Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη: Περπατώντας ανάμεσα στους ανθρώπους





Ενας υπέροχος κόσμος αγίων που πηγαινοέρχονταν στα ενύπνια, στο ξύπνιο και στα οράματα των ανθρώπων της Θέρμης, τα επόμενα χρόνια.

Ο αγιος που αυτοσυστήνεται, λέει μόνος του το όνομά του Ραφαήλ, ουράνιοι καλόγεροι και παπάδες που έρχονται -για όσο αντέχει το πεπερασμένο των ανθρώπων- και χάνονται πριν το εξαίσιο γίνει ανυπόφορο για το νου των βροτών και παραφρονήσουν.


Μαρτυρίες, ενυπόγραφες, ανθρώπων -που κάποιοι ζουν ακόμη- για τον Αγιο που ήθελε πια, αφού το παρεχώρησε ο Κύριος- να φανερωθεί και τους είπε λεπτομέρειες του δικού του μαρτυρίου αλλά και των άλλων συναθλητών του. Τους έδειξε πού ήταν τα οστά, οι τάφοι, το αίμα, η δόξα του Κυρίου, τελικά, καθώς ήρθε η ώρα να γίνει ολόφωτα εμφανής και να καταδειχθεί η αγιωσύνη του καταξιωμένου -ως φιλοξενούντος αποτυπώματα δοξαστικού θανάτου- τόπου.


Ενας τόπος σε αναβρασμό, άνθρωποι ακροβατούντες ανάμεσα στην καθημερινότητα την δική τους και εκείνη των μαρτύρων, την πάντα νουν υπερέχουσα.
Εδωσε ο Θεός και αποκαλύφθηκαν όλοι οι Αγιοι, εκείνης της σφαγής....
Ραφαήλ, Νικόλαος, η μικρούλα Ειρήνη. Από κοντά ο δάσκαλος, ο προεστός, η μάνα, το μωρό.

Η κρυμμένη ιστορία έλαμπε τώρα ανάμεσα σε δικεροτρίκερα, θυμιάματα, ικεσίες, καινούργιες φιλίες ανάμεσα στους ανθρώπους της γης και εκείνους της Νέας Ιερουσαλήμ: Αδιαχώρητο συναισθημάτων και η Χάρις να ξεχύνει τα περισεύματα από τις ψυχές στα περβόλια, στις ελιές, στις οικίες, στα μάνταλα - που ευχαρίστως αυτοακυρώνονταν για να ανοίξουν οι πόρτες στο ανεμπόδιστο μεγαλείο-, στις ρύμες και τις οδούς.  Κάπως έτσι μυρώνονται οι τόποι των θνητών και σημειώνονται με το σημείο του Τιμίου Σταυρού που θριαμβεύει επί των εναντίων δυνάμεων.....
Μαρτυρίες
"Έριξε τρείς κασμαδιές και άνοιξε ένα μεγάλο χάσμα, από το όποίο βγήκε μια εκτυφλωτική λάμψη. Από το άνοιγμα ο Κανέλλος μπήκε στην Εκκλησία. Στη μέση της Εκκλησίας είδε τον τάφο του αγίου Ραφαήλ και στα πόδια του τάφου ξαπλωμένη την αγία Ειρήνη.
Μόλις τον είδε ( η Αγία Ειρήνη ), σηκώθηκε.
Φορούσε ένα μακρύ ευρύχωρο άσπρο φόρεμα. Σε μιά δίπλα του φορέματος της έκρυβε ένα Σταυρό κι ένα μικρό στρογγυλό εικόνισμα.
Του έδωσε τον Σταυρό και του είπε "Πάρε αυτόν τον Σταυρό και να γυρίσεις σε όλο το χωριό, να φωνάξεις:
Αυτή είναι η πίστη μας! Πάρε κι αυτό το εικόνισμα κι έλα να σκάψεις σε αυτό το μέρος που στέκομαι, κάτω από τις πλάκες".
 Ήταν μια μικρή εικόνα του Χρίστου που έμοιαζε με σφραγίδα.

Τρίτη 1 Αυγούστου 1961.
Πολύς κόσμος ανέβηκε στις Καρυές.
Ο π. Ευθύμιος από το πρωί είχε αρχίσει την Ακολουθία στο προσωρινό Εκκλησάκι.
Οι εργάτες έβγαλαν τις πλάκες, κομματιασμένες δυστυχώς, και άρχισαν προσεκτικά την ανασκαφή. Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά, όταν ξεχώρισε ένας σβώλος χώμα, και μέσα κάτι έλαμπε.
Ο Τσολάκης το πήρε στα χέρια του νομίζοντας ότι ήταν σπασμένο καντήλι, αλλά, καθαρίζοντας τα χώματα, είδε ότι ήταν μια μικρή στρογγυλή εικόνα του Χριστού ανάγλυφη.
Μαζί με αυτήν βρέθηκαν και μερικά κομμάτια από ξύλο εικόνας και λίγα φύλλα, μάλλον από Ευαγγέλιο η άλλο λειτουργικό βιβλίο, τα οποία όμως θρυμματίσθηκαν με το πρώτο φύσημα του αέρα. Φώναξαν τον π. Ευθύμιο, ο οποίος συγκινημένος σταμάτησε την Ακολουθία, πήρε το εικόνισμα και το τοποθέτησε πάνω στην αγία Τράπεζα.
Έδωσε αμέσως εντολή να χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες στο χωριό και να ειδοποιήσουν τον Πρωτοσύγκελλο.
Πολύς κόσμος πληροφορήθηκε το γεγονός και ανέβηκε γιά να προσκυνήσει το εικόνισμα.
Ανάμεσα τους και μια Παμφιλιώτισσα, η Εύστρατία Μιχέλλη. Είχε δεί αποβραδίς να κατεβαίνει από τον ουρανό ο Δεσπότης Χριστός και να στέκεται στο ιερό της αρχαίας Εκκλησίας των Καρυών. Τον περιέβαλλαν άγγελοι και στο πλάι Του ο άγιος Ραφαήλ, κρατούσε ένα αναμμένο τρικέρι.
Ήρθε λοιπόν πρωί πρωί στη Θερμή και το διηγήθηκε σε γνωστούς της με την βεβαιότητα ότι κάτι σπουδαίο θα συνέβαινε στις Καρυές.
Όταν άκουσε την καμπάνα και έμαθε γιά την ανεύρεση του εικονίσματος, κλαίγοντας από συγκίνηση, ανέβηκε ξυπόλυτη στις Καρυές και το προσκύνησε.
Σε λίγη ώρα έφθασε και ο Πρωτοσύγκελλος.
Έπλυνε το μικρό εικόνισμα με το άγιασμα και είπε σε όλους ότι επρόκειτο γιά ένα ασημένιο εγκόλπιο που απεικόνιζε τον Παντοκράτορα Χριστό με το Ευαγγέλιο στο χέρι.

