Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ (13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)



«Ο όσιος αυτός καταγόταν από την Καισάρεια της Παλαιστίνης. Ξεκίνησε την ασκητική του ζωή όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, ζώντας στις ερημιές και τα όρη. Όταν είχε περάσει στην αναχώρηση είκοσι πέντε έτη μαζί με πολλούς άλλους, δέχτηκε και έναν τέτοιο πειρασμό από τον πονηρό. Κάποια πόρνη δηλαδή που εμφανίστηκε  σαν πτωχή γυναίκα, έφτασε στο όρος όπου ζούσε ο άγιος. Και αφού βράδιασε, έκλαιγε με αναφιλητά, διότι δήθεν έχασε τον δρόμο και θα γινόταν τροφή για τα θηρία, γι’ αυτό και παρακαλούσε τον όσιο να την δεχθεί μέσα στο κελί του και να μη κατασπαραχθεί από τα δόντια αυτών. Αυτός τότε (διότι ήταν αδύνατο να την αφήσει έξω), της είπε να περάσει μέσα, ενώ ο ίδιος προχώρησε στα εσώτερα του κελιού. Το πρωί ο όσιος βλέποντας τη μεταβολή της εμφάνισής της (διότι φορούσε ιμάτια, με τα οποία στολίστηκε τη νύκτα), ρωτούσε να μάθει ποια ήταν και για ποιο λόγο πήγε εκεί; Αυτή τότε του είπε με αναίδεια «εξαιτίας σου». Κι αφού έλεγξε με κακία την ασκητική του διαγωγή και πρόσθεσε ότι και όλοι οι Δίκαιοι κατά την Παλαιά Διαθήκη βρέθηκαν με γυναίκες, τον προσκαλούσε να συνευρεθούν. Αυτός όμως, ελαφρά ταραγμένος αλλά έχοντας ήδη υπό έλεγχο και υπακοή τον εαυτό του, και εξετάζοντας πώς, αν διαπράξει τούτο, θα κρυφτεί από τη θεία χάρη, πριν να πέσει σε αμαρτία, ήδη σηκώθηκε. Τι έκανε λοιπόν; Έβαλε φωτιά σε πλήθος από ξερά κλαδιά  και μπήκε στο μέσο, νουθετώντας  τον εαυτό του και λέγοντας: «Αν μπορείς να υποφέρεις τη φωτιά της γέεννας, αφού ποθείς την αισχρή ηδονή, υπάκουσε στη γυναίκα και πήγαινε μαζί της». Αφού κατέφλεξε έτσι τον εαυτό του και ταπείνωσε το ξεσήκωμα της σάρκας του, και τη γυναίκα που σωφρονίστηκε από όσα είδε την έστειλε σε μοναστήρι, και ο ίδιος, γιατρεμένος με τη χάρη του Θεού από τις πληγές της φωτιάς, με την καθοδήγηση ενός ναύκληρου, πήγε σε ένα ξερονήσι, που απείχε από τη γη μιας ημέρας οδό. 
Σ’ αυτό έμεινε επί δέκα χρόνια, παίρνοντας τροφή από τον ναύκληρο. Πάλι όμως σηκώθηκε και έφυγε από εκεί, όταν κάποια κοπέλα που γλύτωσε από ναυάγιο πάνω σε μία σανίδα, έφτασε κοντά του. Και την μεν κοπέλα την τράβηξε να βγει ο όσιος, αυτός όμως έφυγε και από εκεί, λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία χορταριού και φωτιάς. Οδηγήθηκε μάλιστα στην ξηρά, πάνω σε δελφίνια. Έπειτα από εκεί διάβηκε από χώρες και πόλεις και έχοντας ως σύνθημα το «Φεύγε, Μαρτινιανέ, μη σε προφθάσει πειρασμός» (διότι έτσι αποφάσισε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του), έφτασε στην Αθήνα. Μόλις πήγε εκεί, εκδήμησε προς τον Κύριο, ενώ αξιώθηκε ένδοξης ταφής από τον επίσκοπο και όλο τον λαό. Λέγεται δε και για τις γυναίκες, ότι η μεν πρώτη που πήγε από το όρος σε μοναστήρι και έζησε εκεί, αξιώθηκε να κάνει θαύματα, η δε άλλη ότι έμεινε υπομονετικά στο ξερονήσι μέχρι το τέλος της ζωής της, ντυμένη με ανδρικά ρούχα που της τα έφερε ο ναύκληρος. Τελείται η σύναξή του στο σεπτό Αποστολείο του αγίου και κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου, που βρίσκεται δίπλα στη αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία».

Ο όσιος Μαρτινιανός αποτελεί κλασική περίπτωση νέου ανθρώπου που απεφάσισε να αφιερωθεί στον Κύριο από αγάπη προς Αυτόν. Κι αυτός, όπως πλειάδα παρομοίων περιπτώσεων, αποτελεί την εμπροσθοφυλακή της Εκκλησίας και δίνει το στίγμα της καθαρής πορείας προς Εκείνον. Δεν είναι δυνατόν όμως να ακολουθεί κανείς τον Χριστό, χωρίς να αγωνίζεται για την υπέρβαση των παθών του – «τα πάθη χάλκινο τείχος είναι, που με εμποδίζουν από τον Θεό» κατά την γνωστή έκφραση του αββά του Γεροντικού – χωρίς δηλαδή να ασκεί βία διά παντός πάνω στη δεχομένη επιρροές δαιμονικές ανθρώπινη ύπαρξή του. Ο ίδιος ο Κύριος με απόλυτο και οριστικό τρόπο το αποκάλυψε: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Γι’ αυτό και έκτοτε έτσι ορίστηκε ο αληθινός χριστιανός, τύπος του οποίου αποτελεί ο αφιερωμένος στον Θεό μοναχός: Ως «βία φύσεως διηνεκής», μία διαρκής άσκηση βίας πάνω στα αμαρτωλά φρονήματα του ανθρώπου. Μία διαφορετικού τύπου πορεία, μία πορεία ζωής δηλαδή χωρίς ασκητική διαγωγή, είτε στον κόσμο είτε εκτός, συνιστά, κατά τον απόστολο Παύλο, αδόκιμη πορεία: δεν οδηγεί προς τον Χριστό. «Υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ, μήπως άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένωμαι»: Ταλαιπωρώ το σώμα μου και το καθιστώ δούλο, μήπως πάω να κηρύξω σε άλλους, ενώ ο ίδιος βρεθώ αδόκιμος. Ακριβώς τούτο τονίζει και ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος για τη σημερινή περίπτωση του οσίου Μαρτινιανού. «Μόνασες – σημειώνει – και ανέλαβες τον σταυρό σου, όσιε, γιατί πόθησες, με τη νέκρωση των παθών του σώματός σου,  να ακολουθείς Αυτόν που υπέμεινε εκούσια για χάρη σου Σταυρό και ταφή» («Μονάσας και τον σταυρόν σου, όσιε, αναλαβόμενος, τω δια σε εκούσιον Σταυρόν και ταφήν υπομείναντι, ακολουθείν επόθησας, πάθη νεκρώσας τα του σώματος») (ωδή α΄).  

