Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριώδιον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριώδιον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής της Τυροφάγου(Ρωμ. ιγ' 11- ιδ' 4)Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος




ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ

Αποστολικό Ανάγνωσμα

Κυριακής της Τυροφάγου

(Ρωμ. ιγ' 11- ιδ' 4)


Αποτέλεσμα εικόνας για παραδεισος εξωσηΓια άλλο ένα έτος η αγάπη τού Θεού μάς ευλόγησε και φθάσαμε στα πρόθυρα της Μ. Τεσσαρακοστής. Η αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία με τους κατανυκτικούς ύμνους της και τα ιερά αναγνώσματά της μας καλεί σε εντονότερο πνευματικό αγώνα. “Έφθασε καιρός η των πνευματικών αγώνων αρχή...”.

Αλλά είναι τόσα που χρειάζεται να προσέξουμε ώστε να θέσουμε μια ευλογημένη αρχή, αφού “η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν”. Και ομολογουμένως ένα από τα πλέον βασικά θέματα που παρουσιάζει μεταξύ των άλλων, ενώπιόν μας ο Απόστολος Παύλος, δηλ. το Πνεύμα το Άγιον δια του θείου Αποστόλου είναι αυτό της “κακολογίας”. Το φοβερό αμάρτημα της κατακρίσεως.

Για να δείξει ο Απόστολος το μέγεθος της έξεως αυτής, θέτει προς όλους μας ένα συγκλονιστικό ερώτημα: “Συ, τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην;” Κρίνεις και κατακρίνεις τον πλησίον σου. Αλλά με ποίο δικαίωμα και ποία εξουσία κάνεις αυτό που κάνεις; Ποίος είσαι εσύ κύριε που κρίνεις και κατακρίνεις ξένον δούλον, δηλ. δούλον Θεού;

Επειδή λοιπόν το Αποστολικό ερώτημα είναι καταλυτικό και ισοπεδώνει οιοδήποτε προκάλυμμα κατακρίσεως, καλόν είναι να εμβαθύνουμε λίγο στο θέμα αυτό, δοθέντος ότι το απαιτεί και το πνεύμα τής Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Είναι ανάγκη να υποστηρίξουμε ότι όπως όλες οι δυνάμεις τού ανθρώπου δια της παρακοής και παραβάσεως αποσυντονίστηκαν, έτσι και το δώρο αυτό της ικανότητος του ανθρώπου, το να εκφράζεται δηλ. διά του λόγου, ξέπεσε και αυτό από το επίπεδο στο οποίο εξ΄αρχής υπήρχε. Αποτέλεσμα; Ο άνθρωπος να πέφτει σε σφάλματα και μάλιστα αμαρτήματα μεγάλα όπως αυτό της κατακρίσεως. Και ναι μεν η κρίσις αποτελεί ενέργεια της διανοίας, δώρο δηλ. του Θεού στον λογικό άνθρωπο. Άνευ της κρίσεως ο άνθρωπος είναι αδύνατον να ζήσει, αφού θα αδυνατεί να διακρίνει το σωστό από το λάθος και το αναγκαίο και ωφέλιμο από το επιζήμιο και το βλαβερό. Αυτό είναι η κρίσις. Η τόσο αναγκαία για την πνευματική αλλά και την φυσική – βιολογική ζωή τού ανθρώπου.

Κατάκρισις τώρα είναι η κρίσις που εμφανίζεται με αρνητικές διαθέσεις και φέρει αρνητικά τα αποτελέσματα. Είναι όπως διδάσκουν οι πατέρες τής Εκκλησίας μας η ενέργεια που προέρχεται από κακία και με αυτή ο άνθρωπος εκδηλώνει συναισθήματα που αποκαλύπτουν το κενό τής πνευματικής ζωής και ιδίως την έλλειψη της αγάπης.

Ο λόγος τού Κυρίου: “μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε” (Ματθ. ζ' 1) αυτήν ακριβώς την κακή πνευματική, την διεστραμμένη κατάσταση φανερώνει και κτυπά ώστε να την θεραπεύσει. Το ότι αυτή την κατάσταση την αντιμετωπίζουμε επί καθημερινής βάσεως μέσα στην κοινωνία μας και το ότι δεν ομιλούμε πλέον μόνο περί αμαρτήματος αλλά σε πλείστες όσες περιπτώσεις περί πάθους, τούτο είναι αναμφισβήτητο. Πρόκειται μάλιστα περί πάθους το οποίο όσο επαναλαμβάνεται τόσο και εκτρέφεται, με αποτέλεσμα ως άλλο θηρίο να καταπνίγει αυτόν που το εκτρέφει μέσα στη στενόκαρδη καρδία του. Το δε ακραίο σημείο τής ασθένειας αυτής φανερώνεται από το ότι ο άνθρωπος που το έχει χαίρεται στην απαράδεκτη αυτή κατάσταση. “Ουδέν ούτως ηδύ τοις ανθρώποις ώς το κατακρίνειν τα αλλότρια” θα τονίσει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Αλλά από καθαρώς πνευματικής απόψεως, η αρνητική κρίσις, πλην των άλλων, αποτελεί υφαρπαγή! Μάλιστα, υφαρπαγή και σφετερισμόν εξουσίας και δικαιωμάτων τού ίδιου τού Θεού.

Με δυο λόγια αποτελεί ασέβεια και μάλιστα βαριάς μορφής απέναντι αυτού του Δικαίου Κριτού.

Τούτο σημαίνει πως εκείνος που κατακρίνει, μεταξύ των άλλων, διαπράττει αμάρτημα βαρύτερο από εκείνο που έπραξε ο αδελφός του (εάν όντως έπραξε).

Ξεκάθαρος και στο σημείο αυτό ο λόγος τού Θεού δια του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου: “Εις εστίν ο νομοθέτης και κριτής, ο δυνάμενος σώσαι και απολέσαι· συ δε τις ει ος κρίνεις τον έτερον;” (Ιακ. Δ' 12). Δηλαδή: Μόνο ένας είναι εκείνος που έχει απόλυτο δικαίωμα να νομοθετεί και να κρίνει κάθε παραβάτη, ο Θεός. Αυτός έχει και τη δύναμη να σώσει, αλλά και να εγκαταλείψει τον άνθρωπο στην απώλεια. Ποίος είσαι λοιπόν εσύ μικρέ και τιποτένιε που κατακρίνεις τον άλλον; Αλλά σε αυτήν ακριβώς την διάσταση του θέματος ο Απ. Παύλος θα συμπληρώσει: “Διό αναπολόγητος ει, ώ άνθρωπε πας ο κρίνων· εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις· τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων” (Ρωμ. Β' 1). Δηλαδή: Και συ όμως άνθρωπέ μου, που κατακρίνεις αυτή τη διαγωγή, δεν είσαι λιγότερο ένοχος. Διότι, κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο τον εαυτό σου, αφού και συ ο κριτής πράττεις τα ίδια.

Επομένως, όλοι ανεξαιρέτως είμαστε υπεύθυνοι ενώπιον του Θεού και επιτέλους σε Αυτόν θα δώσουμε λόγο των πράξεών μας.

Αλλά είναι και κάτι ακόμα που θα πρέπει να προσεχθεί. Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε την πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου που “από ενδιαφέρον” και “από αγάπη” κατακρίνουμε; Ο άνθρωπος που δέχεται τα καταιγιστικά πυρά τής κατακρίσεως, είναι δυνατόν τελικώς να μετανοήσει και φυσικά να βρει έλεος ενώπιον του Θεού. Όχι απλώς να σωθεί, αλλά να γίνει και άγιος ακόμα, να δοξασθεί δηλ. από τον Θεό και ίσως και τους ανθρώπους. Εκείνος όμως που επιμένει στην βαριά ενοχή τής κατακρίσεως, τι άραγε αποτελέσματα θα έχει; Αναμφιβόλως αρνητικά αφού επισημαίνονται και καταγράφονται στην Γραφή τα αποτελέσματα της κατακρίσεως.

Δεν έχουμε λοιπόν παρά να “κλίνουμε τα γόνατα, έτι και έτι” ενώπιον του Κυρίου και εν ταπεινώσει μέσα στο κατανυκτικό πνεύμα των ημερών να δεηθούμε ώστε εμείς οι ίδιοι να μην βλέπουμε “το κάρφος εν τω οφθαλμώ τού αδελφού”, αλλά “την δοκόν” που φέρουμε στους οφθαλμούς μας. Ταυτοχρόνως δε να παρακαλούμε για την πνευματική προκοπή πάντων των ανθρώπων αφού όλοι λίγο έως πολύ στα ίδια μήκη και πλάτη βαδίζουμε.

Ας μη λησμονούμε δε ποτέ τον Κυριακό λόγο: “Μη κρίνετε κατ' όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε” (Ιωάν. ζ΄24).

Αμήν.



Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Εις το Ψυχοσάββατο +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος



Ψυχοσαββατο

π. Αυγ. κοιμ Αλ
Ο Γέροντας στην κοίμηση του πνευματικού του τέκνου και οδηγού
Αλέξανδρου Φωκά, δύο μήνες πριν από την παραίτησή του.
H EKKΛHΣIΑ   MΑΣ, αγαπητοί μου, προσεύχεται πάντοτε, προσεύχεται κι αυτή την ώρα. Προσεύχεται εντόνως.  στην αγία Γραφή υπάρχει προτροπή του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, που μας συνιστά την έντονο προσευχή· «Aγρυπνείτε», λέει, «εν παντί καιρώ δεόμενοι ίνα καταξιωθείτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι  και σταθείναι έμπροσθεν του υιού του ανθρώπου» (Λουκ. 21,36). «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε», λέει επίσης ο Kύριος (Mατθ. 26,41). Kαι ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει· «Aδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5,17). Προσεύχεται η Eκκλησία μας διαρκώς, ανα πάσαν ώρα. Δεν υπάρχει μόνο το κοσμικό ωρολόγιο, Δεν υπάρχει μόνο το ωράριο εργασίας του κόσμου· υπάρχει και το ωράριο προσευχής στο Θεό, η ώρα του Θεού. Προσεύχεται η Eκκλησία το πρωί στον όρθρο, προσεύχεται το μεσημέρι στις ώρες, προσεύχεται το απόγευμα στον εσπερινό, προσεύχεται το βράδυ στο  απόδειπνο, προσεύχεται τα μεσάνυχτα στο μεσονυκτικό. Προσεύχεται όλες τις ημέρες. Kάθε ημέρα της εβδομάδος είναι  αφιερωμένη σε κάποια μνήμη. H Δευτέρα λόγου χάριν είναι αφιερωμένη στη μνήμη των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων. H Tρίτη στη μνήμη του τιμίου Προδρόμου. H Tετάρτη στην ανάμνηση της   προδοσίας. H Πέμπτη στη μνήμη των αγίων Aποστόλων. H Παρασκευή στην ανάμνηση της σταυρώσεως του Xριστού μας. Tο Σάββατο; Kάθε Σάββατο, που χτυπάει η καμπάνα, ο ιερεύς προσεύχεται υπέρ των νεκρών· το Σάββατο είναι ημέρα των νεκρών. Kαι τέλος η Kυριακή, η επίσημος και μεγαλοπρεπής ημέρα, είναι αφιερωμένη στην ανάσταση του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ο οποίος την ημέρα αυτή ανέστη εκ νεκρών και ζει εις τους αιώνας των αιώνων. Tην Kυριακή πρέπει να την τιμούμε όλοι. Kαι όμως δεν την τιμούμε. Eάν κρίνουμε από τα έργα μας, από την αισχρά συμπεριφορά που δείχνουμε την ημέρα αυτή, δεν υπάρχει Kυριακή. Ήταν κάποτε η Kυριακή. Tώρα θα έπρεπε να  μην την ονομάζουμε Kυριακή, αλλά…διαβολική! Γιατί στον διάβολο την αφιερώνουν οι άνθρωποι. Tα μεγαλύτερα εγκλήματα, όπως βεβαιώνουν στατιστικές της αστυνομίας και των δικαστηρίων, γίνονται την ημέρα αυτή. Έπαυσε στον αιώνα αυτόν να τιμάται η ημέρα του Kυρίου.

* * *

Σήμερα όμως είναι Σάββατο, ημέρα των νεκρών. Aλλά το σημερινό Σάββατο διαφέρει  από όλα τα Σάββατα του έτους. Γι αυτό  ονομάζεται Ψυχοσάββατο. Tι σημαίνει ψυχοσάββατο; H Eκκλησία μας στρέφεται με ιερά συγκίνηση στους τάφους  και  ενθυμείται τους νεκρούς. Ποιούς νεκρούς; Oι νεκροί είναι πολλοί. Oι νεκροί, που είναι θαμμένοι εδώ στα κοιμητήρια είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς που βρίσκονται στην πόλη Έχουμε δύο πόλεις· η μία αποτελείται από τους ζώντας, και η άλλη από τους κεκοιμημένους. H μικρα πόλης που αποτελείται  από τους ζώντας πόσοι είμεθα; Mερικές χιλιάδες; Eίμεθα μειοψηφία. H μεγάλη πόλης, η απέραντος πόλις, είναι το νεκροταφείο. Πάνω από ένα εκατομμύριο είναι θαμμένοι εκεί μέσα. Eμείς είμεθα η μειοψηφία, αυτοί είναι πλειοψηφία. Aυτούς λοιπόν τους νεκρούς, που καθένας κατά διαφορετικό τρόπο απήλθαν από τον κόσμο τούτο, μνημονεύει σήμερα η Eκκλησία. Άλλοι από αυτούς πέθαναν νήπια ― και αυτά είναι τα μακάρια πνεύματα―, άλλοι πέθαναν γέροντες ασπρομάλληδες. Άλλοι πέθαναν μέσα στο σπίτι, και άλλοι έξω στους δρόμους ή στα βουνά. Άλλοι πέθαναν στην ξηρά, άλλοι στη θάλασσα. Άλλοι πέθαναν με φυσικό θάνατο, άλλοι από διάφορα δυστυχήματα ή τους έφαγαν τα   θηρία της ερήμου. Όλους αυτούς ενθυμείται σήμερα η Eκκλησία. Eνθυμείται όμως και  κάποιους άλλους. Ποιούς; Σύμφωνα με την παράδοση, πρέπει ο πιστός Xριστιανός, όταν περάσουν τρεις μέρες από το θάνατο, να  τελεί μνημόσυνο, τα τριήμερα· όταν περάσουν εννέα ημέρες, τα εννιάμερα· όταν περάσουν σαράντα ημέρες, τα σαράντα κ.λπ.. Έχουν σημασία αυτά. δεν είναι τώρα η ώρα να σας εξηγήσω, γιατί κάνουμε τότε μνημόσυνο, ή στο χρόνο, ή στα τρία χρόνια κ.λπ.. Tώρα δυστυχώς πάνε κι αυτά, λησμονήθηκαν. Tώρα λησμονούν  και  τους νεκρούς! Αν πάτε στην Iαπωνία, θα δείτε ότι τιμούν πολύ τους νεκρούς. Tα   νεκροταφεία τους είναι περιβόλια, άλση ωραιότατα. Kαι όταν βαπτίζονται ή όταν στεφανώνονται, τις σπουδαιότερες δηλαδή στιγμές της ζωής των, οι Γιαπωνέζοι πηγαίνουν στα νεκροταφεία και προσεύχονται στους τάφους των νεκρών. Eμείς…· θα έλεγα σκληρά λέξη, αλλά δεν την λέω. Kτηνώδης είναι η κατάστασης. Γινήκαμε αγριώτεροι των πάντων. Λησμονήσαμε τους νεκρούς. Xορτάριασαν τα μνήματα. Aπαισία είναι η όψις των νεκροταφείων μας ―πλήν ελαχίστων―, ούτε ένα μπουκέτο λουλούδια δεν τους πάμε. Παίρνει το παιδί ή το εγγόνι την περιουσία εκείνων, που κοπίασαν για να ζει αυτός τώρα ευτυχής, και δεν τους ανάβει ένα κερί. Yπάρχουν πολλοί κεκοιμημένοι που τους έχουν λησμονήσει οι πάντες. Aλλ’ εδώ είναι το μεγαλείο της Eκκλησίας. Eάν όλος ο κόσμος τους λησμονεί, δεν τους λησμονεί όμως η μάνα· ναί, η μάνα. Ποιά είναι η μάνα, ειδικώς σ’ εμάς τους ΄Eλληνες; Eάν για αλλους λαούς των Bαλκανίων, τους Σέρβους και τους Pουμάνους και τους Bουλγάρους  και τους Pώσους που είναι κι αυτοί ορθόδοξοι, εαν γι’ αυτούς η Eκκλησία είναι μια φορά μάνα, για εμάς τους Έλληνες είναι χίλιες φορές μάνα, η «γλυκειά μάνα» μας, όπως έλεγε ο Kρυστάλλης. Αυτή η μάνα λοιπόν δεν λησμονει τα παιδιά της. Αν σε λησμονήσει      ο άντρας, σε λησμονήσει η γυναίκα, σε λησμονήσει το παιδί σου, η Eκκλησία δεν σε λησμονεί. Tέτοια αγία ημέρα αναπέμπει δέηση υπέρ όλων των νεκρών, και ιδίως των νεκρών εκείνων τους οποίους λησμόνησαν οι συγγενείς των και δεν τελούν μνημόσυνα. Yπέρ όλων αυτών τελεί σήμερα το μνημόσυνο.

* * *

Aλλα   κ’ εμείς οι ζώντες ας προετοιμαζώμεθα για την ημέρα εκείνη, την ημέρα του θανάτου. Mή φανούμε αμελέστεροι από τους ειδωλολάτρες προγόνους μας. Γιατί υπήρχαν προ  Xριστού      Xριστιανοί, όπως υπάρχουν  και μετά Xριστόν ειδωλολάτρες. Προ Xριστού Xριστιανοί; Περίεργο πράγμα! Mάλιστα. Προ Xριστού Xριστιανός ήταν λ.χ. ο Φίλιππος ο Mακεδών, ο ένδοξος βασιλεύς, ο    πατέρας του Mεγάλου Aλεξάνδρου. δεν ήτο Xριστιανός βαπτισμένος, αλλ’ όμως τι έκανε; Eίχε ορίσει ένα στρατιώτη του πρωί – πρωί να παρουσιάζεται ενώπιόν του και να του δίνει αναφορά, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, και να του λέει· «Φίλιππε, μέμνησο ότι θνητός ει»· Φίλιππε, θυμήσου ότι θα πεθάνεις. Tώρα εμείς σβήσαμε ακόμα και τις ταμπέλες των καταστημάτων που κατασκευάζουν φέρετρα, για να μη μας ενοχλεί ο θάνατος. Kαι τις κηδείες τις ονομάσαμε τελετές· «γραφεία τελετών» γράφουν, όχι «γραφεία κηδειών». Kαι όμως ο θάνατος έρχεται. Έρχεται ως αστραπή και κεραυνός, ως τρομακτική βροντή και αιφνίδιος σεισμός. «Όρος φιλοσοφίας», έλεγε ο Aριστοτέλης, έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, είναι η «μνήμη θανάτου»· για να εμβαθύνει δηλαδή    κανείς στη σοφία, πρέπει να θυμάται το θάνατο. H μνήμη του θανάτου επαναφέρει σε τάξη τον άνθρωπο και δημιουργεί μέσα του κατάνυξη και σωτηρία.

