρος καὶ τὴν κληρονομία του). Ὅλους αὐτούς, ἐξορκίζω καὶ παρακαλῶ τὸν Ἐπίτροπο Ἰωάννη καὶ ὅλη τὴν ἀδελφότητα νὰ τοὺς ἐκδιώξουν ἀπὸ τὴ Λαύρα.»

στ -

Ὁ Ἡγούμενος

Κεντρικὴν θέσιν ἐντὸς τοῦ λαυριωτικοῦ μοναστικοῦ συστήματος καὶ τῆς ἀδελφότητος κατέχει ὁ ἡγούμενος.

Εἶναι ὁ ποιμὴν – πατὴρ ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ὁ διοικῶν τὴν Μονὴν καὶ τὴν ἀδελφότητα, ὁμοῦ βεβαίως, μετὰ τῆς συνάξεως τῶν προκρίτων.

Οὗτος, μετὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ ἐγκαθίδρυσιν, καθίσταται ὁ πνευματικὸς πατὴρ τῆς ἀδελφότητος, ἔχων κατὰ τὸν ἱερὸν πατέρα, «πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ κυριότητα κατὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν καὶ εἰς τὰ πνευματικὰ καὶ εἰς τὰ σωματικά», χωρὶς νὰ παρεμποδίζεται παρ᾿ οὐδενός, ὑπὸ τὸν αὐτονόητον ἀσφαλῶς ὅρον, «καλῶς καὶ θεοφιλῶς καὶ πνεύματι Θεοῦ διεξάγοντα (διοικοῦντα) καὶ ποιμαίνοντα τὴν ἐν Χριστῷ συνοδίαν».

Κατὰ τὸ Χρυσόβουλλον τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου Φωκᾶ, τοῦ ὁποίου ἀπόσπασμα διασώζεται εἰς τὸ Τυπικὸν τοῦ Ὁσίου, ὁ αὐτοκράτωρ διώρισεν τὸν Ἀθανάσιον, καθηγούμενον τῆς Λαύρας καὶ τῶν πέριξ κελλίων, «ἀσάλευτον, διοικεῖσθαι τε παρ᾿ αὐτοῦ πάντα, κατὰ τὸ τῷ Θεῷ φίλον καὶ τῇ μοναστικῇ καταστάσει ἁρμόδιον».Συγχρόνως δὲ οἱ ἀδελφοὶ νὰ ἐπιδεικνύουν πρὸς αὐτὸν «ὑποταγὴν καθαρὰν καὶ ἀνόθευτον».

Εἰς ἕτερον σημεῖον τοῦ Τυπικοῦ, ἀναφαίρεται ὅτι ὁ εἰρημένος αὐτοκράτωρ, ἀνέθεσεν εἰς τὸν Ὅσιον τὴν διοίκησιν τῆς νέας Μονῆς κατὰ τρόπον ὥστε παρ᾿ αὐτοῦ, «διατίθεσθαὶ τε καὶ διατάσσεσθαι περὶ τὴν τοιαύτην εὐαγεστάτην λαύραν, κυριότητι τε καὶ ἐξουσία, ᾗπερ βουλοίμεθα κεχρῆσθαι κανονίζειν τε καὶ τυποῦν καὶ ρυθμίζειν καὶ ὅσα τῇ μοναδικῇ καταστάσει λυσιτελεῖ, διανοεῖσθαι τε καὶ διαπράττεσθαι…»

Χαρακτηριστικὴ μὲ τὸ θέμα, εἶναι καὶ μία δήλωσις τοῦ Ἁγίου κατὰ τὴν ὁποίαν «καὶ αὐτὸς ἐγὼ ὁ πάντων ἔχων τὴν κυριότητᾳ καὶ οὗ τῷ λόγῳ ἀνθέστηκεν οὐδὲ εἷς, οὐ τῆς τῶν ἀδελφῶν γνώμης χωρὶς τὸν ἐμὸν βούλομαι καταλελοιπέναι διάδοχον». Ἡ ἀποστροφὴ αὕτη φανεροῖ τὴν ἔκτασιν τῶν ἐξουσιῶν αὐτοῦ ὡς ἡγουμένου καὶ τὴν συμμετοχὴ ἢ σύμπραξιν μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς, τῶν προκρίτων.

Ἡ ἐξουσία ὅμως τοῦ ἡγουμένου δὲν ἧτο ἀπόλυτος καὶ καταλυτική. Ὑπῆρχεν ἡ «τῶν προκρίτων λογάς», ἓν εἶδος συμβουλίου ἢ συνάξεως μετὰ τῆς ὁποίας ἠσκεῖτο ἡ διοίκησις τῶν ὑποθέσεων τῆς Μονῆς, κυρίως τῶν διοικητικῶν ἢ οἰκονομικῶν.

Ὁ νομίμως καὶ κανονικῶς ἐκλεγεὶς ἡγούμενος ἢ προεστώς, ὁ «τὸ κῦρος καὶ πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν τῆς λαύρας…, εἰληφώς», ὤφειλε νὰ τὴν προφυλάττει καὶ περιφρουρεῖ, «εἰς δόξαν Θεοῦ… εἰς ὠφέλειαν τῶν μαθητιώντων…».