Η μυσταγωγία των Αγίων
Το ίδιο βράδυ μετά την εύρεση, αγρύπνησαν στις Καρυές ο Δούκας Τσολάκης, ο Θεοχάρης Κυριλής, ο Νικόλαος Φύκιας, ο Ευστράτιος Πλιάκας, ο Ζαχαρίας Παφλιώτης, η Βιργινία Αδάμ, η Μαρία Κουνέλη, η εγγονή της Αγγελική Κουνέλη και η Μαρία Τσολάκη με τα παιδιά της Μένη, Παναγιώτη, Δημήτρη και Μανώλη.
Είχαν αποφασίσει να μείνουν μέχρι το Δεκαπενταύγουστο εκεί πάνω, να "δεκαπεντίσουν" όπως λένε στη Λέσβο, τιμώντας την Παναγία.
 Θα ήταν  9  το βράδυ, όταν ο Κυριλής μαζί με τον Μανωλάκη βρίσκονταν λίγο πιο πέρα από το Εκκλησάκι.
Ξαφνικά το παιδί λέει στον Κυριλή "Γιά δες δύο παπάδες που ήρθαν".
Ήταν πραγματικά δύο κληρικοί, ένας μεγαλόσωμος και ένας κοντός.
Από αμηχανία ο Κυριλής φώναξε τη μητέρα του μικρού, τη Μαρία. Εκείνη ανυποψίαστη πλησίασε, έφθασε μπροστά στο Εκκλησάκι και, μόλις τους είδε, αναγνώρισε ότι ήταν οι άγιοι και άρχισε να φωνάζει "Τρέξτε! Οι άγιοι! Οι άγιοι!".
Πλησίασαν όλοι σε απόσταση δέκα μέτρων, γονάτισαν με δάκρυα και έλεγαν ό,τι προσευχή ήξεραν. Τότε είδαν πάλι ένα ύπερκόσμιο φως, μέσα στη λάμψη του οποίου διακρίνονταν καθαρά τα πάντα.
Οι άγιοι μπήκαν στο Εκκλησάκι και μονομιάς εμφανίσθηκαν με άμφια.
Ο Αγιος Ραφαήλ φορούσε λευκό φαιλόνιο με θαλασσί σειρήτια και σταυρό και μπλε επιτραχήλιο, κι ο άγιος Νικόλαος φορούσε θαλασσί διακονική στολή με χρυσαφί σειρήτια.
Κάποια στιγμή, ο άγιος Νικόλαος βγήκε και θύμιασε, βαστώντας στον αριστερό του ώμο μια μικρή εκκλησία.
Μετά, φαινόταν μόνο ο άγιος Ραφαήλ.
Έβγαινε έξω, σκύβοντας μάλιστα γιά να περάσει από τη χαμηλή είσοδο· ευλογούσε, έκανε υπόκλιση κι έπειτα έμπαινε πάλι μέσα και στεκόταν μπροστά στις λειψανοθήκες, όπου είχαν τοποθετήσει το εγκόλπιο του Παντοκράτορος.
Στην Αγία Τράπεζα ήταν ανοιχτό ένα λειτουργικό βιβλίο. Γύρω στα μεσάνυχτα χάθηκαν οι άγιοι.
Διαπίστωσαν τότε ότι τα καντήλια είχαν σβήσει, και ο Τσολάκης μαζί με τον Πλιάκα και τον Κυριλή πήγαν και τα άναψαν.
 Ύστερα όλοι προχώρησαν πιο πέρα σε κάτι πρόχειρες σκηνές που είχαν στήσει γιά να μένουν εκείνες τις μέρες.
Καθώς πήγαιναν, η Μαρία Τσολάκη και ο Πλιάκας άκουσαν βήματα και είδαν λίγο πιο μακριά δύο σκιές να προχωρούν προς την Εκκλησία.
Φώναξαν τότε στον Δούκα που είχε μείνει πιο πίσω, κι εκείνος στρέφοντας το βλέμμα του βλέπει ξανά τους δύο Αγίους και μαζί την αγία Ειρήνη. "Παιδιά, τους φωνάζει, ελάτε από κοντά να δείτε που ήρθε και η Ρηνούλα"
Ξαναγύρισαν όλοι και βλέπουν την Αγία έξω από το Εκκλησάκι.
Η μορφή της έλαμπε και φαίνονταν ολοκάθαρα τα χαρακτηριστικά της.
Το πρόσωπο της ήταν κατάλευκο με λίγες φακίδες, τα μαλιά της χωρίστρα στη μέση, κατέληγαν σε δύο ξανθές πλεξούδες ριγμένες μπροστά.
Φορούσε ένα μακρύ κίτρινο φόρεμα, που έφθανε έως κάτω.
Σήκωνε τα χέρια και προσευχόταν, μετά έκανε τον σταυρό της, τα σταύρωνε στο στήθος, γονάτιζε και τους κοίταζε κατάματα έναν εναν.
 
Γεννήθηκε 5-3-1450 και μαρτύρησε 7-4-1463
Οι άλλοι δύο άγιοι, ιεροφορεμένοι όπως και πρίν, συνέχισαν την Ακολουθία.
Ο άγιος Νικόλαος με το ένα χέρι βαστούσε τρικέρι και με το άλλο την άκρη από το ωράριο.
Ο άγιος Ραφαήλ έβγαινε και θυμίαζε, άλλοτε ευλογούσε κι άλλοτε πάλι ύψωνε τα χέρια και το βλέμμα του στον ουρανό, έκανε υπόκλιση και έμπαινε μέσα στο Εκκλησάκι.
Τις δύο-τρείς φορές που βγήκε έξω, πλησίαζε κοντά του η Αγία προσευχόμενη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, χωρίς να μπαίνει μέσα στο Εκκλησάκι.
Γύρω στις τρεις το πρωί, εμφανίσθηκε ένα πλήθος μοναχών.
Ο άγιος Ραφαήλ μπροστά θυμιάζοντας και οι μοναχοί από πίσω σε δύο σειρές, έκαναν τρείς φορές λιτανεία γύρω από το Εκκλησάκι κι έπειτα όλοι χάθηκαν μέσα στα ερείπια.
Το είδαμε εδώ

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Οι αγαπημένοι της Λαμπροτρίτης

Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη
Ο άγιος Ραφαήλ γεννήθηκε στην Ιθάκη περί το 1405-1410.
Το όνομά του ήταν Γεώργιος. Ο πατέρας του Διονύσιος και η μητέρα του Μαρία του μετέδωκαν τη θερμή πίστη και αγάπη στο Χριστό και έτσι 16 μόλις ετών ήρθε στην Αθήνα και έγινε μοναχός και αργότερα ιερεύς, και πήρε το όνομα Ραφαήλ. Για ανώτερες θεολογικές σπουδές ήλθε στη Γαλλία και επέστρεψε στην Αθήνα με ένα φίλο και συσπουδαστή που γνώρισε εκεί, το Νικόλαο από τη Θεσσαλονίκη.
Στην Αθήνα ο Ραφαήλ ανέλαβε εφημεριακά καθήκοντα στον παρά την Ακρόπολη ναό του αγίου Δημητρίου του Λαμπαδιάρη.
Ο Νικόλαος χειροτονήθηκε και αυτός διάκονος και φαίνεται ότι δεν εγκατέλειψε ποτέ το φίλο του Ραφαήλ. Μαζί τους βρίσκουμε στην Κωνσταντινούπολη, που ήρθαν για εκκλησιαστικές υποθέσεις, μαζί αργότερα στη Θράκη, όπου πληροφορήθηκαν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Τότε, αφού έπεσε στα χέρια των Τούρκων η Κωνσταντινούπολη, αναζητώντας τόπο ελεύθερο και ασφαλέστερο για να μονάσουν, ήρθαν στη Μυτιλήνη. Ζήτησαν κάποιο μοναστήρι για να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους. Και σαν τέτοιο τους συνέστησαν το παλαιό και κατεστραμμένο από πειρατές κατά το έτος 1235 μοναστήρι των Καρυών της Θερμής, στο οποίο ζούσε ένας και μόνο μοναχός, ο Ρουβείμ.
Εκεί οδήγησε τα βήματά τους ο Θεός. Εκεί θέλησε να ζήσουν και να αγιάσουν τον τόπο μας με τα μαρτυρικά τους αίματα.
Δεν άργησε να εκραγεί στην περιοχή της Θερμής κάποιο κίνημα και οι υπόνοιες των Τούρκων ότι στο μοναστήρι κρύβονται και περιθάλπονται οι επαναστάτες, έκαμαν να ξεσπάσει όλη η εχθρότητα και εξοντωτική μανία τους στο Ραφαήλ, που είχε γίνει ηγούμενος της μονής, το Νικόλαο και άλλους, που βρέθηκαν στη μονή ή συνέλαβαν και οδήγησαν σ’ αυτήν οι Τούρκοι, για να ανακρίνουν και τελικά να θανατώσουν. Ήταν ο πρόεδρος της κοινότητας Θερμής Βασίλειος, η σύζυγος του και η κόρη τους Ειρήνη ηλικίας ένδεκα ετών, και ο δάσκαλος της κοινότητας Θεόδωρος.
Η ανάκριση και οι βασανισμοί άρχισαν τη Μ. Πέμπτη, μόλις τέλειωσε η θεία Λειτουργία και βάσταξαν μέχρι την Τρίτη της Διακαινησίμου, κατά την οποία όλοι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.
Πρώτα έκοψαν το χέρι της κόρης του προέδρου Ειρήνης μπροστά στα μάτια του πατέρα και της μητέρας της, για να τους αναγκάσουν να μαρτυρήσουν τους επαναστάτες, και στη συνέχεια έκαψαν την Ειρήνη μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι της μονής που βρίσκεται σήμερα μέσα στο ναό. Αμέσως κομμάτιασαν κυριολεκτικά τους γονείς της και αποκεφάλισαν το δάσκαλο Θεόδωρο.
Ο διάκονος Νικόλαος δεμένος σε κορμό δένδρου, εξαντλημένος από τα φρικτά βασανιστήρια και βλέποντας τη σφαγή των άλλων δεν άντεξε, έπαθε συγκοπή καρδιάς. Ο άγιος Ραφαήλ υπέφερε τα πάνδεινα. Τον θανάτωσαν, αφού τον πριόνισαν από το στόμα.
Ήταν Τρίτη Διακαινησίμου (Λαμπροτρίτη) 9 Απριλίου 1463. Οι τύραννοι έβαλαν φωτιά και κατέκαψαν το μοναστήρι, ενώ έξω αφήκαν άταφα εδώ και εκεί σε φρικτή κατάσταση τα λείψανα των μαρτύρων, τα όποια έθαψαν αργότερα κάτοικοι της Θερμής, που ανέβηκαν στο μοναστήρι, παρά την τρομοκρατία των ημερών εκείνων.
Στον τόπο του κατεστραμμένου μοναστηρίου δεν υπήρχε τίποτε εκτός από ένα μικρό ετοιμόρροπο εκκλησάκι, στο οποίο ανέβαιναν να λειτουργήσουν κάθε Λαμπροτρίτη οι κάτοικοι της Θερμής. Χωρίς να ξέρουν το γιατί γιόρταζαν αυτή και όχι άλλη μέρα. Και η τοποθεσία είχε πάρει το όνομα «Καλόγερος», γιατί πολλοί έβλεπαν να περιφέρεται εκεί μια σκιά, σαν να ήταν ένας ψηλός κατά το ανάστημα καλόγερος.
Το 1959 θέλησαν οι ευσεβείς ιδιοκτήτες του ελαιοκτήματος Άγγελος και Βασιλική Ράλλη, να χτίσουν στην ίδια θέση, που ήταν το παλιό και ετοιμόρροπο, ένα νέο εκκλησάκι. Έτσι στις 29 Ιουνίου του 1959 άρχισαν οι εργασίες αλλά στις 3 Ιουλίου και σε αρκετό βάθος, που έσκαβαν, για να ανοίξουν τα θεμέλια, βρέθηκε ένας τάφος σχηματισμένος με πέτρες άπλες και οστά που φαινότανε να ήταν πολλών ετών.
Η ιδιοκτήτρια του ελαιοκτήματος έγραψε τότε σχετικά με την εύρεση του τάφου στον αείμνηστο Φώτη Κόντογλου, που ζητούσε πληροφορίες για να γράψει στο βιβλίο του «Σημείο Μέγα» τα παρακάτω:
«Ήρχισε το άνοιγμα των θεμελίων. Εις το μέσον του ναϋδρίου υπήρχε μια πέτρα, την οποία, όταν πήγαν να βγάλουν οι εργάτες, είδαν ότι προχωρούσε καθέτως σε μεγάλο βάθος, ως να είχε τοποθετηθεί σκόπιμα. Στο τέλος σταματούσε πάνω σε μια πλάκα, κάτω από την οποία υπήρχε μνημείον με ανθρώπινον σκελετόν άθικτον. Η κεφαλή απείχε 30 πόντους από το κυρίως σώμα, έλειπε δε η κάτω σιαγών. Ήταν τα χέρια σταυρωμένα και είχε στο στόμα κεραμίδι με χαραγμένο σταυρό. Οι εργάτες έβγαλαν τα οστά και τα έθεσαν στη ρίζα ενός δένδρου, όπου και παρέμειναν έως δέκα ημέρες. Η εύρεσις έγινε εις τις 3 Ιουλίου. Από εδώ αρχίζει η ιερά υπόθεσις των αγίων...».
Αυτές τις δέκα ημέρες άρχισαν τα παράδοξα φαινόμενα, κρότοι ανεξήγητοι, οράματα πολλά σε πολλούς, που ούτε για τη θρησκευτικότητα τους ήταν γνωστοί, μάλλον δε σε μερικούς το αντίθετο συνέβαινε, όνειρα πολλά ανδρών και γυναικών, αποκαλύψεις, οδηγίες για τον τρόπο που πρέπει να γίνουν ανασκαφές, για την εύρεση όλων των τάφων και των λειψάνων των αγίων και άλλων αντικειμένων, αποκαλύψεις που εξιστορούσαν λεπτομερέστατα όλη την ιστορία του Αγίου Ραφαήλ, όλες τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου των αγίων, την ιστορία της Ιεράς μονής πριν την καταστροφή της (1235) και ύστερα απ’ αυτήν και όλα αυτά τα επιβεβαίωναν τα ευρήματα των ανασκαφών που γινόταν σε αρκετή έκταση και αρκετό βάθος λόγω της ανισόπεδης έκτασης του κτήματος.
Σε διάστημα δύο ετών βρέθηκαν όλοι οι τάφοι, το πιθάρι που έκαψαν την Ειρήνη, ο τάφος της μοναχής Ολυμπίας, ηγουμένης κατά το 1235, η σιαγόνα του αγίου Ραφαήλ, που δεν βρέθηκε στον τάφο του αγίου αλλά σε άλλη θέση που υπέδειξε ο άγιος το άγιασμα, μετάλλινη εικόνα του Παντοκράτορα και άλλα ευρήματα.
Οι χιλιάδες των χριστιανών, που έρχονταν να προσκυνήσουν, ένοιωθαν ιερό δέος. Άρχισαν να γίνονται, ολονύκτιες αγρυπνίες, να ακούονται τη νύχτα στον προ ολίγου έρημο αυτόν τόπο ψαλμωδίες όλου του πλήθους των ευσεβών προσκυνητών και να φαίνεται στο σκοτάδι της νύχτας το φαντασμαγορικό θέαμα χιλιάδων κεριών στα χέρια των χριστιανών, που κατέκλυζαν όλη την έκταση πάνω και γύρω από τους ανοιγμένους τάφους των αγίων.
Τα θαύματα, πολλά και μεγάλα, επιβεβαίωναν την αγιότητα των ιερών λειψάνων και μετέφεραν την ευλογία του Θεού όχι μόνο σ’ αυτούς, που έρχονταν στο νησί να προσκυνήσουν τους αγίους, αλλά και πολύ μακριά απ’ αυτό, στην Αμερική, στην Αυστραλία σε ανθρώπους που ούτε είδαν ούτε άκουσαν, ούτε φαντάστηκαν ποτέ την ύπαρξη των αγίων της Λέσβου.
Η θερμή αυτή πίστη των χριστιανών, τα θαύματα, η προσέλευση προσκυνητών ανήγειραν μέσα σε λίγα χρόνια τον περίλαμπρο ναό των αγίων και τα κτίρια της Ιεράς Μονής, η οποία σήμερα αποτελεί πανελλήνιο προσκύνημα.
  
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
Εν Λέσβω αθλήσαντες υπέρ Χριστού του Θεού,
αυτήν ηγιάσατε τη των λειψάνων υμών
ευρέσει μακάριοι·
όθεν υμάς τιμώμεν, Ραφαήλ θεοφόρε,
άμα σύν Νικολάω και παρθένω Ειρήνη,
ως θείους ημών προστάτας
και πρέσβεις προς Κύριον.
το είδαμε εδώ

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Πώς γίνεται η ανάσταση του Χριστού μέσα μας


Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου



Αδελφοί και πατέρες, τώρα πλέον έφθασε Πάσχα, η χαρμόσυνη ημέρα, που μας χαρίζει ευφροσύνη και χαρά, η ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού, που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, γίνεται όμως καθημερινά και αέναα στις ψυχές αυτών που γνωρίζουν το μυστήριο της, γέμισε τις καρδιές μας με χαρά και άφατη αγαλλίαση. Ταυτόχρονα έδωσε τέρμα στον κόπο της πάνσεπτης νηστείας, ή για να πω καλύτερα, της έδωσε πλήρωμα και συγχρόνως παρηγόρησε τις ψυχές μας. Γι’ αυτό αφού προσκάλεσε όλους μαζί τους πιστούς σε ανάπαυση και ευχαριστία, όπως βλέπετε, πέρασε.

Ας ευχαριστήσουμε λοιπόν τον Κύριο, που μας βοήθησε να διαπλεύσουμε το πέλαγος της νηστείας και μας οδήγησε στο λιμένα της αναστάσεώς του γεμάτους χαρά.
Ας τον ευχαριστήσουμε και όσοι διανύσαμε το δρόμο της νηστείας με επιμέλεια και προθυμία, με πρόθεση γεμάτη ζέση και με αγώνες για την απόκτηση της αρετής και όσοι λιποψυχήσαμε σ’ αυτά από αμέλεια και ψυχική ασθένεια.

Γιατί αυτός είναι εκείνος που και στους επιμελείς αγωνιστές με το παραπάνω δίνει τους στεφάνους και μισθούς αντάξιους των έργων τους, αλλά και στους πιο αδύνατους πνευματικά απονέμει πάλι τη συγγνώμη, ως ελεήμων και φιλάνθρωπος που είναι, Υπολογίζει τις διαθέσεις των ψυχών μας περισσότερο και την προαίρεσή μας, παρά τους κόπους τους σωματικούς, με τους οποίους ασκούμε τους εαυτούς μας στην αρετή, είτε κάνουμε μεγαλύτερη άσκηση με ολόψυχη προθυμία, είτε λιγότερη εξαιτίας της ασθένειας του σώματος, από τους μεγάλους αγωνιστές, και σύμφωνα με την πρόθεση μας μοιράζει αντίστοιχα τα έπαθλα και τα χαρίσματα του Πνεύματος στον καθένα, αναδεικνύοντας τον (ή) περιβόητο και ένδοξο αγωνιστή ή αφήνοντάς τον σε χαμηλότερο επίπεδο, ώστε να έχει ανάγκη από πιο επίμονη κάθαρση.