* * *

Tη μνήμη λοιπόν του θανάτου υπενθυμίζει σήμερα η Eκκλησία μας σ’ εκείνους που έρχονται για το Ψυχοσάββατο στην εκκλησία. Ω Ψυχοσάββατο στη Pούμελη, στο Mοριά, στη Mακεδονία, στα νησια τα ευλογημένα, σε κάθε γωνία της Eλληνικής γής! Oλοι την  ημέρα αυτή τρέχανε με τα κόλλυβα από νωρίς στην εκκλησία. Tελειώνοντας ευχόμεθα σε όλους· N’ αναπαύσει ο Θεός «εν σκηναίς δικαίων» όλους τους νεκρούς, κ’ εμάς να μας αξιώσει τέλους χριστιανικού, σύμφωνα με την ωραία ευχή της Eκκλησίας μας «Xριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Xριστού». Aμήν.
† επίσκοπος Αυγουστίνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης, Ψυχοσάββατον 12-2-1977)

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΑΞ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΚΥΡΙAΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ (Ματθ. ΣΤ' 14-21)

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΑΞ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ
ΚΥΡΙAΚΗ
ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ
(Ματθ. ΣΤ' 14-21)
Όσο και να προσπαθήσει εγωιστικά και αυτοδύναμα ο άνθρωπος, ουδέποτε θα κατορθώσει να υποτάξει μέσα στην κρούστα του δικού του υποκειμενισμού, την διαλεκτική του Θεού. Θα παραμένει πάντοτε στην αντιδικία ή στην ακούσια και σκανδαλώδη αποδοχή.
Εννοείται όμως ότι μια τέτοια κατάσταση είναι αδύνατο να επιφέρει πνευματική προκοπή και συναίσθηση προσωπικής επικοινωνίας με τον Τριαδικό Θεό.
Γι' αυτό και θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η θέση μας έναντι του λόγου του Θεού, είναι αυτή της ευλογημένης υπακοής και της αγαπητικής διαθέσεως έναντι του Λατρευτού Θεανδρικού προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Με μια τέτοια δηλ. στάση αγάπης που ερμηνεύεται ως εκούσια και καρδιακά αποδοχή των θείων εντολών. Μια γνήσια και ανεξάντλητη υπακοή, που επιβεβαιώνεται εκ μέρους μας με τον προφητικό λόγο: «λάλει Κύριε και ο δούλος σου ακούει», αποτελεί και την άριστη προϋπόθεση μα και το πρώτο δείγμα, του ότι η καρδιά μας μαγνητίζεται από τον ουράνιο θησαυρό.
Και ουράνιος θησαυρός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, και η αποκαλυπτική του διδασκαλία.
Φυσικά, η καρδιά του ανθρώπου, δεν μπορεί παρά να μαγνητισθεί και να ελκύεται από αυτό που ο ίδιος ο άνθρωπος έχει αποδεχθεί ως θησαυρό. Έχει αποδεχθεί, αλλά και έχει κλείσει τον εσωτερικό του κόσμο σ΄ εκείνο το οποίο αγάπησε και βεβαίως αγωνίζεται να κατακτήσει.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κεντρικό ζήτημα, που στην έκφραση της Ευαγγελικής διδασκαλίας:
«όπου εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία ημών», ο άνθρωπος σοκάρεται και αρχίζει να αισθάνεται για τα καλά τι θα πει ολοκληρωτική αποδοχή του Χριστού.
Βεβαίως, όσοι βρίσκονται εκτός του σώματος της Εκκλησίας μας και μακριά από την κοινωνία των αγίων του Θεού, όσοι συνειδητά έχουν επιλέξει ως «χώρο διαμονής», τους «παγωμένους ωκεανούς» της απιστίας και τους «κατεψυγμένους πόλους» του μίσους, αδυνατούν να εννοήσουν τον Κυριακό αυτόν λόγο. Αλλά μήπως, φίλοι μου, και όσοι έχουμε προσελκυσθεί από την ζωή της πίστεως, όσοι έχουμε ζήσει έτη και δεκαετίες μέσα στο πλαίσιο της χριστιανικής, περισσότερο «γνώσεως» παρά ζωής, έχουμε τελικώς συνειδητοποιήσει πως ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς έχει διατυπώσει και αποκαλυπτικά αναλύσει μέσα σε δύο παραβολές, την έννοια του «θησαυρού» με το βαθύτερο και ουσιαστικότερο περιεχόμενό του;
Η πρώτη παραβολή, παρμένη από την όμορφη, αλλά, περιφρονημένη από την γενιά μας, αγροτική ζωή (Ματθ. ΙΓ' 44), και η δεύτερη αναδύεται μέσα από το άγχος και την παραζάλη της εμπορικής ζωής. Της ζωής εκείνης που όποιος την επιλέγει, θα πρέπει να γίνεται τόσο προσεκτικός στο κάθε βήμα των συναλλαγών του (Ματθ. ΙΓ' 45-46).
Η ουσία των παραβολών είναι πως ο θησαυρός είναι πολύτιμος. Μα ταυτοχρόνως και κρυμμένος. Ίσως να βρίσκεται κάτω από τα πόδια σου, μα εσύ να μένεις ανυποψίαστος. Που θα πει, ότι η βασιλεία του Θεού υπάρχει κρυμμένη και μυστική για όσους είναι επιπόλαιοι και δεν έχουν διάθεση να την βρουν. Για δε τον ανυποψίαστο, που οι κεραίες της καρδιάς του είναι ρυθμισμένες στο να συλλαμβάνουν άλλα πράγματα, πεζά και καθημερινά, η βασιλεία αυτή μοιάζει σαν να μην υπάρχει καν. Μόνο όποιος αρχίζει να εννοεί ότι υφίστανται και άλλες πραγματικότητες, που δεν αναλύονται, παρά στον χώρο της καρδιάς που λαχταρά την αγάπη, μόνο τότε μπορεί να ανακαλύψει τι θησαυρός κρύπτεται μέσα στο χωράφι της υπάρξεώς του. Και επειδή η αξία του θησαυρού της πίστεως, που κορυφώνεται στην αγάπη του Θεού και των αδελφών, είναι ασύγκριτη και ανυπέρβλητη, χρειάζεται αγώνας μεγάλος, τόσο για την κατάκτησή του, όσο και για την διασφάλισή του.
Ο καλός έμπορος, δεν χάνει την ευκαιρία που του δίνεται. Όταν βρει τον
«πολύτιμο μαργαρίτη», πουλάει τα πάντα για να τον αγοράσει. Δίνει τα πάντα για ν' αγοράσει το ένα, που στην αξία του είναι ασύγκριτα ανώτερο απ' όλα τ' άλλα που κατείχε και που έως τότε νόμιζε ότι αυτά είναι τα μοναδικά. Και όταν πραγματοποιεί αυτό, όταν δηλ. ο άνθρωπος ανακαλύψει το πού βρίσκεται ο θησαυρός, όταν δώσει τα πάντα γι' αυτόν τον «πολύτιμο μαργαρίτη» και στη συνέχεια, όταν τον διασφαλίσει μέσα στον ιερό ναό της καρδιά του, ε, φίλοι μου, ο έως τότε αναζητητής, ανακαλύπτει τον προορισμό του. Αυτής δε της μακαριότητας και ευλογίας, «ουκ έσται τέλος».
Ίσως τώρα να ρωτήσει κάποιος: «Ναι, καταλάβαμε, ότι τελικώς αυτός ο θησαυρός ο πολύτιμος, είναι η αγάπη που αναπτύσσεται στο έδαφος της πίστεως. Αλλά ποιοι είναι αυτοί που τον ανακάλυψαν και πού βρίσκονται για να τους γνωρίσουμε; Και κατ' επέκτασιν, πώς θα μπορέσουμε κι εμείς οι ίδιοι ν' ανακαλύψουμε τον αμύθητο αυτό θησαυρό;».
Μα, φίλοι μου, η απάντηση είναι τόσο εύκολη, αφού ήδη γνωρίζουμε τον χώρο της Εκκλησίας μας, και συνάμα έχουμε φίλους και αδελφούς τους Αγίους μας. Αυτές δηλ. τις καταπληκτικές προσωπικότητες που αποδεικνύουν στην πράξη τι θα πει να στρέφεται η καρδιά στον ουράνιο εκείνο θησαυρό, όπου
«ούτε σης, ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν».
Είναι πράγματι μεγάλο πράγμα να έχουμε κοντά μας και δίπλα μας τους ποδηγέτες αυτούς που πριν από εμάς ανακάλυψαν, έσκαψαν, βρήκαν, θησαύρισαν και διαφύλαξαν τον «πολύτιμο μαργαρίτη» και τον «ουράνιον θησαυρόν» της πίστεως, της εν Χριστώ δηλαδή αρετής και της αγάπης. Και εξαρτάται από εμάς τώρα, το αν και κατά πόσον θα αποδείξουμε τους εαυτούς μας καλούς μαθητές και γνήσια τέκνα των θεοπνεύστων αυτών σκαπανέων της πίστεως και των αναρριχητών της φωτόλουστης κορυφής της αγάπης.
