Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Τά αἴτια τῆς ψυχικῆς ταραχῆς καί πῶς νά τά ἀντιμετωπίζουμε



Η ζωή μας είναι γεμάτη από αγωνία
Η ζωή μας είναι γεμάτη από ταραχή και σύγχυση και ο βίος μας είναι φορτωμένος από πολλούς θορύβους και ακαταστασίες. Πλούσιοι και φτωχοί ταλαιπωρούνται το ίδιο, πολλές φορές μάλιστα ο πλούσιος περισσότερο από το φτωχό. Στεναχωριέται επίσης και ο άρχοντας και ο αρχόμενος, και ο πολύτεκνος πατέρας και εκείνος που δεν έχει κανένα παιδί. Η ταραχή και η στενοχώρια δεν οφείλονται στην ξαφνική αλλαγή των καταστάσεων, αλλά σε μας τους ίδιους και στις ιδέες μας. Όταν αυτές είναι ορθές και σωστές, κι αν ακόμη ξεσηκώνονται από παντού τρικυμίες, εμείς θα έχουμε συνεχώς ψυχική γαλήνη και ηρεμία...
Η πραγματική ταραχή και η πνευματική ακαταστασία δεν οφείλονται στη φορά των πραγμάτων αλλά στη σκέψη και στις ιδέες μας, που είναι έτσι τοποθετημένες μέσα στην ψυχή μας. Όπως ακριβώς και το μάτι που νοσεί βλέπει σκοτάδι, ακόμη και στο ολοφώτεινο μεσημέρι.
 Αυτό που ευθύνεται είναι η αστάθεια στην πίστη ή, ας το πω διαφορετικά, η ολιγοπιστία. Ας αναθέσουμε λοιπόν όλα τα προβλήματά μας στον Θεό, πιστεύοντας ότι τίποτε δεν είναι δικό μας. Μην κάνουμε τίποτα που να αποβλέπει στη δόξα των ανθρώπων, αλλά μόνο ό,τι είναι ευάρεστο και ευχάριστο στον Θεό.
Οι ευλογίες που παίρνουμε από τα ιερά προσκυνήματα
Γι’αυτό ο Θεός μας άφησε τα σώματα των αγίων, έτσι ώστε, όταν ο βαρύς όγκος των προβλημάτων και το πλήθος των βιοτικών φροντίδων σκοτίσουν τη σκέψη μας εξαιτίας της μέριμνας για πολλά πράγματα -και υπάρχουν άπειρα τέτοια-, αφού αφήσουμε το σπίτι μας, να βγούμε έξω από την πόλη και αφού απομακρυνθούμε από τους θορύβους, να επισκεφθούμε τον τάφο κάποιου μάρτυρα ή τον ιερό τόπο όπου υπάρχουν τα ιερά λείψανά του, να απολαύσουμε την αύρα εκείνη την πνευματική, να λησμονήσουμε τις πολλές ασχολίες, να χαρούμε την ησυχία, να επικοινωνήσουμε με τους αγίους, να παρακαλέσουμε για τη σωτηρία μας τον Θεό, που τους κάλεσε στους πνευματικούς αγώνες, να αναπέμψουμε πολλές θερμές προσευχές, και ανανεωμένοι και χαρούμενοι να ξαναγυρίσουμε στα σπίτια μας.
Οι τάφοι των αγίων και οι ιεροί τόποι δεν είναι τίποτε άλλο παρά λιμάνια ασφαλισμένα, πηγές πνευματικών διδαγμάτων και ανεξάντλητοι θησαυροί πνευματικού πλούτου που κανείς δεν μπορεί να αχρηστέψει. Και όπως τα λιμάνια, όταν υποδέχονται τα ταλαιπωρημένα από τα πολλά κύματα πλοία, τα ασφαλίζουν από κάθε κίνδυνο, έτσι ακριβώς και οι τάφοι των αγίων ή τα λείψανά τους, αφού υποδεχθούν τις βασανισμένες και εξαντλημένες από τα προβλήματα της ζωής ψυχές μας, χαρίζουν σ’αυτές μεγάλη γαλήνη και ασφάλεια.
Και όπως οι πηγές με τα κρύα νερά αναζωογονούν τα κουρασμένα και φλογισμένα σώματα, έτσι ακριβώς και οι τάφοι των μαρτύρων δροσίζουν τις ψυχές, που φλέγονται από τα βρώμικα πάθη και με μόνη τη θέα τους σβήνουν τις αισχρές επιθυμίες και το φθόνο που λειώνει τον άνθρωπο, και το θυμό που εξάπτει και οτιδήποτε άλλο μας κουράζει και μας ταλαιπωρεί.
Απόσπασμα από το βιβλίο:
“Ο Ιερός Χρυσόστομος Θεολογεί, Συμβουλεύει, Παιδαγωγεί και Διδάσκει”
πηγή  το είδαμε εδώ

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Η ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ (22 Ιουλίου)




Του Κων. Α. Οικονόμου, δασκάλου

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ: Πατρίδα της ήταν η πόλη Μάγδαλα της Γαλιλαίας, στη Δυτική όχθη της Τιβεριάδος λίμνης, και γι' αυτό ονομάσθηκε Μαγδαληνή. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Οι γονείς της, Σύρος και Ευχαριστία, ήταν εξαιρετικά φιλεύσπλαχνοι και ζούσαν με φόβο Θεού. Όταν η Μαρία άρχισε να μεγαλώνει διάλεξε, αντίθετα με τις συνήθειες των κοριτσιών της εποχής, να παρακολουθεί μαθήματα κοντά σε δάσκαλο. Έτσι μελέτησε την Παλαιά Διαθήκη ενώ ιδιαίτερα αγάπησε το Ψαλτήριο και τις Προφητείες, εμβαθύνοντας στις προρρήσεις των Προφητών για την έλευση του Μεσσία.