Ὡς πνευματικὸς πατὴρ ἔδει νὰ μεριμνᾶ διὰ τὴν πνευματικὴν πρόοδον τῆς λαυριωτικῆς ἀδελφότητος καὶ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς Μονῆς.

«Ἰδοὺ παρατίθημί σοι, προτρέπει τὸν νέον ἡγούμενον ὁ Ὅσιος, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, πᾶσαν τὴν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα, ὅπως αὐτὴν εἰσδέξῃ ὅπως προσλάβοις καὶ ὁδηγήσοις καὶ διαφυλάξοις, ὡς ἄρνας Χριστοῦ, ὡς μέλῃ φίλτατα, θάλπων καὶ περιέπων ἕνα ἕκαστον, κατὰ τὸ ἴσον τῆς ἀγάπης μέτρον…»

- ζ -

Λόγω τῆς θέσεως, τῶν διοικητικῶν εὐθυνῶν καὶ πνευματικῶν καθηκόντων, τοῦ ἡγουμένου, ὁ ἱερὸς πατὴρ παρέδωσε ὡρισμένας βασικὰς ὑποθήκας, οἱ ὁποῖαι ἔχουν:

α. Δὲν θὰ μεταβάλλεις τὸν τύπο καὶ τὸν κανόνα τῆς παρούσης Διαθήκης ποὺ παρέλαβες «παρὰ τῆς ἐμῆς ταπεινώσεως », ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως κατεπειγούσης ἀνάγκης.

β. Δὲν θὰ ἀποκτήσεις κανένα πρᾶγμα ἐγκόσμιο καὶ δὲν θὰ ἀποθησαυρίσεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου οὔτε ἕνα ἀργύριο.

γ. Δὲν θὰ διαμοιράσεις τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά σου στὶς σχέσεις καὶ τὶς φροντίδες σου γιὰ τὰ πνευματικὰ σου παιδιὰ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ σοῦ εἶναι ἐμπιστευμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, οὔτε ἀκόμη σ᾿ αὐτοὺς τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς ἢ φίλους ἢ συνεργάτες.

δ. Δὲν θὰ χρησιμοποιήσεις τὰ πράγματα τῆς Μονῆς σου ὡς ἐλεημοσύνη ἢ κληρονομιὰ οὔτε ἐνόσῳ ζεῖς οὔτε μετὰ τὸν θάνατό σου, στοὺς προαναφερθέντας. Διότι δὲν εἶσαι ἐκ τοῦ κόσμου γιὰ νὰ μετέχεις στὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Ἐκτὸς ἐὰν μερικοὶ ἤθελαν ἀλλάξει ζωὴ ἀπὸ τὸν κοσμικὸ στὸν μοναχικὸ βίο. Καὶ ἔτσι θὰ ἀκολουθεῖς τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων πατέρων.

ε. Δὲν θὰ ἀποκτήσεις δοῦλο, οὔτε γιὰ τὴν προσωπική σου ἐξυπηρέτηση καὶ ὑπηρεσία οὔτε γιὰ τὴν Μονὴ ποὺ σοῦ ἔχει ἐμπιστευθεῖ, ἄνθρωπο ποὺ εἶναι πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ. Καὶ τοῦτο γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἐπιτρεπτὸ στοὺς κοσμικούς, ὅπως ὁ γάμος.

στ. Δὲν θὰ ἀποκτήσεις ζῶο θηλυκοῦ γένους γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν σου, ἐσὺ ποὺ ἔχεις ἀπαρνηθεῖ τελείως τὸ θηλυκὸ γένος.

ζ. Φρόντισε νὰ διατηρήσεις νὰ εἶναι ὅλα κοινὰ στὴν ἀδελφότητα καὶ ἀμέριστα καὶ τίποτε νὰ μὴν περιέρχεται στὴν αὐθαίρετη ἐξουσία τοῦ καθενὸς ὡς ἰδιοκτησία, ἀκόμη καὶ μιὰ βελόνη. Τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή σου νὰ εἶναι ἐξ ἴσου μοιρασμένα σὲ ὅλα τὰ πνευματικά σου παιδιά, τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πατέρες.

η. Δὲν θὰ κάνεις μὲ κοσμικοὺς ἀδελφοποιΐες καὶ συντεκνίες, ἐσὺ ποὺ ἐγκατέλειψες τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ γάμου.

θ. Δὲν θὰ ἔχεις κανένα ἰδιαίτερο χῶρο γιὰ τὸν ἑαυτό σου, οὔτε τὴν οἰκονομικὴ μέριμνα τῆς Μονῆς. Γιὰ σένα «ἔστω σοι κλεὶς ἡ μεγίστη τῶν ψυχῶν φροντίς…». Τὴν διαχείρηση τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἀναθέσεις στοὺς οἰκονόμους καὶ στοὺς κελλαρίτες καὶ ὅ,τι ἁρμόζει σὲ κάθε διακόνημα. Προφανῶς ἐσὺ θὰ ἔχεις τὴν ἐξουσία καὶ τὴν συμβουλὴ τῶν προκρίτων καὶ θὰ ζητᾶς τὸν ἀπολογισμὸ κάθε διακονητοῦ.

ι. Δὲν θὰ ἀποκτήσεις πολυτελῆ ροῦχα, ἀλλά, μιμούμενος τοὺς ἁγίους πατέρες, νὰ ἐνδύεσαι καὶ νὰ ὑποδύεσαι ταπεινά.

