Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίκαιρα Κηρύγματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίκαιρα Κηρύγματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ ΘΛΙΨΕΩΝ Ευαγγελικό ανάγνωσμα Κυριακή Ε' Λουκά (Λουκ. ΙΣΤ' 19-31)


 

ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ ΘΛΙΨΕΩΝ
Ευαγγελικό ανάγνωσμα
Κυριακή Ε' Λουκά
(Λουκ. ΙΣΤ' 19-31)


Ουδένα ίσως άλλο πάθος έχει τόση δύναμη και ουδένα άλλο ριζώνει τόσο βαθιά στην ψυχή τού ανθρώπου όσο το πάθος του πλουτισμού που τις περισσότερες φορές εμφανίζεται ως δίδυμο με αυτό της φιληδονίας.
Πρόκειται όντως περί ισχυροτάτου πειρασμού, αφού αρκετές φορές ο Χριστός και ολόκληρη η γραφή κάνουν λόγο για την αρνητική δύναμη και έλξη τού πλούτου. Την δύναμη που τελικώς οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια. Αυτό δηλ. που βλέπουμε στην ευαγγελική περικοπή τής παραβολής του πλουσίου και του Λαζάρου. Μια παραβολή πολύ χαρακτηριστική την οποία όλοι μας έχουμε ακούσει αρκετές φορές, αλλά σε οποιαδήποτε οικονομική κατάσταση κι αν βρισκόμαστε αρνούμαστε να αποδεχθούμε την πραγματικότητα. Την πραγματικότητα ότι ο πλούτος, η σπατάλη και η περιφρόνηση προς τις ανάγκες των αδελφών ευτελίζουν την ανθρωπίνη προσωπικότητα, αποσαθρώνουν τον κοινωνικό ιστό και τελικώς κάνουν τον άνθρωπο, ιδίως τον πλούσιο να χάνει τον προορισμό του.
Αλλά χρειάζεται να σταθούμε για λίγο. Να σταθούμε και να μελετήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Γιατί δηλ. ο άνθρωπος σε οποιαδήποτε εποχή κι αν ζει και σε οποιοδήποτε γεωγραφικό στίγμα κι αν βρίσκεται, τελικώς κινδυνεύει να κολλήσει στον πλούτο με όλα του τα παρελκόμενα.
Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει τον άνθρωπο να προσκολλάται σε τέτοιο βαθμό επάνω στο άψυχο χρήμα και στην καλοπέραση; Δοθέντος ότι εάν λείπει το πρώτο, απουσιάζει θέλοντας και μη και το δεύτερο. Οι λόγοι είναι πολλοί και προσεγγίζουν τον καθένα. Και πρώτα απ' όλα. Από μόνος του και με τις πτωχές του δυνάμεις ο άνθρωπος αισθάνεται πάντοτε ένα φόβο. Φόβο, τόσο για το παρόν, όσο και για το μέλλον που ανοίγει ή που νομίζει ότι ανοίγει εμπρός του. Αυτός λοιπόν ο φόβος τον οδηγεί στην ανάγκη να πιαστεί από κάπου.
Από κάπου όπου θα εξασφαλίζει την σταθερότητα όντας το ίδιο σταθερό και αμετάπτωτο. Και απ' εδώ ξεκινά η αρχή της πλάνης. Από του σημείου αυτού η αράχνη τού πλούτου τυλίγει τον ιστό της γύρω από την ύπαρξη που μαγνητίστηκε και αυτοεγκλωβίστηκε στο λάγνο βλέμμα τής αισχρής χρηματικής περιουσίας.
Αλλά ενός κακού δοθέντος, μύρια έπονται. Επειδή η καρδιά είναι αδύνατον να ζει και να βιώνει τον κατακερματισμό μέσα από παράλληλες αγάπες, ο φόβος, που δίχως να το κατανοεί και ο ίδιος ο προσβαλλόμενος, προϊόντος του χρόνου μεταβάλλεται σε “αγάπη”, δηλ. σε “αλκοολίκι τού χρήματος” και του παράλογου πλουτισμού. Όμως, λόγω του ότι ο πλούτος ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια τού κατέχοντος αυτόν, ευκολότερα απ' ότι διαφεύγει το χέλι, τώρα περνά ο άνθρωπος σ' ένα άλλο επίπεδο που τον ρίχνει σε σκοτεινότερο βάραθρο. Στον ταυτόχρονο φόβο και αγάπη τής περιουσίας του. Όσο περισσότερο αγκιστρώνεται επάνω της και την περιπτύσσει με την αγάπη του, τόσο περισσότερο βαθαίνει ο φόβος μέσα του μήπως και τυχόν χαθεί αυτός ο πλουτισμός. Αλλά το σημείο τούτο είναι που φέρει και τον πλήρη σκοτισμό τού νοός. Η δε καρδιά περνά σε μια παρά φύσιν αγάπη του φευγαλέου χρήματος και η βούληση σέρνει τον πλεγματικό άνθρωπο σε αντικρουόμενες καταστάσεις. Στο να καταπατά κάθε ιερό και όσιο για την αύξηση της περιουσίας σε κινητά και ακίνητα, ταυτοχρόνως δε τον προωθεί σε ακατάσχετη διασκέδαση και σε ακόρεστη απόλαυση αφού όπως βλέπει, ο χρόνος περνά (ο χρόνος είναι χρήμα) και φεύγει σαν το τρεχούμενο νερό. Επομένως, αφού δεν γνωρίζει εάν και αύριο θα ζει ώστε να “απολαύσει”, να οργιάσει και να αποκτήσει ακόμα περισσότερα, φαντάζεται κανείς, ή μάλλον είναι αδύνατον να φανταστεί το ψυχικό δράμα τού ανθρώπου αυτού.
