Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Η περιτομή του Ιησού Χριστού



Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. β΄20-21, 40-52
Οκτώ μέρες μετά τη γέννηση του Χριστού, την πρώτη του πρώτου μηνός, η Εκκλησία μας γιορτάζει την περιτομή του Χριστού. Μια εβραϊκή τελετουργική διάταξη, την οποία εκπλήρωσε ο Ιησούς, όπως όλοι οι Ισραηλίτες, αλλά η οποία καταργήθηκε με το κήρυγμα του ευαγγελίου, τι νόημα έχει πράγματι να την γιορτάζει η ορθόδοξη καθολική Εκκλησία; Είναι ένα ερώτημα, όπου αυθόρμητα γεννιέται λίγο – πολύ σε όλους μας – όσοι δεν έχουμε τη βαθειά γνώση των ιερών πραγμάτων.    
Βέβαια, υπάρχει η απλή απάντηση, που μπορούμε αμέσως να σκεφτούμε. Με τη γιορτή τιμούμε, ένα γεγονός της ζωής του Χριστού, σημαντικό κατά το ότι ανήκει στη θρησκευτική του πολιτεία και κατά το ότι σημαίνει την ώρα της ονομασίας του, τότε πήρε το όνομα Ιησούς και επαληθεύτηκε η προφητεία του αγγέλου ότι ο γιος, που θα γεννήσει η Μαρία θα ονομαστεί έτσι. Όταν αγαπούμε ένα πρόσωπο – πολύ περισσότερο – όταν λατρεύουμε τον Θεό, η κάθε στιγμή της ιστορίας του εύλογα γίνεται αντικείμενο προσοχής και αφορμή ευφροσύνης. Στην Εκκλησία μας, όμως, το κάθε γεγονός του Θεού μεταποιείται σε γεγονός του ανθρώπου κι η κάθε γιορταστική πράξη μεταφέρει τον άνθρωπο στη θεϊκή πράξη. Στη γιορτή της Περιτομής πως μπορεί να νοηθεί αυτό;

Οι θεοφώτιστοι πατέρες μας διαπιστώνουν ένα σπουδαίο μήνυμα, το μήνυμα της υπακοής. Ο Χριστός περιτέμνεται, υφίσταται δηλαδή ένα ταπεινωτικό πάθημα, επώδυνο και αποκρουστικό, όπως είναι η περιτομή, για να υπακούσει στο νόμο, για να δηλώσει υποταγή στο θέλημα του Θεού, έστω κι αν  ο Υιός του Θεού, δεν χρειάζεται ούτε το πάθημα να υποστεί ούτε την υποταγή να δηλώσει. Κι εμείς, οι Χριστιανοί του, μαθαίνουμε ότι έχουμε χρέος να υπακούμε στο νόμο του Θεού, όχι κατά τη λογική μας αλλά κατά την εντολή του, ακόμη κι αν φαίνεται παράδοξη στον κόσμο μας και στις συνήθειες μας. Ο Κύριος μας υπακούοντας κατά πάντα ως άνθρωπος δικαιωματικά μπορούσε να καταργήσει τα του νόμου, και οι πιστοί του μιμούμενοι την υπακοή του χαρισματικά μπορούμε να ελευθερωθούμε από την αμαρτία. Έτσι ψάλλει ο υμνωδός, «Ουκ επησχύνθη ο πανάγαθος Θεός, της σαρκός την περιτομήν αποτμηθήναι, αλλ’ έδωκεν εαυτόν, τύπον και υπογραμμόν, πάσι προς σωτηρίαν « (ιδιόμελο του Εσπερινού).
Εν τούτοις,  η ίδια η ιστορία του γεγονότος της περιτομής, όταν θεωρηθεί κατά το πνεύμα της, αποκαλύπτει μια υψηλή πνευματική απάντηση στο ερώτημα μας, γιατί γιορτάζουμε την Περιτομή. Με την τελετουργία αυτή όρισε ο Θεός στον Αβραάμ κατά τη διαθήκη και τη συμφωνία, που συνήψε μαζί του, έβαλε ένα ορατό και ανεξάλειπτο σημάδι πάνω στο ίδιο το σώμα των πιστών του, για να τους θυμίζει διαρκώς τη σχέση τους με τον Κύριό τους. Όπως εκείνος, που θέλει να ασφαλίσει την περιουσία του βάζει την προσωπική του σφραγίδα, ένα δικό του σημάδι πάνω σε όσα του ανήκουν, έτσι ο Θεός σημάδεψε τον περιούσιο λαό του με την περιτομή, για να δείξει σ’ αυτόν και στους άλλους λαούς ότι είναι ιδιοκτησία του. Φανερώνει, λοιπόν, η περιτομή παρουσία Θεού, δηλώνει υπακοή του ανθρώπου και προϋποθέτει πίστη, σύνδεσμο απόλυτης εμπιστοσύνης μεταξύ Κυρίου και πιστού. Αυτές οι άγιες έννοιες δεν ήταν δυνατόν να καταργηθούν με την κατάργηση του τύπου.