Αλλά ας δούμε, αν συμφωνείτε, και ας εξετάσουμε προσεκτικά, ποιό είναι το μυστήριο της αναστάσεως του Χριστού και Θεού μας, το οποίο σε μας που θέλουμε τελείται πάντοτε μυστικά, και πως ο Χριστός θάπτεται μέσα μας σαν σε μνήμα και πως, αφού ενωθεί με τις ψυχές μας ανίσταται και ανιστά μαζί του και μας. Και αυτό που σκοπεύω να πω, είναι το εξής:

Ο Χριστός και Θεός μας, σταυρώθηκε και προσήλωσε πάνω στο Σταυρό την αμαρτία του κόσμου, γεύθηκε το θάνατο και κατέβηκε στα έγκατα του άδη. Όπως λοιπόν ακριβώς ανεβαίνοντας πάλι από τον άδη, ενώθηκε με το άχραντο σώμα του, από το οποίο κατεβαίνοντας εκεί καθόλου δεν χωρίστηκε η θεότητα, και αμέσως αναστήθηκε από τους νεκρούς και μετά απ’ αυτό ανέβηκε στον ουρανό με δόξα πολλή και δύναμη, έτσι λοιπόν και τώρα, όταν εμείς βγαίνουμε από τον κόσμο της αμαρτίας και εισερχόμαστε, με τη μίμηση των παθημάτων του Κυρίου, στο μνήμα της ταπεινώσεως και της μετανοίας, αυτός ο ίδιος κατεβαίνοντας από τον ουρανό, εισέρχεται σαν σε τάφο, στο σώμα μας, και αφού ενωθεί με τις ψυχές μας, τις ανασταίνει, αυτές που είναι ομολογουμένως νεκρές. Και τότε ακριβώς αξιώνει αυτόν, που μ’ αυτό τον τρόπο αναστήθηκε μαζί με το Χριστό, να βλέπει τη δόξα της μυστικής αναστάσεώς του.

Ανάσταση, λοιπόν, του Χριστού είναι η δική μας ανάσταση, που είμαστε πεσμένοι στην αμαρτία. Γιατί εκείνος, που δεν έπεσε ποτέ σε αμαρτία, όπως έχει γραφεί, ούτε έχασε το ελάχιστο από τη δική του δόξα, πως είναι δυνατό να αναστηθεί ποτέ ή να δοξασθεί, αυτός που είναι πάντοτε δοξασμένος, περισσότερο από όλα τα όντα και ταυτόχρονα βρίσκεται πάνω από κάθε αρχή και εξουσία; Ανάσταση και δόξα Χριστού είναι η δική μας δόξα, όπως είπαμε, που επιτυγχάνεται με την ανάσταση του Χριστού μέσα μας και (έτσι) μας αποκαλύπτεται και τη βλέπουμε. Διότι, μία φορά αφού οικειώθηκε τη φύση μας, όσα αυτός τελεί μέσα μας, αυτά, αυτός πρώτος τα υφίσταται. Ανάσταση της ψυχής, είναι η ένωση με τη ζωή· γιατί όπως ακριβώς το νεκρό σώμα, αν δεν δεχθεί μέσα του τη ζωντανή ψυχή και δεν ενωθεί μ’ αυτή χωρίς μείξη δεν λέγεται ότι ζει, ούτε μπορεί να ζει, έτσι και η ψυχή δεν μπορεί να ζει μόνη της, αν δεν ενωθεί με το Θεό, την πραγματικά αιώνια ζωή, με ένωση άρρητη και ασύγχυτη. Γιατί πριν από την ένωση που επιτυγχάνεται με τη γνώση των μυστηρίων του Θεού, την όραση των πνευματικών αληθειών και την αίσθηση της Θείας Χάριτος είναι, νεκρή, αν και είναι νοερή και κατά τη φύση της αθάνατη.

Γιατί ούτε η γνώση είναι δυνατή χωρίς την όραση, ούτε η όραση χωρίς την αίσθηση. Κι αυτό που λέω, είναι το εξής: Πρέπει να προηγηθεί η όραση και μέσα σ’ αυτήν υπάρχει η γνώση και η αίσθηση (αυτό το λέω για τα πνευματικά πράγματα, γιατί στα σωματικά και χωρίς την όραση υπάρχει αίσθηση).

Τί ακριβώς λέω; Ο τυφλός όταν χτυπήσει το πόδι του σε πέτρα το αισθάνεται, ο νεκρός όμως όχι· και στα πνευματικά πράγματα, εάν ο νους δεν έλθει σε θεωρία των πραγμάτων που υπερβαίνουν κάθε έννοια, δεν αισθάνεται τη μυστική ενέργεια της Θείας Χάριτος.

Αυτός, λοιπόν, που ισχυρίζεται στα πνευματικά, ότι αισθάνεται τις πραγματικότητες που είναι πάνω από το νου, το λόγο και την έννοια, προτού να έλθει σε θεωρία, μοιάζει με τον τυφλό, ο οποίος αισθάνεται μεν όσα αγαθά ή κακά υφίσταται, αγνοεί όμως όσα βρίσκονται μπροστά του και όσα γίνονται γι’ αυτόν αιτία ζωής ή θανάτου· γιατί όσα καλά ή άσχημα επακολουθούν γι’ αυτόν καθόλου δεν αντιλαμβάνεται και τούτο γιατί έχει στερηθεί την οπτική δύναμη και αίσθηση. Κι έτσι πολλές φορές σηκώνοντας το ραβδί του για να αποκρούσει τον εχθρό του, αντί για κείνον κτυπά κάποτε το φίλο του, ενώ ο εχθρός στέκεται μπροστά στα μάτια του και τον κοροϊδεύει.

Την ανάσταση του Χριστού, οι περισσότεροι άνθρωποι την πιστεύουν, είναι όμως πολύ λίγοι εκείνοι που τη βλέπουν καθαρά. Και φυσικά, αυτοί που δεν την είδαν, ούτε τον Ιησού Χριστό μπορούν να προσκυνούν, ως Άγιο και Κύριο.

«Ουδείς γαρ, λέγεται, δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω», και αλλού «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». Ούτε βέβαια λέει το ιερώτατο κείμενο, που καθημερινά απαγγέλουμε «Ανάστασιν Χριστού πιστεύσαντες», αλλά τί; «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν, τον μόνον αναμάρτητον».

Πώς λοιπόν μας προτρέπει τώρα το Άγιο Πνεύμα -σαν να είδαμε αυτή που δεν είδαμε- να λέμε «Ανάστα­σιν Χριστού θεασάμενοι», αφού ο Χριστός αναστήθηκε μια φορά πριν χίλια χρόνια και μάλιστα ούτε τότε τον είδε κανείς την ώρα της αναστάσεως; Άραγε μήπως θέλει η θεία Γραφή να λέμε ψέματα; Όχι βέβαια, αλλά αντίθετα μας παραγγέλει να λέμε την αλήθεια, διότι η ανάσταση του Χριστού γίνεται πραγματικά στην ψυχή κάθε πιστού ξεχωριστά και μάλιστα όχι μια φορά, αλλά -θα τολμούσα να πω- συνεχώς ο Δεσπότης Χριστός ανίσταται μέσα μας λάμπρος ορώντας και απαστράπτοντας τις αστραπές της αφθαρσίας και της θεότητος. Γιατί η φωτοφόρος παρουσία του Αγίου Πνεύματος μας αποκαλύπτει την ανάσταση του Δεσπότη Χριστού όπως μέσα σε πρωινή φωτοχυσία ή καλύτερα μας δίνει το δώρο να βλέπουμε αυτόν τον ίδιο τον αναστημένο Χριστό. Γι’ αυτό και λέμε· «Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν» και υποδηλώνοντας τη δεύτερη παρουσία του, τελειώνοντας λέμε· «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».

Σε όσους λοιπόν φανερωθεί ο αναστημένος Χριστός ολωσδιόλου πνευματικά φανερώνεται και τον βλέπουν με τα πνευματικά μάτια. Όταν δηλαδή ο Χριστός έλθει μέσα μας με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, μας ανιστά εκ νεκρών και μας ζωοποιεί και μας αξιώνει να τον βλέπουμε μέσα μας ολοζώντανο, αυτόν που είναι αθάνατος και ανώλεθρος κι όχι μόνο αυτό, αλλά μας δίνει το χάρισμα να αντιλαμβανόμαστε ότι μας ανιστά μαζί Του και μας συνδοξάζει, όπως λέγεται σε όλη την Αγία Γραφή.

Αυτά λοιπόν είναι τα θεία μυστήρια των χριστιανών, αυτή η κρυμμένη δύναμη της πίστεως μας, την οποία οι άπιστοι ή δύσπιστοι ή, για να πω καλύτερα ημίπιστοι δεν την βλέπουν, ούτε ασφαλώς μπορούν καθόλου να τη δουν.