Εννοείται δε, ότι η Χάρις του Θεού συνδράμει σε πολύ μεγάλο βαθμό, όταν αποφασίσουμε αυτό τον θησαυρό της Σταυρικής Αγάπης να τον οικειοποιηθούμε. Τα φωτόμορφα μάλιστα τέκνα της Εκκλησίας μας, οι Άγιοι δηλ. που προσέχουν τον κάθε τους λόγο και την κάθε τους κίνηση, ώστε να μη διασπαθίζεται και να μη χάνεται εκτός του Σώματος, ο πλουτισμός της εμπειρίας και ο θησαυρός της θεολογίας, μας υποδεικνύουν εν πάση λεπτομερεία την μέθοδο και τον τρόπο, ώστε ο αγώνας αυτός να είναι «νόμιμος». Και τούτο, διότι υφίσταται πάντοτε και ο μεγάλος κίνδυνος, επάνω στην αδιακρισία του κανείς, να σκάπτει, όχι στο έδαφος που κρύπτεται ο θησαυρός, αλλά στα μπάζα του υποκειμενισμού, στη χωματερή των «φασμάτων της αληθείας». Να τειχίζει σε προσχώσεις και να οικοδομεί σε αρμύρες. Τότε, αν συμβαίνει αυτό, αλλοίμονο, τα αδειανά κονσερβοκούτια που λίγο γυαλίζουν στον ήλιο, τα νομίζει για διαμάντια, και τον ανθυγιεινό άνθρακα, τον εκλαμβάνει ως θησαυρό. Έτσι, καταντά, ώστε ο πλουτισμός του να μην είναι καν θησαυρός, και το χειρότερο να αντιτίθεται σε όποιον σκάπτει στο κανονικό χωράφι υπό την καθοδήγηση των επαϊόντων, δηλ. των φωτισμένων και θεουμένων Αγίων.
Φαντάζεται λοιπόν κανείς, πόσοι κόποι και μόχθοι πάνε χαμένοι και πόση βλάβη και ζημιά, ήδη έχει υποστεί ένας τέτοιος έμπορος, που ξεπουλά τα όσα κατέχει για κάτι τι το καλύτερο, και τελικώς εκείνο που καταλήγει ν' αγοράσει δεν είναι παρά κίβδηλο, άχρηστο και κυρίως επιζήμιο, τόσο για τον ίδιον, όσο και για όσους λαμβάνουν μέρος στην πολύμοχθη επιχείρηση.
Αλλά να φυλάει ο Θεός από τέτοιες περιπτώσεις, που εκείνο το οποίο φανερώνουν, είναι η αιθαλομίχλη της αδιακρισίας και ο οχληρός γνόφος της συγχύσεως και της πλάνης. Και όπως γίνεται σε όλους φανερό, το ευρύτατο αυτό φάσμα της ακαταλληλότητας του εδάφους, της εξόρυξης του άνθρακα και τέλος η «παζαριώτικη συλλογή και αγοραπωλησία των ρεταλιών», παρουσιάζει ευρύτατο φάσμα «αδελφικής απόνευσης», και ξεδιπλώνει βεντάλια μεγάλων αποκλίσεων και εποστράκισμα ευαγγελικής συμπεριφοράς.
Στο πλαίσιο αυτό τώρα, μπορεί κανείς να αλιεύσει από περιπτώσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από ακατάσχετη δίψα, ως προς τον επίγειο πλουτισμό και τις αθέμιτες απολαύσεις των ηδονών, έως και αυτές τις λεπτές ψυχικές αποχρώσεις που αποκαλύπτουν την αντικειμενική ποιότητα της «πνευματικής ζωής». Στην παράγραφό δε αυτή εντάσσεται και η εμμονή ορισμένων, να αποχωρούν από τον χώρο που έχει ήδη ανακαλυφθεί ο «μαργαρίτης και ο θησαυρός», και το να σκάπτουν σε διαφορετικά και χέρσα χωράφια. Αλλά και η επιμονή τους για αναρρίχηση από τα ολισθηρά ακρόβραχα, τα χαρτογραφημένα από τους ειδικούς με ένδειξη «επικινδυνότητας», και που ως αποτέλεσμα της επιλογής τους επιφέρουν το «σισύφειον δράμα», στις καλύτερες των περιπτώσεων.
Επίσης, στους χώρους αυτούς του άκρατου υποκειμενισμού, επιπολάζει και η θεωρία ότι δήθεν όλα τα «χωράφια» και όλα τα «οικόπεδα» έχουν την ίδια αξία, αφού στο υπέδαφός τους διασφαλίζεται η ίδια «φλέβα χρυσού».
Δοξασίες τω όντι καταγέλαστες, αφού και στις δυο των περιπτώσεων, καταδεικνύεται, τόσο η απουσία ή μάλλον η περιφρόνηση της «λυδίας λίθους» εκ μέρους του «οικοπεδούχου Σισύφου», όσο και η έλλειψη εμπορικού πνεύματος από τους κυρίους της κίβδηλης αγαπολογίας και του προγραμματισμένου και επιδοτούμενου «αναδασμού».
Φυσικά η κοινή συνισταμένη όλων αυτών των διελκυστίνδων και των φυγόκεντρων δυνάμεων, είναι η απουσία αυτού του πολύτιμου θησαυρού και η εμπορικότητα του «χρυσωμένου χαπιού». Όσο δε για την αγάπη, μα αυτή απουσιάζει σε «μόνιμες διακοπές», αφού οι παγεροί άνεμοι του κάθετου απομονωτισμού, και ο λίβας του ισοπεδωτισμού, της αρνούνται πεισματικά την όμορφη και ζεστή θαλπωρή. Αλλά πώς μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά, όταν ο «πολύτιμος μαργαρίτης» που προσωποποιείται απολύτως στο Θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στην ολοκληρωτική αγάπη Αυτού, και κατ' επέκταση στην αγάπη των αδελφών, πώς είναι δυνατόν, όταν από τρόπο ζωής και βίωμα θείου έρωτος, αγιότητος και αδελφικής αγάπης, μέσα στη λατρευτική σύναξη του σώματος της Εκκλησίας, μεταβάλλεται είτε σε «θρησκευτική ιδεολογία» και σε «καρικατούρα ποιμαντικής οδηγητικής», είτε σε σχέδια πλουτισμού, με τίμημα τον στραγγαλισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας;
Πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθεί καθέτως και οριζοντίως η αγάπη, όταν από τη συνείδηση, στο κέντρο της καρδιάς, χάνεται η επαφή προς το πρόσωπο το «κατ' εικόνα Θεού», και τα μέσα προς κάθαρση μεταβάλλονται σε εργαλεία και σε όπλα εναντίον των «καθ' ημών»;
Φυσικά, σε τέτοιο σκληρό έδαφος και με αποδεδειγμένο το πετρώδες υπέδαφος, με τέτοιες δηλ. προϋποθέσεις, είναι αδύνατον ν' ανθίσει και να ευωδιάσει το άνθος της αγάπης. Ουδέποτε αυτό το κίβδηλο κατασκεύασμα, θα διαχύσει τις φωτεινές αποχρώσεις στις πλευρές του. Στις πλευρές της ανεπυτυχούς απομιμήσεως του «διαμαντιού της Ορθοδοξίας».
Έτσι λοιπόν, ο θησαυρός παραμένει κρυμμένος και θαπτόμενος. Η δε πνοή της αγάπης περιφέρεται και ζητά να βρει καρδιές ζεστές, ειλικρινείς και απλές, για ν' ανοίξει τους μυρίπνοους κάλυκες και για να οδηγήσει όσους με στοργή την φιλοξενούν, σε Αυτόν που την έφερε στην γη και την φύτευσε στον αγρό της Εκκλησίας μας δια του Σταυρού Του.
Όμως, δόξα τω Θεώ φίλοι μου, γνωρίζουμε τον θησαυρό της πίστεως και της αγάπης που ανακάλυψαν και έζησαν οι μεγάλοι μας φίλοι, οι Άγιοι, τη υποδείξει και χειραγωγία του Αγίου Πνεύματος. Συνάμα δε έχουμε οι πιστοί, μέσα στην λειτουργική και αδιάσπαστη ενότητα της Εκκλησίας μας, συνειδητοποιήσει την αλήθεια. Την αλήθεια, ότι οι ιεροί και θεοπαράδοτοι θεσμοί της Εκκλησίας μας, όπως η νηστεία και γενικώς η ευλογημένη άσκηση, δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά μέσα παιδαγωγικά, για να φθάσει κανείς στον ευλογημένο, μοναδικό και απόλυτο σκοπό της εν Χριστώ αγάπης.
Όταν μάλιστα, τα υποβοηθητικά αυτά μέσα από τα τόσα βεβαίως που υφίστανται στο θησαυροφυλάκιο της βιωτής των Πατέρων μας, εφαρμόζονται «εν κρυπτώ», όταν δηλ. ο πιστός δεν «βγάζει όνομα ασκήσεως» και δεν αποφεύγει την σύναξη «συν πάσι τοις αγίοις», τότε
«ο Πατήρ, ο βλέπων εν των κρυπτώ, αποδώσει εν των φανερώ».
Αδελφοί μου, η ευλογημένη και κατανυκτική περίοδος που εντός ολίγου θα εισέλθουμε, της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής, θα μας βοηθήσει μέσω του σύντονου και διακριτικού αγώνα, εννοείται δε μέσα από ισσοροπημένη, όμορφη και χαρούμενη διάθεση, πλην των άλλων να διαγνώσουμε, και στη συνέχεια να θεραπεύσουμε πάθη και αδυναμίες που οπωσδήποτε θα ανακαλύψουμε στο υπέδαφος της ψυχής μας. Μη λησμονούμε όμως ποτέ, ότι η ζωή μας θα πρέπει να αυξάνεται εντός της Εκκλησίας και να είναι απολύτως Χριστοκεντρική.
Ναι, αυτός ο Κύριος είναι ο θησαυρός μας. Αυτός το ακρότατο αγαθό. Αυτός ο πόθος και η λαχτάρα της καρδιάς μας και Αυτός ο αιώνιος πλουτισμός μας. Ενώπιον Αυτού, τα πάντα, ακόμα και εκείνα που έχουν κάποια αξία, χάνονται και ούτε καν μπορούν να προσεχθούν και να αξιολογηθούν. «Πάντα σκιά, καν δόξαν είπης, καν ευδοκίμησην, καν πλούτον, καν τρυφήν, καν ό,τιούν έτερον βιοτικόν» (Ι. Χρυσόστομος, Ομιλία ΚΘ' εις Β' Κορινθ.).
Αλλ' ας κλείσουμε με τούτον τον επιγραμματικό λόγο, που μας κάνει να συνειδητοποιούμε την ουσία του θησαυρού μας και ρυθμίζει την καρδιακή μας πυξίδα, χαράσσοντας συνάμα και την ψυχική μας αυτοσυνειδησία: «Ο άνθρωπος αξίζει όσο ¨ζυγίζει¨. Και ζυγίζει, όσο ακριβώς αγαπά»!
Αμήν.