Η εβραϊκή περιτομή έπαυσε να ισχύει για την Εκκλησία του Χριστού. Από τη στιγμή, που περιετμήθη ο Χριστός, όλοι οι Χριστιανοί, που είμαστε μέλη Του είμαστε πλέον περιτμημένοι εν τω ονόματι Του και η περιτομή ως σημάδι πάνω στη σάρκα μας δεν μας χρειάζεται. Μας χρειάζεται, όμως η αχειροποίητη περιτομή, ως συνείδηση και ως βίωμα μέσα στην καρδιά μας, ως γεγονός μέσα στο είναι μας. Μας χρειάζεται μια νοοτροπία, που θα κόβει και θα διώχνει μακριά μας το θέλημα του κόσμου και θα κρατά ζωντανό στη ζωή μας το θέλημα του Θεού. Αυτή την αχειροποίητη περιτομή την παίρνουμε με τα μυστήρια του βαπτίσματος και του χρίσματος και την ανανεώνουμε με το μυστήριο της μετάνοιας και της εξομολογήσεως. Σ’ αυτά τα μυστήρια ο καθένας μας κάνει μια συμφωνία με το Θεό, συνάπτει μια διαθήκη, δηλώνει δούλος του Κυρίου και ο Κύριος τον σφραγίζει με τη χάρη του, για να είναι δικός του, ομολογεί υποταγή και δέχεται υιοθεσία, αποτάσσεται τον σατανά και συντάσσεται με τον Χριστό.
Ζούμε, λοιπόν, και σήμερα, μέσα στην Εκκλησία την περιτομή μας γιορτάζοντας την περιτομή του Χριστού. Ανανεώνουμε την απόφαση μας να ανήκουμε στον Κύριο και να τηρούμε τους όρους της σχέσεως μας μαζί του. Η συναίσθηση ότι είμαστε κτήμα Του και περιουσία Του μας βοηθά να κρατούμε καθαρό τον εαυτό μας από τα αντίθετα και αντίχριστα μιάσματα. Η πεποίθηση ότι είμαστε εκούσιοι δούλοι Του μας σπρώχνει να κάνουμε αβίαστα το θέλημά Του. Έτσι νιώθουμε ότι μας αναγνωρίζει και εκείνος για δικούς Του και βιώνουμε την προστασία και την παρηγοριά Του κάθε στιγμή. Αλλά έτσι μας γνωρίζει και ο κόσμος για δούλους Χριστού, για παιδιά του Θεού και της Εκκλησίας και μας ξεχωρίζει. Χωρίς να έχουμε πάνω μας το σημάδι της εβραϊκής περιτομής, σημαδευόμαστε από την περιτομή των παθών, από την αποκοπή των κακών, από την εκκοπή του φίλαυτου και εγωιστικού μας θελήματος. Κι αν δεν γίνεται αυτό ποτέ στην εντέλεια για την ανθρώπινη αδυναμία μας, ευλογείται, όμως πάντοτε η διάθεση και η προσπάθεια μας από τη θεία χάρη.
Μια πολύ ωραία παράσταση του περιτμημένου Χριστιανού μπορούμε να διακρίνουμε σε ένα λόγο του αποστόλου Παύλου, που γράφει προς τον Τιμόθεο μιλώντας για εκείνους, που θέλουν να ανήκουν στο Κύριο και δεν παρασύρονται από πλάνες διδασκαλίες. Ο πιστός παρομοιάζετε σαν ένα ασάλευτο αγκωνάρι, που έχει γραμμένο στη μια πλευρά του τον αφορισμό. «Γνωρίζει πολύ καλά ο Κύριος τους δικούς του» και στην άλλη πλευρά την προτροπή, «Μακριά από την αδικία όποιος αναγνωρίζει τον Κύριο»! Είναι ακριβώς οι δυο όψεις του γεγονότος της Περιτομής, που απηχούν και το νόημα της, να είμαστε  του Θεού και να είναι ο Θεός δικός μας!  Αποτελεί ίσως την καλλίτερη ευχή και την καταλληλότερη προσευχή για την καινούργια χρονιά, που έκανε και πάλι την αρχή της, με τη γιορτή της Περιτομής.
Γιώργος Σαββίδης – Μητρόπολη Πάφου

