Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Ο “κάτα φαντασίαν” και ο πραγματικός χριστιανός



Αὐ­τα­πά­τη Ὁ­ρι­σμός: Νά πι­στεύ­εις λά­θος πράγ­μα­τα γιά τόν ἑ­αυ­τό σου καί συ­νή­θως κο­λα­κευ­τι­κά.
Πα­ρά­δειγ­μα: “Ἔ­πρε­πε νά τήν δώ­ση σέ μέ­να τήν θέ­σι! Ἐρ­γά­ζο­μαι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λους, εἶ­μαι ὁ πι­ό ἔ­ξυ­πνος καί οἱ ἡ­γε­τι­κές μου ἱ­κα­νό­τη­τες εἶ­ναι πα­ρα­πά­νω ἀ­πό προ­φα­νεῖς”.
Ἡ ἴ­δια ἡ αὐ­τα­πά­τη καί ἡ ἄ­γνοι­α εἶ­ναι ἀ­πό μό­να τους τό με­γά­λο μεῖ­ον στή ζω­ή, ἄν ὄ­χι ἡ κα­τα­στρο­φή της.
Καί στήν ἐκ­κλη­σί­α βλέ­που­με ὅ­τι ἡ ἠ­θι­κή αὐ­τα­πά­τη αἰχ­μα­λώ­τι­σε πολ­λούς ἀ­πό τούς χρι­στια­νούς. Ἔ­τσι ἄλ­λοι ἐ­νῷ κυ­λί­ον­ται στήν ἁ­μαρ­τί­α καί στήν δι­α­φθο­ρά θε­ω­ροῦν τούς ἑ­αυ­τούς των ἠ­θι­κούς καί τέ­λει­ους.
Ἄλ­λοι πά­λι, ἔ­χον­τας κα­τορ­θώ­σει με­ρι­κές ἀ­ρε­τές νο­μί­ζουν, ὅ­τι ἔ­φθα­σαν στήν τε­λει­ό­τη­τα λέ­γον­τας ὁ κα­θέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς αὐ­τό πού εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος ὁ νε­α­νί­σκος τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου· «Ταῦ­τα πάν­τα ἐ­φυ­λα­ξά­μην ἐκ νε­ό­τη­τος. Τί ἔ­τι ὑ­στε­ρῶ;­». Μέ τόν λο­γι­σμό αὐ­τό ἐ­ξα­πα­τοῦν τόν ἑ­αυ­τό τους καί κοι­μοῦν­ται μα­ζί μέ τήν ἁμαρτία καί μέ­σα στήν ἁ­μαρ­τί­α.
Ὁ «κα­τά φαν­τα­σί­αν» Χρι­στια­νός:
1. Δέ­χε­ται ἀ­μέ­σως τίς ἐ­πι­δρά­σεις τῆς κο­σμι­κῆς ζω­ῆς.
2. Ὁ προ­σα­να­το­λι­σμός του εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἐ­ξω­στρε­φής.
3. Ἡ πνευ­μα­τι­κή του ζωή μει­ώ­νε­ται ἀ­πό τίς ἐ­ξω­τε­ρι­κές ἐ­πι­δρά­σεις
4. Εἶ­ναι πι­στός στό βαθ­μό πού ἐ­κεῖ­νος φαν­τά­ζε­ται.
5. Στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή του ζω­ή κυ­ρια­ρχεῖ ὁ σε­βα­σμός τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν τύ­πων. Ἡ οὐ­σί­α τῶν τύ­πων τόν ἀ­φή­νει ἀ­δι­ά­φο­ρο.
6. Τό ἀ­γω­νι­στι­κό του ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τή ζω­ή τῆς πί­στεως καί τοῦ ἁ­για­σμοῦ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στά ὅ­ρια πού προσ­δι­ο­ρί­ζει ἡ ἀρ­χή τῆς ἀ­νώ­δυ­νης πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, ἡ ὁ­ποί­α δε­σπό­ζει στα­θε­ρά στό πνεῦ­μα του.
7. Προ­σέρ­χε­ται στά μυ­στή­ρια τῆς Ἐ­ξο­μο­λο­γήσεως καί τῆς θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ἐ­πει­δή πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι «κά­νουν κα­λό».
8. Πι­στεύ­ει στό Θε­ό, ὅ­ταν ἡ ζω­ή του εἶ­ναι χω­ρίς θλί­ψεις καί δο­κι­μα­σί­ες.
9. Τίς πα­ρεκ­κλί­σεις του ἀ­πό τήν εὐ­αγ­γε­λι­κή ἀ­λή­θεια τίς δι­και­ο­λο­γεῖ μέ τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ δι­και­ώ­μα­τος νά αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται.
10. Ὁ κα­τά φαν­τα­σί­α χρι­στια­νός κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πό αἰ­σθή­μα­τα ἀ­να­σφά­λειας.
11. Φο­βᾶ­ται τόν θά­να­το καί ὑ­πάρ­χει μέ­σα του ἡ ἀ­γω­νί­α γιά τό ἄ­γνω­στο τέ­λος τῆς ὑ­πάρξεώς του.
Ὁ πραγματικός Χρι­στια­νός:
1. Ἡ πνευ­μα­τι­κή του αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α εἶ­ναι εὐ­αγ­γε­λι­κή καί ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή. Τόν ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ οὐ­σί­α τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν τύ­πων.
2. Βα­σι­κός πνευ­μα­τι­κός στό­χος εἶ­ναι ὁ ἀ­δι­ά­λει­πτος δι­ά­λο­γός του μέ τόν ἔ­σω ἄν­θρω­πο τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ἐ­πι­δι­ώ­κει τήν νέ­κρω­σι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.
3. Στο­χεύ­ει πα­ράλ­λη­λα στήν ἐν Χρι­στῷ τε­λεί­ω­σι μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ.
4. Πυ­ξί­δα τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς του ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ πι­στή ἐμ­μο­νή του στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.
5. Ὁ­λό­κλη­ρη την ζω­ή του τήν βι­ώ­νει προ­σευ­χη­τι­κά, κα­τά τό «ἀ­δι­α­λεί­πτως προ­σεύ­χε­σθε».
6. Εἶ­ναι ἄν­θρω­πος τῆς νή­ψεως καί τῆς ἐ­γρη­γόρ­σεως.
7. Βαδίζει θεληματικά τήν στε­νή καί τε­θλιμ­μέ­νη ὁ­δό τῶν θλί­ψε­ων καί ποι­κί­λων δο­κι­μα­σι­ῶν,
8 Ζεῖ στό πνευ­μα­τι­κό κλί­μα τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν.
9. Τήν γνῶσι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του τήν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται στόν φω­τι­σμό το­ϋ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Θέ­λει νά σκέ­πτε­ταί το «δέν εἶ­μαι τί­πο­τα, δέν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα κα­λό στόν ἑ­αυ­τό μου».
10. Ἀ­πο­κρού­ει κά­θε ἐ­σω­τε­ρι­κό λο­γι­σμό γιά κα­τά­κτη­σι κά­ποι­ας ἀ­ρε­τῆς ἤ ἁ­γι­ό­τη­τας.
11. Φρον­τί­ζει νά ἀ­γα­πᾶ τόν πλη­σί­ον του καί νά εἰ­ρη­νεύ­η, κα­τά τό δυ­να­τόν, μέ αὐ­τόν, ἀλ­λά καί νά ἀ­να­γνω­ρί­ζη τόν ἑ­αυ­τό του κα­τώ­τε­ρο ἐ­νώ­πιον ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων.
12. Ἡ μνή­μη τοῦ θα­νά­του εἶ­ναι ὁ κα­θη­με­ρι­νός του ἄρ­τος, πού τόν στη­ρί­ζει στόν δύ­σκο­λο δρό­μο τῆς στε­νῆς καί τε­θλιμ­μέ­νης ὁ­δοῦ.
Αὐ­τά εἶ­ναι τά γνω­ρί­σμα­τα τῆς αὐ­τα­πά­της καί μή καί τοῦ κα­τά φαν­τα­σί­αν καί ἀ­λη­θοῦς Χρι­στια­νοῦ.
π. Βενέδικτος Νεοσκητιώτης 

Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής



H EKKΛHΣIΑ MΑΣ, προσεύχεται διαρκώς, ανα πάσαν ώρα. Δεν υπάρχει μόνο το κοσμικό ωρολόγιο, Δεν υπάρχει μόνο το ωράριο εργασίας του κόσμου· υπάρχει και το ωράριο προσευχής στο Θεό, η ώρα του Θεού. Προσεύχεται η Eκκλησία το πρωί στον όρθρο, προσεύχεται το μεσημέρι στις ώρες, προσεύχεται το απόγευμα στον εσπερινό, προσεύχεται το βράδυ στο απόδειπνο, προσεύχεται τα μεσάνυχτα στο μεσονυκτικό. Προσεύχεται όλες τις ημέρες. Kάθε ημέρα της εβδομάδος είναι αφιερωμένη σε κάποια μνήμη.

 
H Δευτέρα λόγου χάριν είναι αφιερωμένη στη μνήμη των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων.

 
H Tρίτη στη μνήμη του τιμίου Προδρόμου.

 
H Tετάρτη στην ανάμνηση της προδοσίας.

 
H Πέμπτη στη μνήμη των αγίων Aποστόλων.

 
H Παρασκευή στην ανάμνηση της σταυρώσεως του Xριστού μας.

 
Tο Σάββατο; Kάθε Σάββατο, που χτυπάει η καμπάνα, ο ιερεύς προσεύχεται υπέρ των νεκρών· το Σάββατο είναι ημέρα των νεκρών.

 
Kαι τέλος η Kυριακή, η επίσημος και μεγαλοπρεπής ημέρα, είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ο οποίος την ημέρα αυτή ανέστη εκ νεκρών και ζει εις τους αιώνας των αιώνων.

 
Σήμερα όμως είναι Σάββατο, ημέρα των νεκρών. Aλλά το σημερινό Σάββατο διαφέρει από όλα τα Σάββατα του έτους. Γι αυτό ονομάζεται Ψυχοσάββατο.

 
Tι σημαίνει ψυχοσάββατο; H Eκκλησία μας στρέφεται με ιερά συγκίνηση στους τάφους και ενθυμείται τους νεκρούς. Ποιούς νεκρούς; Oι νεκροί είναι πολλοί. Oι νεκροί, που είναι θαμμένοι στα κοιμητήρια είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς που βρίσκονται στην πόλη

 
Έχουμε δύο πόλεις· η μία αποτελείται από τους ζώντας, και η άλλη από τους κεκοιμημένους. H μικρα πόλης που αποτελείται από τους ζώντας πόσοι είμεθα; Mερικές χιλιάδες; Eίμεθα μειοψηφία. H μεγάλη πόλης, η απέραντος πόλις, είναι το νεκροταφείο. Eμείς είμεθα η μειοψηφία, αυτοί είναι πλειοψηφία. Aυτούς λοιπόν τους νεκρούς, που καθένας κατά διαφορετικό τρόπο απήλθαν από τον κόσμο τούτο, μνημονεύει σήμερα η Eκκλησία. Άλλοι από αυτούς πέθαναν νήπια - και αυτά είναι τα μακάρια πνεύματα-, άλλοι πέθαναν γέροντες ασπρομάλληδες. Άλλοι πέθαναν μέσα στο σπίτι, και άλλοι έξω στους δρόμους ή στα βουνά. Άλλοι πέθαναν στην ξηρά, άλλοι στη θάλασσα. Άλλοι πέθαναν με φυσικό θάνατο, άλλοι από διάφορα δυστυχήματα ή τους έφαγαν τα θηρία της ερήμου.

 
Όλους αυτούς ενθυμείται σήμερα η Eκκλησία. Eνθυμείται όμως και κάποιους άλλους. Ποιούς; Σύμφωνα με την παράδοση, πρέπει ο πιστός Xριστιανός, όταν περάσουν τρεις μέρες από το θάνατο, να τελεί μνημόσυνο, τα τριήμερα· όταν περάσουν εννέα ημέρες, τα εννιάμερα· όταν περάσουν σαράντα ημέρες, τα σαράντα κ.λπ.. Έχουν σημασία αυτά. δεν είναι όμως επί του παρόντος να εξηγήσουμε, γιατί κάνουμε τότε μνημόσυνο, ή στο χρόνο, ή στα τρία χρόνια κ.λπ.. Tώρα δυστυχώς πάνε κι αυτά, λησμονήθηκαν.

 
Tώρα λησμονούν και τους νεκρούς! Αν πάτε στην Iαπωνία, θα δείτε ότι τιμούν πολύ τους νεκρούς. Tα νεκροταφεία τους είναι περιβόλια, άλση ωραιότατα. Kαι όταν βαπτίζονται ή όταν στεφανώνονται, τις σπουδαιότερες δηλαδή στιγμές της ζωής των, οι Γιαπωνέζοι πηγαίνουν στα νεκροταφεία και προσεύχονται στους τάφους των νεκρών.