Σε αυτή λοιπόν την κατάσταση, βρίσκεται και ο πλούσιος που μας περιγράφει η ευαγγελική παραβολή.
Βεβαίως, για τα θύματα αυτά του πλουτισμού δεν υπάρχει κάποιος φραγμός. Οι δυστυχισμένοι που όχι μόνο κείτονται “προς τον πυλώνα αυτού”, οι “Λάζαροι” δηλ. που “επιθυμούν χορτασθήναι από των ψιχίων τών πιπτόντων από της τραπέζης”, ίσως βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από άλλους ταλαίπωρους. Από αυτά δηλ. τα πτώματα που ποδοπατήθηκαν για να ανέλθουν αυτοί οι “επιτυχημένοι”. Οι έχοντες “κοινωνική επιφάνεια” και αποθεματικά κεφάλαια, οι πλούσιοι και βεβαίως βεβαίως (οι κατά κόσμον) ευυπόληπτοι πολίτες.
Αλλά σε αυτή την κατάσταση όταν φθάσει ο πλούσιος “άνθρωπος”, εάν θέλει να είναι συνεπής θεράπων του χρήματος, δεν μπορεί να σταματήσει. Υποχρεωτικώς θα περάσει και σε άλλη “κλίμακα” οικονομικής στρατηγικής και ιδίως συμπεριφοράς. Αν ανοίξουμε έστω και για ελάχιστα τούτο το σκοτεινό παραπέτασμα, θα αντικρίσουμε αυτούς που στα χέρια τους κρατούν το παγκόσμιο κεφάλαιο. Μπροστά δε σε αυτούς που έχουν κατορθώσει να ξεριζώσουν την καρδιά τους και στην θέση της να μεταμοσχεύσουν τα διεθνή χρηματιστήρια, οι “πλούσιοι” της κάθε κοινωνικής ομάδας και της κάθε εποχής, δεν είναι παρά τα πειθήνια όργανα και οι μαριονέτες στα χέρια των μεγάλων κυρίων. Αναγκαία δε προϋπόθεση για να ανήκει κανείς στο club των πλουσίων είναι η ευπειθής συμπεριφορά προς τα μεγάλα αφεντικά, ό εστί μεθερμηνευόμενον η γλοιώδης συμπεριφορά με την ισόβια κάμψη τής σπονδυλικής στήλης (ως η συγκύπτουσα του ευαγγελίου) και φυσικά η υπακοή έως θανάτου, αφού... “υπάρχουν και τα ατυχήματα”...
Εδώ φυσικά δεν μπορεί να σταθεί ούτε πίστη στον Θεό, ούτε ιδανικά, ούτε καν ευρωπαϊκός ανθρωπισμός. Τίποτε απολύτως δεν συγκινούν τα χρηματιστηριακά σπλάχνα των ανθρώπων που ως υπηρέτες τού μαμωνά χρησιμοποιούν κάποιες φορές εκφράσεις περί πτωχείας και ανθρωπιστικών αναγκών που δε συγκινούν παρά μόνον τους αφελείς. Και αφελείς υπάρχουν σε όλους τους χώρους. Ίσως δε οι περισσότερο αφελείς να είναι αυτοί που στον χώρο της εκκλησίας πιστεύουν ότι είναι ποτέ δυνατόν να συνυπάρξουν Χριστός και μαμωνάς.
Όσον αφορά τώρα τις συναντήσεις και τις κομψές συζητήσεις των μεγιστάνων του πλούτου που διαθέτουν ακόμα και “τράπεζες του Αγίου Πνεύματος” με ψηφοθήρες ποικίλων αποχρώσεων, που ουδέποτε φυσικά αισθάνθηκαν την βάσανο της πείνας, συζητήσεις περί αγώνων “ενάντια στη φτώχεια”, περί “αξιοπρέπειας των ανθρώπων” και περί “δομικής αιτίας της φτώχειας, που είναι η άνιση διανομή τού εισοδήματος και η “ασυδοσία των χρηματοπιστωτικών αγορών”, αυτά δεν είναι παρά καλοστημένες θεατρικές παραστάσεις.