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Ἡ ἁπλότητα τοῦ Σπηλαίου

     
Μαστρογιαννόπουλος Ἠλίας (Ἀρχιμανδρίτης)




Οὐσία τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ συγκατάβασις τῆς θείας ἀγάπης, ἡ θυσία τοῦ Θεοῦ, ὁ πλοῦτος τῆς συγκαταβάσεως τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά µᾶς.

Θεὸς δὲν σηµαίνει κυβερνήτης ποὺ κάθεται ψηλὰ στὰ σύννεφα ἀδιάφορος, ὅπως τὸν εἰκόνιζαν µερικοὶ ἀρχαῖοι λαοί, ἀλλὰ σηµαίνει Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔρχεται γιά µᾶς, ἔρχεται κοντὰ στὸ πλάσµα Του, γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξει στὴν ἀγκαλιά Του, νὰ τὸ πάρει στοὺς ὤµους Του, νὰ λυτρώσει τὸ ἀπολωλός, νὰ τὸ πάρει κοντά Του, νὰ τὸ βάλει σὲ µιὰ νέα ζωή, νὰ τοῦ φτιάξει µία καινούρια κατάσταση χάριτος, ἀγάπης, ἑνότητος µὲ τὸν Θεό.

Αὐτὸ εἶναι τὸ µεγάλο θέµα καὶ δὲν εἶναι τὰ τόσα ἄλλα µὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολούµεθα. Ἐδῶ εἶναι ἡ οὐσία, ἐδῶ εἶναι τὸ πᾶν. Θεὸς συγκαταβαίνων, ταπεινούµενος, παροικῶν ἐν τῷ Σπηλαίῳ καὶ ἐν τῇ Φάτνῃ, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ µαζί µας, γιὰ νὰ µᾶς ἀνεβάσει σὲ κάτι καλύτερο. Τὸ τονίζουµε αὐτὸ καὶ σήµερα, ἐπειδὴ µᾶς τὸ τόνισαν τὸ Εὐαγγέλιό µας καὶ ἡ Ὑµνολογία µας, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Εὐγγέλιο, δηλαδὴ τὸ ἄγγελµα τὸ µοναδικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ νοιώσουµε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Εἴµαστε προσκολληµένοι, ἐµεῖς οἱ ἄνθρωποι, καὶ δεµένοι µὲ πολλὰ πράγµατα, µὲ πολλὰ εἴδωλα. Ἔστω κι ἂν λέµε ὅτι δὲν προσκυνοῦµε τὰ εἴδωλα, στὴν πραγµατικότητα πολλοὶ ἀπὸ µᾶς λατρεύουµε µὲ ἀπέραντη ἀφοσοίωση ποικίλα εἴδωλα, τὴν σάρκα µας, τὸ ἐγώ µας, τὸ χρῆµα µας. Ἔχουµε τόσες θρησκεῖες! Ἀλλὰ τὸ ζήτηµα εἶναι ὅτι εἶναι καµουφλαρισµένες, καὶ ὁ πονηρός µᾶς κάνει νὰ µὴ λέµε ὅτι εἴµαστε εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ µᾶς κάνει στὴν πράξη τέτοιους. Λατρεύουµε λοιπὸν τὶς ἀνέσεις, τὶς συµβατικότητες, τὶς µικρότητες, τὴν σχετικοκρατία, τὴν συµφεροντολογία. Αὐτὰ εἶναι τὰ κάστρα, τὰ ὁποῖα ἔχουµε µέσα µας ὀχυρωµένα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοοῦµε νὰ τὰ ἀφήσουµε πολλὲς φορές, παρ’ ὅλο ποὺ στὴν ἐπιφάνεια βάζουµε ἕνα ἐπίχρισµα εὐλαβείας καὶ µιὰ συµβατικότητα θρησκευτικοφανείας.

Ἡ µεγάλη γιορτὴ ἔρχεται νὰ µᾶς πεῖ, µέσα στὴν συγκλονιστικὴ ἁπλότητα τοῦ Σπηλαίου, ὅτι στὴν καινούρια κτίση, στὴν νέα θρησκεία, ποὺ λέγεται Χριστιανισµός, δὲν ἔχουν τόπο οἱ συµβατικότητες, ἡ σχετικοκρατία τῶν τύπων. Γιὰ νὰ µπεῖς στὸ Σπήλαιο, χρειάζεται ἁγνὴ καρδιά. Τὸ µονοπάτι τῆς ἁγνότητος τῆς ψυχῆς καὶ τῶν διαθέσεων, αὐτὸ µᾶς προσεγγίζει πρὸς τὴν Βηθλεέµ. Καὶ µόνο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ σθένος, τὴ δύναµη, τὴν εἰλικρίνεια νὰ ξεκολλήσουν τὸ ἄτοµό τους ἀπ’ τὰ εἴδωλα, νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν λατρεία τοῦ Ἐγὼ καὶ τοῦ χρήµατος, αὐτοὶ µποροῦν ν’ ἀντικρύσουν τὸ Βρέφος, αὐτοὶ µποροῦν νὰ συλλάβουν τὸ νόηµα τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸ νόηµα τῆς ζωῆς ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ποὺ βρίσκεται ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Θεοῦ.

Καὶ δὲν µπορεῖ ἡ ζωὴ νὰ κυβερνᾶται ἀπ’ αὐτὰ τὰ τόσο ψεύτικα καὶ ἀµφίβολα εἴδωλα. Ὅπως τὰ µάτια µας εἶναι πλασµένα γιὰ νὰ ἀντικρύζουν τὸ φῶς, τὰ αὐτιά µας νὰ ἀκοῦν τοὺς ἤχους, ἡ µύτη µας γιὰ νὰ εἰσπνέει τὸ ὀξυγόνο, ἔτσι καὶ οἱ ψυχὲς µας εἶναι νὰ νοιώθουν τὸν Θεό. Τὸ νόηµα τῆς ψυχῆς µας δὲν εἶναι ἄλλο, δὲν εἶναι νὰ χορταίνει ἐπίγεια, σχετικὰ καὶ βρωµερὰ πολλάκις ἀγαθά. Ἀλλὰ νὰ µπορεῖ µὲ εἰλικρίνεια νὰ εἰσέρχεται στὴν ἀτµόσφαιρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Νὰ µπορεῖ νὰ ἀναπνέει τὸ µέγα γεγονὸς τῆς θεϊκῆς συγκαταβάσεως, τῆς ἀπόλυτης ἀγάπης, ἡ ὁποία εἶναι θυσία καὶ τὴν ὁποία µᾶς δείχνει σήµερα ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.[…]

Δὲν µπορεῖ ἡ ζωή µας ἐπάνω σ’ αὐτὸν τὸν πλανήτη νὰ βαδίσει ἀληθινά, σὲ µιὰ τροχιὰ πραγµατική, ἐὰν δὲν εἰσέλθει στὴν σφαῖρα αὐτὴ τοῦ µυστηρίου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος σαρκοῦται γιὰ νὰ σταυρωθεῖ µεθαύριον. Τοῦ µυστηρίου, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Βηθλεὲµ καὶ κορυφώνεται στὸν Γολγοθά. Τοῦ µυστηρίου µιᾶς τέτοιας συγκλονιστικῆς θυσίας, ἡ ὁποία εἶναι ξεχείλισµα εἰλικρινοῦς ἀγάπης, εἶναι δόσιµο γιὰ τὸν ἀγαπώµενο, εἶναι προσφορὰ γιὰ τὴν ἐξύψωση τοῦ πλάσµατος.