Μετά τον θάνατο των γονέων της, συνέχισε να ζει με μελέτη και προσευχή, απορρίπτοντας καλοπέραση και ηδονές. Μοίραζε τα πλούτη της και τα υπάρχοντά της σε όποιους είχαν ανάγκη. Διάλεξε το δρόμο της αγνείας και παρθενίας και απέφευγε τις πολλές συναναστροφές και εκδηλώσεις. Αυτήν την ενάρετη πολιτεία της, φθονώντας ο Διάβολος, όρμησε εναντίον της με όλη του την δύναμη. Την πολιόρκησε με τα σκοτεινά και πονηρά τεχνάσματά του στέλνοντας επτά πονηρά πνεύματα που την κυρίευσαν.
Από αυτά τα τα πνεύματα ο Κύριος την θεράπευσε και την λύτρωσε. Κι αυτό γιατί εκείνη πλησίασε τον Σωτήρα Ιησού Χριστό με θερμή πίστη λαμβάνοντας από τον Ιατρό ψυχών και σωμάτων ίαση και θεραπεία. Διαβάζουμε σχετικά στην Αγία Γραφή: «Μαζί με αυτόν (τον Κύριο) ήταν και οι δώδεκα μαθητές και μερικές γυναίκες, οι οποίες είχαν θεραπευθεί από Αυτόν από νόσους και βασανιστικές παθήσεις και από πνεύματα πονηρά και από ασθένειες.
Η Μαρία, η οποία ελέγετο Μαγδαληνή, και από την οποία είχαν εκδιωχθή επτά δαιμόνια και η Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, (...) και η Σουσάννα και άλλες πολλές, οι οποίες υπηρετούσαν Αυτόν και προσέφεραν για την συντήρηση Αυτού και των Αποστόλων από τα υπάρχοντά τους» (Λουκ η΄1-3). Στο βίο της Αγίας διαβάζουμε για τα επτά δαιμόνια: «Όταν ακούς για τα επτά δαιμόνια να σκέπτεσαι τα πνεύματα που είναι τα αντίθετα των επτά αρετών. Δηλαδή πνεύμα αφοβίας Θεού, πνεύμα ασυνεσίας, πνεύμα αγνωσίας, πνεύμα ψεύδους, πνεύμα κενοδοξίας, πνεύμα επάρσεως, πνεύμα κάλλους. Και όλα αυτά είναι αντίθετα και αντίπαλα όλων των αρετών. Γιατί κάθε αμαρτία έχει τον δαίμονά της δηλ. το πνεύμα που την ενεργεί». Ο Θεοφάνης Κεραμεύς γράφει: «Αλλά να μην νομίση κανείς ότι η Μαρία είχε επτά δαίμονες. Αλλά (...) και οι ενέργειες των δαιμόνων λέγονται δαίμονες. η ακηδία, η φειδωλία, η απείθεια, ο φθόνος, το ψευδός, η απληστία και κάθε πάθος είναι συνώνυμον του δαίμονος που το εγέννησε.». Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, ενώ ο Άγιος Μόδεστος Ιεροσολύμων πιστεύει ότι ο αριθμός επτά είναι συμβολικός.
Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ: Είναι κατασυκοφάντηση και βλάσφημος λόγος εναντίον της αγίας Μαγδαληνής η ταύτισή της με την αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου, η οποία στο σπίτι του Φαρισαίου άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρα. Η παρερμηνεία οφείλεται σε ορισμένους συγγραφείς ακόμη και εκκλησιαστικούς που ταύτισαν την αγία Μαρία την Μαγδαληνή με την αμαρτωλή γυναίκα, που έπλυνε τα πόδια του Κυρίου με τα δάκρυά της αλείφοντάς τα με μύρο, δείχνοντας την συντριβή της και την μετάνοιά της για τις αμαρτίες της (Λουκ. ζ' 36-50). Γι' αυτήν μιλά ο Ευαγγ. Λουκάς ανώνυμα: «Και γυνή ήτις ην αμαρτωλός εν τη πόλει». Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο (Λουκ. η', 1-3), ομιλεί για την αγία Μαρία την Μαγδαληνή και αναφέρεται στην θεραπεία της από τον Ιησού. Αν η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν η αμαρτωλός γυνή, ο άγιος Ευαγγελιστής δεν θα απέκρυπτε το όνομά της, γιατί παρακάτω μιλάει συγκεκριμένα και ονομαστικά γι' αυτήν και για την θεραπεία της από τα δαιμόνια. Το όνομα της αμαρτωλής και πόρνης γυναικός δεν αναγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια.
Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή αναφέρεται πάλι συγκεκριμένα και ονομαστικά μετά την θεραπεία της, ως μαθήτρια και Κυρίου και ακόλουθος της Θεοτόκου, ως Διακόνισσα των Αποστόλων και ως πρώτη των Μυροφόρων. Στην Ορθόδοξη Υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδος, γίνεται πολύ καθαρά η διάκριση μεταξύ των γυναικείων αυτών προσώπων. Της μεταμελημένης πόρνης που άλειψε μύρα τον Κύριο, της οποίας «μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν» τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη, και της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής ως Μυροφόρου και Ευαγγελιστρίας της Αναστάσεως του Σωτήρος. Απαντώντας στο ερώτημα “πώς προέκυψε η πλάνη αυτή;” απαντάμε απερίφραστα πως αυτή προήλθε από την Δύση και είναι άλλη μία παπική πλάνη, την οποία ακολούθησαν διάφοροι συγγραφείς και σεναριογράφοι από τον Καζαντζάκη μέχρι τον Νταν Μπράουν.
ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Η Μαγδαληνή συναισθανόμενη την μεγάλη ευεργεσία του Κυρίου, γεμάτη ευγνωμοσύνη, άφησε τα πάντα κι ακολούθησε το Διδάσκαλο, όπως έκαναν οι Μαθητές και Απόστολοι. Για τα επίγεια και για τους συγγενείς καθόλου πλέον δεν νοιαζόταν. Κατανόησε πλήρως και πίστεψε ότι Αυτός είναι αληθώς ο Υιός του Θεού. Και τον ακολουθούσε πιστά και αφοσιωμένα, υπηρετώντας Αυτόν και τους μαθητές Του και όσους Τον ακολουθούσαν. Τα πλούτη της, την περιουσία της, όλα τα διέθεσε στην διακονία των Μαθητών και του Κυρίου. Αλλά και με την Μητέρα Του, Θεοτόκο Παρθένο, συνδέθηκε με σύνδεσμο φιλίας και αγάπης και με τους συγγενείς της. Μάλιστα, “ξεχώρισε μέσα στην συνοδεία των Μαθητριών ως πρώτη μετά την Θεοτόκο, όπως ο Πέτρος ξεχώριζε ως πρώτος και επί κεφαλής των Αποστόλων”. (Αγ. Μόδεστος)
Η ΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ: Η Μαγδαληνή, όταν όλοι οι μαθητές, πλην Ιωάννου, έσπευσαν να κρυφτούν φοβούμενοι πιθανή σύλληψή τους μετά τη σύλληψη του Κυρίου, παρέμεινε κοντά Του, ακόμη και κάτω από το Σταυρό.