ια. Δὲν θὰ τρῶς πλούσια φαγητά, οὔτε θὰ παραθέτεις πλούσια τράπεζα στοὺς φιλοξενουμένους, γιατὶ ἔτσι θὰ ἔχεις περισπασμούς. Καὶ τοῦτο διότι αὐτὸ εἶναι γνώρισμα ἀνθρώπων ποὺ ἐπιδιώκουν τὶς ἀπολαύσεις τοῦ παρόντος βίου.

ιβ. Νὰ μὴν ἔχεις τὸ πνεῦμα τῆς μεγάλης προόδου καὶ τῶν πολλῶν ταξιδιῶν. Νὰ μὴ ἐγκαταλείπεις χωρὶς ἀνάγκη τὸ ποίμνιό σου. Ἀντίθετα νὰ προτιμᾶς νὰ παραμένεις μέσα στὴν ἀδελφότητα καὶ νὰ μεριμνᾶς καὶ νὰ φροντίζεις νὰ σώσεις λογικὰ πρόβατα ποὺ ρέπουν στὴν πλάνη καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπεις ἀβασάνιστα στοὺς

- η -

ὑποτακτικούς σου νὰ ταξιδεύουν καὶ μάλιστα σὲ καιρὸ χειμῶνος, ὁπότε καὶ νὰ θέλουν νὰ ἐπιστρέψουν δὲν θὰ μποροῦν λόγῳ τῶν κακῶν καιρικῶν συνθηκῶν, γνωρίζοντας καλὰ πώς, ἡ ἐκτὸς τοῦ κελλίου παραμονὴ καὶ ἡ μετὰ κοσμικῶν συναναστροφὴ ἐπιφέρει τὸν αἰώνιο θάνατο κατὰ τὸν μέγα Ἀντώνιο.

ιγ. Δὲν θὰ ἐγκαταλείψεις τὸ ποίμνιό σου γιὰ νὰ πᾶς νὰ ἀναλάβεις ἄλλο ἢ γιὰ νὰ ἀποκτήσεις μεγαλύτερο ἀξίωμα.

ιδ. Δὲν θὰ κάνεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου ἢ γιὰ τὰ πνευματικά σου παιδιὰ οἶκο κοσμικὸ ἢ κατάλυμμα, ὅπου συχνάζουν γυναῖκες, ἀλλὰ θὰ ἐπιλέξεις σπίτια εὐλαβῶν ἀνδρῶν γιὰ τὶς παροδικὲς ἀνάγκες ἐργασίας τῆς Λαύρας.

ιε. Δὲν θὰ ἀποκτήσεις ὑποτακτικὸ στὸ κελλί, στὸν ὁποῖο θὰ δεικνύεις ἰδιαίτερη συμπάθεια ἐπὶ σκανδαλισμῷ τῶν ἀστηρίκτων καὶ ἁπλουστέρων. Τοὐναντίον θὰ ἐξυπηρετεῖσαι ἀπὸ ἀδιάβλητο πρόσωπο καὶ ἐκ διαφόρων πατέρων τῆς Μονῆς.

ιστ. Νὰ μὴ ἀποκτήσεις γιὰ τὴ Λαύρα προάστειο ἢ ἀγρὸ κάτι ποὺ θὰ προκαλέσει βλάβη καὶ περισπασμὸ ἄκαιρο στὴν ἀδελφότητα, παρὰ μόνο ἕνα μετόχι στὴν Πόλη, γιὰ νὰ φιλοξενοῦνται ἐκεῖ οἱ ἀδελφοὶ ποὺ θὰ μεταβαίνουν γιὰ ἐργασίες τῆς Μονῆς. Καὶ τοῦτο διότι τοὺς ἀρκοῦν ὅσα τοὺς ἄφησα μὲ τὴν πρόνοια καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἐὰν φυσικὰ τὰ φροντίζουν.

ιζ. Θὰ μεριμνήσεις νὰ χορηγοῦνται τὰ ἀναγκαῖα σὲ ἐκεῖνους ποὺ ἀποκλείσθησαν κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ χειμῶνος ἢ κακοκαιρίας «ἐν τῷ τοῦ λειμένος καταγωγίῳ». Δὲν θὰ περιορίσεις τὴν διακονίαν τῆς φιλοξενίας καὶ ἂν ἀκόμη τὰ οἰκονομικὰ τῆς Λαύρας περιέλθουν, «δι᾿ οἰκονομίαν Θεοῦ», σὲ ἐσχάτη παρακμὴ καὶ φθάσουν «ἓν μόδιον».

ιη. Δὲν θὰ προτιμήσεις τὸ συμφέρον τῆς ἀδελφότητος ἀπὸ τὸ συμφέρον κανενὸς προσώπου ποὺ ἔχει ἐξουσία καὶ δύναμη στὴν παρούσα ζωή. Οὔτε θὰ ὑποχωρήσεις ἀπὸ τοῦ νὰ θυσιάσεις τὴν ψυχή σου χάριν τῆς τηρήσεως τῶν θείων νόμων καὶ ἐντολῶν.»