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Φώτης Κόντογλου: οἱ ἑλληνικές γιορτές καί τά ἁγνά ἔθιμά μας

 

Τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, κι άλλες γιορτές, για πολλούς ανθρώπους δεν είναι καθόλου γιορτές και χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες που φέρνουνε θλίψη και δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι ψυχές εκείνων που δεν είναι σε θέση να χαρούνε, σε καιρό που οι άλλοι χαίρουνται. Παρεκτός από τους ανθρώπους που είναι πικραμένοι από τις συμφορές της ζωής, τους χαροκαμένους, τους αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι που τους στενεύει η ανάγκη να γίνουνε τούτες τις χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να μη δίνουνε σημασία στη δική τους ευτυχία, μα γίνουνται ζητιάνοι για να δώσουνε τη χαρά στα παιδιά τους και στ’ άλλα πρόσωπα που κρέμουνται απ’ αυτούς. Οι τέτοιοι κρυφοκλαίνε από το παράπονό τους κι’ αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι μάρτυρες, που καταπίνουνε την πίκρα τους μέρα νύχτα, σαν το πικροβότανο.

Ίσα-ίσα αυτές τις αγιασμένες μέρες που θα’πρεπε να σμίξουνε πιο κοντά οι άνθρωποι συναμεταξύ τους, «να περιπτυχθώσιν αλλήλους», ίσια ίσια αυτές τις μέρες αποξενώνουνται περισσότερο ο ένας από τον άλλον, χωρίζουνται σε δύο στρατόπεδα ολότελα ξένα τόνα στ’ άλλο, σχεδόν εχθρικά. Από τη μια μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από την άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Αναμεσά τους «χάσμα μέγα εστήρικται» κατά τις γιορτές. Κανένα γεφύρι δεν ενώνει τις δυο ακροποταμιές, ενώ τις άλλες μέρες έρχουνται σε περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι κι όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουνε, αλλοίμονο! το παν για να επιδείξουνε τα πλούτη και τα αγαθά τους στους λιμασμένους. Κι’ αυτό γίνεται στ’ όνομα του Χριστού, που γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στο παχνί! Για την γέννηση του φτωχού Χριστού δεν γιορτάζουνε οι φτωχοί σαν και Κείνον, μα γιορτάζουνε οι πλούσιοι, που παίρνουνε για αφορμή την πτώχεια του για να δείξουνε τα πλούτη τους. Μα άραγε, ανάμεσα σε δυστυχισμένους μπορεί να νοιώση κανένας ευτυχισμένον τον εαυτό του;
Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα!
Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που χωρίς κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα του ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κυττάζει μονάχα την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τους φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τους φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κι έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη.

Έτσι μορφωθήκανε τα έμορφα και αγνά έθιμά μας, με ψαλμωδίες που τις λένε ακόμα τα παιδιά στους δρόμους και στα σπίτια, με καμπάνες, με έμορφα αισθήματα, με σεμνές διασκεδάσεις, με εύχροστη συναναστροφή, που δένουνε μεταξύ τους τους ανθρώπους περισσότερο, παρά που τους χωρίζουνε. Μα ο υλισμός κι ο λύκος της αναισθησίας μολεύει σιγά σιγά αυτές τις καλές γιορτές μας, που πολύ έμορφα τις παρομοιάζανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας με σταθμούς για να ξεκουραζόμαστε στον μονότονο δρόμο της ζωής μας, λέγοντας: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», που θα πη, «Ζωή δίχως γιορτή, είναι σαν τον μακρύ τον δρόμο τον δρόμο που δεν έχει πανδοχείο να ξεκουραστής».
Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τον βαρύ και τον θετικό, τον κύριο που δεν έχει αισθηματολογίες, και λένε πως αυτά είναι αναχρονισμοί κι αδιαφόρετα πράγματα. Αυτοί για μένα είναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ερημιές, δίχως αγάπη, δίχως χαρά, μα δίχως πόνο. Γιατί χαρά και πόνος είναι δεμένα. Οι τέτοιες ψυχές είναι πάντα νεκρά βουνά του φεγγαριού. Ωστόσο, κάτι τέτοιοι «ορθολογιστές» και «θετικισταί», ξετρελλαίνονται για κάποιες ανόητες ξενόφερτες φέστες και για κάτι μοντέρνα γλέντια που ρεζιλεύουνε τον άνθρωπο, φτάνει που γίνονται κατά το κοσμοπολίτικο μοντέλο που βρίσκεται στα «μεγάλα κέντρα του εξωτερικού». Αυτοί δεν θέλουνε τίποτα από τα δικά μας, που τα λένε όλα «βλάχικα, φτωχικά, ανάξια για ανθρώπους που ξέρουνε τον κόσμο». Τίποτα ελληνικό δεν βρίσκει έλεος στα μάτια αυτών των κουφιοκέφαλων, ακατάδεχτων κι όπως πρέπει κυρίων, που χοτροπηδάνε, ωστόσο, σαν τρελλοί, με τα τσέρκια στο λαιμό, φτάνει που ήρθανε απ’ έξω, από κεί «που ξέρει ο κόσμος να απολαμβάνη τη ζωή»! Τι να πούμε κι εμείς οι άλλοι, τα βλαχάκια, τα φτωχαδάκια, που μας νανούριζε η μάνα μας με τα παραπονετικά τραγούδια της στην κούνια μας, και τώρα δακρύζουμε σαν ακούμε τα τροπάρια και τα κάλαντα, που μας ενώνουνε με τους αγαπημένους μας που περάσανε από τον τόπο μας πριν από μας;
Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις.«Ευφρανθήτε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δόστε και κανενός φτωχού «όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση.
Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση. Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. «Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».
Πολλοί από σας θα’χουνε ίσως περισσότερο από μένα το δικαίωμα να μου πούνε αυτά που λέγω εγώ σε σας. Δεν είμαι «ο ποιήσας και διδάξας», αλλοίμονό μου! Μα για να μη σκανδαλισθή κανένας πως τα λόγια μου είναι ολότελα κούφια, στενεύομαι να πω πως προσπαθώ να μην είμαι ολότελα «ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει».
Δεκέμβριος 1958
(Φώτης Κόντογλου, “ ΤΟ ΦΟΒΕΡΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ”)

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Πολλά Έτη Δέσποτα .....