Πάνω στα ανθρώπινα ψεκτά πάθη, τη φιληδονία δηλαδή, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία, που πηγάζουν από τη ρίζα της αμαρτίας φιλαυτία ή εγωισμό, δουλεύει και ο διάβολος. Ο διάβολος δεν γνωρίζει επακριβώς, αλλ’ υποψιάζεται, λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του, το ποια πάθη ιδιαιτέρως μας ταλαιπωρούν. Και αυτά αντιστοίχως τροφοδοτεί. Ρίχνει τα δολώματά του κι ό,τι πιάσει. Κι εκείνους που κατεξοχήν προσβάλλει είναι οι αφιερωμένοι στον Θεό, οι μοναχοί. Αυτούς προσπαθεί να καταβάλει – όχι βεβαίως ότι αφήνει τους άλλους τους εν τω κόσμω -  χωρίς να καταλαβαίνει ο δυστυχής ότι με τον τρόπο αυτό τους προξενεί στεφάνια νίκης, αφού έτσι κυρίως, μέσα από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, ανεβαίνει ο πιστός την κλίμακα των αρετών. «Ποιος σε έμαθε να προσεύχεσαι;», ρώτησαν κάποια φορά έναν όσιο. Κι εκείνος πολύ απλά απάντησε: «Ο διάβολος. Με τις προσβολές του αναγκαζόμουν να βρίσκομαι διαρκώς σε ανάταση προς τον Θεό και να κραυγάζω να με βοηθήσει».  Με τις επιθέσεις του διαβόλου, τις συνεχείς οχλήσεις του, και μάλιστα πάνω στο πάθος της φιληδονίας, αγίασε κατεξοχήν και ο όσιος Μαρτινιανός. Ο Πονηρός υπενόησε ότι με το αρχαίο όπλο: τις δόλιες λαλιές της γυναίκας, θα ρίξει και τον άγιο του Θεού. Ό,τι με άλλα λόγια έπαθε ο προπάτορας Αδάμ, να παρακούσει τον Θεό,  γιατί παρασύρθηκε από τα λόγια της Εύας, το ίδιο θα πάθαινε και ο Μαρτινιανός. Αλλά βεβαίως στην περίπτωση του οσίου απατήθηκε πλάνην οικτράν. Ο άγιος με έξυπνο τρόπο απέφυγε τον πειρασμό και προχώρησε σε αγιότητα. «Με δόλιες λαλιές της γυναίκας – γράφει ο άγιος Θεοφάνης -  σου επιτέθηκε ο δυσμενής όφις, όπως παλιά στον Προπάτορα. Αλλά με τη σοφή σου σκέψη καταργήθηκαν τα σοφίσματά του» («Δολίαις γυναικός λαλιαίς σοι προσέβαλεν, ως τω Προπάτορι πάλαι, δυσμενής ο όφις αλλ’  επινοία τη σοφή σου, κατηργήθη αυτού τα σοφίσματα») (ωδή ς΄).

Ο όσιος βεβαίως με τη χάρη του Θεού νίκησε τον πειρασμό. Αλλά η νίκη του αυτή ήταν επώδυνη. Ρίχτηκε στην αισθητή πυρά, για να γλιτώσει από τη νοητή, την αποστροφή του προσώπου του Θεού. Κι έτσι, μας λέει ο υμνογράφος μας, αναδείχτηκε και σε δικαστή του εαυτού του και σε μάρτυρα. Χωρίς να δικαστεί από άλλους, σαν τους υπόλοιπους μάρτυρες της Εκκλησίας μας, χωρίς να τον ρίξουν σε φωτιά, εκείνος μόνος του και έκρινε τον εαυτό του και τον καταδίκασε σε φωτιά. Και βγήκε νικητής και στεφανωμένος. «Με τη θέλησή σου χρημάτισες μάρτυρας και δικαστής και κατήγορος του εαυτού σου. Διότι επειδή φλεγόσουν από άτοπη ηδονή, άναψες για τον εαυτό σου, πάτερ, πολύ δυνατή φωτιά και τον έριξες στο μέσον της κατακαιόμενος» («Μάρτυς εθελούσιος και δικαστής και κατήγορος σεαυτού εχρημάτισας πυρί γαρ φλεγόμενος ηδονής ατόπου, πυράν λαυροτάτην, Πάτερ, ανάψας, σεαυτόν μέσον εισήξας κατακαιόμενος») (στιχηρό εσπερινού). Τι ήταν εκείνο που τον έκανε, έστω και υπό πειρασμόν, να νικήσει; Μας το εξηγεί ο άγιος Θεοφάνης: «μπήκες με προθυμία στη δημιουργημένη κι αυτή από τον Θεό φωτιά, γιατί είχες μέσα στην καρδιά σου τη θεϊκή φωτιά» («επέβης προθύμως τω ομοδούλω πυρί, το θείον πυρ εγκάρδιον έχων») (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού).

Ο όσιος Μαρτινιανός όμως εξυψώνεται ενώπιόν μας και ενώπιον όλων των γενεών ως τύπος συνετού και προσγειωμένου στην πραγματικότητα ανθρώπου. Θέλουμε να πούμε ότι ο όσιος δεν «πήρε θάρρος» από τη νίκη του αυτή. Δεν σκέφτηκε ότι όπως νίκησε τώρα, θα νικήσει και μετά. Αντίθετα: «τρόμαξε» με την πονηρία του διαβόλου και θέλησε να φύγει και από το όρος. Η καταφυγή του σε ξερονήσι, μακριά από την ξηρά, ήταν η νομιζόμενη από αυτόν λύτρωση: δεν θα ερχόταν καμία γυναίκα ή κανένας να τον υποβάλει σε πειρασμό. Κι έζησε εκεί με τρόπο που θυμίζει τις χίλιες ημέρες και τις χίλιες νύκτες πάνω σε βράχο του νεωτέρου και αγαπημένου Ρώσου οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ: με ολοκληρωτική αναφορά στον Θεό, είτε σε ψύχος είτε σε καύσωνα. «Δεν χαυνώθηκε ο νους σου από το ψύχος κι ούτε φλέχτηκε η ψυχή σου από τον καύσωνα, ώστε να υποχωρήσεις έστω και για λίγο, θλίβοντας το σαρκίο σου. Αλλά υπέφερες, έχοντας κατά νου τη μακαριότητα των δικαίων» («Ου ψύχει χαυνούμενος τον νουν αλλ’ ουδέ καύσωνι ψυχήν φλεγόμενος όλως ενέδωκας θλίβων σου το σαρκίον αλλ’ υπέφερες την τοις δικαίοις εννοών μακαριότητα») (ωδή η΄).

