Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματική Ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματική Ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Περὶ ἱερωσύνης

 



Ὅταν λειτουργᾶς, νὰ 'χεις ὑπόψη σου ὅτι εἶσαι μεσίτης. Παραλαμβάνεις ἀπὸ τὸν κόσμο πόνο, δάκρυα, ἀσθένειες, παρακλήσεις καὶ τ' ἀναφέρεις ἐπάνω εἰς τὸ θρόνο τῆς θεότητος. Καὶ μεταφέρεις κατόπιν στὸν κόσμο παρηγοριά, θεραπεία, ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη ὁ καθένας. Μεγάλο ἀξίωμα σ' ἔχει ἀξιώσει, παιδί μου, ὁ Θεός. Νὰ τὸ καλλιεργήσεις. Τὸ αὐτὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι στὸ στόμα τοῦ ἱερέως. 

Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι. Τὸ πετραχήλι εἶναι ὁ διαλλάκτης τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου μὲ τὸν Πατέρα, μὲ τὸν Δημιουργό του. Γι' αὐτὸ ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις. Ὅσο μπορεῖς περισσότερα. 

Στὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας γύριζαν πολλοὶ παπάδες, ἄλλα ἕνας παπὰς γύριζε καὶ μάζευε ὀνόματα καὶ τὰ μνημόνευε στὴ Λειτουργία. Καὶ εἶπε ὁ καϊμακάκης, ὁ Τοῦρκος ἀστυνομικός: «Βρέ, αὐτὸς ἐγείρει τὸν κόσμο σὲ ἐπανάσταση». Τὸν πιάνει καὶ τὸν βάζει μέσα. Καὶ στὸν ὕπνο του φανερώνονται ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μνημόνευε καὶ λένε: «Ἄκουσε, ἢ βγάζεις τὸν παπὰ ἔξω, διότι αὐτὸς μᾶς μνημονεύει καὶ μᾶς παρηγορεῖ, ἢ θὰ σοῦ πάρουμε τὸ πρῶτο παιδί». Κι ὁ Τοῦρκος φοβήθηκε. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας. «Ἄντε, παπά, πᾶνε στὸ καλό», λέει, «πᾶνε, ἐγὼ θὰ χάσω τὸ παιδί μου;» 

Μεγάλη δύναμη ἔχει τὸ πετραχήλι, παιδί μου, μεγάλη δύναμη. Ὅσο μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις. 

Ναί, ἐμένα παλιά μοῦ 'δωσε ὁ π, Ἀρσένιος, ὁ παραδερφὸς τοῦ γερὸ-Ἰωσήφ, κάτι ὀνόματα ἀπ' ὅταν ἦταν μετανάστης ἀπ' τὴ Ρωσία καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα. Κι ἐγὼ τὰ μνημόνευα. Κι ἔπειτα μοῦ λέει: «Ξέρεις, Γέροντα, τί εἶδα; Εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι αὐτὰ τὰ ὀνόματα πού σοῦ 'δωσα, πῆγα στὸ ἕνα σπίτι. Λέω, πῶς τὰ περνᾶς ἐδῶ; Ε, λέει, λιγάκι, καλά, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ πάπα-Ἐφραὶμ καὶ μᾶς παρηγορεῖ». Εἶναι ποὺ τοῦ μνημόνευα τὰ ὀνόματα. Ναί. Ἔπειτα ὁ ἄλλος: «Ἐσὺ πῶς τὰ περνᾶς;» «Ναί, ἔτσι κι ἔτσι, ἀλλὰ πέφτει λιγάκι βροχὴ καὶ κρυώνω, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ πάπα-Ἐφραίμ, λέει, καὶ μᾶς παρηγορεῖ». Λέω: «Εἶναι, ἀδερφέ μου, τὰ ὀνόματα ποὺ μνημονεύω». 

