Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεροντικόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεροντικόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Οι περισσότεροι ζουν λες και θα μείνουν για πάντα εδώ...

Μία παλία ιστορία λέει ότι, τον περασμένο αιώνα ένας καμηλίερης έμπορος ξεκίνησε για το Κάϊρο, με σκοπό να επισκεφτεί έναν ξακουστό σοφό γέροντα...
Τελικά, συναντήθηκε με τον σοφό γέροντα, αφού χρειάστηκε να κάνει ένα μακρινό ταξίδι, διασχίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι της ερήμου...

Ξαφνίαστηκε όμως όταν είδε ότι ο γέροντας ζούσε σε μία σκηνή, με μοναδικά έπιπλα ένα στρώμα πάνω στήν άμμο, ένα σοφρά, δύο σκαμνιά και πολλά βιβλία.

Γύρισε τότε προς τον σοφό και γεμάτος απορία τον ρώτησε:
-Πού είναι τα έπιπλά σου...;

Ο γέροντας κοίταξε τον καμηλίερη και του απάντησε με μία ερώτηση:
-Τα δικά σου που είναι...;
-Μα εγώ δεν έχω, είμαι περαστικός...!

-Και εγώ περαστικός είμαι...!

Οι περισσότεροι ζουν λες και θα μείνουν για πάντα εδώ... Ξέχασαν να γίνουν ευτυχισμένοι!!!

Η αξία των πραγμάτων δεν εξαρτάται από το χρόνο που διαρκούν, αλλά από την ένταση με την οποία γίνονται.

Γι' αυτό υπάρχουν στιγμές αλησμόνητες, πράγματα ανεξήγητα και άτομα ασύγκριτα.

Κι εσύ μπορείς να γίνεις ευτυχισμένος σήμερα... αλλά και καθημερινά!!!   

το είδαμε εδώ

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Είναι ο πλούτος πάντα σωτηρία; Να μην ζητάμε παράλογα πράγματα από τον Θεό.

παναγία των αμαρτωλών η Εγγυήτρια



Ενας λατόμος, έξω από την Αλεξάνδρεια,ονόματι Ευλόγιος, ήταν πάμπτωχος. Είχε όμως την καλή συνήθεια να γυρνάει κάθε νύχτα με ένα φανάρι στον δρόμο και να ζητά ξένους να φιλοξενήσει και μάλιστα μοναχούς της ερήμου.Καλός του φίλος και συχνός επισκέπτης ήταν ένας ασκητής, ο οποίος αγαπούσε τον Ευλόγιο, αλλά θλίβοταν για την φτώχεια του λατόμου. 

Κάποτε λοιπόν έκανε μεγάλη προσευχή να πλουτίσει ο φίλος του ο Ευλόγιος, με το σκεπτικό πώς αν γίνοταν έξαφνα πλούσιος, θα μπορούσε να ωφελήσει περισσότερους και να ελεήσει ακόμα πιό πολλούς.

Βλέπει λοιπόν τότε κατ' όναρ, πώς βρίσκοταν στα Ιεροσόλυμα, στον Πανάγιο Τάφο και δύο λαμπρόμορφοι νέοι τον άρπαξαν και τον παρουσίασαν σε έναν τρίτο φοβερό στην όψη νέο, πού δεν ήταν άλλος από τον Χριστό. Ο Κύριος τότε ρώτησε τον ασκητή, πού έτρεμε και έστεκε σαν απονεκρωμένος, αν εγγυάται για την ψυχή του Ευλογίου, εφ όσον Αυτός εκπληρώσει τις προσευχές του. Και εκείνος ο ασυλλόγιστός είπε: Ναι. Εγγυώμαι. Ευθύς τότε, του φάνηκε πώς μέσα από φωτιές κυλούσε απέραντο χρυσάφι και σκέπαζε τον Ευλόγιο. Τότε, ο ασκητής ξύπνησε , με την ενθύμηση όμως και τον φόβο αυτής της θεωρίας.