Οἱ ἀνωτέρω ὑποθήκες δὲν ἀποτελοῦν μόνον πολύτιμον παρακαταθήκην γιὰ τὸν διάδοχον αὐτοῦ ἡγούμενον, ἀλλὰ προδίδουν καὶ τὸ μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον οὗτος δέον νὰ ἀσκεῖ τὴν ἡγουμενείαν του καὶ νὰ τὴν διαφυλάττει μακριὰ ἀπὸ σκάνδαλα καὶ διακρίσεις, φατρίες καὶ μερικὲς φιλίες ἀπὸ ἐφάμαρτες σχέσεις μὲ κοσμικὰ πρόσωπα δι᾿ ἴδιον ὄφελος καί, γενικῶς εἰπεῖν, ἀπὸ πράξεις μειωτικὲς τοῦ προσωπικοῦ καὶ πνευματικοῦ του κύρους.

- θ -

Ἡ διαδοχὴ τοῦ Ἡγουμένου

Τὸ θέμα τῆς διαδοχῆς τοῦ Ἡγουμένου καθορίζεται μὲ τρόπο σαφῇ καὶ ἀρκούντως λεπτομερῆ εἰς τὸ Τυπικὸν τοῦ Ὁσίου. Οἱ ἀναφορὲς εἶναι πολλές. Ὁριοθετοῦνται δὲ εἰς αὐτὸ οἱ προϋποθέσεις ἐκλογῆς τοῦ ὑποψηφίου καὶ οἱ σχετικὲς ἁρμοδιότητες τοῦ ἔτι ζῶντος ἡγουμένου.

Οὕτῳ, κατὰ τὸν ἱερὸν πατέρα: «Ὅταν μέλλη (ὁ ζῶν ἡγούμενος) τῆς ἐπικήρου ταύτης ζωῆς τῇς μηδὲν στάσιμον ἢ βέβαιον ἐχούσης μεθίστασθαι, καταλιμπάνη διάδοχον εἰς τὴν τῆς ἡγουμενείας ἀρχὴν ἐκεῖνον, ὃν ἂν παρὰ τοῦ Θεοῦ πληροφορηθείη καταλλήλως πρὸς τὸ πρᾶγμα καὶ προσφυῶς ἔχοντα, ὃν καὶ τῶν ἰδίων ἀρετῶν τὸ φῶς διάδηλον διαδείκνυσιν, εἰδήσει μέντοι καὶ γνώμῃ (ἐγκρίσει) τῶν προκριτωτέρων ἀδελφῶν καὶ εὐλαβεστέρων”.

Παρόμοιον τι ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὸ Χρυσόβουλλον τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον, ἐνόσῳ ἔζη ὁ Ὅσιος εἶχεν τὴν ἐξουσίαν ὁμοῦ μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος νὰ ὁρίζουν τὸν διάδοχον, ἐν ἐναντία δὲ περιπτώσει, ὅταν ἀμφότεροι ἐκ τοῦ ματαίου βίου ἤθελον ἀναχωρήσει, «οὐδένα τῶν πάντων ἕτερον εἰς τὴν τοιαύτην λαύραν Καθηγούμενον προχειρίζεσθαι, ἀλλ᾿ ὃν ἂν οἱ μοναχοὶ τῆς τε λαύρας καὶ τῶν αὐτῶν καλλίων συναθροιζόμενοὶ τε καὶ διασκοπούμενοι, ἀρετῇ τε ἴδωσι διαφέροντα καὶ ἐπιτηδείως πρὸς τοῦτο ἔχοντα ἐκεῖνον καὶ τὴν ἡγουμενείαν ἐγκαθιστᾶν”.

Εἰς τὴν περίπτωσιν δέ, κατὰ τὴν διαδικασίαν ἀναδείξεως τοῦ ἡγουμένου, μοναχὸς τις «δαιμονιώδει φρονήματι ἀπατώμενος καὶ ἰδίῳ θελήματι ἀπαγόμενος (κινούμενος) ἐπιζητεῖ νὰ προβάλλει ἕτερον ἐκτὸς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ὁ προεστὠς καὶ πᾶσα ἡ τῶν προκριτωτέρων ἀδελφῶν λογὰς ἐκκρίνει καὶ ἐπιλέξεται”, δημιουργώντας στάσεις, παρασυναγωγάς, φατρίας καὶ σχίσματα νὰ ἐκδιώκεται καὶ νὰ ἀποκόπτεται ἐκ τοῦ σώματος τῆς ἀδελφότητας ὡς (πνευματικά) ἄρρωστος μὲ τὸ «ὡς μὴ κατὰ Θεὸν τούτοις συζῶν μηδὲ τὴν προκοπὴν αὐτῶν καὶ τὸ συμφέρον ἐκζητῶν».

Διὰ τὸν λόγον αὐτῶν ὁ μέλλων τελευτᾶν ἡγούμενος νὰ ἔχει τὴν ἐξουσίαν, ἐνόσω ζῇ, νὰ ὑποδεικνύει τὸν διάδοχον αὐτοῦ, ἱκανὸν καὶ ἄξιον νὰ προστεῖ τῶν ἀδελφῶν.