Ὁ πάπα-Πλανᾶς γιατί ἁγίασε; Ἐμνημόνευε ὁλόκληρα χαρτιά, ἐμνημόνευε. Κι ἐγὼ θυμήθηκα κάτι ὀνόματα καὶ τὰ τοιχοκόλλησα στὴν Προσκομιδή. Ἐκεῖ ἐκ τοῦ προχείρου. Καὶ στὸν ὕπνο μου βλέπω, λοιπόν, ὅτι ἦρθαν κάτι γέροι παλαιοί, μὲ παλαιϊκὰ ροῦχα, ὅπως ἄκουγα ἐγὼ ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ πατέρα μου. Λένε: «Ἐσύ, παιδί μου, μᾶς ἔγραψες, ἀλλὰ ὁ Γέροντας, παιδί μου, δὲν μᾶς μνημονεύει». 

-Ἔλα, λέω τοῦ Γέροντα, γιατί δὲν τὰ μνημονεύεις; 

-Δὲν τὰ ἔβλεπα καθαρά, λέει. 

-Γέροντα, αὐτὸ κι αὐτὸ εἶδα: ὅτι ὁ Γέροντας δὲν μᾶς μνημονεύει, λέει. 

Κι ἀπὸ τότες ἔλαβα προθυμία νὰ μνημονεύω ὅσα ὀνόματα περισσότερα. Ὅσα ὀνόματα περισσότερα, περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη: νὰ ἑνώσεις τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη. Καὶ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις. Ὅσα, παιδί μου, περισσότερα ὀνόματα μνημονεύεις, τόσο περισσότερο μισθὸ λαμβάνεις. Ναί. 




Ἕνας ἱερομόναχος: Καὶ γιὰ τὰ δάκρυα ποὺ εἴπατε; Πῶς μπορεῖ κανείς, ἔτσι, νὰ 'χει δάκρυα στὴν ὥρα τῆς Θ. Λειτουργίας; 

Γέροντας: Νὰ σοῦ πῶ, ἐγὼ τώρα ἔχω κάναν χρόνο ποὺ σταμάτησα, διότι δὲν βλέπω, ἀλλὰ ὅλην τὴν ἡμέρα προπαρασκευαζόμουνα γιὰ τὴ Θ.Λειτουργία. Νὰ μὴν περιορισθεῖς, παιδί μου, στὶς εὐχὲς τῆς Μεταλήψεως. Διότι τὴ Μετάληψη τὴ διαβάζει καὶ ὁ λαϊκός, κι ὁ παπάς, κι ὁ δεσπότης, κι ὁ πατριάρχης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι ἕνα. Ὁ κόσμος τὰ παραλαμβάνει ἕτοιμα τὰ Δῶρα. Ἐνῶ ὁ παπὰς εἶναι χασάπης. Θυσιάζει τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν μεταδίδει κατόπιν στὸ πλήρωμα τοῦ λαοῦ. Ἔχει μεγάλη διαφορά, δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. Γι' αὐτό, παιδί μου, ἂν θέλεις νὰ 'χεις κατάσταση, μὴν περιορίζεσαι στὶς εὐχὲς τῆς Μεταλήψεως. Γιατί ἐσὺ εἶσαι χασάπης. Σφάζεις καὶ θυσιάζεις. Ἐνῶ ὁ ἄλλος τὸν παίρνει ἕτοιμο τὸν ἅγιο Ἄρτο. Γι' αὐτὸ ὅλη τὴν ἡμέρα νὰ παρακαλᾶς τὴν Παναγία, ποὺ ἔχεις κοντά: «Παναγία μου, ἀξίωσε μὲ νὰ δῶ τί θυσιάζω, τί ὑπούργημα μοῦ 'δωσε ὁ Θεός. Νὰ τὸ αἰσθανθῶ». Καὶ θὰ σοῦ τὸ δώσει ἡ Παναγία. Ναί. Ἅμα λειτούργησες καὶ δὲν δάκρυσες, εἶσαι λιγάκι... ὑπὸ μέμψιν, εἶσαι ὑπὸ κατάκρισιν. 

Ἱερομόναχος: Στενοχωριέμαι κι ἐγώ. 