Παραστάσεις που επί της ουσίας αναπαράγουν σε διαφορετικά σκηνικά τα ίδια και απαράλλακτα κοινωνικά δράματα, αφού επιτέλους κανένας από τους συνομιλητές αυτούς δεν αποδέχεται τον Χριστό και άρα εκ των πραγμάτων αδυνατούν να βοηθήσουν τον άνθρωπο. Τον πτωχό Λάζαρο της εποχής μας, ο οποίος γεμάτος πληγές και φρικτά παραπεταμένος στέκει έξω από την πόρτα των θεσμοποιημένων αρχών και των πυλώνων της εξουσίας, προσμένοντας κάποια ψίχουλα ή την “μεγάλη παρηγοριά, την ανακούφιση του θανάτου”, όπως συγκλονιστικά καταγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς και με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε.
Οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού”.
Αλλά υφίσταται και μεγαλύτερο δράμα. Ποιό είναι αυτό; Ότι οι άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί δεν θέλουν να εννοήσουν ότι η πραγματικότητα δεν σταματά μπροστά στον θάνατο.
Η δεύτερη πράξη της παραβολής, που μας μεταφέρει στο “μετά ταύτα...”, αποκαλύπτει την όλη πραγματικότητα. Τόσο την θετική του Λαζάρου, όσο και την αρνητική τού άσπλαγχνου πλούσιου.
Βεβαίως, ο Λάζαρος δεν βρέθηκε “εις τον κόλπον του Αβραάμ” διότι απλώς ήταν πτωχός, αλλά διότι γνώριζε να “διαχειρίζεται” τη δυστυχία του, υπομένοντας και προσκαρτερώντας. Φαίνεται πως η συντροφιά που του κρατούσαν οι σκύλοι (για ν' αποδειχθεί ότι κάποιες φορές τα ζώα έχουν περισσότερο ανθρωπισμό από τα κτήνη – ανθρώπους), τον βοηθούσε ώστε να φιλοσοφήσει την αλήθεια και να δει την ζωή στις σωστές της διαστάσεις, καλλιεργώντας δια της υπομονής την ελπίδα. Αντιθέτως, ο πλούσιος μέσα στο πολύπλευρο άγχος του και στην τρέλα που τον περικύκλωνε, τόσο στο να μη χάσει αλλά και να αυξήσει τον άψυχο εραστή του, όσο και στο να απολαύσει τις ηδονές τής σαρκός, είχε ξεχάσει πως ήταν κι αυτός άνθρωπος ομοιοπαθής προς τους άλλους ανθρώπους. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να κλείνει ερμητικά τα αυτιά του στο κήρυγμα περί της άλλης ζωής που αναμένει τον καθένα μας. Και τούτο διότι ο ήχος τού χρυσού, η θέα τού ευρώ και των δολλαρίων αλλά και οποιασδήποτε άλλης χρηματικής μονάδας, εξουδετερώνει όχι μόνο τον ισχνόφωνο Μωυσή, αλλά φράσσει με το βουλοκέρι τού διαβόλου τα ώτα στα κηρύγματα των σαλπιστών του Πνεύματος. Στους προφήτες, στους αποστόλους και γενικώς στους αγίους και τους κήρυκες της κάθε εποχής και του κάθε τόπου, δοθέντος ότι ερχόμενος ο Χριστός στην ύπαρξη που αποδέχεται το κάλεσμά του, από τα πρώτα που φυγαδεύει είναι ο κερδώος Ερμής, μαζί με την πλανεύτρα Αφροδίτη.
Εάν όμως παρ' ελπίδα ο άνθρωπος αντί του Χριστού και της αγάπης των πτωχών αδελφών, επιμένει να συναυλίζεται στα κέντρα του μαμμωνά, ευφραινόμενος καθ' ημέραν λαμπρώς, τότε δεν έχει παρά να κάνει λίγη υπομονή. Λίγη υπομονή, και μετά βεβαιότητος θα έλθει η ώρα που θα διαπιστώσει την αξία όχι μόνο των χρηματιστηριακών, αλλά και των υπαρξιακών μετοχών στις οποίες είχε επενδύσει την όλη του ζωή.
Τότε όμως θα ακούσει την τελική φωνή που δυστυχώς παγιώνει και την κατάσταση στον χώρο της αιωνιότητος: “τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου. Νυν δε οδυνάσαι”.
Αμήν.


Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ο θρόνος της χάριτος και "οι ασυνείδητοι"




Κυριακή Γ΄των Νηστειών
Αποστολικό Ανάγνωσμα
(Εβρ. Δ΄ 14 – Ε΄ 6)
Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
 
Τρίτη Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής!
Μα πότε κι όλας φθάσαμε στο μέσον του Σταδίου; Κι όμως, αδελφοί μου, ο καιρός περνά, μάλλον εμείς περνούμε και δίχως να το αισθανόμαστε, φθάνουμε στην ευλογημένη Ανάσταση.
Να προσθέσουμε δε ότι και χωρίς να το κατανοούμε, βαδίζουμε προς τον ακύμαντο λιμένα της Βασιλείας των Ουρανών, με την χάρη πάντοτε του Θεού!