 
Eμείς…; Λησμονήσαμε τους νεκρούς μας! Λησμονήσαμε τους νεκρούς. Xορτάριασαν τα μνήματα. Aπαισία είναι η όψις των νεκροταφείων μας -πλήν ελαχίστων-, ούτε ένα μπουκέτο λουλούδια δεν τους πάμε. Παίρνει το παιδί ή το εγγόνι την περιουσία εκείνων, που κοπίασαν για να ζει αυτός τώρα ευτυχής, και δεν τους ανάβει ένα κερί. Yπάρχουν πολλοί κεκοιμημένοι που τους έχουν λησμονήσει οι πάντες. Aλλ’ εδώ είναι το μεγαλείο της Eκκλησίας. Eάν όλος ο κόσμος τους λησμονεί, δεν τους λησμονεί όμως η μάνα· ναί, η μάνα. Ποιά είναι η μάνα, ειδικώς σ’ εμάς τους ΄Eλληνες;

 
Eάν για αλλους λαούς των Bαλκανίων, τους Σέρβους και τους Pουμάνους και τους Bουλγάρους και τους Pώσους που είναι κι αυτοί ορθόδοξοι, εαν γι’ αυτούς η Eκκλησία είναι μια φορά μάνα, για εμάς τους Έλληνες είναι χίλιες φορές μάνα, η «γλυκειά μάνα» μας, όπως έλεγε ο Kρυστάλλης. Αυτή η μάνα λοιπόν δεν λησμονεί τα παιδιά της. Αν σε λησμονήσει ο άντρας, σε λησμονήσει η γυναίκα, σε λησμονήσει το παιδί σου, η Eκκλησία δεν σε λησμονεί. Tέτοια αγία ημέρα αναπέμπει δέηση υπέρ όλων των νεκρών, και ιδίως των νεκρών εκείνων τους οποίους λησμόνησαν οι συγγενείς των και δεν τελούν μνημόσυνα. Yπέρ όλων αυτών τελεί σήμερα το μνημόσυνο.

 
Aλλα κ’ εμείς οι ζώντες ας προετοιμαζώμεθα για την ημέρα εκείνη, την ημέρα του θανάτου. Mή φανούμε αμελέστεροι από τους ειδωλολάτρες προγόνους μας. Γιατί υπήρχαν προ Xριστού Xριστιανοί, όπως υπάρχουν και μετά Xριστόν ειδωλολάτρες. Προ Xριστού Xριστιανοί; Περίεργο πράγμα! Mάλιστα. Προ Xριστού Xριστιανός ήταν λ.χ. ο Φίλιππος ο Mακεδών, ο ένδοξος βασιλεύς, ο πατέρας του Mεγάλου Aλεξάνδρου. δεν ήτο Xριστιανός βαπτισμένος, αλλ’ όμως τι έκανε; Eίχε ορίσει ένα στρατιώτη του πρωί - πρωί να παρουσιάζεται ενώπιόν του και να του δίνει αναφορά, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, και να του λέει· «Φίλιππε, μέμνησο ότι θνητός ει»· Φίλιππε, θυμήσου ότι θα πεθάνεις.

 
Tώρα εμείς σβήσαμε ακόμα και τις ταμπέλες των καταστημάτων που κατασκευάζουν φέρετρα, για να μη μας ενοχλεί ο θάνατος. Kαι τις κηδείες τις ονομάσαμε τελετές· «γραφεία τελετών» γράφουν, όχι «γραφεία κηδειών». Kαι όμως ο θάνατος έρχεται. Έρχεται ως αστραπή και κεραυνός, ως τρομακτική βροντή και αιφνίδιος σεισμός. «Όρος φιλοσοφίας», έλεγε ο Aριστοτέλης, έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, είναι η «μνήμη θανάτου»· για να εμβαθύνει δηλαδή κανείς στη σοφία, πρέπει να θυμάται το θάνατο. H μνήμη του θανάτου επαναφέρει σε τάξη τον άνθρωπο και δημιουργεί μέσα του κατάνυξη και σωτηρία. Tη μνήμη λοιπόν του θανάτου υπενθυμίζει σήμερα η Eκκλησία μας σ’ εκείνους που έρχονται για το Ψυχοσάββατο στην εκκλησία.

 
Κλείνοντας την παρούσα ανάρτηση ευχώμεθα όπως μας αξιώσει ο Αρχηγός της ζωής και του θανάτου Κύριός μας να έχωμε τέλη Χριστιανικά σύμφωνα με την ωραία ευχή της Εκκλησίας μας όπου λέγει «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού».

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Η πίστη χρειάζεται για τα απίστευτα

«Η πίστη του Χριστιανού δοκιμάζεται με την Ανάσταση του Χριστού σαν το χρυσάφι στο χωνευτήρι. Απ' όλο το Ευαγγέλιο, η Ανάσταση του Χριστού είναι το πλέον απίστευτο πράγμα, ολότελα απαράδεχτο από το λογικό μας, αληθινό μαρτύριο για δαύτο.
Μα ίσα ίσα, επειδή είναι ένα πράγμα ολότελα απίστευτο, για τούτο χρειάζεται ολόκληρη η πίστη μας για να το πιστέψουμε.
Εμείς οι άνθρωποι λέμε συχνά πως έχουμε πίστη, αλλά την έχουμε μοναχά για όσα είναι πιστευτά απ' το μυαλό μας. Αλλά τότε, δεν χρειάζεται η πίστη, αφού φτάνει η λογική. Η πίστη χρειάζεται για τα απίστευτα.

...Ευκολόπιστος είναι μονάχα ο ταπεινός ο Χριστιανός που καταφρονά τον εαυτό του και τη γνώση του, η οποία κάνει τον άνθρωπο περήφανο. Η πίστη δεν αποχτιέται χωρίς ταπείνωση, κι όσο πιο πολλή ταπείνωση υπάρχει μέσα στον άνθρωπο τόσο πιο μεγάλη είναι η πίστη του».

ΦΏΤΗΣ ΚΌΝΤΟΓΛΟΥ

 

πηγη

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Ποιμαντικόν έργον και πολιτιστικαί εκδηλώσεις

КандилоΤοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση 
ΣΥΧΝΑ βλέπουμε ἔντονη δραστηριότητα σὲ κάποιες ἐνορίες μεγάλων πόλεων καὶ αἰσθανόμαστε χαρὰ γιὰ τὸ ζῆλο τῶν ἐφημερίων. Οἱ ἐνορίτες τοὺς ἐπαινοῦν καὶ μιλοῦν γιὰ τὴν αὐταπάρνησή τους. Τὰ πνευματικὰ ὅμως ἀποτελέσματα δὲν εἶναι ἀνάλογα. Καταβάλλεται πολὺς κόπος, ἀλλὰ ἡ συγκομιδὴ εἶναι λίγη. Εὔκολα διαπιστώνει κάποιος ἔμπειρος περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ὅτι κάτι λείπει στοὺς δραστήριους αὐτοὺς κληρικούς.
Οἱ ἐνοριακὲς ἐκδηλώσεις κυρίως ἱκανοποιοῦν τὴ φιλοδοξία τους, γι᾽ αὐτὸ καὶ καταλήγουν στὸ δικό τους ἔπαινο. Εἶναι πάντα κοινωνικοῦ περιεχομένου, γιατὶ μόνο ἔτσι μποροῦν νὰ ἀποσπάσουν τὸ χειροκρότημα. Αὐτὸ τοὺς ἐνδιαφέρει πρωτίστως. Ποτὲ δὲν κάνουν λόγο γιὰ πνευματικὸ ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπόκτηση ἀρετῶν. Τὸ ἐνοριακό τους ἔργο εἶναι μιὰ κοσμικὴ δραστηριότητα, τὴν ὁποία βλέπουμε καὶ σὲ πολλοὺς φορεῖς, δηλαδὴ δήμους, συλλόγους καὶ ὀργανώσεις. Στὴν Ἐκκλησία ὅμως μιλᾶμε γιὰ ποιμαντικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο ἔχει πνευματικὸ περιεχόμενο καὶ στοχεύει στὸ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους στὴν κατὰ Χριστὸν ζωή, δηλαδὴ στὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν καὶ στὴν ἐν ταπεινώσει ἀφοσίωση στὰ ὅσα ὁ Κύριος ζητεῖ ἀπὸ τοὺς πιστούς.