Γέροντας: Ναί. Ἅμα, ὅμως, κλάψεις στὴ Λειτουργία, θὰ καταλάβεις ὅτι λειτούργησες, ὅτι ἔφαγες κρέας πνευματικό, νὰ ποῦμε. Ἄν, ὅμως, δὲν ἔκλαψες εἴτε στὴν προσευχή σου, εἴτε στὴ Λειτουργία, εἶναι σὰν νὰ ἔφαγες νερόβραστο. Ἄν, ὅμως, κλάψεις, θὰ καταλάβεις ὅτι ἔφαγες πνευματικὸ κρέας. 




Ἱερομόναχος: Γέροντα, κανεὶς προσπαθεῖ νὰ προετοιμάζεται ὅσο μπορεῖ, ὅμως βλέπει ὅτι ὁ ἐχθρὸς δὲν κάθεται, δηλαδὴ φέρνει λογισμοὺς πολλὲς φορὲς αἰσχρούς, βλασφήμους, ρυπαρούς, Τότε τί κάνει, ἂς ποῦμε, τί πρέπει, πῶς νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσει; 

Γέροντας: Ἄκουσε νὰ δεῖς, ἄνθρωποι εἴμεθα. Ε, ἄνθρωποι εἴμεθα, δὲν εἴμεθα ἄγγελοι. Φέρνει καὶ λογισμοὺς αἰσχρούς, φέρνει καὶ λογισμοὺς ὑπερηφανείας, φέρνει καὶ λογισμοὺς κατακρίσεως, ὅλα. Ἐμεῖς θ' ἀγωνιζόμαστε. 




Ἄλλη φορὰ ἦρθε κάποιος ἐδῶ πέρα καὶ μὲ τὴν ὁμιλία προβήκαμε σὲ κατάκριση. Ἔπειτα πάω νὰ λειτουργήσω καὶ δὲν μπορῶ νὰ πῶ τὶς εὐχές. Βρέ, τί ἔκανα; λέω. Μπρός! Ἦρθε ὁ τάδε γείτονας καὶ κατακρίναμε κάτι δεσποτάδες καὶ τὸ αὐτό. Ἀπάνω στὴ Λειτουργία, λειτουργώντας, λέω: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με, Θεέ μου. Ἔσφαλα, Θεέ μου. Γιὰ ποιὸν εἶναι τὸ "ἔσφαλα", Θεέ μου; Ὑπάρχει καὶ γιὰ μένα συγχωρητικὴ εὐχή», λέω. «Ε, καλά, Θεέ μου, εὐλόγησον». Καὶ στὸ τέλος εἰρήνευσα καὶ λέω: «Ἅμα θέλεις ἄλλη φορά, κατάκρινε!» 

Μεγάλο πράγμα εἶναι, μεγάλο κακὸ εἶναι ἡ κατάκρισις. Ε, ὡς ἄνθρωποι θὰ σφάλλουμε, παιδί μου. Ἀλλὰ τί; Καὶ ἡ ἐξομολόγησις εἶναι μυστήριο, παιδί μου. 




Ἐγὼ μόνο τὸ Γυμνάσιο ἔβγαλα, δὲν πῆγα παραπάνω. Κι ἔγραψα ὅλους τοὺς συμμαθητάς μου, ὅλους τους καθηγητάς μου, τοὺς δασκάλους ἀπὸ τὴν πρώτη Δημοτικοῦ μέχρι τὴν τελευταία τάξη τοῦ Γυμνασίου. Καὶ ὅταν τὰ μνημονεύω, πόση χαρὰ λαμβάνω! Ξέρεις πόση χαρὰ λαμβάνω; Διότι μνημονεύω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαναν ἄνθρωπο καλό. Τώρα, ἐπειδὴ ἔχω ἕνα χρόνο ποὺ δὲν πάω στὴ Λειτουργία, γιατί δὲν ἀκούω, καὶ θέλω νὰ μνημονεύσω πάλι ἐκεῖνα τὰ ὀνόματα, καὶ λίγο-λίγο πάλι τὰ θυμᾶμαι, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ὠφελοῦνται. Γι' αὐτό, παιδάκι μου, θέλεις νὰ σωθεῖ ἡ ψυχή σου δωρεάν; Ὅσα μπορεῖς περισσότερα ὀνόματα νὰ μνημονεύεις. 