Άπιστοι, δύσπιστοι και ημίπιστοι είναι αυτοί που δεν αποδεικνύουν την πίστη με τα έργα τους. Γιατί χωρίς έργα και οι δαίμονες πιστεύουν και ομολογούν ότι είναι Θεός ο Δεσπότης Χριστός. «Οίδαμεν γαρ σε», λένε, τον «Υιόν του Θεού», και αλλού· «Ούτοι οι άνθρωποι δούλοι του Θεού του Υψίστου εισίν». Αλλά όμως ούτε τους δαίμονες ούτε κι αυτούς τους ανθρώπους ακόμη θα ωφελήσει αυτή η ομολογία. Διότι κανένα όφελος δεν προκύπτει από αυτή την πίστη, επειδή είναι νεκρή, σύμφωνα με το θείο Απόστολο: «Η πίστις γαρ, λέγει, δίχα των έργων νεκρά εστίν», όπως ακριβώς και τα έργα χωρίς πίστη. Και γιατί είναι νεκρή; Διότι δεν έχει μέσα της το Θεό που ζωογονεί τα πάντα, διότι αυτόν που είπε· «Ο αγαπών με τας εντολάς τας εμάς τηρήσει, και εγώ και ο Πατήρ ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιησόμεθα», δεν προσπάθησε να κλείσει μέσα της. Άστε με την παρουσία του να αναστήσει αυτόν που την έχει εκ νεκρών, να τον ζωοποιήσει και να τον αξιώσει να δει καθαρά, ολοκληρωτικά αυτόν που αναστήθηκε μέσα του και ανέστησε και αυτόν. Νεκρή λοιπόν είναι αυτή η πίστη απ’ αυτό ακριβώς, και μάλλον είναι νεκροί όσοι την έχουν αποκτήσει χωρίς όμως να έχουν και έργα. Γιατί η πίστη στο Θεό, ζει πάντοτε και ζώντας ζωοποιεί αυτούς που προσέρχονται με πρόθεση αγαθή και την ασπάζονται. Αυτή η πίστη πολλούς οδήγησε από το θάνατο στη ζωή, προτού να εκτελέσουν τις εντολές του Θεού και τους αποκάλυψε το Χριστό και Θεό. Και αν έμεναν πιστοί στις εντολές του και τις εφάρμοζαν μέχρι θανάτου, επρόκειτο να διατηρηθούν κι αυτοί απ’ αυτές -τέτοιοι προφανώς που έγιναν από μόνη την πίστη. Επειδή όμως γύρισαν πίσω σαν το τεντωμένο τόξο και ενεπλάκη σαν στις προηγούμενες πράξεις τους, φυσικά αμέσως ναυάγησαν και στην πίστη και στέρησαν δυστυχώς τους εαυτούς τους από τον αληθινό πλούτο, που είναι ο Χριστός, ο Θεός.

Αυτό ακριβώς για να μην πάθουμε και μείς, ας τηρήσουμε σας παρακαλώ, τις εντολές του Θεού με όση δύναμη έχουμε, ώστε και τα παρόντα και τα μέλλοντα αγαθά να απολαύσουμε, και μάλιστα εννοώ, την ίδια την θέα του Χριστού, την οποία είθε όλοι εμείς να επιτύχουμε με τη χάρη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
Το είδαμε  εδώ

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Πάσχα (Πράξ. Αποστ. Α΄1-8)


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ
Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Πάσχα
(Πράξ. Αποστ. Α΄1-8)

Πάσχα! Πάσχα Κυρίου Πάσχα, αδελφοί!Ανάστασις Κυρίου Ιησού Χριστού!
Και για τον λόγο αυτό, η χαρά μας είναι ασυγκράτητη. Την διαλαλούμε δε και την κηρύσσουμε στα πέρατα της οικουμένης. Συμψάλλουμε με την θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία τον παιάνα της Νίκης «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος»!
Γι' αυτό ακριβώς το θεμελιώδες γεγονός της πίστεώς μας, κάνει λόγο και το Αποστολικό ανάγνωσμα. Γράφει ο Έλληνας Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ότι ο Κύριος Ιησούς, προ της Αναλήψεώς του στους ουρανούς «παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις», στους μαθητές του. (Πράξ. Αποστ. Α΄3).
Δηλ. ο Αναστάς Κύριος, τους παρουσίασε τον εαυτόν του ζώντα μετά το πάθημα του Σταυρού. Και το θαυμαστό είναι ότι αυτό έγινε με πολλές αποδείξεις. Εμφανιζόταν ο Κύριος «δι ημερών τεσσαράκοντα».
Επί σαράντα ημέρες, κατά διαλείμματα τους έλεγε περί της βασιλείας του Θεού. Και τους ετόνιζε ότι «ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» θα βαπτισθούν «εν Πνεύματι Αγίω».(Πράξ. Απ. Α΄5). Θα λάβουν δηλ. το Πνεύμα το Άγιον, και αφού δεν είναι δικό τους θέμα το να γνωρίζουν τους «χρόνους ή τους καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. Απ. Α΄7), δηλ. περί των εσχάτων, τους δίνει την ευλογημένη εντολή να γίνουν «μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ. Απ. Α΄8). Δηλαδή τους είπε ότι θα λάβετε ενίσχυση και δύναμη, όταν έλθει επάνω σας η χάρις του Παναγίου Πνεύματος και θα είστε μάρτυρες του βίου μου και της διδασκαλίας μου και στον χώρο της Ιερουσαλήμ και της Ιουδαίας και Σαμαρείας, αλλά και έως το έσχατον και το πλέον απομεμακρυσμένο σημείο της γης.
Φυσικά όλ' αυτά που είπε ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιήθηκαν, αλλά και θα πραγματοποιούνται προς δόξαν του Τριαδικού Θεού έως το τέλος της Ιστορίας. Ουδέποτε θα παύσει να κηρύσσεται η ένδοξος Ανάστασις του Χριστού «έως εσχάτου της γης», προς πείσμα των δαιμόνων.
Τι κι αν κατά καιρούς φαίνεται ότι σε ορισμένα σημεία του κόσμου κυριαρχούν οι σκοτεινές δυνάμεις του Άδου; Όχι μόνο δεν εμποδίζουν την αλήθεια της Ευαγγελικής διδαχής και την πραγματικότητα της Αναστάσεως, αλλ΄όλως αντιθέτως, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι δίχως να το θέλουν, κατορθώνουν το εντελώς αντίθετο.
Κλασσικό πλέον παράδειμα τούτου, για την γενεά μας την «μοιχαλίδα και αμαρτωλόν» αποδείχθηκε ο θρίαμβος της Εκκλησίας του Χριστού στα πρώην κουμουνιστικά κράτη.
Εκεί που φαινόταν ότι είχε τον θρόνο του, το αιμοβόρο θηρίο του αθεϊσμού και του απαίσιου και ξεπερασμένου πλέν μαρξισμού, στην Μόσχα, εκεί δηλαδή ακριβώς που φαινόταν να κυριαρχούσε η άρνηση της Αναστάσεως, εκεί ήταν που υπέστη και τον εξευτελισμόν του. Διαλύθηκε εις τα εξ' ων συνετέθη, και στους ίδιους χώρους τώρα κτίστηκε από την επίσημη Ρωσική κυβέρνηση ο μεγαλοπρεπής Ορθόδοξος Ναός του Σωτήρος Χριστού!
Εκεί που οι ανόητοι αντίχριστοι ετύπωναν το περιοδικό «Άθεος» για να χτυπήσουν την πίστη των Χριστιανών, εκεί τώρα οι Αρχές και οι εξουσίες τη νύκτα της Αναστάσεως θα κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού! Εκεί που υπήρχε ο πάγος και η βουβαμάρα του διωγμού, τη νύχτα της Αναστάσεως, και όχι μόνον, οι πελώριες καμπάνες του Κρεμλίνου θα μεταφέρουν πανηγυρικώς τον θρίαμβο της Αναστάσεως, έως τις εσχατιές της αχανούς αυτής χώρας. Θα μεταφέρεται το ζεστό και γλυκό, συνάμα δε και λαμπρό μήνυμα της Αναστάσεως, έως εκεί που μέχρι προσφάτως υπήρχαν τα αλήστου μνήμης γκουλάγκ. Τα πλέον σκληρά και φρικτά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, στα οποία εγκλείονταν τα τέκνα του φωτός και της Αναστάσεως, για να περάσουν από κει στο φωτεινό χώρο των Αγίων, και για να ικετεύσουν τον Θεό υπέρ των δεινώς χειμαζομένων και δεδιωγμένων αδελφών τους (Αποκάλυψις ΣΤ΄10).
Αλλά τι να πρωτοπεί κανείς για τις ιστορικές και αδιαμφισβήτητες πλεόν αυτές αλήθειες; Πού να πρωτοσταθούμε, και πού να εστιάσουμε το βλέμμα μας; Να ανοίξουμε την τραγική, συνάμα δε και τόσο λαμπερή σελίδα, όσον αφορά τη δύναμη της Αναστάσεως; Να ανοίξουμε την μαύρη βίβλο της γειτονικής μας Αλβανίας, ή με κομμένη την ανάσα να ατενίσουμε σε τόσα άλλα μέρη της πονεμένης Ρωμιοσύνης, και της όπου γης Εκκλησίας του Χριστού, δηλ. της Ορθοδοξίας μας;
«Επιλήψει με διηγούμενον ο χρόνος».
Αναμφιβόλως, για όσους διαθέτουν τον κοινόν νουν και θέλουν να είναι ελεύθερες προσωπικότητες, όλα αυτά είναι ακαταμάχητες αλήθειες, «εν πολλοίς τεκμηρίοις». Αλήθειες για το ότι ο Χριστός «εξήλθε νικών και ίνα νικήση»! (Αποκάλ.ΣΤ΄2).
Και τονίζουμε αδελφοί μου τον «κοινόν νουν» και το «ελεύθερον της προσωπικότητος», κυρίως δε της ορθοδόξου και δη Ελληνικής Χριστιανικής προσωπικότητας.
Ας μη λησμονούμε δε ότι το φως της Αναστάσεως για όσους συνειδητά το αρνούνται ή νομίζουν ότι μπορούν να «παίξουν» με τον Ιησού, γίνεται «πυρ καταναλίσκον» αφού «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» κατά τον αψευδή λόγο του Θεού, αλλά και όπως αποδεικνύει η ίδια η ζωή που είναι η αδιάψευστη πραγματικότητα.
Αδελφοί μου. Ζούμε και θα ζούμε προς δόξαν Θεού, πάντα και για πάντα, το φως, την χαρά, την ευωδία, τον θρίαμβο και την αιώνια νίκη του Αναστάντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού!
Χριστός Ανέστη-Αληθώς Ανέστη!