Κυριακή λοιπόν της Σταυροπροσκυνήσεως. Δηλαδή Κυριακή κατά την οποία προσκυνούμε ιδιαιτέρως τον Τίμιο του Κυρίου μας Σταυρό. Και γιατί αυτό; Διότι επόμενο είναι, στην πορεία την αγωνιστική μας, μέσα στην ευλογημένη Τεσσαρακοστή, κάπου, είτε να κουραστήκαμε, είτε και ενδεχομένως να αισθανθήκαμε  αδυναμία στον αγώνα μας και αφορμή βρήκε ο εχθρός να μας δείξει ότι δεν παύει ποτέ να μας μισεί.

Αλλά, και για άλλους ακόμα λόγους και αιτίες, αισθανόμαστε τώρα την ανάγκη κάπου να σταθούμε, ώστε ν' αντλήσουμε δυνάμεις για να συνεχίσουμε έως το τέλος.
Πράγματι, όπως οι οδοιπόροι στην μακρινή έρημο, με τα καραβάνια τους, στο μέσον της διαδρομής σταματούν σε κάποια όαση για να ξεκουραστούν κάτω από τον ίσκιο των δένδρων και ν'  αντλήσουν δύναμη, έτσι τώρα κι εμείς, οδοιπόροι στον αγώνα τον πνευματικό, ζητούμε να ξεδιψάσουμε και να δροσιστούμε κάτω από τον ζείδωρο ίσκιο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού!
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η Μητέρα μας Εκκλησία, όρισε αυτή την τρίτη Κυριακή των νηστειών, η οποία βρίσκεται ακριβώς στο μέσον της πορείας προς την Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών, να υψώνεται εν μέσω των Ιερών μας Ναών, το σύμβολο της Νίκης.
Και είναι, όπως όλοι γνωρίζουμε, ο του Κυρίου Σταυρός, όπλον και σύμβολον νίκης κατά του εχθρού («ο Σταυρός Σου Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου»), αλλά και σημείον αναφοράς όλων των πιστών. Όμως, ο προφητευμένος και προ καταβολής κόσμου προετοιμασμένος Τίμιος Σταυρός, είναι και κάτι άλλο ακόμα. Κάτι άλλο, πολύ σημαντικό και αποκαλυπτικό, το οποίο μας κάνει να στεκόμαστε μπροστά του με δέος και συγκίνηση. Ναι, ο Σταυρός αποτελεί τον θρόνο του Μεγάλου Αρχιερέως μας Κυρίου Ιησού Χριστού! Αυτός είναι ο βασιλικός Του θρόνος. Ο ίδιος του ο Σταυρός. Και επάνω σ' αυτόν τον αδιανόητο για τον άνθρωπο θρόνο, πρόσφερε ο Κύριος την θυσία του.
Θυσίασε όχι κάποιο σφάγιον, όχι κάποιο ζώο ο Θεός, όχι κάποιο άλλο κτίσμα και δημιούργημα, αλλά συγκλονιστικό και να το σκέπτεται κανείς, θυσίασε τον ίδιο τον εαυτόν Του. Και για ποιούς; Για δικαίους και αγαθούς; Όχι βεβαίως, αλλά για εμάς τους αμαρτωλούς ανθρώπους. Γι' αυτό και είναι ο εύσπλαγχνος και ελεήμων Αρχιερεύς, όπως ακριβώς μας καταγράφει και ο θείος Απόστολος στο Ανάγνωσμα που θ΄ακούσουμε στην Θεία Λειτουργία την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως.
Αδελφοί μου, όσο κι αν προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε στα αποκαλυπτικά μηνύματα του λόγου του Θεού, ουδέποτε θα κατορθώσουμε να συλλάβουμε το ύψος, το βάθος, το πλάτος και το μήκος των συγκλονιστικών αυτών γεγονότων. Των γεγονότων δηλ. που πραγματοποίησε ο ίδιος ο Κύριός μας και Θεός μας για τη σωτηρία μας.
Αλλ' ας στρέψουμε και πάλι με αγάπη και κατάνυξη το βλέμμα μας στον ζωηφόρο Σταυρό, διά του οποίου συντρίβεται ο διάβολος και ξεπλένεται η αμαρτία, κι ας δούμε, όσο μας είναι βεβαίως δυνατόν τον Μέγα Αρχιερέα που θυσιάζεται για την «ημετέραν σωτηρίαν».
Για ποιον λόγο γίνονται όλ' αυτά και ποια είναι η ουσία της αρχιερωσύνης;
Ήδη τονίσαμε ότι το όλον σχέδιον του Τριαδικού Θεού, πραγματοποιείται για να σωθεί ο ταλαίπωρος και αιχμάλωτος στην αμαρτία άνθρωπος. Να σωθεί το αγαπημένο και αποστατημένο παιδί, τόσο από την αμαρτία και τον προσωπικό του εχθρό, όσο και από τον μεγαλύτερο εχθρό που είναι ο θάνατος.
Έτσι λοιπόν, ουσία της αρχιερωσύνης, δεν είναι παρά η μεσιτεία στον Θεό Πατέρα υπέρ των αμαρτωλών.