Σήμερα  18 Δεκέμβριου μνήμη του Αγίου  Σεβαστιανού, άγει τα ονομαστήρια του ο ηγουμενεύων της Ιεράς Μονής Παναγίας Καθαρών Ιθάκης  πανοσ. Αρχιμανδρίτης  π. Σεβαστιανός Μόσχος .
ΠΟΛΛΑ ΕΤΗ   ΜΕ  ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ  ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΣΟΥ .

Τα πνευματικά σου τέκνα.

Ο Χριστος μας σωζει. Απο τι;

«…καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21)

ΠΟΣΟ, ἀγαπητοί μου, πόσο γρήγορα φεύγει ὁ χρόνος! Σὲ λίγο θὰ ἑορτάσουμε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ὀνομάζε­ται Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως.

* * *

Ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται σήμερα ὡς εὐ­αγγέλιο ἡ ἀρχή, τὸ 1ο κεφάλαιο, τοῦ πρώτου εὐ­αγγελίου, τοῦ κατὰ Ματθαῖον. Εἶνε ἕνας κα­τάλογος τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. ―Μὰ εἶχε προγόνους ὁ Χριστός;… Ὡς ἄναρχος Θεός, δὲν εἶχε· πατέρα ἔχει τὸν οὐ­ράνιο Πατέρα. Ἀλλ’ ἀφ᾽ ὅτου παρουσιάστηκε ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ἄνθρωπος τέλει­ος πλὴν τῆς ἁ­μαρτίας, φόρεσε σάρκα ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ γεννήθηκε κα­τὰ ὑπερφυσικὸ τρόπο· πατέρα ἐπίγειο δὲν ἔ­χει, μητέρα μόνο ἔχει. Μητέρα του εἶνε ἡ Παν­αγία μας. Γονεῖς πάλι τῆς Παναγίας εἶ­­νε ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, γονεῖς δὲ τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης εἶνε ἄλλοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἔ­τσι σχηματίζεται μεγάλη ἁλυσίδα προγόνων.
Ὁ πρῶτος κρίκος τῆς ἁλυσίδας τῶν προγό­νων τοῦ Χριστοῦ εἶνε μία μεγάλη ἱ­στορικὴ φυ­σιογνωμία, ὁ Ἀβραάμ. Στὸν Ἀβραάμ, ὅπως ἀκούσαμε στὸν ἀπόστολο, δόθηκε ἡ μεγάλη ὑ­πόσχεσι, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του, ἀπ’ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, θὰ γεννηθῇ ὁ Λυτρωτής.
Σύμφωνα μὲ τὸν κατάλογο αὐτόν, ἀπὸ τὸν Ἀ­βραὰμ μέχρι τὸ Δαυῒδ εἶνε 14 γενεές, ἀπ’ τὸ Δαυῒδ μέχρι τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα 14 γενεές, κι ἀπὸ τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα μέχρι τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ πάλι 14 γενεές (Ματθ. 1,17). Πενήντα περίπου ὀνόματα, τὰ ὁποῖα σ’ ἐμᾶς δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Εἶνε ἑβραϊκὰ καὶ φαίνεται κουραστικὸ ν᾽ ἀκοῦμε «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», ὥσπου κατεβαίνοντας τὴν κλίμακα τῶν προγόνων νὰ φτάσῃ στὴν Παρθένο Μαρία, ἀπὸ τὴν ὁ­ποία γεννήθηκε ὁ Χριστός.
Τὰ ὀνόματα ὅμως αὐτά, ποὺ ἐμεῖς τώρα τ’ ἀ­­­κοῦμε ἀδιάφορα, στὴν ἐποχή τους δημιουργοῦσαν μεγάλη ἐντύπωσι. Ἀ­π’ αὐτοὺς ἄλλοι ἦ­ταν στρατηγοί, ἄλλοι κυβερ­νῆτες, ἄλλοι προ­φῆ­τες, ἄλλοι πατριάρχες, ἄλ­λοι βασιλεῖς, ἄλ­λοι πλούσιοι, ἄλλοι σοφοί, ὅ­πως ὁ Σολομῶν, ὁ Δαυῒδ κ.ἄ.. Τώρα δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Τί διδάσκει αὐτό; Ὅπως αὐτὰ τὰ ὀνόματα λησμονήθηκαν, ἔτσι καὶ ὅσοι σήμερα ἐντυπω­σιάζουν καὶ ἀκούγονται καὶ προβάλλον­ται, ὕστερα ἀπὸ 50 – 100 χρόνια ποιός θὰ τοὺς θυμᾶται; Κάπου σὲ κάποια σελίδα τῆς Ἱστορί­ας, μὲ ψι­λὰ γράμμα­τα, θά ’νε γραμμένο ὅτι πέρασαν ἀπ’ τὴ γῆ. Σβήνουν ὅπως τὰ πυροτεχνήμα­τα καὶ οἱ πυγο­λαμπίδες. Τὸ συμπέρασμα· «Μα­ταιότης μαται­­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μη­δὲν τὰ πλούτη, τ᾽ ἀξιώματα, μηδὲν ὅλα. Ἕνα μόνο μένει· νὰ ἐκτελῇ κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ὀνόματα τῆς ἰσρα­ηλιτικῆς καὶ τῆς παγκοσμίου ἱστορίας καὶ τῆς συγχρόνου ζωῆς βυθίζονται στὴν ἄβυσσο τοῦ χρόνου, ἕ­να ὄνομα μένει πάντοτε στὴν ἐπικαιρότητα, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων. Ποιό; Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δόθηκε στὸ Θεῖο βρέφος. Ἄγγελος κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου εἶπε στὸν Ἰωσὴφ τὸν προ­στάτη τῆς Παναγίας· «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21). Τί σημαίνει τὸ ὄ­νο­μα Ἰησοῦς; Δὲν εἶνε ἑλληνικό, εἶνε ἑβραϊκό, καὶ μεταφραζόμενο στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει «Σωτήρ». Τὸ παιδὶ δηλαδὴ ποὺ θὰ γεννηθῇ εἶνε ὁ Σωτήρ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξουμε τὸ ὄνομα αὐτό, «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Γιατί ὠνομάστηκε ὁ Χριστὸς «Σωτήρ»; Πρέπει νὰ δώσουμε μία ἐξήγησι.