Μεγάλη παρρησία ἔχει τὸ πετραχήλι, μεγάλη παρρησία. Γι' αὐτὸ, παιδάκι μου, θὲς ν' ἀποκτήσεις κατάσταση; Ἅμα λειτουργήσεις καὶ δὲν κλάψεις, κάπου ἔπταισες, κάπου ἔκανες λάθος. Ἐγὼ ὅλη τὴν ἡμέρα προπαρασκεύαζα τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας. Κι ὅταν ἔμπαινα στὴ Λειτουργία, δὲν μποροῦσα νὰ σταματήσω τὰ δάκρυα. Ναί! Πολλὲς φορὲς δηλαδὴ εἶδα καὶ ἀπάνω στὴν ἁγία Τράπεζα σῶμα νεκρό, νὰ ποῦμε, σὰν σὲ ἔκσταση, σῶμα νεκρό. 




Ἱερομόναχος: Ἐγώ, Γέροντα, ἤμουνα εἴκοσι χρόνια ἁπλὸς μοναχός. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅταν ἔγινα παπάς, μετὰ δυσκολεύτηκα, δὲν μποροῦσα νὰ συνηθίσω ὅτι ἤμουνα ἱερεύς. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μέρα ποὺ ἔγινα παπὰς μὲ πολέμησε ὁ διάβολος μὲ λογισμούς, μὲ ἀγωνία, μὲ φόβο, μὲ αὐτά, μὲ πάλεψε πολὺ μὲ αὐτά. 

Γέροντας: Ε, τὴ δουλειὰ τοῦ κάνει αὐτός. Τὴ δουλειά του, ἀλλὰ κι ἐμεῖς θὰ κάνουμε τὴ δουλειά μας. Ἐκεῖ εἰς τὴν Παναγία, νὰ παρακαλᾶς τὴν Παναγία, παιδί μου, διότι ὅλοι οἱ Ἅγιοι παρακάλεσαν τὴν Παναγία. Δὲν δίνεται ἕνα χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεὸ εἰς τὸν ἄνθρωπο, εἰ μὴ διὰ μέσου τῆς Παναγίας. Ἡ Παναγία μοιράζει τὰ χαρίσματα στὸν κόσμο, ἡ Παναγία τὰ μοιράζει. 

Ἱερομόναχος: Κι ἔτσι ἐθαύμασα. Λέω, πὼς ὁ διάβολος οὔτε τὴ Θ. Λειτουργία δὲν φοβᾶται, μὲ τοὺς λογισμούς του, μὲ αἰσχρά, μὲ τὸ ἕνα, μὲ τὸ ἄλλο. 

Γέροντας: Δὲν λείπουν, παιδί μου, αὐτὰ τὰ πράγματα. Δὲν λείπουν. 

Ἱερομόναχος: Περιφρόνηση χρειάζεται... 

Γέροντας: Περιφρόνηση. Ἔ, τὴ δουλειὰ του κάνει αὐτός, παιδί μου, τὴ δουλειὰ του κάνει. Ἀλλὰ ἐμεῖς τὴ δουλειά μας, τὴ δουλειά μας.
 

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Εγώ φταίω...