Ἐὰν δὲ ὁ ἡγούμενος δι᾿ οἱονδήποτε λόγον μεταστεῖ τῆς ἐπικήρου ταύτης ζωῆς, τότε, κατὰ τὸν πατέρα, «διοριζόμεθα» ἡ ἐκλογὴ νὰ γίνεται ἐκ τῆς ἀδελφότητος, «συνελεύσει καὶ διασκοπήσει καὶ κρίσει τῶν μοναχῶν…»

Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ νὰ εἶναι κανεὶς ὑποψήφιος δέον νὰ ἀνήκει εἰς τὴν ἀδελφότητα, νὰ εἶναι κανονικὸν μέλος αὐτῆς. Οὕτῳ δὲν γίνεται δεκτὸς ὡς ἡγούμενος ὑποψήφιος προερχόμενος ἀπὸ ξένη λαύρα ἢ μονή, μὲ κίνδυνο, ἐὰν ἐκλεγεῖ, ἡ Λαύρα νὰ καταστεῖ ὑποτελὴς ἄλλης μονῆς ἢ νὰ περιπέσει ὑπὸ τὴν ἐξουσία ἄλλου κοσμικοῦ ἢ ἐκκλησιαστικοῦ προσώπου, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερος καὶ αὐτοδέσποτος.

Παρομοίαν ρύθμισιν ὡς πρὸς τὸ θέμα περιλαμβάνεται καὶ εἰς τὸ Χρυσόβουλλον τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ, κατὰ τὸ ὁποῖον, οἱ μοναχοὶ τῆς λαύρας, «διασκοπούμενοι ἀρετῇ τε ἴδωσι διαφέροντα καὶ ἐπιτηδείως πρὸς τοῦτο ἔχοντα, ἐκεῖνον εἰς τὴν ἐγκαθιστᾶν».

- ι -

Διότι, ἐὰν ἀναλάβει τὴν ἡγουμενείαν ξένον πρόσωπον, τότε ἡ Λαύρα θὰ ὑποπέσει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ. Σκοπὸς ὅμως εἶναι ἡ Λαύρα νὰ εἶναι «αὐτοδέσποτος καὶ αὐτεξούσιος». Τοὐτέστιν, ἡ Λαύρα νὰ μὴ ὑποπέσει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν κανενός, «μήτε Πατριάρχου, μήτε Ζακελλίου, μήτε τινος ἄλλου προσώπου παραδυναστεύοντος» αὐτήν. Ἐντεῦθεν, ὁ ὑποψήφιος δέον νὰ εἶναι λαυριώτης ἀδελφὸς καὶ μὴ ἐκ «ξένης φοιτήσαντος καὶ αὐθημερὸν πλασθέντος, σκοποῦντος τὴν κατάληψιν τῆς ἀρχῆς», δηλ. τῆς ἡγουμενίας.

Ἡ ἀπαγόρευσις ἐκλογῆς ἡγουμένου παρ᾿ ἄλλης μονῆς περιέχεται καὶ εἰς τὸ Χρυσόβουλλον τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ, τὸ ὁποῖον, ἐν τέλει, δέχεται τὴν περίπτωσιν ἐκλογῆς ἀδελφοῦ προερχομένου ἐξ ἄλλης μονῆς ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ παραμείνει εἰς αὐτὴν δύο ἕως τρία ἔτη ἀπὸ τῆς ἐγκαταβιώσεως, ὁπότε καθίσταται κανονικὸς ἀδελφὸς αὐτῆς, θεωρούμενος «τέκνον καὶ σῶμα τῆς ἐκκλησίας καὶ μέλος τῆς κατ᾿ ἐμὲ ἀδελφότητος καὶ κατὰ μηδὲν διαφέρειν τῆς ἐμῆς κουρᾶς…».

Συνεπῶς, ἀποδέχεται ὁ Ὅσιος, τὴν περίπτωσιν νὰ εὑρεθεῖ ἀδελφός, ὁ ὁποῖος ἦλθε ἀπὸ ξένην μονὴν καὶ ἐφ᾿ ὅσον «διαπρέψας ἐν τῇ μονῇ, ἱκανός τε καὶ ἐπιτήδειος καὶ ἄξιος τῆς τῶν ἀδελφῶν ἐπιστασίας ἀναφανῇ ἀκωλύτως καὶ ἀνενδοιάστως ἐπιστατείτῳ παρὰ τοῦ μέλλοντος τελευτᾶν Καθηγομένου κατὰ διαδοχὴν μαρτυρούμενός τε καὶ καταλιμπανόμενος, ἀλλὰ γὰρ καὶ παρὰ τῶν τῆς λαύρας ἀδελφῶν ὁ τοιοῦτος ἐκλεγέσθω.

Σκοπός, ὑπογραμμίζει ὁ ἱερὸς πατήρ, τῶν ρυθμίσεων αὐτῶν εἶναι ἡ εὐρυθμία τῆς Λαύρας, ἡ πνευματικὴ προαγωγὴ τῶν πατέρων καὶ ἡ φροντὶς «τὸ μὴ δεσποτείᾳ, τινὸς ἀσυντελοῦς προσώπου, παρὰ τὸ προσῆκον ὑποπεσεῖν τὴν Ἐκκλησίαν» (Λαύραν).

Ἀσφαλιστικὴν ὅμως δικλεῖδα εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ μέλλοντος τελευτᾶν ἡγουμένου περὶ τὴν ὑπόδειξιν τοῦ νέου τοιούτου, ὁ ἴδιος ὁ ἱερὸς πατὴρ ἔθετε τὴν γνώμην τῶν πατέρων καὶ τῶν προκρίτων.