 Έμαθε όμως ότι η πονηρία του Πονηρού δεν έχει όρια. Τα πάντα εφευρίσκει, πάντα βεβαίως με την παραχώρηση του Κυρίου – μη ξεχνάμε ότι ο διάβολος δεν είναι ανεξέλεγκτος, αλλ’ υπόκειται και αυτός στο θέλημα του Θεού: τον αφήνει να δρα, όσο διευκολύνει την παιδαγωγία του ανθρώπου – προκειμένου να πειράξει τον δούλο του Θεού. Κι όταν αντιμετωπίζει από το «πουθενά» νέο πειρασμό στο πρόσωπο μιας ναυαγισμένης κόρης, σηκώνεται και φεύγει, για να αποφασίσει εσαεί να είναι περιπλανώμενος. Πόσο προσγειωμένος πράγματι είναι! Τι εμπιστοσύνη να δείξει στον εαυτό του, όταν βλέπει ότι ακόμη βρίσκεται στον κόσμο τούτο; Όπως το έλεγε και ο Γέροντας των Αθηνών μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «το θέμα σαρξ τελειώνει με το θέμα πλαξ», δηλαδή όσο η πλάκα του τάφου δεν μας έχει κλείσει, δεν μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τη σάρκα του, το ίδιο βλέπουμε στον όσιο Μαρτινιανό και σε κάθε άλλο βεβαίως άγιο. Κι ο υμνογράφος μας γι’ αυτό, δεν τονίζει μόνο τον αγώνα του απέναντι στην πρώτη γυναίκα, αλλά απέναντι και στη δεύτερη. Και τι ωραία τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ιωνά: όπως εκείνος ρίχτηκε στη θάλασσα για να ησυχάσει αυτή, και θαλάσσιο κήτος τον έβγαλε στην ξηρά, έτσι και ο όσιος Μαρτινιανός, ρίχτηκε στη θάλασσα να ξεφύγει νέο πειρασμό, βγαίνοντας στην ξηρά πάνω κι αυτός σε θαλάσσια κήτη: τα νώτα των δελφινιών. «Κυβερνώμενος, Πάτερ, από το θεϊκό χέρι, σαν τον Ιωνά έριξες τον εαυτό σου στον βυθό της θάλασσας, όσιε, έχοντας ως όχημα τα θηρία και βγαίνοντας φωτισμένος στην ξηρά» («Υπό της θείας κυβερνώμενος, Πάτερ, χειρός, ώσπερ Ιωνάς απέρριψας σεαυτόν εις βυθόν θαλάσσης, όσιε, θηρσίν οχούμενος και τη χέρσω λαμπρός εκδιδόμενος») (ωδή ζ΄ ).

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟY Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης κ.κ. Παντελεήμονος

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός καλούσε τον λαό του Ισραήλ σε μετάνοια. «Μετανοείτε», έλεγε, διότι έφθασε ανάμεσά σας η Βασιλεία του Θεού.  Το κήρυγμά Του αποσκοπούσε την διόρθωση και τη σωτηρία του ανθρώπου.  Ο Θεός της αγάπης θέλησε να οδηγήσει τον αμαρτωλό άνθρωπο στην επίγνωση της αμαρτωλότητός του, στη συναίσθηση της ενοχής του και να τον οδηγήσει στη σωτηρία του.  Ο Θεός θέλει να σώσει όλους τους ανθρώπους.

            Γι’ αυτό στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Κύριος παρουσιάζει δύο τύπους ανθρώπων.  Ο ένας θεωρείται σαν τον πιο αμαρτωλό τύπο της εποχής του.  Παίρνει το παράδειγμα του Τελώνου, τον πιο διαβεβλημένο άνθρωπο της ιουδαϊκής κοινωνίας και τον συγκρίνει μ’ έναν άλλο τύπο, τον Φαρισαίο.  Ο Κύριος θέλει να μας διδάξει το πόσο σημαντικό είναι το να έχουμε ειλικρινή μετάνοια και να προσευχόμαστε με τον σωστό τρόπο.  Και πράγματι, ο Τελώνης με ειλικρινή μετάνοια και συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, με βαθιά ταπείνωση στάθηκε σε κάποια γωνιά, σε κάποια απόσταση από τα άγια και με ταπεινό φρόνημα απευθύνει στον Κύριο έξι μόνον λέξεις, που ήσαν αρκετές για να του χαρίσουν την δικαίωσή του.

            Οι Τελώνες ήταν για τους Εβραίους αντιπαθητικοί, επειδή συνεργάζονταν με τους κατακτητές Ρωμαίους.  Εισέπρατταν τους φόρους και ζητούσαν όλο και περισσότερα από τους υπόδουλους συμπατριώτες των.  Επειδή είχαν πάντοτε μαζί τους Ρωμαίους στρατιώτες εκβίαζαν με σύλληψη όσους δεν ήθελαν να πληρώσουν. 

Γι’ αυτούς τους λόγους οι Τελώνες εθεωρούντο άδικοι, άρπαγες, εκβιαστές και ληστές.  Εθεωρούντο αμετανόητοι, αδιόρθωτοι, η οικογένειά τους ανέντιμη και η κάθε προσφορά τους προς τον Ναό ή η κάθε ελεημοσύνη τους απαράδεκτη.

Ο Τελώνης της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής είχε ειλικρινή μετάνοια.  Είχε βαθιά λύπη και συντριβή για τα αμαρτήματά του, ταπείνωση και αυτό-εξουθένωση μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους.  Αυτά τον οδηγούν να σταθεί σε κάποια απόσταση από το θυσιαστήριο.  Αντίθετα, ο Φαρισαίος, που εθεωρείτο δίκαιος και ενάρετος, με καύχηση στάθηκε σε σημείο απ’ όπου όλοι θα μπορούσαν να τον δουν και ακούσουν.  Στάθηκε μπροστά στον εαυτό του, προσεύχεται όχι για να ακουστεί από το Θεό, αλλά για επιδειχθεί στους ανθρώπους.  Απέβλεπε να ελκύσει όχι το έλεος του Θεού, αλλά τον έπαινο των ανθρώπων.  Γι’ αυτό αντί να αισθανθεί μετάνοια για τα προσωπικά του λάθη, κυριεύεται από την αυτοδικαίωση και κατακρίνει τον συνάνθρωπό του.