Αμήν.

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ



 



Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό ἡλικιωμένες γυναῖκες κάποιο παραμύθι γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ, καί ρωτᾶς ποῦ βρέθηκε αὐτό τό παραμύθι;

Διαβάστε τήν Καινή Διαθήκη! Μήν ντροπιάζεστε μπροστά στόν οὐρανό καί τή γῆ μέ τή ἄγνοια τῆς πίστης σας! Ἀφῆστε στήν ἄκρη ὅλες τίς ἄλλες σπουδές καί ἀναγνώσματα μέχρι νά μάθετε πρῶτα αὐτό πού εἶναι τό πιό σημαντικό καί πιό σωτήριο. Πρῶτα ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη περί πίστεως καί κατόπιν οἱ ὑπόλοιπες σπουδές…

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι λόγια ἀλλά φοβερή πραγματικότητα. Γί αὐτό εἶναι καλύτερα νά τίς γνωρίζουμε καί ἀπό τά λόγια. Δύο πληγές στά χέρια, δύο πληγές στά πόδια καί μία στά πλευρά. Ὅλες ἀπό μαῦρο σίδερο καί ἀκόμα περισσότερο ἀπό τήν κατάμαυρη ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλόγησαν. Τρυπημένα τά πόδια πού περπάτησαν καί ὁδήγησαν στή μόνη ὀρθή ὁδό. Τρυπημένο στό στῆθος, ἀπό τό ὁποῖο ξεχυνόταν πύρινη οὐράνια ἀγάπη στά παγωμένα ἀνθρώπινα στήθη.

Ἐπέτρεψε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, νά Τοῦ τρυπήσουν τά χέρια ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν πολλῶν χεριῶν – δάση χεριῶν – τά ὁποία φόνευσαν, ἔκλεψαν, ἔκαψαν, ἅρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Καί νά τοῦ τρυπήσουν τά πόδια γιά τίς ἁμαρτίες πολλῶν ποδιῶν – δάση ποδιῶν – πού περπάτησαν στό κακό, σύλησαν τήν ἀθωότητα, καταπάτησαν τό δίκαιο, μόλυναν τά ἱερά καί πάτησαν τήν καλοσύνη. Καί τοῦ τρύπησαν τό στῆθος ἐξαιτίας πολλῶν πετρωμένων καρδιῶν – νταμάρια καρδιῶν – στίς ὁποῖες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία καί κάθε ἀσέβεια καί οἱ ἱερόσυλοι λογισμοί καί οἱ κτηνώδεις ἐπιθυμίες καί στίς ὁποῖες μέσα ἀπό ὅλους τοὺς αἰῶνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια ἀδελφοῦ ἐναντίον ἀδελφοῦ, γείτονα ἐναντίον γείτονα, ἀνθρώπου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Τά χέρια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά θεραπευθοῦν τοῦ καθενός τά χέρια ἀπό τά ἁμαρτωλά ἔργα. Τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά ἐπιστρέψουν καθενός τά πόδια ἀπό τούς ἁμαρτωλούς δρόμους. Τό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκε γιά νά πλυθεῖ κάθε καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες καί σκέψεις.

Ὅταν ὁ ἀπαίσιος Κρόμβελ, δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τήν περιουσία τῶν μονῶν καί ἔκλεινε τά μοναστήρια, ἔγινε σέ ὁλόκληρη τήν ἀγγλική χώρα μία θορυβώδης λιτανεία ἀπό μερικές χιλιάδες ἀνθρώπινες ψυχές σέ ἔνδειξη τῆς λαϊκῆς ἀποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι μέ τήν ἐπιγραφή στίς σημαῖες : «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ» καί ἔψελναν ὕμνους ἐκκλησιαστικούς καί τελοῦσαν λειτουργίες πρός τόν Θεό στούς ἀγρούς. Φοβήθηκε ὁ ἀπαίσιος δικτάτορας πολύ καί περισσότερο φοβήθηκε ἐκεῖνες τίς σημαῖες παρά ὁτιδήποτε ἄλλο καί μείωσε τή βιαιοπραγία του.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ ἄς σοῦ μάθουν, νά φροντίζεις τίς πέντε αἰσθήσεις σου γιά τόν ζῶντα Θεό.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πέντε πηγές πεντακάθαρου αἵματος, μέ τό ὁποῖο πλύθηκε τό ἀνθρώπινο γένος καί ἁγιάσθηκε ἡ γῆ. Ἀπ’ αὐτές τίς πέντε πληγές χύθηκε ὅλο τό αἷμα τοῦ Δικαίου, ὅλο μέχρι τήν τελευταία σταγόνα. Ὁ Θαυματουργός Κύριος, πού ἤξερε νά πολλαπλασιάσει τούς ἄρτους καί μέ πέντε ἄρτους νά χορτάσει πέντε χιλιάδες πεινασμένους, πολλαπλασιάζει ἐκεῖνο τό πεντακάθαρο αἷμα Του καί μ’ αὐτό τρέφει καί ἑνώνει σέ χιλιάδες ναούς πολλά ἑκατομμύρια πιστῶν. Αὐτό εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία.

Τή Μ. Παρασκευή πλησίασε ψυχικά μαζί μέ τήν Παναγία Θεομήτορα κάτω ἀπό τό Σταυρό γιά νά σέ πλύνει ἐκεῖνο τό ζωοποιό αἷμα ἀπό τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ. Γιά νά μπορεῖς μέ τήν καθαρισμένη καί ἀναζωογονημένη ψυχή νά φωνάξεις τήν Κυριακή μαζί μέ τίς Μυροφόρες: Χριστός Ἀνέστη!

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω» (Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου)


«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα καί σῶσόν με», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μετανοημένη ψυχή, αὐτή πού ἔχει συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητος καί τῆς εὐθύνης, στρέφει τά μάτια της πρός τόν Νυμφίον τῆς Ἐκκλησίας καί γοερῶς ἀναφωνεῖ: «Σωτήρα μου, Εὐεργέτα μου, Σύ πού σταυρώθηκες γιά μένα τήν ἁμαρτωλή ψυχή· δέν ἔχω χιτῶνα καθαρό, χιτῶνα λελαμπρυσμένο ἀπό τά δάκρυα καί τήν μετάνοια· ἔνδυμα δέν ἔχω ἁγνό. Πῶς θά παρουσιασθῶ ἐνώπιόν Σου, Οὐράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης καί καθαρᾶς ψυχῆς! Ὁ νυμφώνας Σου εἶναι κεκοσμημένος, εἶναι θαυμάσια στολισμένος καί ὄμορφος. Ἐγώ ὅμως δέν ἔχω ἔνδυμα, ἵνα εἰσέλθω καί κατοικήσω αἰωνίως ἐν αὐτῷ. Σέ παρακαλῶ, Σέ ἱκετεύω, Οὐράνιε Νυμφίε τῆς ψυχῆς μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου, δῶσε μου τά ἀπαιτούμενα μέσα καθάρσεως γιά νά λαμπρυνθῆ τό ἔνδυμα αὐτό καί νά ἀξιωθῶ νά γίνω μέτοχος, νά γίνω ἄξιος νά κατοικήσω μέσα σ᾿ αὐτόν τόν οὐράνιο καί αἰώνιο νυμφῶνά Σου».