Ὁ Γέροντας Παΐσιος μᾶς θυμίζει τὴν ἀναγκαία προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου, ποὺ ἀναπτύσσει ἕνας κληρικός. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ λόγια του: «Ἐὰν θέλεις νὰ βοηθήσεις τὴν Ἐκκλησία, εἶναι καλύτερα νὰ κοιτάξεις νὰ διορθώσεις τὸν ἑαυτό σου, παρὰ νὰ κοιτᾶς νὰ διορθώσεις τοὺς ἄλλους. Ἂν διορθώσεις τὸν ἑαυτό σου, ἀμέσως διορθώνεται ἕνα κομματάκι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν φυσικὰ αὐτὸ τὸ ἔκαναν ὅλοι, ἡ Ἐκκλησία θὰ ἦταν διορθωμένη. Ἀλλὰ σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀσχολοῦνται μὲ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Γιατὶ τὸ νὰ ἀσχολεῖσαι μὲ τὸν ἑαυτό σου ἔχει κόπο, ἐνῶ τὸ νὰ ἀσχολεῖσαι μὲ τοὺς ἄλλους εἶναι εὔκολο».
Ἀξιοπρόσεκτα καὶ διαφωτιστικὰ εἶναι κι ἐκεῖνα, ποὺ ἔλεγε σὲ γνωστό του ἱερέα ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης καὶ ἀναφέρονται στὸ κύριο ἔργο τοῦ κληρικοῦ, τὸ ὁποῖο ἔχει ἰδιαίτερη ἀνάγκη ὁ πιστὸς λαὸς καὶ δὲν προσφέρεται πουθενὰ ἀλλοῦ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία: «Ὅταν λειτουργεῖς, νά ᾽χεις ὑπόψη σου ὅτι εἶσαι μεσίτης. Παραλαμβάνεις ἀπὸ τὸν κόσμο πόνο, δάκρυα, ἀσθένειες, παρακλήσεις καὶ τὰ ἀνεβάζεις ἐπάνω στὸ θρόνο τῆς θεότητας. Καὶ μεταφέρεις κατόπιν στὸν κόσμο παρηγοριά, θεραπεία, ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη ὁ καθένας. Μεγάλο ἀξίωμα σ᾽ ἔχει ἀξιώσει, παιδί μου, ὁ Θεός. Νὰ τὸ καλλιεργήσεις. Τὸ αὐτὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι στὸ στόμα τοῦ ἱερέα».
Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει πρωτίστως πνευματικὰ ἀγαθά. Δὲν εἶναι μία φιλανθρωπικὴ ὀργάνωση, ὅπως τόσες ἄλλες, ἀλλὰ εἶναι ἡ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας. Μὲ τὸ λόγο της καὶ τὰ ἱερὰ μυστήρια ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ τέρμα ἔχει τὸν αἰώνιο παράδεισο. Ἐὰν ἡ δράση της περιορίζεται στὴν παροχὴ ὑλικῶν καὶ πολιτιστικῶν ἀγαθῶν, σημαίνει ὅτι οἱ ἱερεῖς της ἔχουν χάσει τὸν πνευματικό τους προσανατολισμό. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ ἀνησυχητικό. Χρειάζεται γνώση καὶ ταπείνωση, γιὰ νὰ μὴ ὑποβαθμίζεται ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Κάτι τύποι με μαύρα που ζουν στον κόσμο τους – Μήπως ψάχνεις το ίδιο μ’ αυτούς;

Νεκρός για τον κόσμο
Ξέρω κάτι τύπους που φοράνε μόνο μαύρα κι ασχολούνται συνεχώς με το θάνατο. Ο θάνατος τούς απασχολεί τόσο πολύ, που έχουν πάντα ραμμένη στα ρούχα τους μια ζωγραφισμένη νεκροκεφαλή.
Δεν ξυρίζονται, δεν κουρεύονται, δεν κάνουν κανονικό μπάνιο, πλένονται μόνο για λόγους υγιεινής· εκεί που μένουν είναι μάλλον αδύνατο να βρεις καθρέφτη. Δε μένουν στα σπίτια τους, αλλά ζουν σε μικρά δωμάτια, συνήθως μέσα σε αρχαία κτίρια, που τα συντηρούν και τα περιποιούνται. Τις νύχτες μαζεύονται και ψάλλουν χωρίς ν’ ανάβουν ηλεκτρικό φως, κρατώντας μόνο αναμμένα κεριά. Καίνε και αρωματικά λιβάνια, ενώ μερικές νύχτες περιφέρονται ψάλλοντας με τα κεριά τους στα δάση.
Καλλιεργούν μόνοι τους το φαγητό τους. Έχουν τεράστιες περιόδους που δεν τρώνε κρέας, ενώ οι πιο προχωρημένοι απ’ αυτούς δεν τρώνε κρέας ποτέ, αλλά μένουν μάλιστα μέσα στα δάση, σε καλύβες ή σπηλιές, μερικοί και σε χαράδρες, κι εκεί έρχονται σε άμεση επαφή με τα πλάσματα της γης. Όλα τα πλάσματα της γης τ’ αγαπάνε και πολλοί φτάνουν στο σημείο να μπορούν και να επικοινωνήσουν μαζί τους.
Ανάμεσά τους είναι πολλοί μορφωμένοι, που διαβάζουν με τις ώρες ερευνώντας παμπάλαιους τόμους αρχαίας σοφίας, αλλά μετά σκάβουν και ποτίζουν τη γη δίπλα στους αγράμματους. Υπάρχουν τέτοιοι και άντρες και γυναίκες, αν και οι πιο προχωρημένοι έχουν ξεπεράσει ακόμα κι αυτή τη διάκριση…
Δεν έχουν ανάγκη κανέναν από τον «πολιτισμένο κόσμο» και είναι ελεύθεροι. Είναι ελεύθεροι όμως, όχι γιατί δεν έχουν ανάγκη κανέναν, αλλά επειδή τους αγαπούν όλους· επειδή μας αγαπούν όλους. Είναι δίπλα μας, νοιάζονται για μας, αλλά εμείς δεν τους βλέπουμε. Εσύ έχεις δει ποτέ κάτι τύπους που φοράνε μόνο μαύρα κι έχουν πάντα ραμμένη στα ρούχα τους μια ζωγραφισμένη νεκροκεφαλή;

Αν θες να δεις μερικούς, κάνε κλικ εδώ και εδώ.
Το όνομά τους είναι «ορθόδοξοι μοναχοί».