Αυτός ο Χριστός είναι ο Μέγας Αρχιερεύς, και επάνω στο θυσιαστήριο του Σταυρού και που πλέον αποτελεί τον θρόνο Του, προσφέρει με άπειρη αγάπη την μεγάλη εξιλαστήριο θυσία για ολόκληρο το Γένος των ανθρώπων.
Ο Κύριός μας είναι ο αναμάρτητος. Είναι ο συμπαθής και ελεήμων, αρκεί ο κάθε άνθρωπος με την θέλησή του να προσεγγίσει «τω θρόνω της χάριτος». Καθώς λοιπόν πλησιάζουμε με πίστη και με παρρησία τον Τίμιο Σταυρό, λαμβάνουμε «έλεον και χάριν εις εύκαιρον βοήθειαν».
Αναμφιβόλως αδελφοί μου, όταν ο άνθρωπος, ο πιστός άνθρωπος αρχίζει να βιώνει κάπως την δόξα του Σταυρού, δηλ. τον θρόνο της Χάριτος, αλλά και όταν συνειδητοποιεί και το παμμέγιστο αξίωμα της Αρχιερωσύνης, τότε δεν μπορεί παρά να συγκλονίζεται. Και όντως, ποίος άνθρωπος θα έχει την τόλμη μπροστά στο μεγάλο αυτό αξίωμα να θεωρήσει τον εαυτόν του ικανό και άξιο; Ουδείς. Ουδείς λογικός, εκτός κι αν είναι παράλογος ή η μανία της κοσμικοεκκλησιαστικής δόξας τον κάνει να μη συνειδητοποιεί το μέγεθος της Αρχιερωσύνης, αλλά και αυτόν τον φρικτό λόγο που θα δώσει εν ημέρα κρίσεως.
Δεν μπορεί λοιπόν κανείς από μόνος του, εάν βεβαίως πιστεύει, να «κινεί τα νήματα» για να λάβει την υψίστη αυτή τιμή. Θα λέγαμε δε πως αποτελεί ολοφάνερο δείγμα αναξιότητος για έναν άνθρωπο της εκκλησίας, το να επιδιώκει, προσπαθεί, παρακαλεί ποικιλοτρόπως, στοχεύει και εργάζεται στο να αναρριχηθεί στο ύψιστο της Αρχιερωσύνης αξίωμα. Και φυσικά η Αποστολική φράση «Πιστός ο λόγος, ει τις επισκοπής ορέγεται, καλού έργου επιθυμεί» (Α΄Τιμοθ.Γ΄1), Δηλ. αξιόπιστος είναι ο λόγος. Εάν κανείς επιθυμεί να είναι επίσκοπος, καλό έργο επιθυμεί, που όπως βλέπουμε κάνει λόγο γιαέργο και όχι για κοσμικές δόξες, δεν μπορεί σε καμμία των περιπτώσεων να προσαρμοστεί σ' όσους αυτοεξευτελίζονται και αποδεικνύουν ότι έχουν μεταλλαχθεί σε «ασπόνδυλα μαλάκια» λόγω του ότι τους «γυάλισε στο μάτι» η λάμψη των υψηλών αξιωμάτων.
Εάν όμως κρίνει ο Θεός και πρέπει, τότε θα τον καλέσει, όπως ακριβώς συνέβη με τον Ααρών, ώστε τελικώς και το ποίμνιο να διακονήσει και να σώσει ψυχές, και τελικώς μέσω της ορθής διακονίας – μαρτυρίας και ομολογίας να σώσει τον εαυτόν του.
Με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που και ο Κύριος έγινε Αρχιερεύς. Δεν δόξασε δηλ. ως άνθρωπος μόνος του τον εαυτόν Του, γενόμενος Αρχιερεύς, αλλά τον δόξασε ο Θεός Πατέρας.
Και πάλι, ο Απ. Παύλος τονίζει την μεγάλη αλήθεια: «Εσύ είσαι ιερεύς αιώνιος, όχι όπως οι άλλοι αρχιερείς, που έλαβαν την Αρχιερωσύνη κατά κληρονομική διαδοχή από τον Ααρών, αλλά είσαι ιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ». Σύμφωνα δηλ. με την ιερωσύνη του Μεχισεδέκ, ο οποίος δεν μεταβίβασε την ιερωσύνη του σε κάποιον άλλον απόγονό του!
Αδελφοί μου. Τα θεία νοήματα μάς τρέφουν, και ο ίσκιος του Τιμίου Σταυρού μάς δροσίζει και μάς γεμίζει δύναμη. Δύναμη ώστε να συνεχίσουμε τον ευλογημένο δρόμο προς την τελείωση. Αυτός άλλωστε δεν είναι και ο σκοπός της ζωής μας; Γι' αυτό ήρθαμε, μάλλον, μας έφερε η αγάπη του Θεού στην γη και μάς ενέταξε ως οργανικά και ζωντανά μέλη μέσα στο Σώμα Του που είναι η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία!