* * *

Ἐδῶ στὴ γῆ, ποὺ ζοῦμε ἀφ᾽ ὅτου ὁ ἄν­θρωπος διώχθηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, ὁ ἄνθρωπος μαστίζεται ἀπὸ ποικιλία δυστυχι­ῶν, ποὺ εἶνε συνέπειες τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ του βί­ου. Πεῖνα, δίψα, ἔλλειψι ἐν­δύματος καὶ στέγης, ἀσθένειες… Αὐτὰ εἶνε δεινά, τὰ κακά, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξαλείψῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν κι ἄλλα. Εἶνε τὰ φυσικὰ κακά. Τέτοια κακὰ εἶνε ὁ σεισμός, ἡ ἀνομβρία, ἡ πλημμύρα, ἡ πυρκαϊά, οἱ ἐπιδημίες, οἱ ἀθερά­πευτες ἀσθένειες ὅπως ὁ καρκίνος, καὶ τέλος ὁ θάνατος. Ὅλα αὐτὰ εἶνε φοβερὰ κακά.
Μὰ δὲ σᾶς εἶπα ἀκόμα τίποτα. Ὑπάρχει κάτι σοβαρώτερο – ὁ Θεὸς ἂς φωτίσῃ νὰ τὸ καταλάβουμε. Τὸ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἕνα κακό, ποὺ ἀ­ποτελεῖ τὴ ῥίζα ὅλου τοῦ κακοῦ, ὅλης τῆς ἀ­θλιότητός μας ―καὶ δυστυχῶς δὲν τοῦ δίνου­με τὴ σημασία ποὺ πρέπει―, στὴ γλῶσσα τῆς ἁ­­γίας Γραφῆς λέγεται ἁμαρτία. Ἀπὸ ᾽κεῖ προ­έρχονται ὅλα τὰ κακά· αἰτία εἶνε ἡ ἁμαρτία. Φρίττουμε ὅταν ἀκοῦμε καρκίνο· ἡ ἁμαρτία ὅ­­­­μως δὲ μᾶς προκαλεῖ φρίκη. Παίζουμε μαζί της, ὅπως τὰ παιδιὰ τὴν πρωτοχρονιὰ μὲ τὰ ἁ­γιοβασιλειάτικα παιχνίδια. Δὲν τὴ θεωροῦμε τί­ποτα, ἐν τούτοις αὐτὴ μαστίζει τὴν ἀνθρωπό­­τητα. Εἴτε ὡς μοιχεία καὶ πορνεία καὶ ἀσέλγεια, εἴτε ὡς λαιμαργία καὶ γαστριμαργία, εἴτε ὡς ζή­λεια καὶ φθόνος, εἴτε ὡς θυμὸς καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἀ­γανάκτησις, εἴτε ὡς κακία καὶ μῖσος καὶ ἐκδίκη­σις καὶ φόνος, ἡ ἁμαρτία, αὐτή εἶνε ἡ πηγὴ ὅ­­λης τῆς ἀθλιότητος. Ἂν μποροῦσε μ’ ἕνα θαῦ­­μα νὰ ξερριζωθῇ, ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος.
Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Κι ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν· Ἕνας μόνο σῴ­ζει! Ἀνοίγοντας βέβαια τὴν ἱστορία μπορεῖ κάποιος νὰ μετρή­σῃ 155 πρόσωπα, ποὺ οἱ λαοί, γιὰ μικρὲς ὑπηρεσίες ποὺ αὐτοὶ προσέφεραν, τοὺς ὠνόμασαν «σωτῆρες». Μικροὶ σωτῆ­ρες αὐτοί. Σωτήρας εἶνε ἕνας· ὁ Χριστός.