Όμορφο κείμενο για γονείς με παιδιά που έχουν δυσκολίες… 
Νομίζεις πως είναι κάπου μακριά και δεν ακούν. Νομίζεις πως είναι απασχολημένα και δεν σε βλέπουν. Νομίζεις πως είναι μικρά και δεν θα καταλάβουν… ….. Η μαμά γύρισε αργά από τη δουλειά. Είναι κουρασμένη. Κάνει δουλειές και είναι θυμωμένη. Εγώ φταίω αν είχα μαζέψει τα παιχνίδια μου, δεν θα χρειαζόταν να κουραστεί για να τα μαζέψει εκείνη… Η αλήθεια είναι πως είναι εκεί. Κρυμμένα ή απλά αόρατα. 
Μέσα στον μικρό χρωματιστό τους κόσμο, εκεί που εσύ είσαι πελώριος. Ο γονιός, ο τροφός, ο δάσκαλος, ο αρχηγός… Ο Πελώριος! Η μαμά ξέχασε το φαγητό. Το φαγητό κάηκε κι η μαμά είναι λυπημένη γιατί πρέπει να κάνει άλλο. Εγώ φταίω. Αν είχα κάνει μόνος τα μαθήματα μου δεν θα χρειαζόταν η μαμά να με βοηθήσει και δεν θα καιγόταν το φαγητό… Ακούν, νιώθουν, οσφραίνονται την αγωνία, το φόβο, το θυμό, την κούραση, την ένταση… Τα νιώθουν χωρίς να το θέλουν. Ο μπαμπάς φτιάχνει τη βρύση που χάλασε και εγώ παίζω με τα κατσαβίδια του…Έσπασε όμως ο σωλήνας και πλημμύρισε η κουζίνα με νερά. Είναι θυμωμένος και φωνάζει και η μαμά μαλώνει μαζί του. Εγώ φταίω, αν δεν ήμουν μέσα στα πόδια του όλη την ώρα δεν θα είχε γίνει αυτό! Χωρίς να το επιδιώκουν, τα κάνουν όλα «δικά τους». Φταίνε αυτά… Για όλα. Για τα πάντα. Για τα αδύνατα. Για τα αδιανόητα. Φταίνε αυτά! Η μαμά μάλωσε με τον μπαμπά. Φωνάζουν κι είναι πολύ θυμωμένοι. Εγώ φταίω, αν είχα πάει πιο νωρίς για ύπνο, δεν θα ήταν τόσο κουρασμένοι και δεν θα θύμωναν, τόσο πολύ! Οι μικροί, άγουροι άνθρωποι. Νέοι σε έναν κόσμο παλιό κι ακατανόητο. Κι αν όλα αυτά πια είναι για εσένα απλά. Κι αν είσαι ο μόνιμα κουρασμένος ενήλικας, με τις μεγάλες ευθύνες και τη δύσκολη καθημερινότητα Θυμήσου… Θυμήσου εσένα κρυμμένο στις σκιές. Να ακούς, να νιώθεις, να παλεύεις, με τα «θηρία» και να νομίζεις , να πιστεύεις, για κάποιο ανεξήγητο λόγο πως είναι δικά σου… Κι εσύ να πρέπει να αλλάξεις! Εσύ να βρεις τη λύση στα δικά τους προβλήματα… Ο μπαμπάς μετράει τα λεφτά και δεν φτάνουν. Είναι λίγα. Θύμωσε και είναι νευριασμένος. Εγώ φταίω αν δεν του είχα ζητήσει να μου πάρει κρουασάν… Δεν θα ξαναζητήσω να μου πάρουν τίποτα… Θυμήσου πως είναι να νιώθεις ότι πρέπει να αλλάξεις χωρίς να ξέρεις το γιατί, χωρίς να ξέρεις το πώς… Πως; Θυμήσου πως είναι να νιώθεις συνέχεια πως είσαι «το λάθος»… πως «εσύ φταις». Απλά θυμήσου… Η αδερφή μου έχασε το αρκουδάκι της και δεν μπορεί να κοιμηθεί. Κλαίει κι η μαμά κι ο μπαμπάς την μαλώνουν που όλο το χάνει. Εγώ φταίω αν δεν είχα μπει στο δωμάτιο της να παίξω, σίγουρα δεν θα είχαν ανακατευτεί τα παιχνίδια και θα έβρισκαν το αρκουδάκι της! Θυμήσου: Τα λόγια που σε πλήγωσαν για να μην τα ξαναπείς. Ο μπαμπάς δεν έχει καθόλου χρόνο για να με βοηθήσει στα Μαθηματικά. Η μαμά είναι στη δουλειά και πρέπει να τα κάνει όλα μόνος του. Κλαίω στο δωμάτιο μου γιατί δεν καταλαβαίνω και με μαλώνει. Εγώ φταίω, αν ήμουν καλή κι άκουγα την δασκάλα στο σχολείο θα καταλάβαινα τα μαθηματικά μου…Ο μπαμπάς μου λέει ότι είμαι ανόητη και χαζή…Είμαι χαζή! Θυμήσου: Τις πράξεις που σε πόνεσαν για να μην τις ξανακάνεις. Στο σχολείο έχασα την κασετίνα μου. Δεν μπορώ να την βρω πουθενά. Φοβάμαι να το πω γιατί θα με μαλώσουν. Εγώ φταίω…είμαι απρόσεχτος, αν πρόσεχα τα πράγματα μου δεν θα έχανα την κασετίνα. Τώρα μπορεί να μου τραβήξουν το αυτί ή τα μαλλιά και θα μπω τιμωρία στο δωμάτιο μου. Φοβάμαι. Κι ύστερα θυμήσου τον ήχο του παιδικού σου γέλιου και σκέψου ποιοι ήταν οι λόγοι που εκείνο το γέλιο έπαψε! Παίζουμε και χτυπάμε τα παιχνίδια μας στο πάτωμα και γελάμε. Η μαμά και ο μπαμπάς μας λένε να σταματήσουμε. Δεν κάνουμε τίποτα μόνο γελάμε. Μας φωνάζουν να σταματήσουμε να κάνουμε βλακείες και να κάνουμε επιτέλους ησυχία…γελάμε κρυφά και μετά εκείνοι θυμώνουν γιατί τους κοροϊδεύουμε. Μας έπιασαν δυνατά από το χέρι και μας έκλεισαν στα δωμάτια μας. Μόνους… Εμείς φταίμε γιατί γελούσαμε τόσο δυνατά…δεν κάνει να γελάμε τόσο δυνατά…δεν κάνει να γελάμε!! Χιλιάδες λόγοι. Σε ένα πελώριο στα μάτια του κόσμο, υπάρχουν χιλιάδες λόγοι για να φταίει. Σε μια ζωή της οποίας δεν έχει τον έλεγχο. Δίπλα σε ανθρώπους από τους οποίους εξαρτάται απόλυτα. Υπάρχουν εκατοντάδες παράλογες στιγμές στις οποίες φταίει. Δεκάδες παράλογα λάθη τα οποία δεν έκανε, δεν προέβλεψε, δεν γνώριζε και για τα οποία φταίει… Αυτός ο μικρός άνθρωπος με τα λεπτά χέρια και τα πελώρια μάτια. Φταίει για όλα και ζει την καθημερινή αγωνία…για όλα αυτά για τα οποία θα φταίει μέχρι το τέλος της ημέρας… Προσπαθεί σκληρά να ελαχιστοποιήσει τα λάθη μα είναι αδύνατον να γίνει αυτό. Άλλωστε πώς να σταματήσεις να φταις για κάτι που δεν φταις; Σε κάθε φωνή, σε κάθε ένταση, μια σκιά είναι πίσω. Ένα προσωπάκι σιωπηλό, χλωμό, παρακολουθεί με αγωνία και δεν προσπαθεί πια να καταλάβει…Το έχει πάρει απόφαση πως φταίει!!! Όχι. Στόχος δεν είναι η ενοχή. Στόχος είναι η ευθύνη. Πως γίνεται αυτό με εμένα;… Αλλάζω και προσπαθώ να αλλάξω όχι από τη στιγμή που έγινα γονιός αλλά, από τη στιγμή που το συνειδητοποιώ. Από τη στιγμή που νιώθω την ανάγκη να κάνω χαρούμενο, όχι μόνο το παιδί μου αλλά να ξανακάνω χαρούμενο το παιδί εκείνο. Το μικρό μπερδεμένο ανθρωπάκι που νόμιζε πως φταίει για όλα… Εμένα!Εσένα! Πριν θυμώσεις, πριν μιλήσεις, πριν σηκώσεις τη φωνή σου ή το χέρι σου, στάσου λίγο και σκέψου…Σκέψου την δύναμη που έχεις. Εσύ ο πελώριος γονιός. Σκέψου την εξουσία! Την εξουσία σου πάνω του…Τον έλεγχο σε έναν άλλο άνθρωπο. «Θα σε πάρω αγκαλιά και θα σε σφίξω όπως σου αξίζει. Μην φοβάσαι μικρέ άνθρωπε. Δεν σου έχω πει ποτέ ψέματα και σήμερα θα σου πω μια μεγάλη και δύσκολη για εμένα αλήθεια… Να θυμάσαι λοιπόν, δεν φταις εσύ, εγώ φταίω!» …Σε όλους τους μικρούς μας ανθρώπους. Σε αυτούς που μεγαλώνουμε και σε αυτούς που ζουν ακόμη μέσα μας…Σε εσάς αγαπημένο