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὁ οὐράνιος κόσμος, ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος εἶναι ὁ νυμφώνας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού κατοικεῖ ὁ Θεός ἐν φωτί, ἐκεῖ πού οἱ ἄγγελοι ψάλλουν ἀκαταπαύστως τό: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν». Σ᾿ ἐκεῖνον τόν οὐράνιο κόσμο βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐτυχία, τό κάλλος καί ἡ ὀμορφιά.
Ψυχές κεκαθαρμένες καί μέ τά δάκρυα ἁγνισμένες, αἰσθάνονται αὐτόν τόν οὐράνιο νυμφῶνα· ἀπό τώρα τόν γεύονται· τόν βλέπουν μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς· τόν ὀρέγονται, τόν ποθοῦν καί νοσταλγοῦν τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα πού θά ἀπέλθουν διά νά κατοικήσουν εἰς αὐτόν.
Ἡμεῖς ὅμως οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι δέν ἔχουμε τήν πληροφόρησι τῆς συνειδήσεως, γιατί ἡ ψυχή μας δέν εἶναι καθαρή, μήτε τό σῶμα μας. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί δέν εἶναι ἀνοιγμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, νά δοῦμε τόν οὐράνιο αὐτό κόσμο, αὐτήν τήν ὀμορφιά, τήν ὁποία εἶδε γιά λίγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἀνεφώνησε ἀπό ἔκπληξι καί θάμβος καί εἶπε: «Ὦ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί αὐτοῦ!… » (Ρωμ. 11: 33), καί ἀλλοῦ πάλιν· «Ἅι ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄: 9).
Σ᾿ αὐτόν τόν νυμφῶνα τόν οὐράνιο καλούμεθα νά γίνουμε οἰκήτορες, νά κατοικήσουμε, νά συναυλιζώμεθα μετά τῶν Ἀγγέλων, μετά τῶν Ἁγίων, σέ οὐράνια παστάδα, στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, στό κάλλος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στό φῶς τό ἀπρόσιτον, στόν ὑπέρφωτον γνόφον τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ καθάρουμε τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς μας.

Σ᾿ αὐτήν τήν κάθαρσι τοῦ χιτῶνος, πού καλούμεθα νά ἐπιτύχουμε, μᾶς βοηθεῖ πάρα πολύ ἡ Ἐκκλησία μας. Γι᾿ αὐτό, τόν χρόνο αὐτό, πού ἀνοίχθηκε μπροστά μας καί φέτος, αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες –μέ τήν γενική ἄποψι τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τροφές, ἀλλά κυρίως ἀπό ἐγκράτεια κακῶν ἐπιθυμιῶν– πρέπει ὁ κάθε χριστιανός πού ποθεῖ νά σωθεῖ, νά ἀνασυγκροτήση τίς σκέψεις καί τίς ἀποφάσεις του καί νά ἀγωνισθῆ νά ζήση πιό σεμνά, πιό ἀπέριττα, πιό ἁπλᾶ, σταματῶντας τήν ἐξωτερική προσπάθεια τῆς καλλωπίσεως καί στρεφόμενος στόν ἐσωτερικό καλλωπισμό του. Τό ἐξωτερικό σκεῦος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά καί τροφή τῶν σκωλήκων καί τῆς φθορᾶς. Τήν ὀμορφιά ὅμως τῆς ψυχῆς, ὄχι μόνο κανένα πρᾶγμα δέν τή φθείρει, ἀλλά μᾶλλον τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τήν ἐξωραΐζει πρός τό εὐγενέστερον.
Ὁ χρόνος ὁλοένα καί συντέμνεται, ὅλο καί λιγοστεύει. Κάθε ἡμέρα πού περνᾶ, εἶναι καί ἕνα βῆμα πρός τόν θάνατο. Νά ξέρετε, ὅτι καί ἕνα μόνο δάκρυ ἰσοδυναμεῖ μέ τό λουτρό. Ὅπως τό λουτρό ἀνακουφίζει τό σῶμα καί τό πλύσιμο καθαρίζει τό ἔνδυμα, οὕτω πως καί τά δάκρυα τῆς μετανοημένης ψυχῆς ἁγνίζουν τήν καρδιά, ἁγνίζουν τό νοῦ, ἁγνίζουν τό σῶμα, ἁγνίζουν τήν ζωή, ἁγνίζουν τόν λόγο, ἁγνίζουν ἀκόμα καί τήν κάθε ἔκφρασι τοῦ ἀνθρώπου.
Νά γονατίζουμε καί νά προσευχώμεθα μέ πολλή ταπείνωσι. Σέ κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, τῆς δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αὐτό τό βλέπουμε στήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου κατά τήν Μεγάλη Τρίτη. Ποῦ ἤξερε αὐτή, μιά γυναίκα τοῦ δρόμου νά κάνη προσευχή; Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὅμως ἀπεφάσισε νά μετανοήση καί ἄρχισε νά κλίνη πρός τό φῶς καί πρός τήν ἀλήθεια, τῆς δόθηκε πνεῦμα προσευχῆς. Πόσο ὡραῖα εἶναι τά λόγια της μπροστά στόν Σωτῆρα! Γονάτισε μπροστά Του καί ἀσφαλῶς ἔκανε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μαζί Του! Ἐξέφρασε μέ ὅλη τήν καρδιά της τήν μετάνοιά της, διότι τῆς ἀπεκαλύφθη ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας της καί ὅλοι οἱ ἄλλοι τήν ἐξηπάτησαν. Εἶδε ὅτι μόνον ὁ Ἰησοῦς, ὁ Χριστός, εἶναι Αὐτός πού θά τῆς δώση τό φῶς, τήν ἀνακούφισι, τήν χαρά καί τήν ἄφεσι τῶν πολλῶν της ἐγκλημάτων.
«Δέξαι με –εἶπε– τήν ἁμαρτωλή, δέξαι μου τό πέλαγος τῆς ἁμαρτίας!». Καί εἴδατε ὅτι τά δάκρυά της ἦταν τόσα πολλά, πού ἔβρεξαν τά ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ἀναγκάσθηκε νά τά σκουπίση μέ τήν πλούσια κόμη της. Δέν χρειαζόταν ἄλλο μύρο γιά τόν Χριστό μας. Τό πολυτιμότερο μύρο ἦταν τά δάκρυά της, πού ἄξιζαν μεγάλο πλοῦτο. Ἦταν σέ θέσι νά ἐξαλείψουν ὅλο τό χρέος πού εἶχε ἀπέναντι στόν Θεό. Καί ἐνῷ ἦταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στή βρωμιά καί στή δυσωδία, τά πολύτιμα ἐκεῖνα δάκρυα τήν βοήθησαν νά λαμπρύνη τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς της καί νά γίνη ἀποδεκτή ἀπό τόν Σωτῆρα μας. Ἐμεῖς, ἄραγε, πότε θά λαμπρύνουμε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας;
Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλή ψυχή πού κλαίει, πού βρέχει νοερῶς τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, δέχεται τήν αὐτήν ἀνταπόκρισιν, τήν ὁποία δέχηκε καί ἡ πόρνη γυναίκα. Δέν εἶναι μόνον τό ὅτι σώθηκε, ἀλλά καί ἔγινε φωτεινό παράδειγμα γιά κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί τῆς δείχνει τόν τρόπο, τόν δρόμο καί τό φῶς γιά ἐπιστροφή. Ἄν μποροῦσε κανείς νά ἐμβαθύνη στήν ψυχή αὐτῆς τῆς γυναίκας, καθ᾿ ἥν στιγμήν ὠλοφύρετο καί ἔκλαιγε καί ἔβρεχε τούς ἀχράντους πόδας τοῦ Ἰησοῦ, θά ἔβλεπε ὁποία ἡ ἀνακούφισις, ὁποῖον βάρος τῆς ἔφυγε καί ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἔλαβε ἡ συνείδησίς της. Ὁ Χριστός γι᾿ αὐτά τά δάκρυά της τῆς ἔδωσε πλήρη τήν ἄφεσι ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν της.
Ἔτσι καί σέ κάθε ἄνθρωπο, πού ἐπιστρέφει κοντά Του, τοῦ δίνει πλούσια τήν συγγνώμη, ἀρκεῖ νά μετανοήση εἰλικρινά. Οὐδέν πρόβλημα μετά τήν μετάνοια. «Οὐ θελήσει θέλω τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν», λέγει ὁ Κύριος. Ὁρκίζεται στόν ἑαυτόν Του ὁ Θεός καί λέγει: «Δέν θέλω κανένας ἄνθρωπος, καμμία ψυχή νά χαθῆ καί νά κολασθῆ, ἀλλά θά τήν περιμένω. Θά ἐξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου καί κάθε προσμονή γιά τήν ἐπιστροφή της».
Ἄς ἀκολουθήσουμε τόν φωτεινό δρόμο τῆς μετανοίας· ἐάν μετανοήσουμε εἰλικρινά, τότε ὁ Θεός δέχεται τήν μετάνοιά μας καί δημιουργεῖ νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, ἔρχεται στό σημεῖο νά λέγη: «Μά, δύναται ὁ Θεός νά μοῦ συγχωρέση αὐτά πού ἔκανα;». Ἀπό τή μιά πλευρά ἔχει δίκηο. Νοιώθει τό βάρος κι ἀναρωτιέται, ἄν τόσο βάρος μπορεῖ νά τό σηκώση ὁ Θεός! Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Δέν μπορεῖ ὁ Θεός, ὁ Χριστός, τό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας καί τῶν οἰκτιρμῶν, νά σηκώση τό βάρος μιᾶς ψυχῆς ἁμαρτωλῆς; Μιά χούφτα ἄμμος ὅταν ριφθῆ, μέσα στούς ὠκεανούς, ἔχει καμμία ὑόστασι; Καμμία ὑπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στήν ἐπιφάνεια; Μηδαμῶς. Ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι καί ὅλα τά ἁμαρτήματα τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι ἕνα μηδέν ἐμπρός στήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Πολλῷ μᾶλλον τά ἁμαρτήματα μιᾶς καί μόνον ψυχῆς!