* * *

Ἂν κάποιος σοῦ κάνῃ ἕνα καλό, τὸ θυμᾶ­σαι, τὸν θεωρεῖς εὐ­εργέτη. Στὸ γιατρὸ λ.χ. ποὺ σὲ θεράπευσε ἐκ­φράζεις εὐ­γνωμοσύνη. Παραπάνω ὅμως ἀπ᾽ ὅλους τοὺς εὐεργέτες εἶνε ὁ Χριστός, διότι μᾶς σῴ­ζει ἀπ’ τὸ χειρότερο κακό, τὴν ἁμαρτία. Σῴζει μὲ τὴν Ἐκκλησία του.
Εἶνε ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας. Τὸ αἰ­σθανόμεθα; Μόνο ὅποιος νιώθει τὴν ἁμαρτωλό­τητά του καὶ λέει ὅπως ὁ τελώνης «Ὁ Θεός, ἱ­λάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ» (Λουκ. 18,13), ἢ ὅπως ὁ ἄσωτος «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου» (ἔ.ἀ. 15,18), ἢ ὅ­πως ὁ λῃστὴς «Μνήσθητί μου, Κύ­ριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42), αὐτὸς καταλαβαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Σωτήρας.
Καὶ δὲν ἀρκεῖ βέβαια νὰ πῇς μόνο, ὅτι εἶνε Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων γενικῶς· πρέπει νὰ νιώσῃς ὅτι εἶνε καὶ προσωπικῶς δικός σου σω­τ­ήρας. Αὐτὸ θὰ σὲ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸ αἰ­σθαν­θῇς, ἂν σκύψῃς ἐν μετανοίᾳ καὶ πῇς τὰ ἁ­μαρτήματά σου στὸν πνευματικὸ πατέρα, ἂν ἐξομολογηθῇς. Τότε θὰ νιώσῃς, ὅτι φεύγει ἀ­πὸ πάνω του ἕνα βουνὸ καὶ θὰ αἰσθανθῇς γιὰ τὸ Χριστὸ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη.
Αὐτὸ αἰσθάνθηκε ὁ λῃστὴς στὸ σταυρό, αὐ­τὸ αἰσθάνθηκαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, ὅ­­­λοι οἱ ἅγιοι, ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὅταν τὸν ὡ­δη­γοῦσαν στὴ ῾Ρώμη γιὰ τὸν ῥίξουν στὰ θηρία, ἔγραφε γιὰ τὸ Χριστό· «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται», ὁ Χριστὸς δηλαδὴ εἶνε ὁ ἔρως τῆς καρ­διᾶς μου». Μικροὶ ἔρωτες συγκινοῦν σήμερα τὴν σαρκικὴ γενεά μας· μόνο τὸ σέξ. Δὲν τὸ κα­τηγορῶ, ὁ Θεὸς τὸ ἐμφύτευσε· ἀλλ’ ὄχι γιὰ νὰ σβήσῃ ὅλους τοὺς ἄλλους ἔρωτες. Ἡ γενεά μας, γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρων, δὲν γνωρί­ζει ἄλλους ἔρωτες. Ὀρθῶς εἶπε ἕ­νας φιλόσοφος, ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶνε ἀνέραστος. Ἂν δὲν ἀγαπήσῃς τὸ Χριστό, τίποτα δὲν κατάλαβες, ματαίως ἦρθες στὴ γῆ. Ὡραῖοι ἔρωτες εἶ­νε ὁ ἔρως τῆς ἐπιστήμης, ὁ ἔρως τῆς πατρί­δος, μὰ ὑπεράνω ὅλων ὁ ἔρως τοῦ Χριστοῦ.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ γλυκύτερο πρᾶγμα. Ἔπαιρνε στὰ γόνα­τά της τὸ μικρὸ παιδάκι ἡ γιαγιά, τὸ μάθαινε νὰ κάνῃ σταυρό του, καὶ ἡ πρώτη λέξι ποὺ μάθαι­νε νὰ λέῃ ἦταν ἡ λέξι Χριστός. Εἶδα τέτοια πα­ραδείγματα. Τώρα δυστυχῶς ὁ θεῖος ἔρως ὄ­χι μόνο ἔχει σβήσει ἀλλὰ μερικὲς φο­ρὲς ἀν­τι­­στρέφεται τελείως σὲ μῖσος σατανικό.
Ὅ­ταν ἤμουν ἱεροκήρυκας στὰ Γρεβενὰ καὶ περι­ώδευα πάνω στὰ ψηλὰ βουνά, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἀκούω ξαφνικὰ μιὰ βλαστήμια. Πρώτη φορὰ ἄκουγα τέτοια βλαστήμια. Πώ πώ! λέω, τί εἶν’ ἐδῶ; δαίμονες κατοικοῦν ἐδῶ πέρα; Πλησίασα λοιπὸν καὶ εἶδα· πίσω ἀπὸ ἕ­να δέντρο καθόταν ἕνας πατέρας, εἶχε στὰ γόνατά του ἕνα ἀγοράκι καὶ τὸ μάθαινε νὰ βλαστημάῃ τὸ Χριστό! Θεέ μου, ἀκόμα δὲν ἔ­γιναν τὰ ἄστρα κεραυνοὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια μας; Ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη στὸ Χριστό;
Ἂς ὑβρίζεται ὅμως καὶ ἂς ἀτιμάζεται ὁ Χριστός· τὸ ὄνομά του θὰ μείνῃ αἰώνιο. Ὅπως τὰ μαῦρα σύννεφα δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ βλαστήμιες δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ μείνῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων.
Εὔχομαι στὸν τόπο μας, νὰ μὴν ἀκούγεται οὔτε μία βλαστήμια, ἀλλὰ μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὅλοι ἀνεξαιρέτως νὰ λέμε· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ δοξασμένο τὸ ὄνομά του· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 20-12-1987)

Ο Άγιος Σεβαστιανός 18 Δεκεμβρίου


Σεβαστιανὸς τῶν πλάνης σεβασμάτων,
Καταφρονήσας τύπτεται τὸ σαρκίον.
Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ Σεβαστιανὸς ῥοπαλίσθη.
Βιογραφία
Ο Άγιος Σεβαστιανός γεννήθηκε στα Μεδιόλανα της Ιταλίας, το 250 με 256 μ.Χ. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με μεγάλη χριστιανική επιμέλεια. Καθώς ήταν και από γένος διακεκριμένο, είλκυσε την εύνοια του αυτοκράτορα Καρίνου, που γρήγορα τον ανέδειξε σαν στρατιωτικό. Έπειτα, ο Διοκλητιανός τον έκανε αρχηγό του πρώτου συντάγματος των πραιτοριανών.

Φιλάνθρωπη ψυχή ο Σεβαστιανός, από τη θέση αυτή πολλές φορές υπήρξε προστάτης των φτωχών και των πασχόντων χριστιανών. Πρόθυμα επίσης, βοηθούσε στις ανάγκες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Γι' αυτό και ο πάπας Γάιος του απένειμε τον τίτλο του υπερασπιστή της Εκκλησίας.