Εντωμεταξύ, ο Ευλόγιος πήγε στο λατομείο, όπως κάθε μέρα και με το πρώτο χτύπημα, ανακάλυψε μεγάλη ποσότητα χρυσών νομισμάτων! Και επειδή φοβήθηκε μήπως ο άρχοντας του τόπου τον θεωρήσει καταχραστή και κλέφτη, αρπάζει τα νομίσματα, κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια και από κει με ένα καράβι, φεύγει για την Βασιλεύουσα. Εκεί αγόρασε τίτλο τιμής και ένα πολυτελέστατο παλάτι και γρήγορα αναρριχήθηκε στα δημόσια αξιώματα. Ο πλούτος όμως σκλήρυνε την καρδιά του, και από ελεήμων και φιλάνθρωπος, κατάντησε άπληστος, σκληρόκαρδος και υπερήφανος.

Ο ασκητής πίσω στην Αίγυπτο, έχασε τον φίλο του και κατάλαβε ευθύς πώς ο Ευλόγιος μάλλον πλούτισε , κατά την υπόσχεση του Κυρίου και εγκατέλειψε την ταπεινή του θέση και παρέμεινε έτσι ικανοποιημένος και αμέριμνος. Ώσπου, μετά από πολύ καιρό βλέπει πάλι στον ύπνο του ο ασκητής, πώς μεταφέρθηκε στον Πανάγιο Τάφο, στο φοβερό δικαστήριο και πώς ο Κύριος εξοργισμένος και απειλητικός,διέτασσε βασανιστήρια και τιμωρία για τον άθλιο, πού εγγυήθηκε για την χαμένη ψυχή του Ευλογίου. Ο ασκητής κατάλαβε την μεγάλη πτώση του φίλου του και την ασυλλόγιστη εγγύηση πού έδωσε γι αυτόν και άρχισε να εκλιπαρεί για έλεος και για να του δοθεί καιρός να επανορθώσει. Ώσπου, μέσα σε φωτοχυσία και δόξα είδε την Υπεραγία Θεοτόκο να μεσιτεύει και να εγγυάται Εκείνη και για τον ασκητή τον ίδιο και για τον Ευλόγιο.

Αμέσως ξύπνησε ο ασκητής και έτρεξε μετά φόβου και αγωνίας να βρεί τον Ευλόγιο. Με τα πολλά, τον εντόπισε στην Κων/πολη,μεγάλο και τρανό άρχοντα, τον οποίο μάλιστα είδε κάποτε από μακρυά(πάντα από μακρυά), με μεγάλη φαντασία και συνοδεία , σαν να ήταν κάποιος βασιλιάς. Όμως όσο και αν παρακαλούσε τους υπηρέτες και τους δούλους, να τον δεχτεί σε ακρόαση ο Ευλόγιος, τόσο εκείνοι τον απόδιωχναν και μάλιστα τον χτύπησαν. Δεν μπορεσε να μπεί στο παλάτι του πρώην φιλόξενου ανθρώπου, ο ασκητής! Τόσο μεγάλη ήταν η πωρωση και η ακαταδεξιά του πρώην ελεήμονα Ευλόγιου και αυτή ήταν η επίδραση του άθλιου και άκοπου πλούτου! Οπότε καταπονημένος και δυστυχής ο ασκητής ξαναγύρισε στον τόπο του.

Ο Θεός όμως δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, δεν άφησε τον Ευλόγιο και τον ασκητή να χαθούν.Ο Ευλόγιος συνωμότησε κατά του αυτοκράτορα, η συνωμοσία έγινε φανερή και εν μιά νυχτί, έχασε και την θέση και την περιουσία του!Με πολλές προφυλάξεις και κινδύνους κατάφερε να ξεφύγει από τους διώχτες του και ξαναγύρισε με πολλά βάσανα για να κρυφτεί στο ταπεινό του λατομείο.