Δεν έχουμε λοιπόν παρά με ανανεωμένες τις ψυχοσωματικές μας δυνάμεις, και αφού προσκυνήσουμε το σύμβολο της Νίκης και τον θρόνο της Χάριτος, με ιερό ενθουσιασμό να συνεχίσουμε την πορεία μας προς το Θείον δράμα αλλά και την ένδοξη του Κυρίου μας Aνάσταση. Αμήν.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Η ασωτεία της εποχής μας Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη


Στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή έχουμε την Παραβολή του Άσωτου υιού. Αν ανοίξουμε ένα καλό Ελληνικό Λεξικό θα δούμε ότι ο όρος «Παραβολή» έχει γύρω στις 13 διαφορετικές σημασίες. Στα βιβλία της Καινής Διαθήκης ο όρος «Παραβολή» σημαίνει την αλληγορική διήγηση που χρησιμοποίησε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όπου με απλό και παραστατικό τρόπο διδάσκει σημαντικές αλήθειες της Χριστιανικής Θρησκείας. Οι Παραβολές δηλαδή που χρησιμοποιούνται από τον Ιησού περιέχουν κάποιο δίδαγμα σωτηριολογικό, κάποιο δίδαγμα δηλαδή που έχει σχέση με την εν Χριστώ σωτηρία μας. Τον τρόπο δηλαδή που μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος από την σκλαβιά της απάτης, της άγνοιας, της αμαρτίας και του θανάτου. Για να κινηθεί δηλαδή ο άνθρωπος της αμαρτίας από το ψέμα στην αλήθεια, από το θάνατο στη ζωή, από την Κόλαση στον Παράδεισο. Για να ζήσει σε κοινωνία με τον Θεό. 
«Άσωτος» είναι ο άνθρωπος που ζει έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή. Είναι ο διεφθαρμένος, ο αμαρτωλός, ο ακόλαστος, αυτός που σπαταλά χρήματα για να ζήσει μιά έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή, αυτός που φέρνει συμφορά στον εαυτόν του, στην οικογένεια του και στην ευρύτερη κοινωνία. Τελικά ο «άσωτος» είναι αυτός που σου δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει ελπίδα σωτηρίας, αυτός που βρίσκεται στο τέλος σε απελπισία και απόγνωση. Έτσι με βάση το περιεχόμενο της ζωής του άσωτου ανθρώπου θα μπορούσαμε να πούμε ότι «ασωτία» είναι μια μορφή ακολασίας που εκφράζεται ως ροπή και και υπερβολική στροφή προς τις υλικές απολαύσεις, η έκλυτη κι αμαρτωλή ζωή που την συνοδεύει η σπατάλη, την ώρα μάλιστα που άλλοι πεινούν και άρρωστοι πεθαίνουν αβοήθητοι και εγκαταλελειμμένοι.
Πολλές φορές συμβαίνει να έχουμε όλα τα καλά και τ’ αγαθά του κόσμου και πάλι να μη είμαστε ευχαριστημένοι. Ο άσωτος υιός της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Τα είχε όλα. Κι όμως τίποτα δεν στάθηκε στο τέλος ικανό να τον κρατήσει κοντά στον Πατέρα του. Έτσι μια μέρα, αφού ζήτησε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε άφησε το σπίτι του και «απεδήμησεν εις χώραν μακράν».
Στο πρόσωπο του άσωτου νεώτερου γιού αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο εκείνο που με την αμαρτία απομακρύνεται από την επικοινωνία του με τον Θεό. Η παρουσία του Θεού ενοχλεί και πιέζει τον άσωτον άνθρωπον. Νομίζει ότι ο Θεός του κάνει τη ζωή μονότονη και κουραστική. Γι’ αυτό και προσπαθεί να βγάλει από την σκέψη του τον Θεόν εξορίζοντας τόν από την καρδιά του. Ο άσωτος άνθρωπος δεν θέλει να εξαρτάται από κανένα.. Έχει μια δική του αντίληψη για την ελευθερία. Νομίζει ότι ελευθερία σημαίνει ασυδοσία, να κάνει δηλαδή ό,τι θέλει. Δεν καταλαμβαίνει ότι το νόημα της ελευθερίας είναι να κάνεις σωστές επιλογές με κριτήριον το κοινόν καλόν και το κοινόν συμφέρον. Ο άσωτος άνθρωπος λεισμονεί ότι η πραγματική ελευθερία συνδέεται με το δεσμό της αγάπης. Γι’ αυτό και δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του ούτε στον Θεόν, ούτε στην οικογένεια του. Έχει εμπιστοσύνη μόνο στις δικές του δυνάμεις και στα δημιουργήματα κι όχι στο Δημιουργό τους, δηλαδή στο Θεό. Η αυτονομία κι η αυτάρκεια του αυτή που εκφράζει και τη χειρότερη μορφή αλαζονείας, είναι και η πηγή κάθε αμαρτίας.
Κι όταν όμως ακόμη αποφασίζουμε να βγάλουμε τον Θεό από τη ζωή μας, ο Θεός δεν αρνείται να μας προσφέρει όλα τα θεία Του δώρα. Γι’ αυτό κι η πραγματική μετάνοια του αμαρτωλού τον οδηγεί πάντοτε στην εν Χριστώ σωτηρία του.