Διαβάζουμε στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: “Στάθηκαν δε πλησίον εις τον Σταυρόν του Ιησού η μητέρα Του και η αδελφή της μητέρας Του, Μαρία του Κλωπά, και η Μαρία η Μαγδαληνή.” (Ιω. ιθ΄25). Από απόσταση στην αρχή παρακολουθούσαν δακρυσμένες, με πόνο και σπαραγμό ψυχής οι Μαθήτριες με την Θεοτόκο την πορεία του Κυρίου προς τον Γολγοθά και τη σταύρωσή Του. Μαζί τους, η αγία Μαρία η Μαγδαληνή πονεμένη αλλά άφοβη, παρακολουθούσε το δράμα του Διδασκάλου. Συμπαραστέκεται στην θλιμμένη Μητέρα Του προσπαθώνταςεί να την παρηγόρησει. Δίπλα στον Σταυρό, ζει το αποκορύφωμα του θείου Δράματος. Εκεί, άκουσε τον Κύριο να αρθρώνει τις τελευταίες Του λέξεις. Να απευθύνει τον τελευταίο Του λόγο στην Μητέρα Του, λέγοντας: «Μήτηρ, ιδού ο Υιός Σου» και στον αγαπημένο μαθητή Ιωάννη: «Ιωάννη, ιδού η μήτηρ σου» (Ιω. ι', 26-27). Και η Μαγδαληνή ξεσπά σε θρήνο που συνοδεύει τον θρήνο της Παναγίας Μητέρας, που σπαράζει και οδύρεται, ακούγοντας τον αγαπημένο Της Υιό, να αφήνει την τελευταία του λέξη «Τετέλεσται» μαζί με την τελευταία ανθρώπινη πνοή Του επάνω στον Σταυρό.
Η ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΜΑΡΙΑ: Μετά την Αποκαθήλωση του Κυρίου και την ταφή Του, οι Μαθήτριες του Κυρίου «Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν που τίθεται» (Μάρκ. Ιε΄47). Ενώ αλλού διαβάζουμε: “Ην δε εκεί Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, καθήμενοι απέναντι του τάφου» (Ματθ. κζ' 59-61). Κι ενώ οι Απόστολοι κρύφθηκαν «δια τον φόβον των Ιουδαίων», αυτές θα επιστρέψουν στον Τάφο, Μυροφόρες, φέρνοντας μύρα και αρώματα ακριβά και πολύτιμα, για να «μυρίσουν» το άχραντο Σώμα δηλαδή να το αλείψουν με αρώματα και μύρα. Να προσφέρουν στο Πανάγιο Σώμα Του το τελευταίο λατρευτικό τους ιερό καθήκον στον Διδάσκαλο. Ετσι η Μαρία η Μαγδαληνή με τις άλλες γυναίκες επιστρέφοντας στα Ιεροσόλυμα αγόρασαν αμέσως τα μύρα από την Παρασκευή το βράδυ, (Λουκ. κγ΄55,56) διότι το Σάββατο υπήρχε αργία, σύμφωνα με τον Νόμο. Αφού περίμεναν να περάσει η ημέρα του Σαββάτου κι ενώ ξημέρωνε η Κυριακή, ξεκίνησε για τον Τάφο του Ιησού μαζί με τις άλλες Μυροφόρες γυναίκες. «Τη δε μια των σαββάτων όρθρου βαθέος ήλθον γυναίκες επί το μνήμα φέρουσαι α ητοίμασαν αρώματα» (Λουκ. κδ', 1). Βρίσκονταν οι άγιες και ηρωικές αυτές γυναίκες σ' ένα ξένο τόπο. διατρέχοντας τόσους κινδύνους. Όμως δεν υπολόγιζαν θυσίες, ούτε την ζωή τους.
«Το ασθενέστερον γένος ανδρειότερον εφάνη τότε» (Ιωάννης ο Χρυσόστομος). Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή έχει ξεχωριστή θέση μεταξύ των Μυροφόρων1 και Μαθητριών. Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές αναφέρουν αυτήν πρώτη από όλες τις άλλες Μυροφόρες, μάλιστα δε ο Ιωάννης γράφει μόνον γι' αυτήν στο Ευαγγέλιό του και αυτήν μόνο αναφέρει. Ξεκινάει μόνη της μέσα στη νύχτα. Ανυπομονεί να φτάσει πρώτη στον Τάφο. Ήταν περισσότερο θερμή στην αγάπη της. Η Μαρία «πάνυ γαρ περί τον Διδάσκαλον φιλοστόργως έχουσα...» (Χρυσόστομος). Καθώς φτάνει, βρίσκει τον Τάφο αδειανό, τον λίθο αποκεκυλισμένο. Και τότε σκέφτεται ότι κάποιοι έκλεψαν το Άγιο Σώμα του Ιησού (Ιω. Κ', 1). Φαίνεται από τα άγια Ευαγγέλια ότι η Μαγδαληνή πήγε πολλές φορές εκείνο το βράδυ του Σαββάτου στον Τάφο. Πήγε πρώτα μαζί με την Θεοτόκο νύχτα ακόμη, πολύ πριν ξημερώση (Ματθ. κη', 1-10), πήγε μαζί με άλλες γυναίκες αργότερα (Λουκ. κδ' 1-10 και Μάρκ. Ιστ', 1-8), ενώ ήρθε ακόμη μία φορά μαζί με τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη (Ιω. κ', 1-10). Οι Μυροφόρες γυναίκες αξιώθηκαν αυτές πρώτες να ακούσουν από Άγγελο Κυρίου το ευφρόσυνο μήνυμα ότι «ηγέρθη ο Κύριος» και να γίνουν πρώτες και αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως. Ακόμη και μετά την έλευση των Μαθητών στον Τάφο και την αποχώρησή τους η Μαγδαληνή παραμένει και κλαίει γοερά: «Ίστατο η Μαρία, έξωθεν του μνημείου κλαίουσα» (Ιω. Κ', 11).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει: “Κλαίει, γιατί χάθηκε το Σώμα του Κυρίου της και δεν ξέρει ποιος το πήρε. Η χριστοφόρος Μαγδαληνή έμεινε εμφιλοχωρούσα τω μνήματι και περιενόστει αλύουσα, και λιβάδας (ποταμούς) δακρύων ενστάζουσα, τη επιμόνω προσεδρία υψηλότερόν τι καραδοκούσα μαθείν». Απαρηγόρητη κλαίει και θρηνεί, γιατί δεν μπορεί να αντέξει την στέρηση του Θεανθρώπου Σωτήρος. Γράφει ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης: «Ηξεύρουσι γαρ αι φιλόθεαι ψυχαί και καρδίαι τι αξίζει ο Θεός και ο Ιησούς, και δια τούτο, όταν τον στερηθούν, τρέχουν επάνω και κάτω, τον ζητούν επιπόνως, και χύνουν δι' Αυτόν αιματωμένα δάκρυα." Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος επισημαίνει: “... μεγάλην ωφέλειαν προξενούν τα δάκρυα. Αυτά έκαναν τις Μυροφόρους γυναίκες να ιδούν τον Αναστάντα Χριστόν, αυτά τις έκαναν να ιδούν τους Αγγέλους, αυτά τις αξίωσαν να γίνουν της Αναστάσεως πρώται κήρυκες, και να χρηματίσουν των Αποστόλων και Ευαγγελιστών του Κυρίου ευαγγελίστριαι».
Για τον θρήνο της Μαγδαληνής έξω από τον Τάφο γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: « (η Μαγδαληνή) έλαβε μεγάλο μισθό, γι' αυτήν την μεγάλη φροντίδα της. Γιατί εκείνο που δεν είδαν οι Μαθητές, το είδε πρώτη η γυναίκα. Είδε δύο Αγγέλους, να κάθονται ο ένας προς το μέρος των ποδιών και ο άλλος προς το μέρος της κεφαλής, με λευκή ενδυμασία και το πρόσωπο γεμάτο από πολλή φαιδρότητα και χαρά». Από την εμφάνιση των δύο Αγγέλων η Μαρία μένει έκπληκτη, θαμπωμένη από το παράδοξο θέαμα. «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητείς;» Την ρωτούν. Και αυτά τα είπαν, κατά κάποιον τρόπον σαν να την επέπλητταν. Και εκείνη λέγει: «Πήραν τον Κύριό μου από το μνημείο, και δεν γνωρίζω πού τον έβαλαν» (Ιω. κ΄13). Τότε, στρεφόμενη η Μαρία είδε τον Ιησού! Και εκείνος την ρωτάει: «Γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητείς;» (Ιω. κ', 15). Δεν Τον αναγνωρίζει ακόμη. Τα μάτια της «εκρατούντο του μη επιγνώναι αυτόν» (Λουκ. κδ', 16), όπως έγινε με τους δύο Μαθητές που βάδιζαν προς την Εμμαούς. Και αυτή Τον ρώτησε: «Κύριε, εάν εσύ τον πήρες στα χέρια σου, πες μου που τον έχεις τοποθετήσει, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί». «Ω της ευνοίας και φιλοστοργίας της γυναικός!» (Ιωάννης Χρυσόστομος). Και η απάντηση του Κυρίου: «Μαρία!». Τότε εκείνη συγκλονισμένη από το άκουσμα, αυθόρμητα απαντά: «Ραββουνί» δηλ. Διδάσκαλε. Φωτίστηκε ο νους της, και να κατάλαβε ποιος ήταν αυτός που της μιλούσε. Σπεύδει τότε να αγκαλιάσει και να ασπαστεί τα πόδια του Κυρίου. Μα Αυτός την αποτρέπει λέγοντάς της: «Μη μου άπτου. ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου» (Ιω. κ', 17). Επειδή ήτο ακόμη η Μαρία ατελής κατά το φρόνημα, και Τον αναζητούσε στον Τάφο ως άνθρωπο, θέλει να ανυψώσει το φρόνημά της, ώστε να μην τον νομίζει πλέον άνθρωπο, αλλά και Θεό. Σαν να της έλεγε: “Δεν φέρω πλέον το ίδιο φθαρτό σώμα, την σάρκα της παχύτητος και της φθοράς. Το Σώμα αυτό δεν μπορείτε να το πλησιάσετε και να το αγγίξετε.”
Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει σχετικά: «Ας μη ζητήσουμε ανάμεσα στους νεκρούς αυτόν που ζει. Ο Κύριος απωθεί όποιον τον ζητεί μ' αυτόν τον τρόπον, λέγοντάς του "μη μου άπτου". Όταν ανεβώ στον Πατέρα μου τότε θα σου επιτρέπεται να με αγγίζεις. Θέλει να πει μην αποτυπώσεις στην πίστη σου την σωματική και δουλική μορφή μου, αλλά να λατρεύεις αυτόν που βρίσκεται στην δόξα του Πατέρα και υπάρχει με την μορφή του Θεού και που είναι Λόγος του Θεού».
Το “Μη μου άπτου” μπορεί να σημαίνει και την νοητή προσέγγιση και επαφή. Η Μαρία ίσως ήθελε να ερευνήσει πώς οικονομήθηκε το Μυστήριο της Αναστάσεως. Την απομακρύνει και την αποθαρρύνει από τέτοιου είδους ερωτήσεις που είναι πάνω από τις δυνάμεις της και τα ανθρώπινα μέτρα της. Έτσι το "Δεν ανέβηκα ακόμη προς τον Πατέρα μου", μπορεί να σημαίνει ότι δεν μπορώ ακόμη να σας ελκύσω κι εσάς και να σας ανεβάσω στην υψηλότερη θεωρία και γνώση που θα γίνει αργότερα με την κάθοδο σ' εσάς του Αγίου Πνεύματος (Πεντηκοστή). Μεγάλη ευτυχία για την Μαρία να δει πρώτη τον Αναστάντα Ιησού και να μιλήσει μαζί Του, μετά την Θεοτόκο.
Μεγάλη η τιμή να την στείλει στους Αποστόλους, να μάθουν και αυτοί την χαρμόσυνη είδηση. Γιατί αμέσως μετά αμέσως προσέθεσε: «Πορεύου δε προς τους αδελφούς μου και ειπέ αυτοίς. αναβαίνω προς τον πατέρα μου και πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ιω. κ' 17). Και έπειτα: «Έρχεται Μαρία η Μαγδαληνή απαγγέλουσα τοις μαθηταίς ότι εώρακε τον Κύριον, και ταύτα είπεν αυτή». Γίνεται έτσι η Μαγδαληνή των Αποστόλων απόστολος, των Μαθητών κήρυκας, των Ευαγγελιστών ευαγγελίστρια (Ιωάννης Χρυσόστομος).
Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ύστερα από την Ανάληψη του Κυρίου στους Ουρανούς, συνήθιζαν οι πιστοί να συγκεντρώνονται στο υπερώον και να προσεύχονται μαζί με τους Αποστόλους και όλους τους Μαθητές του Κυρίου.(Πράξ α΄14). Μετά την Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής, οι Απόστολοι διασκορπίσθηκαν σε διάφορους τόπους για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, σ' όλα τα έθνη και σ' όλους τους λαούς, όπου τους κατηύθυνε το Άγιο Πνεύμα. Και η Μαρία, όπως λέγει η παράδοση, κατευθύνθηκε στη Ρώμη, για να ζητήσει από τον Καίσαρα Τιβέριο απόδοση δικαιοσύνης για τον άδικο θάνατο του Ιησού.
Ακολουθώντας τον δρόμο και την ζωή των Αποστόλων, αρχίζει την μακρινή οδοιπορία, καταφρονώντας κόπους, εμπόδια και δυσκολίες. Καθ' οδόν διδάσκει και κηρύττει. Διηγείται και διακηρύττει την Ανάσταση του Κυρίου.
Ο Νικηφ. Κάλλιστος Ξανθόπουλος ιστορεί: «Αλλά και προς αυτόν τον Καίσαρα Τιβέριον παρουσιάσθηκε και καλά εξετέλεσε την αποστολή της». Αφού δικάσθηκαν και τιμωρήθηκαν οι σταυρωτές του Κυρίου, η Μαρία η Μαγδαληνή κατήχησε τους πιστούς στην Ρώμη και αφού κήρυξε στην Ρώμη, περιηγήθηκε την Ιταλία και Γαλλία. Και επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα, περνώντας πρώτα από την Αίγυπτο, την Φοινίκη, την Συρία και την Παμφυλία. Σ' όλες αυτές τις χώρες εδίδασκε και εκήρυττε το Ευαγγέλιο και την πίστη στον Αναστάντα Ιησού. Στα Ιεροσόλυμα μικρό διάστημα παρέμεινε μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο, ως την Κοίμησή της. Κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, η αγία Μαρία Μαγδαληνή μετέβη κατόπιν στην Έφεσο, όπου δίδασκε ο ηγαπημένος μαθητής, ο υιός της βροντής, Ιωάννης. Εκεί συμμετείχε στο κήρυγμά του και έγινε βοηθός και συμπαραστάτης του στις δοκιμασίες και στις θλίψεις του, στην φυλάκισή του και σε όλα του τα δεινά. Στην Έφεσο, η Αγία, οδήγησε πολλούς στην πίστη και στην επίγνωση της αλήθειας. Μετά τον θάνατό της το σώμα της ενταφιάσθηκε από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, σε σπήλαιο κοντά στην Έφεσο.
 Κατά την ώρα της ταφής, επιτελέσθηκαν πολλά θαύματα, καθώς και τους μετέπειτα χρόνους, μέχρι και σήμερα, η Αγία δεν σταμάτησε να θαυματουργεί. Το έτος 890 μ.Χ. ο βασιλεύς Λέων Στ' ο Σοφός (886-912), έκανε ανακομιδή του αγίου λειψάνου της μεταφέροντάς το στην Κωνσταντινούπολη, στον Ναό του Αγίου και Τετραημέρου φίλου του Χριστού Λαζάρου. Η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη της αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας Μαγδαληνής την 22 Ιουλίου.Επίσης την συνεορτάζει μαζί με τις άλλες Μυροφόρες Άγιες Γυναίκες, την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα (των Μυροφόρων). Η ανακομιδή των λειψάνων της εορτάζεται στις 4 Μαΐου.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