Ο Τελώνης πλησιάζει με υπερβολική ταπείνωση, η οποία εκφράζεται όχι μόνον με τα λόγια, «ο Θεός ιλάσθητί μοι τον αμαρτωλόν», αλλά και με εξωτερικές κινήσεις και στάσεις του σώματός του.  Στέκεται μακριά απ’ όλους.  Κρατεί τα μάτια του χαμηλά. Χτυπάει το στήθος, σαν να κτυπούσε την καρδιά του.  Θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό. Ακούει και τις κατηγορίες του Φαρισαίου και σκύβει περισσότερο το κεφάλι.  Δέχεται τις κατηγορίες σιωπηλά και συντρίβει την καρδιά του από ταπείνωση.

Η προσευχή του Τελώνη, γεμάτη από τα δάκρυα της μετανοίας, παρακαλεί τον Θεό του ελέους:  «Ο Θεός ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ»!  Πολυεύσπλαχνε Κύριε και Θεέ μου, δείξε και σε μένα το έλεός Σου.  Συγχώρησε τα πολλά αμαρτήματά μου.

Το αποτέλεσμα. Ο Φαρισαίος από την υπεροψία του καταδικάζεται για την αυτοδικαίωσή του, ενώ ο Τελώνης δικαιώνεται για την ευλάβεια και τη συναίσθηση των αμαρτιών του.

Στη σημερινή μας κοινωνία το παράδειγμα αυτών των δύο ευαγγελικών τύπων βρίσκει την ανάλογη ανταπόκριση στους χαρακτήρες των χριστιανών.  Διότι, πόσες φορές δεν σταθήκαμε με υπεροψία την ώρα της προσευχής πιστεύοντας ότι είμεθα οι καλύτεροι χριστιανοί;  Πόσες φορές αποφεύγαμε να πηγαίνουμε στην Εκκλησία, παρά μόνον Πάσχα και Χριστούγεννα;  Πόσες φορές προσπαθήσαμε να αυτοδικαιώσουμε τον εαυτό μας;  Πόσες φορές δεν αμαρτήσαμε και κατακρίναμε τον συνάνθρωπό μας;  Εάν όμως θέλομε να δικαιωθούμε από τον Θεό πρέπει να κατακρίνομε τον εαυτό μας.

Από σήμερα αρχίζει η εκκλησιαστική περίοδος του Τριωδίου.  Ας παραδειγματιστούμε από τη σωτήρια μετάνοια του Τελώνου και ας μάθουμε να στεκόμαστε μπροστά στο Θεό με ευλάβεια και συντριβή καρδίας.  Ας μετανοήσουμε για τα πολλά μας σφάλματα.  Ας μάθουμε να συγχωράμε τον συνάνθρωπό μας.  Ας μη κρατάμε κακίες, αλλά, ας μιμηθούμε την ευσπλαγχνία του Θεού.  Ο Κύριος είναι ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και ευσπλαγχνίζεται όλους όσους καταφεύγουν σ’ Αυτόν.  Ας αποφύγουμε την κατάκριση για να βρούμε τη δικαίωση.

Η περίοδος αυτή είναι περίοδος μετανοίας.  Ας εκμεταλλευτούμε τις περιστάσεις για τη πνευματική μας ωφέλεια, ώστε να επιτύχουμε την εν Χριστώ σωτηρία μας προς δόξα του Αγίου μας Θεού.  Αμήν.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ (8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)



«Ο άγιος Θεόδωρος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικίνιου (τις πρώτες δεκαετίες του 3ου μ.Χ. αιώνα). Καταγόταν από τα Ευχάϊτα, αλλά κατοικούσε στην Ηράκλεια του Πόντου. Υπερείχε από τους περισσοτέρους ως προς το κάλλος της ψυχής του, το μέγεθος του σώματος και τη δύναμη των λόγων. Όλοι, γι’ αυτό, προσπαθούσαν να αποκτήσουν τη φιλία του. Για τον ίδιο λόγο και ο Λικίνιος ήθελε πάρα πολύ να τον συναντήσει, μολονότι είχε ακούσει  ότι είναι χριστιανός και βδελύσσεται τους λεγόμενους θεούς. Έστειλε λοιπόν από τη Νικομήδεια μερικούς, του ιδίου αξιώματος με τον Θεόδωρο, και τους πρόσταξε να του φέρουν τον μάρτυρα με ευγενικό τρόπο. Όταν αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι ο μακάριος Θεόδωρος έφερε ως αντίρρηση ότι πρέπει ο βασιλιάς μάλλον να έλθει μαζί με τους μεγαλύτερους από αυτόν θεούς, αμέσως ο βασιλιάς ήλθε στην Ηράκλεια.
Ο άγιος Θεόδωρος, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να συναντήσει τον Λικίνιο μετά από νυκτερινό όραμα που του έστειλε ο Θεός, όταν πληροφορήθηκε ότι ο βασιλιάς πλησιάζει, ανέβηκε σε άλογο, τον συνάντησε και τον τίμησε όπως έπρεπε. Ο βασιλιάς τότε του έδωσε το δεξί του χέρι και χαιρέτισε τον Θεόδωρο πολύ θερμά. Εισήλθε έπειτα στην πόλη κι αφού κάθισε σε υψηλό βήμα, προέτρεπε τον μακάριο Θεόδωρο να προσφέρει στους δικούς του θεούς θυσία. Ο άγιος  ζήτησε να πάρει στο σπίτι του τα αγάλματα των επισημοτέρων θεών, να προσφέρει εκεί πρώτα τις προσευχές του, και έπειτα πάλι δημόσια να προσφέρει στους θεούς αυτούς σπονδές. Ο βασιλιάς συμφώνησε κι έδωσε εντολή  να του δοθούν τα χρυσά και τα αργυρά αγάλματα, ο άγιος τα έλαβε και κατά το μέσο της νύκτας τα συνέτριψε, τα έκανε μικρά κομμάτια και τα έδωσε στους ενδεείς και τους πένητες.
Την επομένη ημέρα, όταν ο Μαξέντιος ο Κομενταρήσιος είπε ότι είδε την κεφαλή της μεγάλης θεάς Αφροδίτης να περιφέρεται από κάποιον πτωχό, ο Λικίνιος διέταξε και αμέσως ο άγιος συνελήφθη από τη φρουρά του Λικινίου. Και πρώτα μεν τον ξέντυσαν, τον κράτησαν τεντωμένο τέσσερις, και τον κτύπησαν με μαστίγια από νεύρα βοδιών: επτακόσιες πληγές στην πλάτη, πενήντα στην κοιλιά, όπως και κτυπήματα με μολύβδινες σφαίρες στον αυχένα. Έπειτα τον έξυσαν μέχρι αίματος, τον κατέφλεξαν με λαμπάδες, και έτριψαν με όστρακα τις πρησμένες και καμμένες πληγές, οπότε τον έριξαν στη φυλακή, ασφαλίζοντας τα πόδια του σε ξύλινη μέγγενη.
Έμεινε χωρίς φαγητό και νερό στη φυλακή επί επτά ημέρες. Τον έβγαλαν πάλι και κάρφωσαν τα χέρια και τα πόδια του σε σταυρό, κι εκεί του πέρασαν περόνη από το κάτω μέρος του σώματος, που έφθασε μέχρι τα έγκατά του. Γύρω του στέκονταν και παιδιά, που τόξευαν τον άγιο στο πρόσωπο και τα μάτια, ενώ από τις βολές των βελών που κτυπούσαν τα μάτια, έπεσαν κάτω οι κόρες των οφθαλμών του. Άλλοι δε, έκοψαν τα γεννητικά του όργανα, κάνοντας εγκάρσιες τομές σ’ αυτά. Πέρασε τη νύκτα πάνω στο σταυρό και νόμισε ο Λικίνιος ότι είχε ήδη πεθάνει. Αλλά απατήθηκε. Διότι άγγελος Κυρίου τον έλυσε από τα δεσμά και έγινε ολόκληρος υγιής, και έψαλλε και ευλογούσε τον Θεό.
Το ξημέρωμα, απέστειλε ο Λικίνιος να σηκώσουν το σώμα του Μάρτυρα και να το ρίξουν στη θάλασσα. Όταν όμως έφθασαν οι απεσταλμένοι και είδαν τον άγιο να είναι ακόμη ζωντανός και όλος υγιής, πίστεψαν στον Χριστό, άνδρες περίπου ογδόντα πέντε στον αριθμό. Και μετά από αυτούς, άλλοι τριακόσιοι στρατιώτες, στους οποίους ηγείτο ο ανθύπατος Κέστης, που στάλθηκαν για να φονεύσουν τους πρώτους, και αυτοί πίστεψαν στον Χριστό. Όταν είδε ο Λικίνιος την πόλη αναστατωμένη, διέταξε να κοπεί η κεφαλή του αγίου. Στάθηκαν όμως τότε πάμπολλα πλήθη χριστιανών και εμπόδιζαν τους στρατιώτες. Μόλις λοιπόν ο άγιος τους ησύχασε και προσευχήθηκε στον Χριστό, του έκοψαν το κεφάλι και πήρε τέλος ο δρόμος του μαρτυρίου. Μετατέθηκε δε από την Ηράκλεια στα Ευχάϊτα, στο γονικό οίκημά του, καθώς ο μάρτυς είχε δώσει τις κατάλληλες εντολές από πριν στον γραμματέα του Αύγαρο. Ο Αύγαρος, που ήταν μαζί με τον άγιο καθ’ όλη τη διάρκεια του μαρτυρίου του, έγραψε το μαρτυρολόγιο του αγίου κατά πλάτος, δηλαδή και τις ερωτήσεις που του έθεσαν και τις απαντήσεις που έδωσε και τα ποικίλα είδη των βασανιστηρίων που πέρασε, και τις εκ Θεού φανερώσεις και βοήθειες».