Ἔρχεται ὅμως ἀπό τά δεξιά, ὁ ἀλλότριος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δαίμων καί συμβουλεύει τήν ψυχή: «Δέν συγχωρεῖσαι μέ τίποτε!» τήν σπρώχνει, τήν πιέζει καί τήν «πρεσσάρει» γιά νά τήν ἐξωθήση στό ἔγκλημα τῆς αὐτοκτονίας. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο, ἡμεῖς ποτέ νά μή πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ἀκόμη καί ἄν κάθε μέρα ἐγκληματοῦμε. Ποτέ νά μή χάσουμε τήν ἐλπίδα, ὅσα κι ἄν πράττουμε, ὅσο κι ἄν πίπτουμε, ὅσο κι ἄν τραυματιζώμεθα καί χτυπᾶμε· μηδαμῶς ἀπελισία καί ἀπόγνωσις.
Μά, θά πῆ ὁ λογισμός: «Ἕως πότε θά μέ περιμένη ὁ Θεός;» Ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεός σοῦ χαρίζει ζωή, αὐτό εἶναι μία ἐγγύησις τοῦ Θεοῦ ὅτι σέ περιμένει. Δέν μπορεῖς ἐσύ νά ἀποκλείσης τό δικαίωμα τῆς προσμονῆς τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ αὐτήν τήν ἐλπίδα, μ᾿ αὐτό τό θάρρος νά προσερχώμεθα στόν Θρόνο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουμε ἀναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ἀνθρώπων, μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκομένων, οἱ ὁποίοι ἐπέστρεψαν καί ὄχι ἁπλῶς σώθηκαν, ἀλλά ἄγγιξαν μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τί ἦτο; Πόσοι καί πόσες σάν τήν Ὁσία Μαρία, δέν ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, πού ἔγιναν ἅγιοι κατόπιν! Γι᾿ αὐτό κανείς νά μήν ἀπελπίζεται, ἀλλά νά προσέρχεται μέ μετάνοια στόν πνευματικό, πού δύναται μέ τόν λόγο του νά οἰκειώση τόν ἁμαρτωλό μετά τοῦ Θεοῦ, νά τόν δικαιώση αὐτοστιγμεί. «Ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα καί ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔχει σε συγκεχωρημένον καί λελυμένον καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἐν τῷ μέλλοντι». Αὐτομάτως τό «κομπιοῦτερ» τοῦ Θεοῦ χτυπάει μηδέν ἁμάρτημα καί συγχρόνως ἀνοίγεται ἡ πύλη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ νυμφώνας τοῦ Χριστοῦ δέχεται τόν ἄνθρωπο, τόν προηγουμένως μή ἔχοντα «λελαμπρυσμένον» τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς.
Γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἄς Τόν εὐχαριστήσουμε, ἄς Τόν προσκυνήσουμε μέ ὅλη τήν εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας. Ἐάν ὁ Θεός δέν ἦτο τόσον ἀπείρως εὔσπλαχνος, οὐδείς ὁ σωζόμενος. Κανείς δέν θά ἐσώζετο, διότι οὐδείς εὑρίσκεται καί ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς ἄμεμπτος καί χωρίς σφάλμα καί κηλίδα. Οὐδείς ἠμπορεῖ νά καυχηθῆ ὅτι ἐτήρησε τήν καρδίαν του ἄμεμπτη καί καθαρή. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι τόσο δραστική, τό φάρμακο αὐτό εἶναι τόσο φοβερό καί τρομερό, πού ἐξαλείφει τά πάντα. Κάνει τρομερές ἐπεμβάσεις, ἀπίθανες ἐγχειρήσεις καί σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Ἐδῶ βλέπουμε ψυχές, πού ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἀμετανόητες καί «θείᾳ ἐπεμβάσει καί θείᾳ προνοίᾳ» διά πρεσβειῶν ἁγίων ἀνθρώπων, ἐπεστράφησαν πίσω καί ἔλαβαν τήν συγγνώμη. «Μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια» ἀπό τήν ἴδια τήν κολασμένη ψυχή. Γιά νά μετανοήση ἡ ἴδια, πρέπει νά ἐπιστρέψη στήν ζωή. Ἀκόμη καί τέτοια θαύματα ἔκανε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο.
Ὁ νυμφώνας «ἠνέωκται», ὁ Χριστός μᾶς περιμένει· δέν πρέπει νά βραδύνουμε. Τό στάδιον τῆς νηστείας καί τῆς καθάρσεως τό βαδίζουμε τώρα, τό λουτρό τῆς μετανοίας μᾶς περιμένει. Ἄς ἀξιοποιήσουμε τόν χρόνο τώρα, πού ὅλα συμβάλλουν στήν μετάνοια. Τά λόγια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλα κατανυκτικά, ἀρκεῖ νά προσέξουμε τήν ἔννοιά των. Ἄς γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα καί ἄς ἐπικαλούμεθα πνεῦμα κατανύξεως καί δακρύων νά μᾶς χαρίζη ὁ Θεός.
Κι ὅταν ἀγγίξη ὁ Θεός τά μάτια μας, νά Τόν εὐχαριστήσουμε, νά ταπεινωθοῦμε καί νά Τοῦ ἐκφράσουμε τήν ἀδυναμία μας, κι ὅτι μέ τήν εὐσπλαχνία Του καί μόνον μετανοοῦμε καί ὄχι ὅτι εἴμεθα ἱκανοί καί ἄξιοι γιά μετάνοια. Καί τό ὅτι πιστεύουμε στόν Θεό καί τό ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας εἶναι Χάρις Θεοῦ, εἶναι εὐσπλαχνία. Ἐάν ἡ Χάρις δέν ἐπισκιάση, ὁ ἄνθρωπος δέν ἀλλάζει. Ἐάν σκεπτώμεθα ἐπιστροφή, ἐάν μετανοοῦμε, ἐάν ἀλλάζουμε, αὐτό εἶναι Χάρις Θεοῦ. Γιά νά ἔλθη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, εἴμεθα δεκτοί ἀπό τήν Χάρι.
Ἄς μετανοήσουμε ὅσο εἶναι στήν διάθεσί μας ὁ χρόνος, ὅσο ἔχουμε τόν καιρό μπροστά μας. Ὁ Θεός εἶναι τόσο καλός, ὁ Οὐράνιος Πατέρας ἔχει τέτοια καρδιά πού ὅλοι χωρᾶμε μέσα Του, ἀρκεῖ νά προσέλθουμε ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει. Ἰδιαίτερα τώρα νά προσερχώμεθα στίς Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι εἶναι γεμᾶτες κατάνυξι καί χάρι. Τί ὡραῖο τό Χερουβικό τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι ἐκεῖνο τό Χερουβικό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τί δογματική καί θεολογία περιέχει!
Ἄς βιάσουμε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά βρεθοῦμε γρηγοροῦντες καί νήφοντες καί νά καταπολεμήσουμε τήν ἀμέλεια καί τή ραθυμία, γιατί αὐτά ἐμποδίζουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται ὁ δαίμων καί μᾶς φέρνει κόπωσι, κομάρες καί μᾶς ψιθυρίζει: «Μή κάνης τίς μετάνοιες, μή σηκώνεσαι τώρα γιά προσευχή, εἶσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θά πᾶς γιά δουλειά καί τόσα ἄλλα». Ἄς μή τόν ἀκούσουμε, ἄς βιασθοῦμε, διότι δέν ξέρουμε μετά ἀπό λίγες στιγμές τί μπορεῖ νά συμβῆ. «Ὅπου εὕρω σε, ἐκεῖ καί κρινῶ σε». Ἄν μᾶς βρῆ ἐπάνω στή βία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν βιαστῶν. Ἄν μᾶς βρῆ στήν ἀμέλεια καί στή ραθυμία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν ραθύμων καί τῶν ἀποτυχημένων.
Νά βοηθήσουμε καί τούς συνανθρώπους μας· νά τούς μιλήσουμε γιά τόν Θεό, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Οὐρανίου Πατρός· νά τούς δώσουμε θάρρος κι ἐλπίδα. Μία ψυχή νά βοηθήσουμε, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐλεημοσύνη. Ὅπως κι ἐμᾶς μᾶς βοήθησαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νά κάνουμε τό ἴδιο.
Ἄς βιασθοῦμε λοιπόν σέ ὅλα, γιά νά εἰσέλθουμε στόν νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ· διότι «τῶν βιαστῶν εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἀμήν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας” Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου

το είδαμε εδώ