Οὕτω, εἰς τὸ Τυπικὸν ὑπογραμμίζεται, «…ἐγὼ ὁ πάντων τὴν κυριότητα, καὶ οὖ τῷ λόγῳ ἀνθέστηκεν οὐδὲ εἶς, οὐ τῆς τῶν ἀδελφῶν γνώμης χωρὶς τὸν ἐμὸν βούλομαι καταλελοιπέναι διάδοχον…»

Ἡ θέσις αὕτη ἐξισσοροπεῖ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἡγουμένου καὶ τὴν γνώμην-κρίσιν τῶν ἀδελφῶν, τὸν ὁποίων διάδοχος πρόκειται νὰ προστεῖ.

- ια -

Ἡ διαδικασία ἐκλογῆς

Ἡ διαδικασία ἐκλογῆς του νέου ἡγουμένου ὁρίζεται εἰς τὸ Τυπικὸν καὶ διεξάγεται ὡς ἑξῆς:

Τελεῖται ἀφ᾿ ἑσπέρας ὁλονυκτία καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, «ὁ προχειριζόμενος εἰς προεστῶτα» θέτει μετάνοιαν ἔμπροσθεν τοῦ Ἱεροῦ Θυσιαστηρίου καὶ εἶτα στρέφεται πρὸς τοὺς μοναχοὺς καὶ θέτει μετάνοιαν πρῶτος ὁ Ἐπίτροπος καὶ μετὰ οἱ λοιποὶ πάντες.

Μετὰ τὴν ἐκλογήν, ἀναλαμβάνει ὁ νέος ἡγούμενος τὴν διοίκησιν τῆς Μονῆς καὶ ὁ Ἐπίτροπος εἶναι συνεργὸς «πάση δυνάμει» τοῦ νέου ἡγουμένου, ἐνῶ πάντες οἱ ἀδελφοὶ «ἐπιδεικνύουν ὑποταγὴν καθαρὰν καὶ ἀνόθευτον». Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἔκκλησις τοῦ ἱεροῦ πατρὸς πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ὑπὲρ τοῦ νεοεκλεγέντος ἡγουμένου καί, κατὰ διαδοχήν, τῶν ἐπιγενεστέρων αυτοῦ.

Ἀλλὰ καὶ σεῖς τέκνα καὶ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκοῦστε μου «τῆς οἰκτροτάτης φωνῆς». Δεχθῆτε καὶ ἀποδεχθῆτε τὸν καθηγούμενο, διότι ἐγὼ τὸν ἐξέλεξα. Ἀσπασθῆτε αὐτὸν σὰν διάδοχὸ μου, ἀτενίζοντας πρὸς αὐτὸν μὲ δέος καὶ τιμὴ καὶ διαφυλάξετε τὸν κανόνα τῆς ὑπακοῆς πρὸς αὐτόν, ὡς νόμιμον, ὅπως τὸν τηρήσατε σὲ μένα, μὴ καταφρονοῦντες τὴν νέα του ἐκλογὴ καὶ νὰ μὴ ζητᾶτε τίποτα περισσότερο ἀπ᾿ αὐτὸν παρὰ ὄ,τι τοῦ δωρήθηκε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀρκεῖ σ᾿ αὐτὸν νὰ τηρήσει σταθερὰ ὅσα ἔχει διδαχθεῖ ἀπὸ τὴν ταπεινότητὰ μου. Καὶ ἐὰν μὲ ἀγαπᾶτε, τέκνα μου καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀγάπη μου, φυλάξετε τὶς ἐντολές μου «καὶ τὴν εἰρήνην ἐν ἑαυτοῖς ἔχετε». Διατηρῆστε τὴν «εὐπείθειαν καὶ ταπείνωσιν καὶ τὴν μέχρι θανάτου ὑπακοὴν πρὸς τὸν καθηγούμενον», χωρὶς νὰ ἀντιλέγετε ἢ νὰ τὸν στενοχωρεῖτε σὲ κάτι. Τὸ ἀγγελικὸ πολίτευμα τηρήσετε ἀκατηγόρητο. Μισήσαντες τὸν κόσμο μὴ ἐπιστρέψετε «πρὸς τὰ τοῦ κόσμου ἔργα». Ἔχοντες ἀπαρνηθεῖ τὰ βιωτικὰ πράγματα μὴ προσδεθείτε σὲ σαρκικὲς σχέσεις. Ἔχοντες ἀρνηθεῖ «πάντα τὰ τερπνὰ καὶ ἐπίκηρα τοῦ παρόντος βίου», μὴ ἀποσκιρτήσετε ἀπὸ ὀλιγωρία ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ σας διαγωγή, «γενόμενοι ἐπίχαρμα δαιμόνων». Ἐγκαρτερήσετε μέχρι τέλους τὸν δρόμο τῆς ὑπακοῆς, «ἵνα τῆς δικαιοσύνης ἀμαράντινον στέφανον» ἀποκτήσετε. Ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη νὰ γίνετε ἀρνητὲς τοῦ θελήματὸς σας συμμορφούμενοι μόνον πρὸς ὅσα ἐγκρίνει ὁ καθηγούμενος. Καὶ νὰ γνωρίζετε πώς, «μακάριοι ἐστε ἐὰν φυλάξητε αὐτὰ μέχρι τέλους, ὁ γὰρ χορὸς τῶν Μαρτύρων» θὰ σᾶς ὑποδεχθεῖ καὶ θὰ ἀπολαύσετε «στεφανηφοροῦντες ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Τὸ λοιπόν, τέκνα, εἴθε νὰ σωθεῖτε καὶ νὰ ἐνθυμεῖσθε τὴν ταπεινότητὰ μου.