Ο πυρπολημένος από θείο πόθο νους του αγίου Θεοδώρου αποτελεί το κλειδί που ερμηνεύει την καρτερία του στα τόσα βασανιστήρια που υπέστη, όπως βεβαίως και τη δύναμή του να υπερβεί πρώτα όλες τις προσφορές του ίδιου του βασιλιά. Απαιτείται να έχει κάποιος ολοκληρωτικά στραμμένο τον νου του στον Θεό, να φλέγεται από την αγάπη Εκείνου, για να μπορεί να περιφρονεί τη φιλία ενός βασιλιά, και μάλιστα με τέτοιες εξουσίες την εποχή εκείνη, και να καταφρονεί τα μαρτύρια που τσακίζουν το σώμα του ανθρώπου. Κι αυτό είναι το διαρκώς ζητούμενο από την Εκκλησία για τον πιστό άνθρωπο: όχι απλώς να τον περιορίσει με κάποιες εντολές και κανόνες – αυτό αποτελεί εξιουδαϊσμό της πνευματικής της ζωής – αλλά να τον προσανατολίσει στην αγάπη προς τον Θεό, την πρώτη και μεγάλη εντολή που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο. «Με πυρπολημένο τον νου από τον θείο πόθο, με γενναιότητα και μεγάλη τόλμη  προχώρησες στον θάνατο της φωτιάς» («τω γαρ θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος, του εν πυρί θανάτου γενναίως κατετόλμησας»), σημειώνει στο κάθισμα του όρθρου ο υμνογράφος του αγίου. «Ο πόθος σου προς τον Θεό διέγραψε κάθε εμπαθή σχέση με τα γήινα, παμμακάριστε, δηλαδή και την ηδονή της δόξας, τον πλούτο και την τρυφή, και το περιβόητο ύψος της αναγνώρισης από όλους» («Ο προς Θεόν πόθος σου πάσαν ημαύρωσε προσπαθείας ύλην, παμμακάριστε, δόξαν τερπνήν, πλούτον και τρυφήν, και περιφανείας το περιβόητον ύψωμα») (ωδή δ΄ ).

Ο υμνογράφος του αγίου Θεοδώρου Νικόλαος προβάλλει την ομορφιά του και το παράστημά του: ο άγιος Θεόδωρος ήταν «ωραίος νέος, με σπάνια ομορφιά, διακρινόμενος για το κάλλος της ψυχής και του σώματος». Αλλά η ομορφιά του ανθρώπου, κατά τον υμνογράφο, κάτι που βλέπουμε στους αγίους μας σαν τον σημερινό, έγκειται κατεξοχήν στην ομορφιά της ψυχής. «Η ομορφιά των αρετών τον έκανε ωραίο, κυρίως όμως στολιζόταν από τα στίγματα των μαρτύρων». («Νεανίας ωραίος, πανευπρεπής δέδειξαι, κάλλει καταλλήλως εμπρέπων, ψυχής και σώματος, ωραϊζόμενος των αρετών ευμορφία, και μαρτύρων στίγματι καλλωπιζόμενος» (ωδή γ΄). Πράγματι, για την πίστη μας, η ομορφιά του σώματος είναι ένα αγαθό, το οποίο όμως επειδή είναι φθαρτό δεν έχει πρωτεύουσα σημασία. Έρχονται τα γηρατειά κι αυτό που αποτελεί συνήθως καύχημα για τον έχοντα το αγαθό τούτο, εξαφανίζεται. Χωρίς να λάβουμε υπόψη πιθανούς τραυματισμούς, αρρώστιες που αλλοιώνουν τον άνθρωπο, ή και τον αφανίζοντα τα πάντα θάνατο. Η αληθινή ομορφιά έγκειται, όπως λέει για τον άγιο ο υμνογράφος, στην απόκτηση των αρετών. Όταν η ανθρώπινη ψυχή ντύνεται τις αρετές, όταν η χάρη του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο, τότε και ο πιο άσχημος εξωτερικά θεωρούμενος άνθρωπος αποκτά μία γλυκύτητα και μία «επιφάνεια» που γοητεύει και μαγνητίζει τους πάντες. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» ακούμε να λέει επ’ αυτού ο λόγος του Θεού. Στον άγιο Θεόδωρο βεβαίως συνυπήρχαν και τα δύο στοιχεία: και το κάλλος του σώματος και το κάλλος της ψυχής. Για τον άγιο όμως η προτεραιότητα ήταν δεδομένη: το κάλλος της ψυχής. Και μάλιστα όχι μόνο με τις αρετές, αλλά κυρίως με τα βάσανα που υπέστη. Κι αυτό διότι προφανώς τον έβαζαν στα χνάρια του κατ’ εξοχήν «ωραίου κάλλει παρά πάντας ανθρώπους» Ιησού Χριστού.