1. Οι Μυροφόροι γυναίκες που μνημονεύονται είναι: η Μαρία Μαγδαληνή, η Μαρία, μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, η Σαλώμη του Ζεβεδαίου, μητέρα των Αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννου, η Μαρία του Κλωπά, η Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά επιτρόπου του Ηρώδη, η Σωσάννα, η Μαρία και η Μάρθα, αδελφές του Λαζάρου.

 πηγή  το είδαμε εδώ

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΕΞΑΓΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕΩΣ Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος


     
                                                       Αρχιμ. Ιωήλ  Κωνστάνταρος

Θα πρέπει να ζει κανείς εκτός πραγματικότητος για να μην βλέπει πως περισσότερο απ' όλους τους θεσμούς της κοινωνίας μας, αυτός που έχει χτυπηθεί είναι ο γάμος. Αλλά το παράδοξο είναι πως και σ' αυτόν τον χώρο της Εκκλησίας κάποιες φορές ακούονται γνώμες αντιφατικές και εκ διαμέτρου αντίθετες από την πραγματικότητα.
Όσοι δεν γνώρισαν την Ευαγγελική αλήθεια και όσοι απέκοψαν εξ' αυτής, έχουν τις δικές τους αντιλήψεις, που αργά ή γρήγορα τις πληρώνουν πολύ ακριβά. Για τους πιστούς όμως Ορθοδόξους Χριστιανούς δεν έχει καμία απολύτως σημασία τι φρονούν ή πώς πορεύονται οι άλλοι, αλλά σημασία και μάλιστα πρωταρχική επί του θέματος έχει τι διδάσκει ο Χριστός και πώς εφαρμόζεται αυτό εντός της Εκκλησίας μας.
Ας επικεντρώσουμε λοιπόν την προσοχή μας σε μια χαρακτηριστική παραβολή. Στην παραβολή κατά την οποία ο Κύριος εδίδαξε ότι «ομοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, όστις εποίησε γάμους τω υιώ αυτού. (Ματθ. ΚΒ' 2).
Χρησιμοποίησε δηλ. την εικόνα του γάμου για να εξεικονίσει την Βασιλεία των Ουρανών!
Και ευλόγως, ο καθένας διερωτάται, ποια σχέση μπορεί να έχει ο γάμος με τη Βασιλεία των Ουρανών; Φυσικά έχει μεγάλη σχέση, διότι ο ίδιος ο Χριστός θεωρεί τον γάμο και τον παρουσιάζει στις σωστές του πάντοτε προδιαγραφές, δηλ. την ευλογημένη οικογένεια ως μέσον εξαγιασμού.
Ας δούμε όμως στην συνέχεια το θέμα μας όπως αυτό αναδεικνύεται μέσω της Ορθοδόξου πνευματικότητος, αφού ως γνωστόν, σκοπός του γάμου είναι, θα πρέπει να είναι α) η αμοιβαία ψυχική συμπλήρωσις των συζύγων και β) η τεκνογονία και η ανατροφή των τέκνων. Αλλά ο διπλός αυτός σκοπός του γάμου, όπως μας τον διδάσκει η Εκκλησία μας και όπως τον έζησαν οι έγγαμοι άγιοι, δεν είναι καθόλου άσχετος με την Βασιλεία των Ουρανών.
Μέσα στο πλαίσιο του σωστού γάμου, ο άνθρωπος επιτυγχάνει, όσο του είναι δυνατόν, την κατά Χριστόν ωρίμανσήν του και τελειοποίησίν του.
Πόσοι άραγε από όλους αυτούς που ευρίσκονται μέσα στην ατμόσφαιρα του γάμου αλλά και πόσα πρόσωπα τα οποία πρόκειται να έλθουν εις γάμου κοινωνίαν, γνωρίζουν αυτές τις αλήθειες και πόσοι προσπαθούν συνειδητά να κατακτήσουν τον σκοπό τους; Εννοείται δε ότι για έναν πιστό Χριστιανό απορρίπτεται ολοσχερώς ο λεγόμενος «πολιτικός γάμος», όπως επίσης και το «σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης» ή οτιδήποτε άλλο ο μακράν του Θεού κόσμος θα επινοήσει για να καταστρατηγήσει το μυστήριο που έθεσε ο ίδιος ο Θεός.
Βεβαίως για να θεωρήσει κανείς τον γάμο με τις προδιαγραφές της Εκκλησίας μας, δηλ. για να δει αυτόν στις αντικειμενικές του διαστάσεις, προαπαιτείται η πίστις και ο συνειδητός Ορθόδοξος βίος. Εάν απουσιάζουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, τότε είναι αδύνατον να υπάρξει συνέχεια στην ανάπτυξη του θέματος. Όπως επίσης, εάν κάποιοι αρνούνται την ιερολογία του μυστηρίου για λόγους δήθεν οικονομικής δυσπραγίας και συζούν παρανόμως κατά Θεόν, είναι αδύνατον να αισθανθούν του λόγου το αληθές και την αγωνιώδη κραυγή της Εκκλησίας μας για ευλογημένη οικογενειακή ζωή.
Να συνεχίσουμε λοιπόν μέσα στην ευλογία του μυστηρίου. Ο βίος του Ορθοδόξου Χριστιανικού γάμου παρέχει τις ευνοϊκές συνθήκες για μια ζωή νοικοκυρεμένη, προγραμματισμένη και δημιουργική η οποία οικοδομείται επάνω στην βάση της πνευματικής προαγωγής των συζύγων. Γίνεται δε ευκόλως κατανοητόν ότι μέσα στο πλαίσιο του ευλογημένου γάμου, ο άνθρωπος δύναται να αναπτύξει τον συναισθηματικό του πλούτο και φυσικά όλα του τα χαρίσματα και ολόκληρη την δέσμη του δυναμισμού του. Αν τώρα αντικρίσουμε και την άλλη πλευρά της πραγματικότητος, ότι δηλ. δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει τις ελλείψεις του και να μην φέρει τις αδυναμίες του, καθίσταται φανερή η ανάγκη βοηθού και συνεργού στο έργο της αυτογνωσίας, της καθάρσεως και του εν γένει αγώνος προς τον δρόμο του εξαγιασμού ο οποίος αποτελεί και τον υψηλό προορισμό του ανθρώπου.
Χρειάζεται άραγε να επισημανθεί το πόσα μπορεί να προσφέρει ο καλός ή η καλή σύντροφος στον τομέα αυτό, όταν είναι γνωστό ποία και πόση επίδραση ασκεί απλώς ένας φίλος όταν η φιλία φιλτράρεται και αυγάζεται μέσα στο φως της πανταχού παρουσίας του Θεού; Ο δε αποστολικός λόγος «ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη», και στο σημείο αυτό υπονοεί πλην των άλλων την αγάπη και τον ψυχικό σύνδεσμο που χρειάζεται να υπάρχει ανάμεσα στα δύο πρόσωπα (Εφεσ. Δ' 2). Την αγάπη και την προσοχή που επιβάλλεται να έχει ο σύζυγος «πώς αρέσει τη γυναικί» και της συζύγου «πώς αρέσει τω ανδρί» (Α' Κορ. Ζ' 33-34), και που εννοείται πως εδώ απουσιάζει ολοσχερώς η υποκρισία αλλά και η ανθρωπαρέσκεια. Ο αγώνας λοιπόν αυτός που δεν είναι καθόλου εύκολος, καταρτίζει τα πρόσωπα για την Βασιλεία των Ουρανών. Επίσης, ο λόγος του Πνεύματος «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. ΣΤ' 2) και το «περίσσευμα» της πνευματικής καταρτίσεως να προσφέρεται στην διακονία και στην κάλυψη του άλλου κάποιου «υστερήματος» (Β' Κορ. Η' 14), ώστε να αποφεύγονται οι προστριβές, οι διενέξεις και οι συγκρούσεις, καταδεικνύει ότι η όλη προσπάθεια και ολόκληρος ο έγγαμος βίος μόνο με την επισκίαση της χάριτος είναι δυνατά και κατορθωτά.
Αυτό έχει υπ' όψιν του ο Απ. Παύλος, δηλ. την ενδοοικογενειακή πνευματική καλλιέργεια και ομιλεί περί «κατ' οίκον εκκλησίας» (Ρωμ. ΙΣΤ' 5, Κολ. Δ' 15).Χαρακτηρίζει λοιπόν ως μικρή Εκκλησία την συνειδητά Χριστιανική οικογένεια, αφού γενικός σκοπός της Εκκλησίας είναι ο «καταρτισμός των Αγίων» (Εφεσ. Δ' 12).
Επομένως, με τις προϋποθέσεις που θέτει η Εκκλησία στον γάμο, ο σκοπός αυτός της Αγιότητος, άριστα κατακτάται δια της «κατ' οίκον Εκκλησίας»!
Εφ' όσον μάλιστα πραγματοποιείται και ο δεύτερος σκοπός του γάμου, η γέννησις και η ανατροφή των τέκνων «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφεσ. ΣΤ' 4), είναι βέβαιο ότι ο γάμος και η οικογένεια καθίστανται εργαστήριον κατεργασίας χαρακτήρων και χώρος όπου τα πρόσωπα διαπαιδαγωγούνται προς την Βασιλεία των Ουρανών.
Από αυτή δε την εν Χριστώ αντικειμενική άποψη περί Γάμου, είναι πολύ σωστό αυτό το οποίο προσφυώς ελέχθη, ότι δηλ. ο γάμος ως μυστήριον ιερόν είναι «πατήρ αγίων»! Και όντως, στο μυστήριο του Γάμου ανήκει η τιμή και η ευλογία να γεννά Αγίους, οι οποίοι και στη ζωή αυτή αποτελούν συνειδητά μέλη της στρατευομένης Εκκλησίας αλλά και στη συνέχεια θα αποτελούν το πλήρωμα της Βασιλείας των Ουρανών.
Ας γίνει κατανοητό, κυρίως από τους πιστούς ότι στην Ορθόδοξη Χριστιανική οικογένεια ανετέθη η υψίστη και ουρανόπεμπτη αποστολή να σπείρει τα πρώτα σπέρματα αρετής, ευσεβείας, αγιότητος, ορθού πατριωτισμού και σωστής κοινωνικότητος στα τέκνα της. Και είναι αλήθεια ότι ο οικογενειακός βίος συνεπάγεται ευθύνες και υποχρεώσεις για την αντιμετώπιση των οποίων πολλοί, σε αρκετές περιπτώσεις  εκδαπανώνται μέχρι τέτοιου σημείου, ώστε να λησμονούν ή να μη μπορούν να επαρκέσουν, όπως νομίζουν σε άλλα καθήκοντα. Όμως ουδέποτε θα πρέπει να μένουμε στα αρνητικά παραδείγματα, διότι τα θετικά όχι απλώς υφίστανται αλλά είναι μάλιστα πολύ περισσότερα απ' όσα μπορούμε να φαντασθούμε. Λίγοι είναι αυτοί που δια του ευλογημένου γάμου εισήλθαν στην νόμιμη και ευλογημένη οδό και πρόκοψαν στον οικογενειακό τους βίο από κάθε άποψη;
Και πόσοι ανέθρεψαν τέκνα που αναδείχθηκαν τόσο στο σώμα της Εκκλησίας όσο και της εν γένει κοινωνίας, που όταν ξεκίνησαν τον έγγαμο βίο τους ούτε καν φαντάζονταν τα δώρα αυτά του Θεού;
Βεβαίως, οι «του ιδίου οίκου καλώς προϊστάμενοι, τέκνα έχοντες εν υποταγή» (Α' Τιμ. Γ' 4), διακρίνονται όχι μόνο για την επιτυχημένη οικογένειά τους, αλλά και για την επίδοσή τους σε όλα τα Ορθόδοξα Χριστιανικά τους καθήκοντα. Και άνευ αντιρρήσεως υπάρχει στον έγγαμο βίο η δυνατότητα της αφιερώσεως σε έργα «καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις» (Τιτ. Γ' 8). Τα δε συναξάρια των Αγίων μας είναι γεμάτα από αγίους με ανειλημμένες οικογενειακές υποχρεώσεις, οι οποίοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των θυσιών για την αγάπη και την δόξα του Θεού και στην υπηρεσία της αγάπης των εν Χριστώ αδελφών και του πλησίον, ακόμα και αυτών των εχθρών.
Φυσικά αυτή η ευλογημένη αγιότης που παράγεται μέσα από την «κατ' οίκον Εκκλησίαν» και ωριμάζει στον χώρο της Χάριτος, ούτε έπαυσε στις φοβερές ημέρες που ζούμε, ούτε και θα παύσει ποτέ, έως το τέλος των αιώνων.
Ευχή και προσευχή μας είναι οι νέοι άνθρωποι που σκοπό έχουν να ακολουθήσουν την ευλογημένη έγγαμη ζωή, να μην χρονίζουν και να μη φοβούνται, την οικογενειακή κρίση και τόσο άλλα δεινά. Να συνδεθούν συνειδητά με τον Ιησού και δια του μυστηρίου του γάμου να τον καλέσουν να τους ευλογήσει και να είναι βέβαιοι ότι όλα θα έρθουν πολύ καλύτερα απ' όσο είναι δυνατόν να φαντασθούν.
Αμήν