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

ΟΥΚ ΕΞΟΥΣΙΑΣΘΗΣΟΜΑΙ ΥΠΟ ΤΙΝΟΣ π.ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ


Οι άνθρωποι συχνά διαπιστώνουμε ότι φανερώς ή αφανώς εξουσιαζόμαστε. Άλλοι άνθρωποι, τα πάθη  και οι αδυναμίες μας, οι δυνάμεις της κοινωνίας που καθορίζουν τον τρόπο ζωής όλων, άρα αμέσως ή εμμέσως και τον δικό μας, διότι είναι αδύνατον να μην επηρεαστεί κάποιος, καθώς ζούμε στον κόσμο, βλέπουμε ότι δεν είμαστε τόσο ελεύθεροι ή καθόλου ελεύθεροι, μολονότι θα το θέλαμε.  Ποιος είναι όμως ο τρόπος αντίδρασής μας απέναντι στις μορφές εξουσίας που συναντούμε στη ζωή μας;
Αν επιχειρούσαμε να κάνουμε αυτοκριτική και να δούμε αληθινά τον εαυτό μας θα διαπιστώναμε ότι συνήθως τρεις είναι οι αντιδράσεις μας. Η συνήθεια και ο συμβιβασμός, ο θυμός και η οργή, η απόπειρα αυτοκαθορισμού. Ανάλογα με την αντίδραση διαμορφώνεται η πορεία της ζωής μας. Την ίδια στιγμή, κοντά μας διαμορφώνεται και η πορεία της ζωής των άλλων ανθρώπων του περιβάλλοντός μας, του άμεσου και του ευρύτερου, καθώς, όσο κι αν δεν το υποψιαζόμαστε, ένας άνθρωπος προβληματίζει, αλλάζει ή παθητικοποιεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τον κόσμο στον οποίο ζει. 
Η ευκολότερη αντίδραση έναντι της κάθε λογής εξουσίας είναι η συνήθεια. Είτε δεν αντιλαμβανόμαστε την επίδραση της εξουσίας επάνω μας, είτε νιώθουμε ότι δεν επαρκούν οι δυνάμεις μας να αντισταθούμε σ’ αυτήν, είτε απολαμβάνουμε τα κάποια λίγα προνόμια που χάρις στην εξουσία μας παραχωρούνται και τα οποία μας εξασφαλίζουν μία επαρκή για τα δεδομένα μας ζωή, όλα αυτά μας κάνουν να αφηνόμαστε στις επιδράσεις της. Για παράδειγμα, τα πάθη τα οποία επιδρούν επάνω μας είτε δεν αντιλαμβανόμαστε την πνευματική τους υφή, καθώς η πίστη μας δεν είναι τόσο ισχυρή, είτε τα θεωρούμε ανθρώπινες αδυναμίες, που δικαιολογούνται ακριβώς γιατί είμαστε άνθρωποι, είτε τα βαφτίζουμε στοιχεία του χαρακτήρα μας, για τα οποία δεν μπορούμε ή δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι, είτε αφηνόμαστε στη λογική της εποχής μας, η οποία τα θεωρεί δικαίωμα και τα αποθεώνει, μας καθιστούν ανθρώπους εμπαθείς, όμως συνηθίζουμε να ζούμε υπό την εξουσία τους και συμβιβαζόμαστε μ’ αυτά. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους ανθρώπους, είτε τους οικείους, είτε τους φίλους, είτε τους εργοδότες μας, είτε εκείνους που διαμορφώνουν την ιδεολογία της εποχής. Συνηθίζουμε να είμαστε άνθρωποι της εποχής μας. Άνθρωποι που δεν θέλουμε ρήξεις. Που μας αρκεί να έχουμε τον επιούσιο ή να αποφεύγουμε τα χειρότερα. Γιατί ίδιον της κάθε εξουσίας είναι ο φόβος για το τι μέλλει γενέσθαι  στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπακούσουμε στον τρόπο της. Φόβος απώλειας της χαράς και της σταθερότητας. Απώλειας της κοινωνικής μας θέσης και της αποδοχής των άλλων. Φόβος μοναξιάς. Και έτσι ο φόβος συντηρεί τη συνήθεια.
Άλλοι οργιζόμαστε έναντι των όσων μας εξουσιάζουν.Διαπιστώνουμε ότι δεν είναι αυτό που θέλουμε για τη ζωή μας, ότι εμείς πλασθήκαμε να είμαστε ελεύθεροι και νιώθουμε ότι η εξουσία καταπιέζει ή πνίγει την προσωπικότητά μας. Της στερεί αληθινά τη χαρά και το νόημα. Κι ενώ οργιζόμαστε, όταν έρχεται η ώρα κατά την οποία καλούμαστε να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας, να δούμε ενώπιος ενωπίω τον εαυτό μας, να παλέψουμε να διορθώσουμε ό,τι μπορεί να διορθωθεί, ιδίως τον μέσα κόσμο μας, διαπιστώνουμε ότι ο κόπος είναι πολύς και το αποτέλεσμα αμφίβολο ή αδύνατο. Είτε δεν είμαστε έτοιμοι, είτε νιώθουμε μόνοι και αβοήθητοι είτε παγιδευόμαστε στα αδιέξοδα τα οποία η εξουσία συνεχώς φροντίζει να μας υπενθυμίζει, παραμένουμε οργισμένοι, αλλά και ανέτοιμοι να αντιδράσουμε για να αλλάξουμε. Έτσι θυμώνουμε και με τον εαυτό μας, κατακρίνουμε τους πάντες και τα πάντα, αλλά δεν τολμούμε. Ιδίως σε ό,τι αφορά στα πάθη μας, πολλές φορές διαπιστώνουμε ότι λειτουργούν καταστροφικά για τη ζωή μας, αλλά η μετάνοια και η ανάληψη του πνευματικού αγώνα δεν είναι στις προτεραιότητές μας. Ίσως γιατί έχουμε πεισθεί για την παντοδυναμία τους.
Υπάρχει και μία τρίτη αντίδραση. Είναι η απόπειρα αυτοκαθορισμού. Είναι εκείνη η υγιής απόφαση να «έρθουμε εις εαυτόν» (Λουκ. 15, 17) και να μην αφήνουμε τη ζωή μας έρμαιο της εκάστοτε εξουσίας. Να μην συνηθίσουμε, να μην συμβιβαστούμε, να μην παραιτηθούμε, ούτε να διοχετεύσουμε την αγωνία μας σε μία οργή ή έναν θυμό χωρίς αντίκρισμα, αλλά να αναλάβουμε βήμα-βήμα τον αγώνα να καθορίσουμε εμείς τι θέλουμε από τον εαυτό και τη ζωή μας. Και να ζητήσουμε βοήθεια. Πρωτίστως επιστρέφοντας εκεί που είναι βέβαιο ότι μας αγαπούνε, όχι γιατί έχουν να κερδίσουν κάτι από εμάς, αλλά γιατί μας νιώθουν παιδιά τους. Να αναγνωρίσουμε με ταπείνωση ότι υποταχτήκαμε σε εξουσίες αλλότριες της χαράς και της αγάπης. Όμως ότι δεν εγκαταλείψαμε την κριτική μας δυνατότητα, ούτε τη θέλησή μας να είμαστε ελεύθεροι. Και εν μετανοία να εργαστούμε. Με οποιοδήποτε κόστος. Όχι με μία τυφλή επαναστατικότητα και την αίσθηση ότι εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου. Αλλά με εμπιστοσύνη σ’ εκείνους που γνωρίζουμε ότι είναι οι οδοδείκτες της μεγάλης αλλαγής: αυτής της νίκης κατά των παθών, της νίκης κατά του κόσμου της ηττοπάθειας, του συμβιβασμού, της φιληδονίας, της φιλαυτίας.  
Μόνο στην Εκκλησία και στη ζωή της υπάρχει η δυνατότητα του αληθινού αυτοκαθορισμού. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος αναφωνεί: «ουκ εξουσιασθήσομαι υπό τινός» (Α’ Κορ. 6, 12). Το παράδοξο είναι ότι ο αυτοκαθορισμός έρχεται όχι γιατί το εγώ μας το επιβάλλει με τις δυνάμεις του, αλλά γιατί εμπιστευόμαστε: τη σχέση με το Θεό ως Πατέρα μας στο πρόσωπο του Χριστού. Τη σχέση με εκείνους που πριν από εμάς έδειξαν και έζησαν την αλήθεια του να είμαστε ελεύθεροι από τα πάθη χάρις στον πνευματικό αγώνα και την μετάνοια. Δηλαδή τους Αγίους και τους πνευματικούς μας πατέρες. Τον τρόπο της αγάπης προς όλους, που μπορεί να φαίνεται αδύναμος και ανίσχυρος, αλλά στην ουσία μας λυτρώνει από την δύναμη του κακού, καθώς το καθιστά ανήμπορο να διαλύσει την πίστη μας. Την αγάπη που μας κάνει να βρίσκουμε τρόπους υπέρβασης της συνήθειας και μας βοηθά να ανανεώνουμε ποιοτικά τις ανθρώπινες σχέσεις. Την αγάπη που ελέγχει άμεσα και έμμεσα όλους εκείνους που αδικούν την κοινωνία και τον πλησίον. Την αγάπη που μας κάνει να υπερβαίνουμε συμφέροντα, φόβους, μάταιους θυμούς και να γινόμαστε αληθινοί επαναστάτες. Αυτοί που οριζόντια δίνουμε μαρτυρία ζωής, χωρίς να ματαιοπονούμε κάθετα έναντι των ισχυρών και κάθε εξουσίας. Γιατί αν δεν νικήσουμε τις εντός μας εξουσίες, καμία αλλαγή δεν μπορεί να έχει ουσία. Διότι δεν θα κρατήσει, καθώς θα καταπνιγεί από τα ανθρώπινα πάθη.
Αυτή την θριαμβευτική φωνή του αποστόλου «ουκ εξουσιασθήσομαι υπό τινος» ας την ξαναβάλουμε στη ζωή μας. Και ας την ακολουθήσουμε στην πορεία της Εκκλησίας και στην δική μας εντός της. Είναι η μοναδική γνήσια ελπίδα αλλαγής και αντίστασης. Γιατί στηρίζεται στη βοήθεια του Χριστού και στην εν Χριστώ πορεία.   Αυτή που λείπει από τη ζωή του κόσμου. Ας μην λείψει τουλάχιστον από τη δική μας.