Με το μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου όμως έχουμε και ένα είδος  επιβεβαίωσης της αναστάσεως των σωμάτων που θα φέρει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Θέλουμε να πούμε ότι ο Κύριος δίνοντας τη χάρη Του δι’ αγγέλου να αποκαταστήσει το διαμελισμένο από τα βασανιστήρια σώμα του αγίου, να το ξανακάνει υγιές καθ’ ολοκληρίαν όπως ήτανε, πριν από την αποτομή της κεφαλής του, μας δίνει με μεγάλη ενάργεια μία εικόνα της εκ νέου δημιουργίας των σωμάτων που θα πραγματοποιήσει. Διότι υπάρχουν χριστιανοί οι οποίοι διερωτώνται: μα πώς τα διαλυμένα σώματα από τον θάνατο ή τα πυρπολημένα από τη φωτιά ή τα φαγωμένα από θηρία θα αναστηθούν; Και η απάντηση βεβαίως είναι απλή: ο Θεός θα προβεί σε μία νέα δημιουργία τους. Αυτός που «εξ ουκ όντων» δημιούργησε τα πάντα, ο Ίδιος και πάλι θα δημιουργήσει τα φθαρμένα και διαλυμένα. Κι εδώ ακριβώς, στο μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου, παίρνουμε μία εικόνα αυτής της μελλοντικής δημιουργίας: με μία απλή ενέργειά Του, και μάλιστα δι’ αγγέλου Του, το σώμα αποκαθίσταται. «Φάνηκες νικητής, ολοκληρωτικά άρτιος, μετά τη σταύρωση και την κάθε άλλη αποκοπή των μελών σου  και  νέκρωση, συ που νίκησες τον κόσμο. Διότι ο Χριστός με το χέρι του αγγέλου σαν αρχηγός της ζωής, σου ξανάδωσε ζωή» («Νικηφόρος ωράθης, άρτιος ολόκληρος μετά την σταύρωσιν και την άλλην πάσαν  των μελών συγκοπήν τε και νέκρωσιν, ο νικήσας κόσμον∙ σε γαρ Χριστός χειρί αγγέλου, ως ζωής αρχηγός, ανεζώωσεν» (ωδή ε΄).

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Η βιαστική προσευχή δεν έχει πνευματικό καρπό




Σας ελέγχει η συνείδηση, επειδή κάνετε πολύ βιαστικά την προσευχή σας και είναι εύλογο. Γιατί υπακούτε στον εχθρό; Εκείνος είναι που σας παρακινεί: «Γρήγορα… πιο γρήγορα…». Η βιαστική προσευχή δεν έχει πνευματικό καρπό. Βάλτε, λοιπόν, κανόνα στον εαυτό σας να μη βιάζεστε. Να προσεύχεστε έτσι, ώστε ούτε μια λέξη να μην προφέρουν τα χείλη σας, που να μην την κατανοεί ο νους σας και να μην τη βιώνει η καρδιά σας. Πρέπει να ριχθείτε σ’ αυτόν τον αγώνα με αποφασιστικότητα στρατιωτική. Και όταν ο εχθρός σας ψιθυρίζει, «Κάνε τούτο ή εκείνο», εσείς να του αποκρίνεστε:

«Ξέρω τί θα κάνω. Δεν σε χρειάζομαι. Φύγε από δω!». Την ψυχή την τρέφει μόνο η προσευχή. Η δική σας προσευχή, όμως, είναι επιφανειακή, όχι ουσιαστική. Γι' αυτό η ψυχή σας μένει ανικανοποίητη, πεινασμένη…



Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου 
πηγή

Η συγγνώμη είναι ωφέλιμο φάρμακο

images10_zps647a5630 

Μια παροιμία λέει: «Οι γονείς τρώνε αγουρίδες και τα παιδιά μουδιάζουν».
Η Μπεθ γεννάται στην Νέα Υόρκη της Αμερικής . Οι γονείς ,δυστυχώς, σύντομα παρατούν το κοριτσάκι στο έλεος του Θεού και χωρίζουν.
Τα παιδιά χωρισμένων γονιών δέχονται τόνους λύπης , υποφέρουν τα πάνδεινα και συχνά γίνονται περιθωριακά άτομα. Η μικρή Μπεθ μεγαλώνει με τη στοργή της γιαγιάς. Πολλές φορές οι γιαγιάδες μεγαλώνουν τα εγγονάκια τους. . Δεκαπεντάχρονη η Μπεθ χάνει και τη γιαγιά της και παραμένει μονάχη, πεντάρφανη. Κάποιοι θείοι τη βοηθούν στην αρχή, σύντομα όμως και αυτοί εξαφανίζονται . Η Μπεθ εργάζεται σαν πωλήτρια, σε κάποιο μεγάλο κατάστημα.
Κάποια μέρα τσακώνεται με άλλη υπάλληλο και την ξυλοφορτώνει άδικα και σκληρά. Ακολουθεί απόλυση, δικαστήρια…
Στα είκοσι τέσσερά της καταφεύγει σε κάποιον σύμβουλο για ψυχολογικά προβλήματα, τον Dr. Tim Lahaye ( Τιμ Λαχάγιε ) .
Από τη  «ΖΩΗ» αρ. τεύχους 3787, 15 Δεκεμβρίου 1994 , αντιγράφω:
«Κάποια μέρα μ’ επισκέπτεται στο γραφείο μια εικοσιτετράχρονη γυναίκα, για να με συμβουλευτεί. Σύντομα ομολογεί ότι έχει περάσει πολλά χρόνια σε θλίψεις , καταθλίψεις , λύπες. Εγώ, κοιτάζω προσεκτικά το πρόσωπο της συμπαθητικής κοπέλας , αλλά δεν μπορώ να μην σκεφθώ πόσο η περίπτωση ήταν χαρακτηριστική. Πρώτα απ’ όλα η ψυχοσύνθεσή της είναι μελαγχολική. Συνεπώς έχει μία αρνητική στάση, γιατί είναι ευαίσθητη και υπεραπασχολημένη με τον εαυτό της.
Και εκτός από όλα αυτά, δεν έχει καμιά ελπίδα για το μέλλον. Προέρχεται η ταλαίπωρη από διαλυμένη οικογένεια, είναι ανεπιθύμητη τόσο από τους γονείς της, όσο και από τ’ αδέλφια της. Η Μπεθ κάνει το πρώτο βήμα για την ανάρρωση, όταν αποδέχεται τον Ιησού Χριστό, σαν προσωπικό της γιατρό . Την βεβαιότητα της αγάπης και της συγχωρήσεως που πάντα λαχταρούσε , της την πρόσφερε ο Χριστός. Επίσης, την εφοδίασε με τη δύναμη να υπερνικήσει τις σκέψεις της, που τριγύριζαν σε απογοήτευση και αυτολύπηση. Παίρνοντας από το Χριστό  την δυνατότητα να συγχωρήσει τους γονείς της, αφαίρεσε από τη ζωή της τη ρίζα της πικρίας που είχε εξελιχθεί σε ρίζα κακίας και χρόνια ολόκληρα την ταλαιπωρούσε.
Τρεις μήνες μετά την επιστροφή της στο Χριστό, πέταξε από το κομοδίνο της όλα τα ηρεμιστικά φάρμακα που έπαιρνε. Τότε ακριβώς δοκίμασε από πλευράς ισορροπίας , την πιο σταθερή περίοδο της ζωής της».
Ταλαίπωρο πλάσμα! Η μοναξιά, η εγκατάλειψη, η στέρηση της αγάπης φαρμάκωσαν το εσωτερικό της κοπέλας.
Ένα αβυσσαλέο μίσος, απόλυτα δικαιολογημένο, δημιούργησε ένα απόστημα, έναν καρκίνο μέσα της!
Πολλά παιδιά χωρισμένων γονιών στερούνται την αγάπη, πυρπολούνται από το μίσος και καταντούν στην απελπισία ή καταλήγουν σε φυλακές!
Ταλαίπωρα πλάσματα! Το μίσος, σαν αφρικανικός λίβας , κατακαίει τα φιλάνθρωπα συναισθήματα, την καλωσύνη, την αγάπη!
«ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΩΦΕΛΙΜΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ
ΤΕΥΧΟΣ 8ΟΝ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΒΓΟΝΤΖΑΣ

Ὁ Δίκαιος Συμεὼν ὁ Θεοδόχος




Κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἦταν δίκαιος, εὐλαβὴς καὶ φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ τοῦ εἶχε φανερώσει ὅτι δὲ θὰ πέθαινε πρὶν δεῖ τὸ Χριστό. Ἡ χαρμόσυνη αὐτὴ πληροφορία τὸν ἐμψύχωνε ὡς τὰ βαθειά γεράματά του.

Τέλος, ἀκριβῶς σαράντα μέρες μετὰ τὴν γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, τὸ Πνεῦμα τὸν πληροφόρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ πάει στὸ Ἱερό. Ἑτοιμάστηκε, λοιπόν, μὲ νεανικὴ ζωηρότητα, πῆγε ἐκεῖ καὶ στάθηκε στὴν πόρτα, γεμάτος εὐχαρίστηση καὶ ἀγαλλίαση. Μέσα στὴν προσδοκία αὐτή, φάνηκαν νὰ ἔρχονται ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Παρθένο, ποὺ κρατοῦσε τὸν Ἰησοῦ.

Ὁ Συμεών, πληροφορημένος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ὅτι τὸ βρέφος αὐτὸ εἶναι ὁ Χριστός, τρέχει καὶ παίρνει τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀγκαλιά του. Τὸν κρατάει εὐλαβικὰ καί, ἀφοῦ καλὰ-καλὰ παρατήρησε τὸ νήπιο καὶ δέχθηκε ὅλη τὴν ἱλαρότητα τῆς θείας μορφῆς του, ὕψωσε τὸ βλέμμα του ἐπάνω καὶ εἶπε εὐχαριστῶντας τὸ Θεό: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ». Τώρα, δηλαδή, πᾶρε τὴν ψυχή μου Δέσποτα, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο σου, εἰρηνικά, διότι τὰ μάτια μου εἶδαν αὐτὸν ποὺ θὰ φέρει τὴν σωτηρία ποὺ ἑτοίμασες γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ θὰ εἶναι γι᾿ αὐτοὺς φῶς, ποὺ θὰ ἀποκαλύψει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ θὰ δοξάσει τὸ λαό σου Ἰσραήλ.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε· ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή, ἀνθομολόγησιν αὐτῷ, προσήγαγεν ὠς Προφῆτις· ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἷα Χριστοῦ θείους θεράποντας.

Κοντάκιον. 
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ξυνωρὶς ἡ ἔνθεος, χαρμονικῶς εὐφημείσθω, Συμεὼν ὁ Δίκαιος, σὺν τῇ Προφήτιδι Ἄννῃ· οὗτοι γὰρ, εὐαρεστήσαντες τῷ Κυρίῳ, ὤφθησαν, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου αὐτόπται· τοῦτον γὰρ καθάπερ βρέφος, εἶδον ἀξίως καὶ προσεκύνησαν.

Ἕτερον Κοντάκιον.
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἡ δυὰς ἡ ἔνθεος τῶν θεοφόρων, Συμεὼν ὁ δίκαιος, καὶ Ἄννα ἡ τοῦ Φανουήλ, μεγαλοφώνως αἰνείσθωσαν· ὅτι κατεῖδον, Χριστὸν ὥσπερ νήπιον.

Μεγαλυνάριον.
Δίκαιοι ἐν νόμῳ καὶ εὐλαβεῖς, Συμεὼν ὁ Πρέσβυς, καὶ ἡ Ἄννα ἡ Φανουήλ, ὤφθησαν Κυρίῳ, τῷ σεσωματωμένῳ, καὶ ὕμνησαν τὴν τούτου, ἄρρητον κένωσιν.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

῾Η ὑπαπαντή: τύπος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς - π. Γεώργιος Δορμπαράκης


῾Η ὑπαπαντή: τύπος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς

῾Η ἑορτή τῆς ῾Υπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, κατά τήν ὁποία ὑπαντᾶται, δηλαδή συναντᾶται ὁ Κύριος ὡς τεσσαρακονθήμερο βρέφος μέ τόν δίκαιο γέροντα Συμεών στόν Ναό τῶν ῾Ιεροσολύμων κατά παρακίνηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ τύπος ὅλης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Διότι σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς συναντήσεως αὐτῆς διαβλέπουμε τά στοιχεῖα τῆς συναντήσεως τοῦ Χριστοῦ μέ τόν κάθε ἄνθρωπο.