Αρχιμ. Ιωήλ  Κωνστάνταρος

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Καρκίνος: μία ασθένεια που μοσχοβολά Ουρανό!


Καρκίνος: μία ασθένεια που μοσχοβολά Ουρανό!
Ήταν τέτοια η αγάπη του γέροντος Παϊσίου για το συνάνθρωπο, τέτοιο το μέγεθος του θυσιαστικού του φρονήματος που όταν προσευχόταν για τους καρκινοπαθείς, διαβάζουμε στο βίο του, πως ευχόταν να «πάρει» ο ίδιος τον καρκίνο.
Σε μια παρόμοια περίπτωση, θέλοντας να μιμηθώ το γέροντα, προσευχήθηκα όχι να μου δώσει τον καρκίνο που βασάνιζε το κορμί ενός αγαπημένο μου προσώπου, αλλά ει δυνατόν να πάρει ως αντίδωρο ζωής, τη δική μου.

Σφάλμα και ολιγοψυχία.
Ξέρετε γιατί; Γιατί ο θάνατος πολλές φορές σε τέτοιες περιπτώσεις λειτουργεί λυτρωτικά, ακόμη και για τη θυσιαστική έκφραση του εγωισμού μας, αν μπορεί να εννοηθεί κάτι τέτοιο.

Ο καρκίνος, όπως και κάθε άλλη παρόμοια ασθένεια και νόσος, δε φέρνει μόνον το θάνατο. Πριν από αυτόν προηγούνται πολλά άλλα. Προηγείται πόνος πολύς, δάκρυα, θλίψη, αγωνία, εσωτερική μάχη με την απελπισία και την απόγνωση, το συμβιβασμό και την αποδοχή του τέλους της επιγείου ζωής. Ναι, έστω ότι μπορείς να δεχθείς το θάνατο αμαρτωλέ εαυτέ μου, ποιος θα δεχόταν όμως τα δίχως χρονικό όριο προαναφερθέντα, πώς να δεχθεί κάποιος το μαρτύριο που ματώνει και πληγώνει ψυχή και σώμα;

Μόνο ένας άγιος ή μόνο ένας τρελός. Μάλλον ένας δια Χριστόν σαλός, ένας γνήσιος και αληθινός χριστιανός, που όρισε ως λογική της ζωής του, το υπέρ λόγον, το υπέρ φύσιν, το υπέρ έννοιαν. Γιατί αυτός δεν ελπίζει στην αιωνιότητα που χαρίζει ο Χριστός, δεν προσδοκεί απλά «Ανάσταση νεκρών». Αυτός  βιώνει από τώρα κι από εδώ τον Παράδεισον, ως άλλος ένσαρκος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος.

Ξέρετε τι είναι γι' αυτόν ο καρκίνος; Άνθος μυρίπνοο, που μοσχοβαλά Ουρανό, μια ανάσα αιωνιότητας, μια πνοή ζωής.

Υ.Γ. Χάρισε Θεέ μου δύναμη και πίστη στον καθένα που παλεύει καθημερινά για το αγαθό της ζωής και γέμισε με ελπίδα την ψυχή τους, ότι «Συ εί η Ζωή και η Ανάστασις ημών».

Θεολόγος Παπαδόπουλος
Βιολόγος

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Αγίων μαρτύρων Κηρύκου και Ιουλίττης