Όταν όμως άρχισε ο διωγμός κατά των χριστιανών, συνελήφθη μια ομάδα χριστιανών. Ο Σεβαστιανός, προκειμένου να τους εμψυχώσει την ώρα που αυτοί δικάζονταν, προς γενική κατάπληξη όλων δήλωσε ότι είναι χριστιανός. Ο Διοκλητιανός διέταξε το θάνατό του. Και ο Σεβαστιανός δεν άργησε να πέσει κάτω, τρυπημένος στο στήθος από βέλος.

Το σώμα του παρέλαβε κάποια ευσεβής χήρα, η Λουκίνα. Διαπίστωσε όμως, ότι ανέπνεε ακόμα. Αφού τον περιποιήθηκε, μετά από λίγες ήμερες ο Σεβαστιανός ανέκτησε την υγεία του. Αλλά και πάλι επεδίωξε και συνάντησε το Διοκλητιανό και τον ήλεγξε για τη σκληρότητά του. Τότε αυτός διέταξε και τον μαστίγωσαν μέχρι θανάτου. Έτσι, ο Σεβαστιανός έγινε παράδειγμα αγωνιστικότητας για την πίστη «ἄχρι θανάτου» (Αποκάλυψη Ιωάννου, θ' 10).

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Συγκλήτου σφαλλομένης παριδῶν τὰ συνέδρια, Σεβαστιανὲ πανολβίαν, συναγείρεις συνέλευσιν, Μαρτύρων ἀληθῶς πανευκλεῶν, σὺν σοῖ καταβαλόντων τὸν ἐχθρόν, μεθ' ὧν θείας συναυλίας ἀξιωθεῖς, φαιδρύνεις τοὺς βοώντας σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Τι ήταν το αστέρι της Βηθλεέμ;

 





Θαυμαστά καί παράδοξα πράγματα! Στήν ᾿Ιουδαία -ὅπου προϋπῆρχαν οἱ προφῆτες, οἱ πατριάρχες, οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης- τό μήνυμα γιά τή γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τό ἔφεραν οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ μάγοι ἐξ ᾿Ανατολῶν! ῎Εκαναν μακρινό ταξίδι γιά νά τόν δοῦν καί νά τόν προσκυνήσουν καί περιπλανόμενοι ρωτοῦν· «Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθείς βασιλεύς τῶν ᾿Ιουδαίων;».

Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς κρύφτηκε καί τό ἀστέρι, ὥστε χάνοντας τόν ὁδηγό τους οἱ μάγοι νά ἀναγκαστοῦν νά ρωτήσουν τούς ᾿Ιουδαίους καί μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο νά τούς κινήσουν κι ἐκείνους σέ ἀναζήτηση τοῦ νεογέννητου Μεσσία.
Τό ὅτι γεννήθηκε πρόσωπο ὑψηλό καί ἐπίσημο τό ἤξεραν καλά κι ἦταν σίγουροι, διότι τούς τό μήνυσε τ᾿ ἀστέρι. ῾Ο Θεός δέν τούς ἔστειλε προφήτη, διότι δέν θά τόν παραδέχονταν· οὔτε μέ τίς Γραφές μποροῦσε νά τούς μιλήσει, διότι δέν τίς γνώριζαν. Τούς ἔστειλε, λοιπόν, ἕνα σημάδι γνώριμο καί προσιτό σ᾿ αὐτούς.
Τό ἀστέρι τῶν μάγων δέν ἦταν ἀπ᾿ αὐτά πού βλέπουμε στό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ τίς νυχτερινές ὧρες. ῏Ηταν κάποια λογική κι ἀόρατη δύναμη, ἕνας ἄγγελος, πού πῆρε τό σχῆμα τοῦ ἄστρου.
Πῶς εἴμαστε σίγουροι γι᾿ αὐτό; Μᾶς τό ἀποδεικνύει ἡ πορεία του· Δέν πηγαίνει ἀπ᾿ τήν ἀνατολή στή δύση ἀλλά ἀπό βορρᾶ πρός νότο, ἐφόσον ἡ Παλαιστίνη βρίσκεται στά νότια τῆς Περσίας. Διακρίνεται ἐπίσης κατά τήν ἡμέρα, πράγμα ἀφύσικο γιά ἀστέρι. Χάνεται στήν περιοχή τῶν ᾿Ιεροσολύμων καί ξαναεμφανίζεται ὅταν βγαίνουν οἱ μάγοι ἀπ᾿ αὐτή. ᾿Ακόμη κι ὅταν τούς ὁδήγησε στή φάτνη, δέν φαίνεται σ᾿ αὐτούς ἀπ᾿ τόν οὐρανό, ἀλλά σταματάει ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου ἦταν τό παιδί, πάνω ἀπ᾿ τό κεφάλι του. ῎Αν ἦταν ἁπλῶς ἕνα ἀστέρι, δέν θά μποροῦσε νά δείξει ἕναν τόσο περιορισμένο χῶρο.
Ξέρουμε ὅλοι πολύ καλά ὅτι λόγῳ τοῦ ὑπερβολικοῦ ὕψους δέν εἶναι δυνατόν ἕνα ἀστέρι νά προσδιορίσει οὔτε τόν τόπο μιᾶς ὁλόκληρης πόλης· πόσο μᾶλλον ἕνα ἐλάχιστο σημεῖο μέσα σ᾿ αὐτή. Αὐτό ὅμως τό ἄστρο τοῦ νεογέννητου βασιλιᾶ ἔδειξε τόν μικρό τόπο τῆς φάτνης κι ἀφοῦ μέ ἀσφάλεια ὁδήγησε τούς μάγους κοντά του, ἀπομακρύνθηκε· κι αὐτό δέν εἶναι γνώρισμα κοινοῦ ἀστεριοῦ.
᾿Ιω. Χρυσοστόμου, ῾Ομιλία στό ναό τοῦ ἀπ. Παύλου 5· ΡG 63,507-508
(᾿Ελεύθερη ἀπόδοση Β.Σ.)