Ο άσωτος υιός επιλέγει μια νέα υπαρξιακή προοπτική που τον οδηγεί στην στέρηση και στην μοναξιά. Στο τέλος μακρυά από την αγάπη προς την οικογένεια του γίνεται και άσημος. Όλα αλλάζουν όταν αρχίζει να συναισθάνεται την προσωπική του ενοχή. Στην αρχή συνειδητοποιεί την αποτυχία της επιλογής του τρόπου της ζωής του που έγινε με την απόφασή του να σταματήσει να εμπιστεύεται τον πατέρα του. Στην συνέχεια παραδέχεται την αποτυχία της επιλογής του να ακολουθήσει αυτή την νέα υπαρξιακή προοπτική και να ζήσει μακρυά από την οικογένεια του. Η παραδοχή του αυτή έχει μεγάλη σημασία γιατί είναι δυνατό να φθάσει κανείς μέχρι το σημείο της συνειδητοποιήσεως ότι κάπου έχει κάνει λάθος, αλλά ο εγωϊσμός του να μη τον αφήνει να προχωρήσει στην παραδοχή της ενοχής του. Έτσι προχωρεί στην αναγνώριση και αποδοχή της προσωπικής του ενοχής για την αποτυχία της υπαρξιακής του προοπτικής να απομακρυνθεί από τον πατέρα του. Παραδέχεται δηλαδή την ενοχή του και την ομολογεί ανεπιφύλακτα. Δεν προσπαθεί να βρεί δικαιολογίες για τις αμαρτωλές πράξεις του και για τη προσωπική του ενοχή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί η ανεπιφύλακτη αποδοχή της προσωπικής του ενοχής χωρίς δικαιολογίες λειτουργεί στο βάθος της ανθρώπινης προσωπικότητας ως κάθαρση, που καθιστά δυνατή μια νέα επιλογή. Είναι η στροφή του προς την μετάνοια που εκδηλώνεται με την επιλογή μιας νέας υπαρξιακής προοπτικής. Η επιλογή αυτή θεμελιώνεται στη παραδοχή της αναξιότητάς του. Γι’ αυτό και ζητεί να γίνει ισότιμος με ένα υπηρέτη του πατέρα του. Η μετάνοια του άσωτου υιού δεν βιώνεται απλώς ως αλλαγή φρονήματος, αλλά περισσότερο ως θυσία. Η μετάνοια έχει ένα κόστος που οφείλεται στα λάθη του παρελθόντος. Ο άσωτος υιός μετανοεί πραγματικά γιατί δεν ζητά  να γίνει πάλι υιός αλλά δούλος, επειδή ακριβώς η πλήρης συναίσθηση της ενοχής του τον κάνει ταπεινό. Ζητά το ελάχιστον, δεν ζητά το μέγιστον. 
Η μετάνοια ως αυτοθυσία είναι η μόνη λύση για να αντιμετωπίσουμε οποιοδήποτε πρόβλημα που το δημιουργήσαμε οι ίδιοι με τα λάθη μας.
Ο άσωτος γύρισε στο σπίτι του πατέρα του όταν «ήλθε εις εαυτόν», επειδή είχε καλές κι άριστες αναμνήσεις από το σπίτι του. Θυμήθηκε στην ερημιά του όλη την στοργή, την αγάπη και τις θυσίες του καλού πατέρα και ξαναγύρισε να τις ξαναζήσει. Αν είχε κακές αναμνήσεις από το σπίτι του ποτέ δεν θα γύριζε. Θα έμενε στην καταστροφή της ερημιάς του. Όσοι έχουν την ευθύνη της δημιουργίας περιβάλλοντος, είτε στην οικογένεια, είτε στην κοινωνία, είτε στην Εκκλησία, είτε στο Σχολείο πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή γιατί όπως λέει ο Απόστολος Παύλος «ομιλίαι κακαί φθείρουσιν ήθη χρηστά». Το περιβάλλον που δημιουργούμε πρέπει να έχει τέτοια μορφή που να κάνει και τον άσωτον της εποχής μας μόλις «έλθη εις εαυτόν», να το θυμάται και να ξαναγυρίζει πάλι στο σπίτι του για να βρει στοργή. Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της παραβολής του Ασώτου που είναι γνωστή και ως παραβολή του στοργικού πατέρα. Όπου υπάρχουν στοργικοί γονείς οι άσωτοι ξαναγυρίζουν.