- ιβ -

Ἡ τῶν προκρίτων λογάς

Συνεργοὶ καὶ συμπαραστάται εἰς τὸ ἔργον τοῦ ἡγουμένου ἦσαν οἱ καλούμενοι «πρόκριτοι», «οἱ προέχοντες», «οἱ εὐλαβέστεροι», «οἱ τὰ πρῶτα φέροντες ἐν τοῖς ἀδελφοῖς», « οἱ ἔγκριτοι».

Εἰς τὴν Διαθήκην τοῦ Ὁσίου δὲν ἀναφέρονται ἀναλυτικῶς οἱ ἁρμοδιότητες τῶν «προκρίτων» ἀδελφῶν, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ἔργον αὐτῶν ἦτο νὰ βοηθοῦν τὸν ἡγούμενον, κυρίως, ἐπὶ θεμάτων διοικητικῶν, οἰκονομικῶν καὶ τῆς ὅλης μοναστηριακῆς ζωῆς.

Μεταξὺ τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἦτο ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἡγουμένου, ἡ ὁποία ἔδει νὰ γίνει, «εἰδήσει καὶ γνώμῃ τῶν προκριτωτέρων ἀδελφῶν καὶ εὐλαβεστέρων» καὶ «ὃν ὁ προεστὼς καὶ πᾶσα ἡ τῶν προκριτωτέρων ἀδελφῶν λογὰς ἐκκρίνει…», ἐκλεγόμενος «συνελεύσει καὶ διασκοπήσει καὶ ψήφῳ καὶ κρίσει τῶν εὐλαβεστέρων καὶ προεχόντων ἀδελφῶν…»

Ὁ Ἐπίτροπος Ἰωάννης ὁ Ἴβηρ

Σημαντικὲς ἁρμοδιότητες εἶχεν ὁ ὑποτακτικὸς αὐτοῦ Ἰωάννης ὁ Ἴβηρ, ὅστις ὅμως ἤδη εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἀναστήλωσιν τῆς Μονῆς Κλήμεντος, ἐπονομασθεῖσαν ἐξ αὐτοῦ Ἰβήρων.

Οἱ ἁρμοδιότητες κυρίως περιορίζοντο εἰς τὸ διάστημα μεταξὺ τῆς τελευτῆς τοῦ ἡγουμένου καὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ διαδόχου του. Οὕτω ὁ ἱερὸς Πατὴρ ὥρισεν εἰς τὸ Τυπικόν:

«Στὸν Ἐπίτροπὸ μου, τὸν μοναχὸ Ἰωάννη τὸν Ἴβηρα, ἀφήνω ἐντολὴ καὶ ἐξορκίζω ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου, ἵνα μετὰ τὸν θάνατὸ μου συμπεριφερθεῖ κατὰ τέτοιο τρόπο ἀπέναντι τῆς ἐν Χριστῷ συνοδίας καὶ τῆς Λαύρας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν κελλίων αὐτῆς, τὰ ἐντὸς τοῦ Ὄρους καὶ τὰ ἐκτός, καθώς ἀπαιτεῖ ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων πατέρων ἡ διδασκαλία. Νὰ παραμένει μαζὶ μὲ τοὺς πατέρες τῆς Λαύρας πολλὲς ἡμέρες καὶ νὰ συνομιλεῖ μαζί τους, εἴτε μὲ ὅλους μαζὶ εἴτε ἱδιαιτέρως. Νὰ ἐπιτελοῦν προσευχὲς καὶ ἐκτενεῖς ἀκολουθίες. Νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἀπροσωποληψία καὶ ἀμεροληψία καὶ μὲ ἐλευθερία, ἔχοντας τὴν συναίσθηση ὅτι ὁ Θεὸς ἐπιβλέπει καὶ γνωρίζει τὰ κρύφια τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός. Μαζὶ μὲ τοὺς προκρίτους καὶ λογιωτέρους καὶ πνευματικοτέρους ἀδελφοὺς νὰ συσκέπτεται καὶ νὰ ἐρευνᾶ καὶ νὰ βασανίζει τὶς γνῶμες καὶ τὶς κρίσεις αὐτῶν τῶν ἰδίων καὶ ὑπολοίπων. Καὶ νὰ προχειρίζει Καθηγούμενο ἐκεῖνον ποὺ ἤθελε εὐδοκήσει ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἴδιος πληροφορηθεῖ «μετὰ καὶ τῶν προκρίτων ἀδελφῶν». Νὰ μὴν εἶναι οἱ σύμβουλοι τοῦ Ἐπιτρόπου πέραν τῶν δεκαπέντε (15) «διὰ τὴν προβολὴν» (ἐκλογὴ) τοῦ Καθηγουμένου, ἀλλὰ ἴσως καὶ λιγώτεροι. Βέβαια, δὲν ἀποκλείουμε ἀπὸ συμβούλους τοὺς ἄλλους πατέρας, διότι δῆθεν δὲν εἶναι λόγιοι καὶ πνευματικοί, καθότι ὅλοι «Θεοῦ χάριτι» καὶ «πνευματικοὶ καὶ χρήσιμοι καὶ φρόνιμοι ὑπαρχουσιν». Ἀλλὰ ἐπειδὴ στὸ μεγάλο πλῆθος ὑπάρχουν διαφορετικοὶ χαρακτῆρες καὶ πολλὲς γνῶμες στὸν καθένα. Καὶ ἄλλοι προκρίνουν τὸν ἕνα καὶ ἄλλοι τὸν ἄλλον. Γι᾿ αὐτὸ θεώρησα εὔλογο καὶ δίκαιο, νὰ μὴν εἶναι πολλοὶ ἀλλὰ λίγοι, ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ψηφίζουν τὸν Ἡγούμενο, μὲ τὴν θέληση τοῦ Ἐπιτρόπου.»