Τρεῖς φάσεις μποροῦμε νά διακρίνουμε στό γεγονός: τήν πρώτη, πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα παρακινεῖ τόν γέροντα Συμεών νά ἔρθει στόν Ναό. Τή δεύτερη, πού συναντᾶται ὁ γέροντας μέ τόν Χριστό καί Τόν παίρνει στά δικά του χέρια, γιά νά ξεσπάσει στόν εὐχαριστήριο ὕμνο ῾Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν Σου, Δέσποτα...᾽ - κάτι πού ἀδιάκοπα ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνουμε στό τέλος τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας. Καί τήν τρίτη, πού σχετίζεται ἀκριβῶς μέ τό περιεχόμενο τοῦ ὕμνου αὐτοῦ: ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό ὁδηγεῖ τόν Συμεών σέ ἀποκάλυψη τῆς ἁγίας συνειδήσεώς του, κύριο γνώρισμα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσδοκία μέ λαχτάρα καί τοῦ ἴδιου τοῦ θανάτου λόγω τελείας αγάπης του πρός τόν Θεό.

Στήν πρώτη φάση πράγματι μποροῦμε νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας: κανείς δέν ἔρχεται στό ῾῾Ιερόν᾽, στήν ᾽Εκκλησία μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου, χωρίς τήν παρακίνηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, λέει ὁ Χριστός, ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. ᾽Από τόν Θεό κινούμενοι προχωροῦμε πρός τόν Θεό. ῾᾽Εν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς᾽. Κι αὐτό σημαίνει πώς ἡ ἔνταξή μας στήν ᾽Εκκλησία συνιστᾶ πάντοτε ἕνα ἁγιοπνευματικό γεγονός, ὄχι μόνο μέ τή διαδικασία τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος, ἀλλά καί μέ τήν προετοιμασία μας γι᾽ αὐτά.

Στήν ᾽Εκκλησία ὄντας ἐν Πνεύματι, σάν τόν Συμεών, προσδοκοῦμε τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ. Καί πρέπει νά ἔχουμε τά μάτια μας ἀνοικτά, γιά νά μποροῦμε νά διακρίνουμε τήν παρουσία Του. Καί Τήν διακρίνουμε ἐν πολλοῖς σέ τρία κυρίως ἐπίπεδα: Πρῶτον· στήν ῾κλᾶσιν τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου᾽, δηλαδή στή Θεία Εὐχαριστία κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔρχεται γιά νά γίνει μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του ὄχι ἁπλῶς μέρος τῆς ἀγκαλιᾶς μας, ἀλλά τό κέντρο τῆς καρδιᾶς καί τῆς ὕπαρξής μας, συνεπῶς νά προσδιορίσει τή ζωή μας καί νά τήν ὁδηγήσει σέ θέωση. Δεύτερον· στό πρόσωπο τοῦ κάθε συνανθρώπου μας. ῾Ο κάθε συνάνθρωπός μας, κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ᾽Αποστόλων, δέν εἶναι ἐπιφανειακά ἕνας ἄλλος, ἀλλά ὁ ἀδελφός τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καί μία δική Του μυστική παρουσία. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε᾽. ῎Ετσι ἡ κάθε συνάντησή μας μέ τόν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό μας μπορεῖ ν᾽ ἀποκτήσει τή δυναμική τοῦ γεγονότος τῆς ὑπαπαντῆς τοῦ Χριστοῦ. Καί τρίτον· στήν προσμονή πιά τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του. ῾Ο πιστός τῆς ᾽Εκκλησίας, ζώντας ἤδη τόν Κύριο ἀπό τώρα: στή Θεία Εὐχαριστία καί στή βίωση τῆς ἀγάπης, περιμένει μέ λαχτάρα τό τέλος τῆς συναντήσεως, τήν ὁλοκλήρωση καί τήν τελειοποίησή της. Κι αὐτό θά γίνει μέ τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου στή Δευτέρα Του Παρουσία. Τό ῾ἔρχου, Κύριε ᾽Ιησοῦ᾽ τῆς ᾽Αποκαλύψεως τοῦ ᾽Ιωάννου εἶναι, ὅπως πολύ σωστά ἔχει εἰπωθεῖ, ἡ κραυγή τοῦ συνειδητοῦ χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος νιώθει ὅτι αὐτό πού ζεῖ στή ζωή αὐτή δέν εἶναι τό τέρμα, ἀλλά ἡ πρόγευσή του.

᾽Ακριβῶς γι᾽ αὐτό ὁ θάνατος δέν τόν τρομάζει πιά. Καταργήθηκε ἀπό τόν Χριστό καί καταργεῖται καί στήν ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ, ἀφοῦ ὁ πιστός ζεῖ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἀπό τή συνάντησή του μέ ᾽Εκεῖνον. Τό ῾νῦν ἀπολύεις᾽ λοιπόν γίνεται καί τό αἴτημα τοῦ χριστιανοῦ, ὁπότε καί ἡ τρίτη φάση τῆς ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπό τόν Συμεών - ἡ ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου – βιώνεται καί πάλι ἀπό αὐτόν.

Στό γεγονός τῆς ὑπαπαντῆς καθρεπτίζουμε τή ζωή μας. ῞Ορος ἀπαραίτητος ὅμως ἡ οἰκειοποίηση ἀπό ἐμᾶς καί τοῦ τρόπου ζωῆς τοῦ δικαίου Συμεών. ῞Οπως ἐκεῖνος γιά νά ἔχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί νά συναντηθεῖ μέ τόν Χριστό ζοῦσε ἁγία καί δικαία ζωή, ἔτσι κι ἐμεῖς: ἔχοντας τό προνόμιο τῆς ἔνταξής μας ἤδη στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μέ τό βάπτισμα, ἄν δέν τό ἐνεργοποιοῦμε μέ τή δικαία ζωή μας, δηλαδή μέ τή συνεπή τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, δέν θά μποροῦμε νά βλέπουμε καί νά συναντοῦμε τόν Χριστό ἐκεῖ πού σημειώσαμε: στή Θεία Εὐχαριστία, στά πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας. Κι αὐτό γιατί ἄρνηση ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ σημαίνει παγίωση μέσα μας τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας καί λατρεία συνεπῶς μόνο τοῦ ἑαυτοῦ μας.