Κέρκυρα, 16 Φεβρουαρίου 2014  

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟY Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης κ.κ. Παντελεήμονος

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός καλούσε τον λαό του Ισραήλ σε μετάνοια. «Μετανοείτε», έλεγε, διότι έφθασε ανάμεσά σας η Βασιλεία του Θεού.  Το κήρυγμά Του αποσκοπούσε την διόρθωση και τη σωτηρία του ανθρώπου.  Ο Θεός της αγάπης θέλησε να οδηγήσει τον αμαρτωλό άνθρωπο στην επίγνωση της αμαρτωλότητός του, στη συναίσθηση της ενοχής του και να τον οδηγήσει στη σωτηρία του.  Ο Θεός θέλει να σώσει όλους τους ανθρώπους.

            Γι’ αυτό στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Κύριος παρουσιάζει δύο τύπους ανθρώπων.  Ο ένας θεωρείται σαν τον πιο αμαρτωλό τύπο της εποχής του.  Παίρνει το παράδειγμα του Τελώνου, τον πιο διαβεβλημένο άνθρωπο της ιουδαϊκής κοινωνίας και τον συγκρίνει μ’ έναν άλλο τύπο, τον Φαρισαίο.  Ο Κύριος θέλει να μας διδάξει το πόσο σημαντικό είναι το να έχουμε ειλικρινή μετάνοια και να προσευχόμαστε με τον σωστό τρόπο.  Και πράγματι, ο Τελώνης με ειλικρινή μετάνοια και συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, με βαθιά ταπείνωση στάθηκε σε κάποια γωνιά, σε κάποια απόσταση από τα άγια και με ταπεινό φρόνημα απευθύνει στον Κύριο έξι μόνον λέξεις, που ήσαν αρκετές για να του χαρίσουν την δικαίωσή του.

            Οι Τελώνες ήταν για τους Εβραίους αντιπαθητικοί, επειδή συνεργάζονταν με τους κατακτητές Ρωμαίους.  Εισέπρατταν τους φόρους και ζητούσαν όλο και περισσότερα από τους υπόδουλους συμπατριώτες των.  Επειδή είχαν πάντοτε μαζί τους Ρωμαίους στρατιώτες εκβίαζαν με σύλληψη όσους δεν ήθελαν να πληρώσουν. 

Γι’ αυτούς τους λόγους οι Τελώνες εθεωρούντο άδικοι, άρπαγες, εκβιαστές και ληστές.  Εθεωρούντο αμετανόητοι, αδιόρθωτοι, η οικογένειά τους ανέντιμη και η κάθε προσφορά τους προς τον Ναό ή η κάθε ελεημοσύνη τους απαράδεκτη.

Ο Τελώνης της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής είχε ειλικρινή μετάνοια.  Είχε βαθιά λύπη και συντριβή για τα αμαρτήματά του, ταπείνωση και αυτό-εξουθένωση μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους.  Αυτά τον οδηγούν να σταθεί σε κάποια απόσταση από το θυσιαστήριο.  Αντίθετα, ο Φαρισαίος, που εθεωρείτο δίκαιος και ενάρετος, με καύχηση στάθηκε σε σημείο απ’ όπου όλοι θα μπορούσαν να τον δουν και ακούσουν.  Στάθηκε μπροστά στον εαυτό του, προσεύχεται όχι για να ακουστεί από το Θεό, αλλά για επιδειχθεί στους ανθρώπους.  Απέβλεπε να ελκύσει όχι το έλεος του Θεού, αλλά τον έπαινο των ανθρώπων.  Γι’ αυτό αντί να αισθανθεί μετάνοια για τα προσωπικά του λάθη, κυριεύεται από την αυτοδικαίωση και κατακρίνει τον συνάνθρωπό του.

Ο Τελώνης πλησιάζει με υπερβολική ταπείνωση, η οποία εκφράζεται όχι μόνον με τα λόγια, «ο Θεός ιλάσθητί μοι τον αμαρτωλόν», αλλά και με εξωτερικές κινήσεις και στάσεις του σώματός του.  Στέκεται μακριά απ’ όλους.  Κρατεί τα μάτια του χαμηλά. Χτυπάει το στήθος, σαν να κτυπούσε την καρδιά του.  Θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό. Ακούει και τις κατηγορίες του Φαρισαίου και σκύβει περισσότερο το κεφάλι.  Δέχεται τις κατηγορίες σιωπηλά και συντρίβει την καρδιά του από ταπείνωση.

Η προσευχή του Τελώνη, γεμάτη από τα δάκρυα της μετανοίας, παρακαλεί τον Θεό του ελέους:  «Ο Θεός ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ»!  Πολυεύσπλαχνε Κύριε και Θεέ μου, δείξε και σε μένα το έλεός Σου.  Συγχώρησε τα πολλά αμαρτήματά μου.

Το αποτέλεσμα. Ο Φαρισαίος από την υπεροψία του καταδικάζεται για την αυτοδικαίωσή του, ενώ ο Τελώνης δικαιώνεται για την ευλάβεια και τη συναίσθηση των αμαρτιών του.

Στη σημερινή μας κοινωνία το παράδειγμα αυτών των δύο ευαγγελικών τύπων βρίσκει την ανάλογη ανταπόκριση στους χαρακτήρες των χριστιανών.  Διότι, πόσες φορές δεν σταθήκαμε με υπεροψία την ώρα της προσευχής πιστεύοντας ότι είμεθα οι καλύτεροι χριστιανοί;  Πόσες φορές αποφεύγαμε να πηγαίνουμε στην Εκκλησία, παρά μόνον Πάσχα και Χριστούγεννα;  Πόσες φορές προσπαθήσαμε να αυτοδικαιώσουμε τον εαυτό μας;  Πόσες φορές δεν αμαρτήσαμε και κατακρίναμε τον συνάνθρωπό μας;  Εάν όμως θέλομε να δικαιωθούμε από τον Θεό πρέπει να κατακρίνομε τον εαυτό μας.

Από σήμερα αρχίζει η εκκλησιαστική περίοδος του Τριωδίου.  Ας παραδειγματιστούμε από τη σωτήρια μετάνοια του Τελώνου και ας μάθουμε να στεκόμαστε μπροστά στο Θεό με ευλάβεια και συντριβή καρδίας.  Ας μετανοήσουμε για τα πολλά μας σφάλματα.  Ας μάθουμε να συγχωράμε τον συνάνθρωπό μας.  Ας μη κρατάμε κακίες, αλλά, ας μιμηθούμε την ευσπλαγχνία του Θεού.  Ο Κύριος είναι ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και ευσπλαγχνίζεται όλους όσους καταφεύγουν σ’ Αυτόν.  Ας αποφύγουμε την κατάκριση για να βρούμε τη δικαίωση.

Η περίοδος αυτή είναι περίοδος μετανοίας.  Ας εκμεταλλευτούμε τις περιστάσεις για τη πνευματική μας ωφέλεια, ώστε να επιτύχουμε την εν Χριστώ σωτηρία μας προς δόξα του Αγίου μας Θεού.  Αμήν.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΚΡΕΩ (της Κρίσεως) Ευαγγέλιο : 25, 31-46 π. Γερασιμάγγελος Στανίτσας