Διαβάζοντας λοιπόν κανείς την παραβολή του άσωτου υιού της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής εντυπωσιάζεται ότι τόσο από την ασωτία του άμυαλου παιδιού που κατασπαταλά την περιουσία του πατέρα του και που γυρίζει εξουθενωμένος και μετανιωμένος στο πατρικό του σπίτι, όσο από το γεγονός ότι πολλές φορές άνθρωποι διά μέσου των αιώνων έχουν τη τάση να συμπεριφέρονται ως αμετανόητοι άσωτοι. Ο εγωισμός τους γίνεται αξεπέραστος φραγμός που τους κρατά στην αμετανοησία. Έτσι μακρυά από την μετάνοια, που εκφράζεται ως ταπείνωση με τη θυσία της θέσεως που είχαν πριν τη πτώση τους στην αμαρτία της ασωτίας, ακολουθούν το δρόμο του Ιούδα, το δρόμο της καταστροφής, το δρόμο της απώλειας της αιώνιας σωτηρίας. Αυτή η αμετανοησία του ανθρώπου, που εκφράζεται ως άρνηση στη κοινή κλήση του Θεού για σωτηρία, στη θεολογική γλώσσα, αποτελεί και το περιεχόμενο της βλασφημίας κατά του αγίου Πνεύματος, της ύψιστης αμαρτίας η οποία δεν συγχωρείται ποτέ, διότι ο άνθρωπος με το βιολογικό του θάνατο δεν έχει πλέον περιθώρια μετανοίας. Στην Εκκλησιαστική πράξη αυτό σήμερα εκφράζεται με την απαγόρευση τελέσεως της ιεράς ακολουθίας της Κηδείας σ’ αυτούς που αυτοκτονούν. Έστω κι αν στο όνομα της ελευθερίας, άνθρωπος μέσα στην ασυδοσία του, οδηγεί τον εαυτόν του στην καταστροφή, η ήδη τετελεσμένη απόφασή του στο χώρο της Εκκλησίας γίνεται σεβαστή.
Με βάση την συμπεριφορά του αμετανόητου άσωτου ανθρώπου μπορούμε να μιλήσουμε και για την ασωτία της εποχής μας, που εκφράζεται με την απαράδεκτη κατάσταση που παρατηρείται στην άδικη κατανομή της παγκόσμιας παραγωγής αγαθών. Το 10% του πληθυσμού της γης νέμεται το 90% της παγκόσμιας παραγωγής και το 90% του πληθυσμού της γης (χώρες του τρίτου κόσμου) το 10% της παγκόσμιας παραγωγής. Η αδικία αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και ειρωνεία γιατί το το 10% του πληθυσμού συμβαίνει να είναι σχεδόν όλοι χριστιανοί. Το αποτέλεσμα της σύγχρονης ασωτίας των χριστιανών, με βάση τα τελευταία στατιστικά στοιχεία της Γιούνισεφ, είναι τα ακόλουθα:
1.     To ένα τρίτο των παιδιών της Αφρικής υποσιτίζονται.
2.     Γύρω στα 13 εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες, επειδή στερούνται μερικά από τα αγαθά που έχουν τα παιδιά των χριστιανών.
3.     Από αφυδάτωση, που προκαλεί διάρροια, πεθαίνουν τρία εκατομμύρια παιδιά.
4.     Κάθε χρόνο γύρω στα 300.000 παιδιά τυφλώνονται από έλλειψη βιταμίνης Α.
5.     Στην Ασία 1.000.000 παιδιά, κορίτσια και αγόρια, εκπορνεύονται από πλούσιους Ευρωπαίους και Αμερικανούς χριστιανούς πολίτες.
6.     Το 97% των παιδιών πεθαίνουν πρίν γίνουν 5 ετών.
7.     Γύρω στα 10.000.000 παιδιά υποφέρουν από έιτζ λόγω της ανευθυνότητας των ενηλίκων.
8.     Γύρω στα 10.000.000 παιδιά είναι ορφανά, επειδή οι γονείς τους πεθαίνουν από φτώχεια και διάφορες ασθένειες.
9.     Γύρω στα 130.000.000 παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα να φοιτούν σε Σχολείο.
10.  Οι περισσότεροι θάνατοι των παιδιών θα μπορούσαν να προληφθούν με τη χορήγηση των βασικών εμβολίων που κοστίζουν μόλις εκατόν Ραντ για το κάθε παιδί.
11.  Στις χώρες του Τρίτου κόσμου 1.5 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να γευθούν καθαρό νερό και 2 δισεκατομμύρια δεν έχουν πρόσβαση σε συστήματα υγιεινής.
Η ασωτία της εποχής μας θα περιορισθεί με την μετάνοια των ασώτων ανθρώπων της κοινωνίας μας με την ίση κατανομή των αγαθών της γης. Μπροστά στον ατομικό τους εγωισμό για μεγαλύτερο οικονομικό κέρδος μάθανε οι πολιτισμένοι άνθρωποι της Δύσης να καταλήγουν στις χωματερές, αδειάζοντας το γάλα στους δρόμους και πετώντας τους καρπούς της παραγωγής τους σε σκουπιδότοπους. Η ασωτία των ανθρώπων της Δύσεως δεν είναι απλώς μια κοινωνική αδικία σε βάρος των συνανθρώπων μας που υποφέρουν, που στερούνται όσα οι άλλοι πετάνε και κατασπαταλούν, είναι μια αμαρτία που οδηγεί στην καταστροφή τόσο αυτούς που αδικούνται όσο κι αυτούς που αδικούν, γιατί η επιβίωση μας εξασφαλίζεται μόνο με την καλή μας διάθεση να βελτιώνουμε συνέχεια με δικαιοσύνη τους όρους συμβιώσεως μας.