πηγή  το εείδαμε εδώ

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Τι φέρνει το Χριστό στην κρίση μας;



Ετούτο τον καιρό της κρίσης, κάπως συχνότερα λένε πολλοί πως βλέπουν το Χριστό να τριγυρίζει στους μεγάλους διαδρόμους με τα προϊόντα, στα απέραντα σούπερ μάρκετ.
Πώς να βρέθηκε άραγε Αυτός μες στους ναούς του κέρδους, που χρόνια τώρα υπηρετούσαν και συντηρούσαν την ακόρεστη επιθυμία μας να καταναλώνουμε; Μες στους ναούς του κέρδους, που απέμειναν τώρα χαμένοι καταναλωτικοί παράδεισοι για τον έκπτωτο καταναλωτή της εποχής του ΔΝΤ, τι φέρνει το Χριστό;
Τον φέρνουν οι φωνές, οι προσευχές. Τώρα στα δύσκολα αρχίσαμε και πάλι να Του ζητάμε να παρέμβει, να Του ζητάμε όπως άλλοτε το θαύμα.
–Βοήθα, Χριστέ μου, για να θρέψω τα παιδιά μου.
–Βοήθα σε αυτή την ξένη πόλη να τα βγάλω πέρα…
Οι γονείς, οι μετανάστες, οι απολυμένοι, οι συνταξιούχοι.
Και βαδίζει ο Χριστός, ανάμεσα στα κατάφορτα από αγαθά ράφια. Ανάμεσα στους ηλικιωμένους που κρατούν σφιχτά το πορτοφόλι τους, στις νοικοκυρές που αναζητούν την καλύτερη τιμή, στους άνεργους που μετράνε τα ψιλά τους.
Βαδίζει ανάμεσα στα ράφια ο Χριστός. Σαν σε βυζαντινή εικόνα ξετυλιγμένο το ειλητάριο στο χέρι του:
Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν“.
Και ύστερα γεμίζει ράφια και καλάθια. Στη θέση των προϊόντων καθαρισμού, βάζει την άφεση. Στα τρόφιμα, την προσευχή. Αντί για νερό, το Λόγο του κι αντί για μέσα επικοινωνίας την Κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Κι αντί για άλλες “προσφορές” προσφέρεται ο Ίδιος, ολόκληρος, αθέατος.
Στο ταμείο, δε ζητά αντίτιμο. Πάνε δυο χιλιάδες χρόνια τόσα τώρα, που τα ΄χει όλα αυτά με το Αίμα του εξαγοράσει.
Πού και πού (ξέρεις Εκείνος πότε), χορταίνει τους πεντακισχιλίους. “Οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ“.
Ε.Κ. 
Φοιτήτρια Αγγλικής Φιλολογίας Παν/μίου Αθηνών
Απόσπασμα από το Περιοδικό “Η Δράση μας”,
Τεύχος Μαΐου 2012