Η αγία Ιουλίττα καταγόταν από οικογένεια ευγενών του Ικονίου, είχε όμως αποκτήσει την αληθινή ευγένεια, αυτήν που χορηγεί το Άγιο Πνεύμα, κατά τη βάπτισή της. Έμεινε χήρα και αρνήθηκε να συνάψει δεύτερο γάμο, επιθυμώντας να ζήσει με ευσέβεια και τελώντας θεάρεστα έργα μαζί με τον γιό της Κήρυκο που ήταν τριών ετών. Όταν ο Δομητιανός, διοικητής της Λυκαονίας, άρχισε να εφαρμόζει με λύσσα τα διατάγματα γενικού διωγμού κατά των χριστιανών που εξέδωσε ο Διοκλητιανός (304), η Ιουλίττα κατέφυγε στην Σελεύκεια, προτιμώντας να στερηθεί όλα τα υπάρχοντά της και να υπομείνει τα δεινά μιας πι­κρής εξορίας, παρά να αρνηθεί τον Χριστό. Βρήκε όμως στην πόλη αυτή ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση, διότι ο απεσταλμένος του αυτοκράτορα, Αλέξανδρος, είχε σπείρει τον τρόμο βασανίζοντας και θανατώνοντας ανελέητα όσους δεν υποτάσσονταν στα διατάγματα. Αναχώρησε τότε με τον γιό της και δύο θεραπαινίδες για την Ταρσό της Κιλικίας.
agioi-kirikos-ioulitta2
Εκεί ωστόσο συνάντησε τον τύραννο που είχε ήδη φθάσει και εκτελούσε το ειδεχθές έργο του. Πληροφορούμενος την παρουσία της ευγενούς αυτής πρόσφυγος, ο Αλέξανδρος διέταξε να την συλλάβουν και να την οδηγήσουν στο δικαστήριο με το παιδί στην αγκαλιά. Οι θεραπαινίδες κατόρθωσαν να διαφύγουν και παρακολούθησαν κρυφά την εξέλιξη των γε­γονότων. Όταν ερωτήθηκε για την ταυτότητά της, η Ιουλίττα αποκρίθηκε απλά: «Είμαι χριστιανή!» Ο διοικητής οργισμένος πρόσταξε να την βασανίσουν. Οι δήμιοι την έδεσαν και την μαστίγωσαν με βούνευρα, ενώ άλλοι, αφού της πήραν το μικρό παιδί που έκλαιγε, το παρουσίασαν στον διοικητή. Ο Αλέξανδρος το πήρε στα χέρια του και του χάιδεψε το κε­φάλι και προσπάθησε να το φιλήσει λέγοντας με γλυκερό τόνο: «Παρά­τησε την μάγισσα αυτή και έλα σε μένα, τον πατέρα σου. Θα σε κάνω γιο μου και θα κληρονομήσεις όλα τα πλούτη μου και θα έχεις μια ζωή γλυκιά και ξέγνοιαστη». Τρυφερό παιδάκι φαινομενικά, αλλά διαθέτοντας στην πραγματικότητα σοφία γέροντα, ο Κήρυκος απέστρεψε το βλέμμα για να κοιτάξει την μητέρα του που βασανιζόταν και απέρριψε τις προ­τάσεις του τυράννου κτυπώντας τον με τις γροθίτσες του και αδράχνοντάς τον. Φώναξε: «Κι εγώ είμαι χριστιανός!» και κλώτσησε στα πλευρά τον τύραννο που έβγαλε κραυγή πόνου. Περνώντας από την υποκριτική τρυφερότητα στο μένος, ο Αλέξανδρος άρπαξε το παιδί από το πόδι και το πέταξε βίαια πάνω στα σκαλιά της πέτρινης σκάλας που οδηγούσε στο δικαστήριό του. Το κρανίο του συντρίφθηκε και το άγιο βρέφος πα­ρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, καθαγιάζοντας την γη με το αίμα του και αποκομίζοντας στους Ουρανούς τον στέφανο των ανδρείων αθλητών της ευσεβείας.
Η αγία Ιουλίττα επληρώθη τότε θείας χαράς και ευχαρίστησε τον Κύριο, που είχε ανοίξει με τον τρόπο αυτό στον γιό της τις πύλες της αιωνίου δόξης. Οδηγούμενη ενώπιον του διοικητή που δεν είχε ακόμη ηρε­μήσει, δήλωσε πως κανένα μαρτύριο δεν θα κατόρθωνε να νικήσει την αγάπη της για τον Θεό και ότι τα βασανιστήρια θα της επέτρεπαν αντί­θετα να συναντήσει το αγαπημένο παιδί της. Ο Αλέξανδρος πρόσταξε να την απλώσουν πάνω στο ξύλο και να σχίσουν τις σάρκες της με σι­δερένια άγκιστρα, κατόπιν δε να χύσουν στα μέλη της καυτή πίσσα. Παρά τους πόνους εκείνη συνέχισε να ομολογεί την πίστη της στην Αγία Τριάδα προσθέτοντας: «Επείγομαι να πάω να συναντήσω το παιδί μου, για να απολαύσω μαζί του την Βασιλεία των Ουρανών!»
Διαπιστώνοντας ότι δεν θα κατάφερνε τίποτε, ο Αλέξανδρος διέταξε να την αποκεφαλίσουν. Όταν η αγία έφθασε στον τόπο του μαρτυρίου, λίγο έξω από την πόλη, ζήτησε από τους δημίους της να της δώσουν λίγο χρόνο να προσευχηθεί. Πέφτοντας στα γόνατα ευχαρίστησε τον Κύριο, που την έκρινε άξια να εισέλθει στον νυμφώνα του με τις φρό­νιμες παρθένες. Δεν πρόλαβε να προφέρει το Αμήν και ο δήμιος ύψωσε το ξίφος και απέκοψε την κεφαλή της. Το σώμα της μαζί με εκείνο του Κήρυκου πετάχτηκαν σε λάκκο που προοριζόταν για κοινούς εγκλη­ματίες. Την επόμενη νύκτα οι δύο θεραπαινίδες της αγίας Ιουλίττας πήγαν και ανέσυραν τα τίμια λείψανα και τα ενταφίασαν σε σπήλαιο της περιοχής.
Όταν το φως της ευσεβείας κατέλαμψε ελεύθερο κατά την βασι­λεία του αγίου Κωνσταντίνου, η μία από τις θεραπαινίδες, που ζούσε ακόμη, αποκάλυψε την κρύπτη και έκτοτε πλήθη πιστών συνέρρεαν για να αποκτήσουν τεμάχιο των τίμιων λειψάνων, που επιτελούσαν πλήθος ιαμάτων.
(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας-Ιούλιος, εκδ. Ίνδικτος, σ. 165-167)

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Η ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΛΥΓΙΖΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ


Η ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΛΥΓΙΖΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Αυτός ο λόγος μου απευθύνεται και στους άνδρες και στις γυναίκες.  Κάμψε τα γόνατά σου, στέναξε, παρακάλεσε τον Κύριο να σου δείξη ευσπλαχνία˙  περισσότερο συγκινείται κατά την διάρκεια των νυκτερινών προσευχών, όταν τον καιρό της αναπαύσεως εσύ τον κάνεις καιρό θρήνων.  Θυμήσου ποια λόγια έλεγε ο βασιλιάς:  “ Εκοπίασα με  τους στεναγμούς μου.  Θα λούσω κάθε νύκτα το κρεβάτι μου με δάκρυα και το στρώμα μου θα το πλημμυρίσω με τα δάκρυα μου”  (Ψαλμ.6,7).  Όση απολαυστική ζωή και αν κάνης, δεν είναι τόσο απολαυστική όσο η ζωή εκείνου.  Όσο πλούσιος και αν είσαι, δεν είσαι πιο πλούσιος από τον Δαυίδ.
 Και πάλι ο ίδιος λέγει:  “Μέσα στα μεσάνυχτα σηκωνόμουν για να εξομολογηθώ μπροστά στην δικαιοσύνη σου τα κρίματά μου”  (Ψαλμ. 118,62).  Την ώρα εκείνη δεν ενοχλεί η κενοδοξία˙  διότι πώς μπορεί να γίνη αυτό την ώρα που όλοι κοιμούνται και δεν βλέπουν;  την ώρα εκείνη δεν μας επιτίθεται η αδιαφορία και το χασμουρητό˙  διότι πώς μπορεί να γίνη αυτό τη στιγμή που η ψυχή διεγείρεται από τόσα πολλά;  Μετά από τις παννυχίδες αυτού του είδους και ο ύπνος είναι γλυκύς και αποκαλύψεις γίνονται θαυμάσιες.
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ  Τα νεύρα της ψυχής.
Χρυσοστομικός Άμβων Ε΄
ΕΚΔΟΣΙΣ:  Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου.
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ Ευαγγέλιο: Ματθ. 5,14-19





ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΟΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΦΩΤΟΣ

            Εν ολίγοις
            Όταν  ο άνθρωπος παρατηρεί τον έναστρο ουρανό, μέσα του αναδύεται η έννοια του συμπαντικού μυστηρίου. Κατά παρόμοιο τρόπο και οι άγιοι Πατέρες, πολύφωτοι αστέρες του νοητού στερεώματος, παραμένουν πηγή ανεξάντλητης πνευματικής ωραιότητας και μυστικής γοητείας. Αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία μας χειραγωγεί του πιστούς προς τους αγίους της, οι οποίοι με τον λόγο τους και το ήθος τους φωτίζουν την ανθρωπότητα.
            Η Εκκλησία μας τιμά τους άγιους Πατέρες γιατί υψώθηκαν απ’ την γη στον ουρανό και με την ύψωση αυτή ανέβασαν τον κόσμο στο Θεό. Έγιναν φωτεινά ορόσημα της αιώνιας αλήθειας, μάρτυρες «της εκείνου μεγαλειότητος» και αδιάψευστα τεκμήρια της αρετής και της αγνότητας, της χάριτος του Θεού και της κατά Θεόν φιλοσοφίας.
            Οι άγιοι Πατέρες είναι το φως του κόσμου. Ο άνθρωπος δεν είναι αυτόφωτος. Πηγή του πνευματικού φωτός είναι ο Θεός. Ο ανθρώπινος λόγος χωρίς το φωτισμό του Θεού, χωρίς τη θ. έλλαμψη είναι μικρός, αμφίβολος και φτωχός. Δεν έχει τη δυνατότητα να φωτίσει τα μεγάλα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Χριστός, το φως το αληθινό, ήλθε στον κόσμο, και το φως του δε είναι αόριστο, αλλά συγκεκριμένο. Είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός που μετά την Ανάστασή Του έμεινε στην Εκκλησία, για να βιώνεται μυστηριακά από τους πιστούς της. Αυτό το θείο φως δέχθηκαν οι άγιοι Πατέρες και έστρεψαν με εμπιστοσύνη τον εαυτό τους προς αυτό κι έγιναν κι αυτοί οι μικροί και αδύναμοι, ο καθρέπτης που διήθλασε το θεϊκό φως μέσα στον κόσμο. Έγιναν οι στύλοι και το εδραίωμα της αλήθειας, το αληθινό φως του κόσμου και χειραγωγοί των  ανθρώπων προς τον Θεό. Ιδιαίτερα στην εποχή μας που δυσκολεύεται ν’ αναγνωρίσει τη χρησιμότητα του θείου αυτού φωτός, η παρουσία των αγίων Πατέρων είναι απαραίτητη και επωφελής.
            Εάν το υλικό φως διασώζει από περιπέτειες και ταλαιπωρίες και οδηγεί σε ασφάλεια την πορεία μας, το πνευματικό αυτό φως είναι εκείνο που δίνει νόημα και σκοπό στη ζωή μας. Το φως του Θεού φωτίζει τα πράγματα του παρόντος  για να γνωρίζουμε την πραγματική τους σημασία και το αληθινό τους νόημα. Καμία αλήθεια δεν είναι δυνατή χωρίς το φως του Θεού. Ο άνθρωπος πριν την ενσάρκωση του Θεού ζούσε στην άγνοια και το σκότος. Μιλούσε για αλήθεια και γνώση, αλλά βρίσκονταν έξω από την γνώση της αλήθειας. Είχε «σοφούς», αλλά δεν είχε άγιους Πατέρες. Είχε πληθώρα συγγραφέων, αλλά δεν είχε «στόματα του Λόγου». Μόνο μικρά σπέρματα, «κραυγές» αλήθειας έχει να παρουσιάσει στον αρχαίο κόσμο, που δεν μπορούσαν όμως να λυτρώσουν τον κόσμο.
            Βέβαια το πρόβλημα δεν βρίσκεται ούτε στην αναγκαιότητα του πνευματικού φωτός, ούτε στην χρησιμότητα της παρουσίας των αγ. Πατέρων. Αλλά το ζητούμενο ήταν και είναι το πώς αποκτάται αυτό το θείο φως.
            Η κάθοδος του θείου φωτός στην ψυχή μας είναι μία θεία έλλαμψη και αποκάλυψη. Φανερώνουν και αποκαλύπτουν τον Ιησού Χριστό. Μία απλή γνώση του θ. λόγου, η επιπόλαια ανάγνωση του ευαγγελικού ή πατερικού λόγου, ή η γνώση κάποιων γεγονότων της πίστεώς μας, δεν συνιστούν πνευματικό φωτισμό. Η γλώσσα του ευαγγελίου είναι μυστική. Δεν ταυτίζεται με τη γλώσσα του νου. Μπορεί με τα μάτια να διαβάζουμε το ευαγγέλιο, όμως η καρδιά μας είναι εκείνη που θα το κατανοήσει. Είναι αυτό που έλεγε ο κορυφαίος ορθόδοξος θεολόγος της Εκκλησίας μας π. Γ. Φλορόφσκι: «Το νόημα του ευαγγελίου δεν βρίσκεται στην ανάγνωση, αλλά στην κατανόηση». Δηλ. πώς θα το βιώνουμε μέσα στο χώρο της Εκκλησίας με τη συνδρομή της θ. χάριτος και την «τροφή» των αγίων Μυστηρίων με τη χειραγώγηση των  αγ. Πατέρων που γνώρισαν τη «γλώσσα του Πνεύματος», που μίλησαν με τον Θεό πριν αποφασίσουν  να μιλήσουν στους ανθρώπους για τον Θεό. Γιατί με τα άγια στόματά τους μίλησε ο ίδιος ο Θεός μέσα στην ιστορία.
            Μ’ όλα αυτά βέβαια δεν παραγνωρίζουμε την μελέτη και την ανάγνωση των Γραφών. Είναι χρήσιμη οπωσδήποτε η μελέτη των θ. αληθειών, όπως και η επαφή μας με την πατερική γραμματεία. Όλα αυτά όμως είναι ανάγκη να γίνονται με ταπείνωση και προσευχή και με ολοκληρωτική παράδοση στα χέρια και την αγάπη του Θεού.
            Το ευαγγέλιο μας παραγγέλλει να «περιπατούμε ως τέκνα φωτός». Στην καθημερινή μας ζωή δεν μπορούμε να κάνουμε βήμα με ασφάλεια χωρίς το φως του Χριστού. Η πλάνη και η παραπλάνηση είναι επακόλουθο του πνευματικού σκότους που έχει εσκύψει μέσα μας. Η ζωή μας θα θρηνούσε χαμένους οδοιπόρους, αν ο Θεός δεν μας χάριζε τον Θεάνθρωπο Λόγο Του.
            Ο πιστός είναι διπλά τυχερός. Διότι ενώ δέχεται το ίδιο το φως, συγχρόνως γίνεται οδηγός και φως «τοις εν σκότει»  μέσα στον κόσμο. «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων». Είναι ο Ιησούς Χριστός. Οι Πατέρες λάμπουν σ’ όλους τους αιώνες. Φωτίζουν και μας τους συγχρόνους και μας υπενθυμίζουν τη σωστή και σωτήρια δύναμη Του, αλλά και την υποχρέωση  να μεταδώσουμε από θέση πλέον λυχνίας το φως του Χριστού στην σκοτισμένη και παραπαίουσα εποχή μας.
            Με τη θεολογία των αγ. Πατέρων βλέπουμε τον άνθρωπο και τον κόσμο  στις πραγματικές τους διαστάσεις και δοξολογούμε το σαρκωμένο Λόγο του Θεού που σάρκωσε το αιώνιο μήνυμά Του σε σάρκινα  σύμβολα μεγάλης πνευματικής ακτινοβολίας, τους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Τέτοιοι πνευματικοί οδηγοί είναι αναγκαίοι για τον μετασχηματισμό και τη μεταμόρφωση της κοινωνίας και του κόσμου.
Καλή Κυριακή
π. γ. στ.