- ιγ -

Ἐκ τοῦ ἀποσπάσματος τούτου προκύπτει ὅτι ὁ ἑπίτροπος εἶχεν καθοριστικὴν ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἐκλογὴν νέου ἡγουμένου. Γίνεται λόγος περὶ προχειρίσεως ὑπ᾿ αὐτοῦ ἡγουμένου, «ὃν ἂν ὁ Θεὸς εὐδοκῇ καὶ αὐτὸς πληροφορηθῇ μετὰ τῶν προκρίτων ἀδελφῶν». Ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν προκρίτων ἔδει νὰ εἶναι οὐχὶ «πλείους τῶν πεντεκαίδεκα».

Ἀλλ᾿ ἡ ἐποπτεία τοῦ ἐπιτρόπου δὲν περιορίζεται μέχρι τοῦ σταδίου αὐτοῦ, προεκτείνεται καὶ μετὰ τὴν «προβολὴν» (ἐκλογήν) τοῦ νέου ἡγουμένου.

Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἐπισκεπτόμενος τὴν Λαύρα ὁ Ἰωάννης ὁ Ἴβηρ καὶ «βλέπων τὴν τάξιν καὶ διαγωγὴν τοῦ Καθηγουμένου», ἀσφαλῶς θὰ διαπιστώσει τοῦ μὲν Καθηγουμένου «τὴν σπουδὴν καὶ ἐπιμέλειαν καὶ στοργὴν καὶ ἀγάπην καὶ διάθεσιν καὶ φιλίαν ψυχῆς» πρὸς τοὺς ἀδελφούς, ἐκείνων δὲ τὴν «ὑπακοὴν καὶ πίστιν καὶ ἀγάπην» τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀγωνίζονται νὰ ἔχουν «ἐκ ψυχῆς» πρὸς τὸν Ἡγούμενο, ἢ θὰ διαπιστώσει τὰ ἀντίθετα ὅσων παραπάνω ἐλέχθησαν…

Ἐὰν δὲ διὰ τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας φανερώσῃ αὐτὸν ὁ χρόνος ἐπὶ λύμῃ καὶ διαστροφῇ καὶ ἀπωλείᾳ τῶν ψυχῶν τῆς ἀδελφότητος πολιτευόμενον, ὅπερ ἀπεύχομαι, μηδὲ ἐν ὀνείρῳ εὑρεθῆναι τὸν καθηγούμενον, καὶ τοιοῦτος φωραθεὶς ἀδιόρθωτος μείνῃ, τότε ὁ ἐπίτροπος μετὰ τῶν ἐγκρίτων ἀδελφῶν συμβουλευόμενος καὶ τῆς οἰκείας διακρίσεως καὶ φρονήσεως ποιείτω τὴν πρόνοιαν τῆς ἀδελφότητος, προχειριζόμενος τὸν δυνάμενον πρὸς σύστασιν εἶναι τῆς λαύρας καὶ πάντων τῶν ἀδελφῶν καὶ οὕτω διαρκεῖν μέχρι τέλους ζωῆς αὐτοῦ.

Παῦλος Μοναχὸς Λαυριώτης


Παραπομπές

1. Πρβλ. Ἐπετηρὶς Ἀθων. Σχολῆς, Ἀθῆναι 1966, σελ. 28, 129.

2. Πρβλ. Δ. Α. Πετρακάκου. Τὸ μοναχικὸν πολίτευμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, σελ.7 καὶ 13, Ἀθῆναι 1925.

3. Πρβλ. Διον Παπαχρυσάνθου, ὁ Ἀθωνικὸς Μοναχισμός, Ἀθῆναι 1999 σελ. 215.

4. Πρβλ. Ἀρχιμ. Βασ.Στεφανίδης. Τὸ πρόβλημα τῆς Λαύρας τοῦ Ἄθῳ, Ἐπετηρὶς Θεολογ. Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, σελ. 24.

5. Πρβλ. Παύλου Μον. Λαυριώτου, ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης, Τυπικόν, σελ. 242.

6. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 193,194.

7. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 208,209.

8. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 239.

9. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 208,209.

10. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 240.

11. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 242,243.

12. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 201,202.

13. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 210,212.

14. Ἔνθ. ἀνωτέρω σελὶς 263,264.