Στη γενιά μας πολλοί έφηβοι φοράνε πάντα μαύρα και λατρεύουν ν’ ασχολούνται με το θάνατο. Το κάνουν αυτό, άλλοι γιατί πενθούν κι άλλοι γιατί είναι οργισμένοι. Πενθούν, γιατί δεν αισθάνονται να λαμβάνουν αυτό που κάθε άνθρωπος έχει πιο πολύ ανάγκη: τη γλυκιά θετική ενέργεια της αγάπης· και είναι οργισμένοι, γιατί αισθάνονται να πνίγει τα πάντα η σκοτεινή ενέργεια της αδιαφορίας, της υποκρισίας, της αδικίας, του εγωισμού. Και οι δύο καταστάσεις είναι καταστάσεις πόνου.
Δε χρειάζεται να περιγράψω τα συμπτώματα αυτού του πόνου· οι ίδιοι οι νέοι τα ξέρουν, τα βιώνουν στο πετσί τους, και «οι άλλοι» τα βλέπουν καθημερινά σ’ αυτό που τους φαίνεται πολιτισμική παρακμή, νεανική υποκουλτούρα, αλλά στην πραγματικότητα είναι αντίδραση στον πόνο, το πένθος και την οργή. Η νεανική κουλτούρα είναι μια κουλτούρα αντίδρασης, με το ντύσιμο, το μακιγιάζ, τη μουσική, το χορό, τα θεάματα, τους κώδικες επικοινωνίας. Δε θα πω άλλα.
Οι έφηβοι λοιπόν ντύνονται στα μαύρα και ενδιαφέρονται για το θάνατο, γιατί αγαπούν τη ζωή, αλλά δεν ξέρουν πού θα τη βρουν – αφού τα πάντα γύρω τους κατακλύζονται από το σκοτάδι – και μένει μόνο απελπισία και πόνος. Οι ορθόδοξοι μοναχοί ντύνονται στα μαύρα και ενδιαφέρονται για το θάνατο, γιατί κι αυτοί αγαπούν τη ζωή και ξέρουν πού θα τη βρουν. Η δική τους κουλτούρα οδηγεί σε ελπίδα και φως. Περνάνε από παρόμοιους δρόμους, που όμως βγάζουν σε διαφορετική κατεύθυνση.

Κάθοδος στον Άδη της αγάπης

Γι’ αυτό το λόγο πιστεύω, φίλε μου, φίλη μου, πως ζητάς τα ίδια πράγματα με τους μοναχούς: αγάπη, δικαιοσύνη, ειλικρίνεια και φως. Και για να τα βρεις, είσαι πρόθυμος να κατεβείς μέχρι τον πιο σκοτεινό Άδη – το ίδιο κι αυτοί! Γι’ αυτό και η ενασχόληση με το θάνατο, γι’ αυτό και οι ζωγραφισμένες νεκροκεφαλές, γι’ αυτό η μεγάλη εξοικείωση με τα ιερά λείψανα.
Η αγάπη είναι ο ένας Άδης: όταν αγαπάς, πονάς· πρώτον, επειδή πολλοί σε προδίδουν και σ’ απογοητεύουν· δεύτερον, επειδή βλέπεις γύρω σου πολύ πόνο και τον κολλάς κι εσύ, αφού πονάνε οι άλλοι (ο πλησίον) κι εσύ αγαπάς τους άλλους, αγαπάς τον πλησίον.
Γι’ αυτό, η αγάπη χρειάζεται αγώνα, αλλιώς θα σβήσει, δε θ’ αντέξει. Και οι μοναχοί γίνονται μοναχοί, ακριβώς για να δώσουν αυτό τον αγώνα. Και τον δίνουν, κατεβαίνοντας πρώτα σ’ έναν άλλο Άδη, που λέγεται μετάνοια.
Δεν πρόκειται καθόλου για γλυκανάλατα κλάματα και παράπονα· η μετάνοια, αυτό που λέμε έτσι, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: σταύρωση του παλιού εαυτού μας, με τα πάθη και τα ελαττώματά του, για ν’ αναστηθεί ένας νέος εαυτός, γεμάτος αγάπη και φως. Μια σταύρωση που δε σε σκοτώνει, αλλά σε αναζωογονεί, σε ανασταίνει – όπως η σταύρωση του Χριστού. Γι’ αυτό λέγεται Άδης, και ο ορθόδοξος μοναχός κατεβαίνει σ’ αυτό τον Άδη (είναι βέβαια δύσκολο να σταυρώσεις τις αρνητικές σου πλευρές, γιατί τις έχεις συνηθίσει, έχουν κολλήσει πάνω σου και κάνουν πάρτι) για ν’ ανεβεί στον παράδεισο της συνύπαρξης με όλους τους ανθρώπους και με όλα τα όντα!
«Η αγάπη αυτή δεν έχει όρια· δεν ερωτά: ποιος είναι άξιος και ποιος δεν είναι; αλλ’ αγαπά τους πάντες: αγαπά φίλους και εχθρούς, αγαπά αμαρτωλούς και κακούργους, δεν αγαπά όμως τις αμαρτίες τους και τα εγκλήματά τους· ευλογεί εκείνους που καταριούνται και ως ήλιος φωτίζει και τους πονηρούς και του αγαθούς (Ματθ. 5, 45-46). […] Η αγάπη του Χριστού είναι πάντοτε παν-αγάπη» (άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, καθηγητής του πανεπιστημίου Βελιγραδίου (Σερβία), 1894-1979).
Και ποια είναι η θέση του Χριστού σ’ αυτή την ιστορία; Το λέει ένας από τους πιο άγιους μοναχούς που έζησαν στο Αιγαίο τα τελευταία χρόνια, ο γέρονταςΑμφιλόχιος Μακρής της Πάτμου:
«Αγάπησε τον Ένα για να σε αγαπήσουν όλοι. Θα σε αγαπούν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα, διότι βγαίνοντας η Θεία Χάρη προς τα έξω ηλεκτρίζει και μαγνητίζει ό,τι βρει μπροστά της. Αλλά όχι μόνο θα σε αγαπούν, θα σε σέβονται κιόλας, διότι στο πρόσωπο το δικό σου θα εικονίζεται το αγνό παρθενικό πρόσωπο εκείνου που θ’ αγαπάς και θα λατρεύεις».
Και ο μεγάλος Ρώσος άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λέει: 
«Βρες την ειρήνη και χιλιάδες άνθρωποι θα ειρηνεύσουν μαζί σου».

Στον κόσμο τους

Οι μοναχοί ζουν στον κόσμο τους, που είναι διαφορετικός από τον κοινό κόσμο. Αυτό φαίνεται καθαρά από τις έντονες ή και σκληρές αντιδράσεις της οικογένειας, που κάποιο μέλος της, γιος ή κόρη, ανακοινώνει την απόφαση να γίνει μοναχός ή μοναχή. Η οικογένεια βυθίζεται στο πένθος, τον εκβιάζουν συναισθηματικά («αν το κάνεις, θα πεθάνω» κ.τ.λ.), του μιλούν βίαια, τον κυνηγούν στα μοναστήρια, όπου πιθανόν έχει καταφύγει για να γλιτώσει από τον ψυχολογικό πόλεμο, σέρνουν το θέμα στα ΜΜΕ συκοφαντώντας τα μοναστήρια ότι κάνουν δήθεν πλύση εγκεφάλου, «προσηλυτισμό» κ.τ.λ.!…
Φυσικά υπάρχουν κι εξαιρέσεις, αλλά και οι αντιδράσεις δε γίνονται όλες σε όλες τις περιπτώσεις. Ο κανόνας όμως είναι κάπως έτσι.
Άρα ο μοναχός έχει ξεφύγει από τον κόσμο. Έχουν δίκιο οι δικοί του να πολεμούν τόσο την απόφασή του; Όχι, γιατί η επιλογή του –εκτός από το ότι είναι δική του, άρα πρέπει να γίνει σεβαστή– είναι μια επιλογή που οδηγεί στην αγιότητα, στην αιώνια ζωή, στο Φως, στο Χριστό, το Θεό. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει και υπάρχουν κακοί καλόγεροι ή ακόμη και διεστραμμένοι, που όντως κάνουν πλύση εγκεφάλου και προσηλυτισμό. Αυτό είναι μια πληγή στο σώμα της Εκκλησίας, που έχει επισημανθεί πάρα πολλές φορές από τους πραγματικά σοφούς και συνετούς (και αγίους) μοναχούς. Όμως ο τρόπος, με τον οποίο γίνεται κάποιος μοναχός στην Ορθοδοξία, είναι τέτοιος, που (όταν λειτουργεί σωστά), προστατεύει τον άνθρωπο από το να χάσει το δρόμο του! Γι’ αυτό, το σωστό είναι όλα να γίνονται με αγάπη, όχι με φόβο – οι δικοί του και οι φίλοι του να του συμπαραστέκονται, όχι να τον πολεμούν και να τον πληγώνουν.
Οι μοναχοί λοιπόν ζουν στον κόσμο τους, όπως και πολλοί έφηβοι ζουν στον κόσμο τους και ο κόσμος δεν τους αποδέχεται. Ο μοναχός γίνεται ξένος προς τον κόσμο, όχι γιατί «μισεί τον κόσμο», αλλά για να μάθει να αγαπάει όλο τον κόσμο. Έτσι, μετατρέπει την απόρριψή του από τον κόσμο σε αγάπη για τον κόσμο και τελικά σε ένωση με τον κόσμο (όχι όμως με την κακία του κόσμου, που αυτήν ναι, τη «μισεί», δε μισεί όμως τους κακούς, που αυτούς τους αγαπά – αλλά διαχωρίζει τον άνθρωπο από τις πράξεις του, όπως διδάσκουν οι άγιοι διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας) και σε σωτηρία του κόσμου, που είναι η συνέπεια της δικής του σωτηρίας, δηλαδή της κάθαρσης της καρδιάς του.
Τι περιέχει ο κόσμος των μοναχών;
Η απάντηση σε μία πρόταση είναι: περιέχει ένα προσεχτικό και μεθοδικό αγώνα για να καθαριστεί η πνευματική καρδιά του ανθρώπου από τα πάθη και να εγκατασταθεί μέσα της η αγνή, ακατανίκητη και ανιδιοτελής αγάπη προς το Θεό, τους ανθρώπους και όλα τα όντα.
Μήπως κάποιος νομίζει ότι δε χρειάζεται ένα τέτοιο αγώνα, γιατί ήδη «τους αγαπάει όλους»; Αυτό θα το διαπιστώσει, αν είναι σε θέση να βλάψει τα συμφέροντά του για χάρη του συνανθρώπου του και να συγχωρήσει τον εχθρό του, εκείνον που προσπαθεί να του κάνει (ή του έχει ήδη κάνει) κακό, βάζοντας πάνω απ’ όλα τον αδελφό του (το συνάνθρωπό του), όποιος κι αν είναι, ό,τι κι αν έχει κάνει, ό,τι κι αν του έχει κάνει! Και αυτό είναι εύκολο να το λες, αλλά για να το πράξεις (απλά για να το θελήσεις) χρειάζεται αγώνας.
Να μερικά χριστιανικά λόγια, που οι άγιοι και πολλοί χριστιανοί τα κάνουν πράξη, αλλά πολύς κόσμος θυμώνει φοβερά όταν τ’ ακούει, γιατί δεν τα αντέχει:
«Ακούσατε ότι ειπώθηκε στους προγόνους σας “θα αγαπήσεις τον πλησίον σου και θα μισήσεις τον εχθρό σου”. Εγώ όμως σας λέω, αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε εκείνους που σας καταριούνται, κάντε καλό σ’ εκείνους που σας μισούν και προσεύχεστε υπέρ εκείνων που σας βρίζουν και σας καταδιώκουν. Έτσι θα γίνετε παιδιά του Πατέρα σας του εν τοις ουρανοίς, που ανατέλλει τον ήλιο Του σε πονηρούς και αγαθούς και βρέχει σε δίκαιους και άδικούς. Γιατί, αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν, τι καλό κάνετε; Αυτό δεν κάνουν κι οι τελώνες; Κι αν χαιρετάτε μόνο τους φίλους σας, τι ιδιαίτερο κάνετε; Αυτό δεν κάνουν κι οι τελώνες; Εσείς όμως να είστε τέλειοι, όπως κι ο Πατέρας σας είναι τέλειος» (Ιησούς Χριστός, στο κατά Ματθαίον 5, 43-48).
«Άνθρωπε, γιατί μισείς τον αμαρτωλό; Τις αμαρτίες του να μισείς και να προσεύχεσαι γι’ αυτόν, για να γίνεις μιμητής του Χριστού, που δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών, αλλά προσευχόταν υπέρ αυτών. Δε βλέπεις πώς έκλαψε υπέρ της Ιερουσαλήμ; Ή μήπως κι εμείς σε πολλά δεν ξεγελιόμαστε απ’ το διάβολο; Γιατί λοιπόν να μισούμε εκείνον, που ξεγελάστηκε από τον εχθρό, όπως κι εμείς; Γιατί, άνθρωπε, μισείς τον αμαρτωλό; Μήπως τάχα γιατί δεν είναι δίκαιος, σαν εσένα; Και πού είναι η δικαιοσύνη σου, αν δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν κλαις μάλλον γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις; Υπάρχουν μερικοί, που από την ανοησία τους οργίζονται, νομίζοντας πως είναι διακριτικοί στα έργα των αμαρτωλών…» (άγιος Ισαάκ ο Σύρος (=Σύριος), 7ος αιώνας μ.Χ., Λόγοι).
«Η ψυχή δεν μπορεί να έχει ειρήνη, αν δεν προσεύχεται για τους εχθρούς. Χωρίς τη χάρη του Θεού, δε μπορούμε ν’ αγαπούμε τους εχθρούς μας. Το Άγιο Πνεύμα όμως εμπνέει την αγάπη, και τότε η ψυχή λυπάται ακόμη και τους δαίμονες… Σας ικετεύω, δοκιμάστε. Αν κάποιος σας προσβάλει ή σας ατιμάσει ή σας πάρει κάτι από τα υπάρχοντά σας ή και αν καταδιώκει την Εκκλησία ακόμη, προσευχηθείτε στον Κύριο λέγοντας: “Κύριε, όλοι είμαστε πλάσματά Σου. Λυπήσου τους πλανημένους δούλους Σου και κάλεσέ τους σε μετάνοια”… Αν δεν έχεις αγάπη, τουλάχιστον μην τους διαβάλλεις και μην τους καταριέσαι - και τότε καλύτερο θα είναι. Αν όμως κάποιος σκέφτεται το κακό για τους εχθρούς του, σημαίνει μάλλον πως κάποιο πονηρό πνεύμα εισήλθε στην καρδιά του και της φέρνει κακούς λογισμούς» (άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, 1866-1938).
Ο κόσμος, είπαμε, θυμώνει πολύ όταν ακούει τέτοια λόγια, γιατί δεν τ’ αντέχει. Ε λοιπόν, σκοπός τού να γίνει κάποιος μοναχός, είναι να μάθει όχι μόνο να τα αντέχει, αλλά και να τα κάνει πράξη! Αυτό τον λυτρώνει· αυτό λυτρώνει και τους ανθρώπους γύρω του· αυτό τον ενώνει με το Χριστό και με όλους τους ανθρώπους και όλα τα πλάσματα· αυτό είναι όλο.
 