ΠΩΣ ΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

          Εν ολίγοις

          Στην ωραία παραβολή της τελικής Κρίσης  που θα ακούσουμε στους ιερούς Ναούς μας ο Χριστός απαντά στο ερώτημα: ποιο είναι το μέτρο με το οποίο θα κριθούν οι άνθρωποι στο τέλος της ιστορίας. Και μας αποκαλύπτει ότι, επειδή ο Θεός είναι αγάπη χωρίς όρια αυτή θέτει και ως βασικό κριτήριο για να κρίνει τους ανθρώπους.
          Αυτό που δηλώνεται με σαφήνεια στο ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα γίνει, ενώ ο χρόνος της δεν δηλώνεται πουθενά. Σε άλλη περίπτωση, όταν ρωτήθηκε ο Χριστός σχετικά από τους μαθητές του, είχε απαντήσει, ότι ο χρόνος της Β΄ Παρουσίας είναι στη σκέψη του Θεού-Πατέρα. Αυτό είναι μία σαφής απάντηση σε όσους κατά καιρούς- ιδιαίτερα στους Μάρτυρες του Ιεχωβά- που προσπαθούν να ορίσουν συγκεκριμένη ημερομηνία. 
          O Aπ. Παύλος στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο ενώπιον των Αθηναίων, είχε βεβαιώσει, ότι «δεν παρέβλεψε τα χρόνια της άγνοιας, τώρα όμως απαιτεί από τους ανθρώπους σε κάθε τόπο να μετανοούν, γιατί καθόρισε μία μέρα που θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη, μέσω ενός ανδρός που τον όρισε γι’ αυτό. Κι έδωσε βέβαια απόδειξη σε όλους, ότι αυτός θα είναι ο κριτής, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς». (Πρ. 17,30-31)
          Με τον τρόπο αυτό ο Παύλος συνοψίζει την πίστη της Εκκλησίας για τη μέλλουσα κρίση του κόσμου από τον Ιησού Χριστό. Ως εκ τούτου καλούνται κατ’ αρχήν οι άνθρωποι να μετανοήσουν.
          Η αναγγελλόμενη Βασιλεία του Θεού και η κρίση του κόσμου είναι πραγματικότητα, η οποία νοηματοδοτεί την ύπαρξη του ανθρώπου και την ιστορία του. Η βεβαιότητα της Κρίσεως στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού από τους νεκρούς.
          Ο Απ. Παύλος αναφερόμενος στην τελική κρίση του κόσμου, λέγει ότι οι άνθρωποι «θα δώσουν λόγο σ’ Εκείνον που όπου να’ναι θα κρίνει ζωντανούς και νεκρούς» (Α΄ Πέτρ. 4,5). Σ’ αυτήν την τελική κρίση του κόσμου αναφέρεται ο Χριστός στο γνωστό ευαγγέλιο της Κρίσεως.
          Η παραβολή της τελικής Κρίσεως δεν μοιάζει με τις παραβολές που μέχρι τώρα έχουμε γνωρίσει, αλλά είναι διήγηση με ζωηρά παραβολικά στοιχεία. Ο Υιός του ανθρώπου θα έλθει με δόξα και μεγαλοπρέπεια, θα καθίσει στο θρόνο του συνοδευόμενος από τους αγίους Αγγέλους του και μπροστά του θα καθίσουν όλα τα έθνη.
          Η πρώτη εικόνα είναι παρμένη από την ποιμενική ζωή. Ο ποιμένας- Θεός, τα πρόβατα και τα ερίφια-οι άνθρωποι, ο Υιός του Ανθρώπου-ο Χριστός θα καθίσει στο θρόνο και θα τοποθετήσει δεξιά του τα πρόβατα και εξ ευωνύμων τα ερίφια.
          Οι εικόνες που περιγράφουν  την Κρίση είναι παρμένες από τη δικαστική ζωή (κριτές, αμοιβές, τιμωρίες) και βασιλική περιοχή (βασιλιάς, θρόνος, ακολουθία του).
          Θα πει στους άξιους: «Ελάτε οι ευλογημένοι από τον πατέρα μου να κληρονομήσετε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας».
          Θα πει και στους μη άξιους:  «Φύγετε από μπροστά μου καταραμένοι. Πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του».
          Με ποιο κριτήριο γίνεται η Κρίση;
          Μέτρο και κριτήριο για όλους τους ανθρώπους θα είναι τελικά η α γ ά π η. Με αυτή θα κριθούν όλοι όσοι γνώρισαν το Χριστό και όσοι δεν τον γνώρισαν. Και η αγάπη αυτή θα δοκιμάζεται στα θέματα : της πείνας, της δίψας, της γυμνότητας, της προσφυγιάς, της αρρώστιας, της στέρησης της ελευθερίας- της φυλακής.
          Βέβαια ο καθένας  μας είναι ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο  που θα ζήσει. Ο τρόπος της ζωής του είναι εκείνος που κρίνει την ευτυχία ή τη δυστυχία του. Ο άνθρωπος υφίσταται τις συνέπειες των επιλογών του.
          Η λέξη «φωτιά» στη σημερινή ευαγγελική διήγηση σημαίνει την αιώνια δυστυχία  που θα νοιώθει κάποιος όταν από δικό του φταίξιμο χάσει για πάντα την σχέση του με τον Θεό. Από την άλλη πλευρά απολαμβάνει την ευτυχία που πηγάζει από τη συμμετοχή του στη ζωή του Θεού. Αυτός που τελικά αποφασίζει είναι ο ίδιος ο άνθρωπος (Ι. Δαμασκηνός).
          Οι εικόνες που χρησιμοποιεί ο Χριστός είναι συμβολικές και θέλουν να δείξουν τη μεγάλη ευτυχία ή τη δυστυχία που αισθάνεται ο άνθρωπος όταν είναι κοντά ή μακριά από το Θεό. Αυτό που τονίζεται στην περικοπή είναι ότι ο άνθρωπος θα κριθεί ανάλογα με το πώς έζησε και τι έκανε.
          Ο Θεός δεν «αμείβει» και δεν «τιμωρεί» κανέναν αφού όλους μας καλεί και μας θέλει κοντά του. Εμείς είμαστε που με τον τρόπο μας πλησιάζουμε ή απομακρυνόμαστε απ’ Αυτόν.
          Και πιο συγκεκριμένα στην παραβολή της Κρίσης φαίνεται ότι το κριτήριο που θα κριθούν οι άνθρωποι είναι η αγάπη που θα δείξουν έμπρακτα στους άλλους που ουσιαστικά απευθύνεται στον ίδιο το Χριστό. Χριστιανική αγάπη σημαίνει να ζω και να υπηρετώ τους άλλους ανθρώπους. Σ’ αυτό το επίπεδο κρίνεται η σχέση που έχουμε με το Θεό. Και οι Φαρισαίοι ήταν «καλοί» και «ηθικοί». Τους έλειπε όμως η αγάπη και η πλατιά καρδιά.
          Εκείνο που χρειάζεται είναι να συνειδητοποιήσουμε την προειδοποίηση του Χριστού για τη συντέλεια του κόσμου, όχι βέβαια για να φοβηθούμε, αλλά για να ζούμε εν μετανοία, γιατί μετά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού προσεγγίζουμε προς τη εσχατολογική περίοδο. Το τέλος της ιστορίας και του κόσμου και η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου πρέπει να μας προκαλεί χαρά και όχι φόβο, γιατί θα σημαίνει την αιώνια συνύπαρξη μας με τους Αγίους –φίλους του Θεού.   

Καλή Κυριακή

π.γ.στ.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Η ασωτεία της εποχής μας Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη


Στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή έχουμε την Παραβολή του Άσωτου υιού. Αν ανοίξουμε ένα καλό Ελληνικό Λεξικό θα δούμε ότι ο όρος «Παραβολή» έχει γύρω στις 13 διαφορετικές σημασίες. Στα βιβλία της Καινής Διαθήκης ο όρος «Παραβολή» σημαίνει την αλληγορική διήγηση που χρησιμοποίησε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όπου με απλό και παραστατικό τρόπο διδάσκει σημαντικές αλήθειες της Χριστιανικής Θρησκείας. Οι Παραβολές δηλαδή που χρησιμοποιούνται από τον Ιησού περιέχουν κάποιο δίδαγμα σωτηριολογικό, κάποιο δίδαγμα δηλαδή που έχει σχέση με την εν Χριστώ σωτηρία μας. Τον τρόπο δηλαδή που μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος από την σκλαβιά της απάτης, της άγνοιας, της αμαρτίας και του θανάτου. Για να κινηθεί δηλαδή ο άνθρωπος της αμαρτίας από το ψέμα στην αλήθεια, από το θάνατο στη ζωή, από την Κόλαση στον Παράδεισο. Για να ζήσει σε κοινωνία με τον Θεό. 
«Άσωτος» είναι ο άνθρωπος που ζει έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή. Είναι ο διεφθαρμένος, ο αμαρτωλός, ο ακόλαστος, αυτός που σπαταλά χρήματα για να ζήσει μιά έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή, αυτός που φέρνει συμφορά στον εαυτόν του, στην οικογένεια του και στην ευρύτερη κοινωνία. Τελικά ο «άσωτος» είναι αυτός που σου δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει ελπίδα σωτηρίας, αυτός που βρίσκεται στο τέλος σε απελπισία και απόγνωση. Έτσι με βάση το περιεχόμενο της ζωής του άσωτου ανθρώπου θα μπορούσαμε να πούμε ότι «ασωτία» είναι μια μορφή ακολασίας που εκφράζεται ως ροπή και και υπερβολική στροφή προς τις υλικές απολαύσεις, η έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή που την συνοδεύει η σπατάλη, την ώρα μάλιστα που άλλοι πεινούν και άρρωστοι πεθαίνουν αβοήθητοι και εγκαταλελειμμένοι.
Πολλές φορές συμβαίνει να έχουμε όλα τα καλά και τ’ αγαθά του κόσμου και πάλι να μη είμαστε ευχαριστημένοι. Ο άσωτος υιός της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Τα είχε όλα. Κι όμως τίποτα δεν στάθηκε στο τέλος ικανό να τον κρατήσει κοντά στον Πατέρα του. Έτσι μια μέρα, αφού ζήτησε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε άφησε το σπίτι του και «απεδήμησεν εις χώραν μακράν».
Στο πρόσωπο του άσωτου νεώτερου γιού αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο εκείνο που με την αμαρτία απομακρύνεται από την επικοινωνία του με τον Θεό. Η παρουσία του Θεού ενοχλεί και πιέζει τον άσωτον άνθρωπον. Νομίζει ότι ο Θεός του κάνει τη ζωή μονότονη και κουραστική. Γι’ αυτό και προσπαθεί να βγάλει από την σκέψη του τον Θεόν εξορίζοντας τόν από την καρδιά του. Ο άσωτος άνθρωπος δεν θέλει να εξαρτάται από κανένα.. Έχει μια δική του αντίληψη για την ελευθερία. Νομίζει ότι ελευθερία σημαίνει ασυδοσία, να κάνει δηλαδή ό,τι θέλει. Δεν καταλαμβαίνει ότι το νόημα της ελευθερίας είναι να κάνεις σωστές επιλογές με κριτήριον το κοινόν καλόν και το κοινόν συμφέρον. Ο άσωτος άνθρωπος λεισμονεί ότι η πραγματική ελευθερία συνδέεται με το δεσμό της αγάπης. Γι’ αυτό και δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του ούτε στον Θεόν, ούτε στην οικογένεια του. Έχει εμπιστοσύνη μόνο στις δικές του δυνάμεις και στα δημιουργήματα κι όχι στο Δημιουργό τους, δηλαδή στο Θεό. Η αυτονομία κι η αυτάρκεια του αυτή που εκφράζει και τη χειρότερη μορφή αλαζονείας, είναι και η πηγή κάθε αμαρτίας.
Κι όταν όμως ακόμη αποφασίζουμε να βγάλουμε τον Θεό από τη ζωή μας, ο Θεός δεν αρνείται να μας προσφέρει όλα τα θεία Του δώρα. Γι’ αυτό κι η πραγματική μετάνοια του αμαρτωλού τον οδηγεί πάντοτε στην εν Χριστώ σωτηρία του.
Ο άσωτος υιός επιλέγει μια νέα υπαρξιακή προοπτική που τον οδηγεί στην στέρηση και στην μοναξιά. Στο τέλος μακρυά από την αγάπη προς την οικογένεια του γίνεται και άσημος. Όλα αλλάζουν όταν αρχίζει να συναισθάνεται την προσωπική του ενοχή. Στην αρχή συνειδητοποιεί την αποτυχία της επιλογής του τρόπου της ζωής του που έγινε με την απόφασή του να σταματήσει να εμπιστεύεται τον πατέρα του. Στην συνέχεια παραδέχεται την αποτυχία της επιλογής του να ακολουθήσει αυτή την νέα υπαρξιακή προοπτική και να ζήσει μακρυά από την οικογένεια του. Η παραδοχή του αυτή έχει μεγάλη σημασία γιατί είναι δυνατό να φθάσει κανείς μέχρι το σημείο της συνειδητοποιήσεως ότι κάπου έχει κάνει λάθος, αλλά ο εγωϊσμός του να μη τον αφήνει να προχωρήσει στην παραδοχή της ενοχής του. Έτσι προχωρεί στην αναγνώριση και αποδοχή της προσωπικής του ενοχής για την αποτυχία της υπαρξιακής του προοπτικής να απομακρυνθεί από τον πατέρα του. Παραδέχεται δηλαδή την ενοχή του και την ομολογεί ανεπιφύλακτα. Δεν προσπαθεί να βρεί δικαιολογίες για τις αμαρτωλές πράξεις του και για τη προσωπική του ενοχή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί η ανεπιφύλακτη αποδοχή της προσωπικής του ενοχής χωρίς δικαιολογίες λειτουργεί στο βάθος της ανθρώπινης προσωπικότητας ως κάθαρση, που καθιστά δυνατή μια νέα επιλογή. Είναι η στροφή του προς την μετάνοια που εκδηλώνεται με την επιλογή μιας νέας υπαρξιακής προοπτικής. Η επιλογή αυτή θεμελιώνεται στη παραδοχή της αναξιότητάς του. Γι’ αυτό και ζητεί να γίνει ισότιμος με ένα υπηρέτη του πατέρα του. Η μετάνοια του άσωτου υιού δεν βιώνεται απλώς ως αλλαγή φρονήματος, αλλά περισσότερο ως θυσία. Η μετάνοια έχει ένα κόστος που οφείλεται στα λάθη του παρελθόντος. Ο άσωτος υιός μετανοεί πραγματικά γιατί δεν ζητά  να γίνει πάλι υιός αλλά δούλος, επειδή ακριβώς η πλήρης συναίσθηση της ενοχής του τον κάνει ταπεινό. Ζητά το ελάχιστον, δεν ζητά το μέγιστον. 
Η μετάνοια ως αυτοθυσία είναι η μόνη λύση για να αντιμετωπίσουμε οποιοδήποτε πρόβλημα που το δημιουργήσαμε οι ίδιοι με τα λάθη μας.
Ο άσωτος γύρισε στο σπίτι του πατέρα του όταν «ήλθε εις εαυτόν», επειδή είχε καλές κι άριστες αναμνήσεις από το σπίτι του. Θυμήθηκε στην ερημιά του όλη την στοργή, την αγάπη και τις θυσίες του καλού πατέρα και ξαναγύρισε να τις ξαναζήσει. Αν είχε κακές αναμνήσεις από το σπίτι του ποτέ δεν θα γύριζε. Θα έμενε στην καταστροφή της ερημιάς του. Όσοι έχουν την ευθύνη της δημιουργίας περιβάλλοντος, είτε στην οικογένεια, είτε στην κοινωνία, είτε στην Εκκλησία, είτε στο Σχολείο πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή γιατί όπως λέει ο Απόστολος Παύλος «ομιλίαι κακαί φθείρουσιν ήθη χρηστά». Το περιβάλλον που δημιουργούμε πρέπει να έχει τέτοια μορφή που να κάνει και τον άσωτον της εποχής μας μόλις «έλθη εις εαυτόν», να το θυμάται και να ξαναγυρίζει πάλι στο σπίτι του για να βρει στοργή. Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της παραβολής του Ασώτου που είναι γνωστή και ως παραβολή του στοργικού πατέρα. Όπου υπάρχουν στοργικοί γονείς οι άσωτοι ξαναγυρίζουν.
Διαβάζοντας λοιπόν κανείς την παραβολή του άσωτου υιού της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής εντυπωσιάζεται ότι τόσο από την ασωτία του άμυαλου παιδιού που κατασπαταλά την περιουσία του πατέρα του και που γυρίζει εξουθενωμένος και μετανιωμένος στο πατρικό του σπίτι, όσο από το γεγονός ότι πολλές φορές άνθρωποι διά μέσου των αιώνων έχουν τη τάση να συμπεριφέρονται ως αμετανόητοι άσωτοι. Ο εγωισμός τους γίνεται αξεπέραστος φραγμός που τους κρατά στην αμετανοησία. Έτσι μακρυά από την μετάνοια, που εκφράζεται ως ταπείνωση με τη θυσία της θέσεως που είχαν πριν τη πτώση τους στην αμαρτία της ασωτίας, ακολουθούν το δρόμο του Ιούδα, το δρόμο της καταστροφής, το δρόμο της απώλειας της αιώνιας σωτηρίας. Αυτή η αμετανοησία του ανθρώπου, που εκφράζεται ως άρνηση στη κοινή κλήση του Θεού για σωτηρία, στη θεολογική γλώσσα, αποτελεί και το περιεχόμενο της βλασφημίας κατά του αγίου Πνεύματος, της ύψιστης αμαρτίας η οποία δεν συγχωρείται ποτέ, διότι ο άνθρωπος με το βιολογικό του θάνατο δεν έχει πλέον περιθώρια μετανοίας. Στην Εκκλησιαστική πράξη αυτό σήμερα εκφράζεται με την απαγόρευση τελέσεως της ιεράς ακολουθίας της Κηδείας σ’ αυτούς που αυτοκτονούν. Έστω κι αν στο όνομα της ελευθερίας, άνθρωπος μέσα στην ασυδοσία του, οδηγεί τον εαυτόν του στην καταστροφή, η ήδη τετελεσμένη απόφασή του στο χώρο της Εκκλησίας γίνεται σεβαστή.
Με βάση την συμπεριφορά του αμετανόητου άσωτου ανθρώπου μπορούμε να μιλήσουμε και για την ασωτία της εποχής μας, που εκφράζεται με την απαράδεκτη κατάσταση που παρατηρείται στην άδικη κατανομή της παγκόσμιας παραγωγής αγαθών. Το 10% του πληθυσμού της γης νέμεται το 90% της παγκόσμιας παραγωγής και το 90% του πληθυσμού της γης (χώρες του τρίτου κόσμου) το 10% της παγκόσμιας παραγωγής. Η αδικία αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και ειρωνεία γιατί το το 10% του πληθυσμού συμβαίνει να είναι σχεδόν όλοι χριστιανοί. Το αποτέλεσμα της σύγχρονης ασωτίας των χριστιανών, με βάση τα τελευταία στατιστικά στοιχεία της Γιούνισεφ, είναι τα ακόλουθα:
1.     To ένα τρίτο των παιδιών της Αφρικής υποσιτίζονται.
2.     Γύρω στα 13 εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες, επειδή στερούνται μερικά από τα αγαθά που έχουν τα παιδιά των χριστιανών.
3.     Από αφυδάτωση, που προκαλεί διάρροια, πεθαίνουν τρία εκατομμύρια παιδιά.
4.     Κάθε χρόνο γύρω στα 300.000 παιδιά τυφλώνονται από έλλειψη βιταμίνης Α.
5.     Στην Ασία 1.000.000 παιδιά, κορίτσια και αγόρια, εκπορνεύονται από πλούσιους Ευρωπαίους και Αμερικανούς χριστιανούς πολίτες.
6.     Το 97% των παιδιών πεθαίνουν πρίν γίνουν 5 ετών.
7.     Γύρω στα 10.000.000 παιδιά υποφέρουν από έιτζ λόγω της ανευθυνότητας των ενηλίκων.
8.     Γύρω στα 10.000.000 παιδιά είναι ορφανά, επειδή οι γονείς τους πεθαίνουν από φτώχεια και διάφορες ασθένειες.
9.     Γύρω στα 130.000.000 παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα να φοιτούν σε Σχολείο.
10.  Οι περισσότεροι θάνατοι των παιδιών θα μπορούσαν να προληφθούν με τη χορήγηση των βασικών εμβολίων που κοστίζουν μόλις εκατόν Ραντ για το κάθε παιδί.
11.  Στις χώρες του Τρίτου κόσμου 1.5 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να γευθούν καθαρό νερό και 2 δισεκατομμύρια δεν έχουν πρόσβαση σε συστήματα υγιεινής.
Η ασωτία της εποχής μας θα περιορισθεί με την μετάνοια των ασώτων ανθρώπων της κοινωνίας μας με την ίση κατανομή των αγαθών της γης. Μπροστά στον ατομικό τους εγωισμό για μεγαλύτερο οικονομικό κέρδος μάθανε οι πολιτισμένοι άνθρωποι της Δύσης να καταλήγουν στις χωματερές, αδειάζοντας το γάλα στους δρόμους και πετώντας τους καρπούς της παραγωγής τους σε σκουπιδότοπους. Η ασωτία των ανθρώπων της Δύσεως δεν είναι απλώς μια κοινωνική αδικία σε βάρος των συνανθρώπων μας που υποφέρουν, που στερούνται όσα οι άλλοι πετάνε και κατασπαταλούν, είναι μια αμαρτία που οδηγεί στην καταστροφή τόσο αυτούς που αδικούνται όσο κι αυτούς που αδικούν, γιατί η επιβίωση μας εξασφαλίζεται μόνο με την καλή μας διάθεση να βελτιώνουμε συνέχεια με δικαιοσύνη τους όρους συμβιώσεως μας.