Σύγχρονος αγιορείτης ασκητής (από εδώ)
Πού το πάω;

Αυτά που γράφω για τους μοναχούς, δεν εννοούν καθόλου ότι σε προσκαλώ να γίνεις μοναχός. Πολλοί άνθρωποι, και σήμερα αλλά και στις παλιές εποχές, βρήκαν αυτή την ειρήνη, αυτό το φως και την αγάπη, στο σπίτι τους, κάνοντας οικογένεια και έχοντας τις καθημερινές τους ασχολίες. Επειδή όμως οι μοναχοί έχουν μετατρέψει αυτή την αναζήτηση σε επιστήμη, η μελέτη της σοφίας τους ή έστω μερικές γνώσεις για τους τρόπους τους, πιστεύω πως θα συναντήσουν και θ’ απαντήσουν τις ανησυχίες σου. Άλλωστε και οι μαυροντυμένοι έφηβοι είναι κι αυτοί μοναχοί – και οι μοναχοί δεν είναι μόνοι, δε ζουν μόνοι, αλλά σε κοινωνίες (μοναστήρια), μέσα στις οποίες εξασκούνται στο να αγαπούν. Ονομάζονται «μοναχοί» επειδή δεν έχουν σύζυγο, όχι επειδή «ζουν μόνοι τους». Δε ζουν μόνοι τους· μόνο οι πιο προχωρημένοι και άγιοι μπορεί να απομονώνονται, για να προσεύχονται με απόλυτη ησυχία για όλο τον κόσμο. Άλλωστε όλοι οι άνθρωποι κάποιες στιγμές απομονωνόμαστε, και μάλιστα εκείνοι στην ουσία δεν απομονώνονται ποτέ, γιατί η προσευχή τους τούς ενώνει με όλους τους ανθρώπους, και (ή μάλλον επειδή τους ενώνει πρώτα απ’ όλα) με τον Άνθρωπο που αγάπησε πιο πολύ από τον καθένα, τον Ιησού Χριστό. Αυτή είναι και η διαφορά της προσευχής από τη γιόγκα και το διαλογισμό κάθε είδους.
Μοναχοί των μπαρ και των σκοτεινών δρόμων, και μοναχοί των μοναστηριών: δυο παράλληλοι δρόμοι, από ανθρώπους ζωντανούς και ζεστούς, με φλεγόμενη καρδιά, που αναζητούν τους ίδιους θησαυρούς, τους μεγαλύτερους θησαυρούς του σύμπαντος. Πολλοί μοναχοί των μοναστηριών ήταν προηγουμένως μοναχοί των δρόμων. Και βρήκαν αυτό που ήθελαν, αυτό που τους ενώνει με όλους και με όλα και θεραπεύει τις πληγές που μένουν μέσα στην κοινωνία ανοιχτές.

Παίξε όπως είσαι!

Τι να κάνω τώρα; Να αρχίσω να πηγαίνω εκκλησία; Να εξομολογούμαι; Να μεταλαβαίνω κ.τ.λ.;
Ας πούμε ότι, γι’ αρχή, ναι, είναι τόσο απλό. Για τη σημασία αυτού του πράγματος δες το άρθρο «Συνεργείο διάσωσης και επισκευών».
Είπες πως είσαι άθεος; Δεν «πιστεύεις στο Θεό»; Δεν πειράζει. Πολλοί απ’ αυτούςήταν άθεοι. Εκείνος τους δέχεται όλους, άσχετα αν «Τον πιστεύουν» ή όχι.
Έχεις κάνει πράγματα, για τα οποία ντρέπεσαι; Το ίδιο και πολλοί απ’ αυτούς και, σε κάποιο βαθμό, όλοι οι άνθρωποι. Άλλωστε, γι’ αυτό μας καλεί, για να γιατρέψει την ψυχή μας από το βάρος των κακών μας πράξεων, όσο κακές κι αν είναι:
«Θυμάμαι τι μου συνέβη, όταν για πρώτη φορά με αληθινή συντριβή για τις αμαρτίες μου πήγα για εξομολόγηση. Όλη η ζωή που έζησα ορθώθηκε μπροστά μου ως αδικία από την αρχή ώς το τέλος. Όταν συνάντησα τον ιερέα, δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου από τη θλίψη, τα δάκρυα, τον καρδιακό πόνο, αλλά μόνον έκλαιγα.
»Και πιστέψτε με, πριν ακόμη αρχίσω να μιλώ για τις αμαρτίες μου, ο Ίδιος ο Κύριος “εξήλθε προς συνάντησίν μου” και έπεσε στον τράχηλό μου και με καταφίλησε, και ήμουν γι’ Αυτόν αγαπητός, χωρίς να περιμένει από μένα πότε θα πω “συγχώρησον”, όπως και στην παραβολή ο άσωτος είπε “Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου”, όταν ήδη ο Πατέρας τον δέχτηκε στην αγκαλιά Του.
»Κατηγορούσα τον εαυτό μου για όλα. Ο Κύριος όμως δεν πρόφερε ούτε ένα λόγο μομφής· μόνο χαιρόταν “ότι ο υιός αυτός απολωλώς ην και ευρέθη, νεκρός ην και ανέστη”. Τι νύχτα ήταν εκείνη! Μου είναι αδύνατο να τη διηγηθώ. Πόσο μας αγαπά ο Κύριος!» (άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, 1896-1993).
Μήπως είσαι βαμμένος, χτενισμένος και ντυμένος έτσι, που νομίζεις πως δεν είσαι καλοδεχούμενος στην εκκλησία; Έλα όπως είσαι, γιατί σημασία έχει η καρδιά σου, όχι η εμφάνισή σου· η καρδιά σου, που ίσως είναι οργισμένη ή πονεμένη, όπως οι καρδιές πολλών από εκείνους που ξεκίνησαν βάφοντας το πρόσωπό τους σα νεκροκεφαλή, πέρασαν μέσα απ’ τον Άδη της αγάπης και κατέληξαν στην ανάσταση του παραδείσου –εννοώ φυσικά ξεκινώντας εδώ, στη γη, όχι «μετά θάνατον». Ο παράδεισος αυτός βέβαια, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Χριστού και τις εμπειρίες των χριστιανών, αρχίζει εδώ και συνεχίζεται μετά θάνατον. Πολλοί έχουν ξεκινήσει για να τον πλησιάσουν από πολύ μακριά, από διάφορους δρόμους, ίσως όμοιους με τους δικούς σου (και σχετικά βίντεο). Ή και ακόμα πιο μακριά, «από το σκοτάδι του μίσους».
Αν ένας Ινδιάνος έγινε δεκτός με χαρά στην Ορθοδοξία χωρίς ν’ απαρνηθεί τα έθιμα των προγόνων του (όπως και χιλιάδες άλλοι Ινδιάνοι), παρά μόνο ό,τι ερχόταν σε αντίθεση με την αγάπη του Χριστού, αν κανίβαλοι έγιναν δεκτοί,σταματώντας βέβαια τον κανιβαλισμό, όπως και Αφροαμερικάνοιμέλη συμμοριών και φυλακισμένοι [1], δεν υπάρχει κανείς που να μοιάζει έτσι, ώστε να μην τον δεχτεί ο Χριστός, να μην τον δεχτεί η Ορθοδοξία, να μην τον δεχτώ και να μην τον χαιρετίσω σαν αδερφό εγώ, ο ορθόδοξος χριστιανός.
Ελπίζω μόνο να είναι ειλικρινής· τότε θα μπορέσει ν’ αρχίσει τον αγώνα, που θα τον οδηγήσει σε αυτό που ψάχνει.
Γιατί, να μην ξεχάσω να το ξαναπώ, ο Χριστός υποσχέθηκε αγώνα, όχι άνεση· πρώτα σταυρό (το σταυρό της αγάπης και της μετάνοιας), και μετά ανάσταση· προσπάθεια που συχνά ακροβατεί στα χείλη της αβύσσου, όχι την ξεκούραστη ασφάλεια κάποιου καναπέ. Αλλιώς, η υπόσχεσή του θα ήταν ψεύτικη και αυτό που θα πρόσφερε δε θα είχε καμιά αξία.
Άλλος είναι αυτός που «προσφέρει» ανέσεις, απολαύσεις και δύναμη χωρίς κόπο, χωρίς μετάνοια, χωρίς αγάπη, όχι ο Χριστός. Ο Ίδιος ο Χριστός αρνήθηκε αυτές τις «προσφορές», όταν Του τις έδειξε ο εχθρός (ο διάβολος) – η ιστορία είναι γραμμένη στα ευαγγέλια, π.χ. κατά Ματθαίον, κεφ. 4, 1-11.
Νομίζω πως είπαμε ήδη πολλά. Η συνέχεια θα δοθεί με έρευνα και μελέτη για όποιον αναζητά με ειλικρίνεια και πάθος τη ζωή και το Φως και δεν του αρέσει καθόλου ο θάνατος και το σκοτάδι, και, ακόμη κι αν έχει μπλεχτεί στα δίχτυα τους, θέλει να βγει. Για όποιον είναι στ’ αλήθεια έξω από το κατεστημένο ή και αντίπαλος του κατεστημένου. Για όποιον το θέλει και τολμάει να κάνει το πρώτο βήμα. Δεν είναι μόνος. Δεν είσαι μόνος.

Για τον ενδιαφερόμενο, μια μικρή βιβλιοθήκη:
Μανώλη Μελινού, Πείρα Πατέρων (σειρά αναφερόμενη στη σοφία των σύγχρονων Αγιορειτών μοναχών και ερημιτών). Βλ. και εδώ.
Ιερομόναχου Δαμασκηνού, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, εκδ. Μυριόβιβλος (πώς ένας σύγχρονος Αμερικάνος, άθεος και αμαρτωλός, κατέληξε ορθόδοξος ασκητής και άγιος στα δάση της Καλιφόρνιας).
Κυριάκου Μαρκίδη, καθηγητή κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μέην (ΗΠΑ),ΤριλογίαΤαξίδι με τον λέονταΤο Όρος της σιωπήςΔώρα της ερήμου, εκδ. Διόπτρα.
Διονυσίου Φαρασιώτη, Οι γκουρού, ο νέος και ο γέροντας Παΐσιος, εκδ. Παναγόπουλος (η περιπέτεια ενός νέου από την Ορθοδοξία στον Ινδουισμό και η κατάληξή της).
Γέροντα Σωφρόνιου ΣαχάρωφΟ άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας.
π. Πήτερ Γκίλκουιστ, Καλώς ήρθατε στο σπίτι σας, εκδ. Ακρίτας (2000 άνθρωποι ερεύνησαν για την αυθεντική και πρωταρχική μορφή του χριστιανισμού και για το αν υπάρχει πουθενά σήμερα).
Πέτρου Μπότση (μετάφραση-επιμέλεια), Η Θηβαΐδα του Βορρά (μεγάλοι ασκητές στα ρωσικά δάση ζουν την περιπέτεια της αγιότητας τους τελευταίους αιώνες).