Εκεί τον βρήκε μετά από λίγο ο ασκητής, ταπεινωμένο και εξαθλιωμένο, να έχει πάρει και πάλι το φανάρι του και να ψάχνει ξένο να φιλοξενήσει και να αναπαύσει. Με δάκρυα στα μάτια τότε, ο αββάς διηγήθηκε στον λατόμο την όλη υπόθεση και εκείνος αφού μετανόησε και έκλαψε πικρά, έλαβε την συγχώρηση. Με τον καιρό εξελίχτηκε ο Ευλόγιος στον πιό ταπεινό και ελεήμονα άνθρωπο του καιρού του . Αλλά και ο ίδιος ο ασκητής ωφελήθηκε και διδάχτηκε να μην ζητά ανόητα και επικίνδυνα πράγματα από τον Θεό.
( Από το Γεροντικό και τον Ευεργετηνό)

: πηγή

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Η Δύναμη της Ταπείνωσης.

Ένας γέροντας είπε, πως η ταπείνωση είναι ισχυρότερη από κάθε δύναμη. Διηγήθηκε μάλιστα και τούτο:
Δύο επίσκοποι γειτονικών επαρχιών είχαν κάποτε μεταξύ τους κάποια παρεξήγηση. Κι όταν ό ένας πλούσιος και αυταρχικός, ενώ ο άλλος ταπεινός. Ο αυταρχικός ζητούσε να κάνει κακό στον ταπεινό. Το άκουσε αυτός κι έλεγε στους κληρικούς του:
-Θα νικήσουμε, με τη χάρη του Θεού.

-Ποιός μπορεί, δέσποτα, να τον νικήσει αυτόν; του έλεγαν οι κληρικοί.
-Kάνετε υπομονή, παιδιά μου, και θα δείτε το έλεος του Θεού, τους απαντούσε εκείνος.
Περίμενε λοιπόν την κατάλληλη ευκαιρία. Και όταν ο άλλος επίσκοπος είχε πανήγυρη κάποιων αγίων μαρτύρων, πήρε τους κληρικούς του και κίνησε, λέγοντας τους:
-Aκολούθησε με! Kαι ό,τι με βλέπετε να κάνω, αυτό να κάνετε κι εσείς. Και θα τον νικήσουμε!
Καθώς λοιπόν τον ακολουθούσαν, έλεγαν μεταξύ τους:
-Tι πρόκειται να κάνει άραγε;
Φτάνοντας, βρήκαν να γίνεται λιτανεία. Κι ήταν έκει συγκεντρωμένη όλη η πόλη.
Τότε ο επίσκοπος, μαζί με τους κληρικούς του, πέφτει στα πόδια εκείνου του αυταρχικού λέγοντας:
-Συγχώρα μας, δέσποτα, δούλοι σου είμαστε!
Ο άλλος, κατάπληκτος από το γεγονός, συγκινήθηκε γιατί ο Θεός αλλοίωσε την καρδιά του, έπιασε κι αυτός τα πόδια του και του είπε:
-Eσύ είσαι δεσπότης και πατέρα μου!
Από τότε δημιουργήθηκε μεγάλη αγάπη ανάμεσα τους.
Και έλεγε στους κληρικούς του ο ταπεινός επίσκοπος:
-Δεν σας έλεγα, παιδιά μου, ότι θα νικήσουμε με την αγαθότητα του Θεού; Kι εσείς λοιπόν, όταν έχετε έχθρα με κάποιον, το ίδιο να κάνετε, και θα νικάτε με τη χάρη του Kυρίου.

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Τα επτά στεφάνια.


Ήταν ένας Γέροντας στη Θηβαϊδα που έμενε σ΄ ένα σπήλαιο και είχε έναν υποτακτικό μαθητευόμενο. Συνήθιζε ο Γέροντας κάθε βράδυ να του δίνει ωφέλιμες συμβουλές και μετά από τη νουθεσία, έκανε προσευχή και τον έστελνε να κοιμηθεί. Κάποτε συνέβη μερικοί ευλαβείς λαϊκοί, επειδή γνώριζαν τη μεγάλη άσκηση του Γέροντα, να τους επισκεφθούν και να προσφέρουν σ΄ αυτούς κάποιο φαγητό να φάνε.

Αφού έφυγαν αυτοί, κάθισε πάλι ο Γέροντας το βραδάκι, όπως το συνήθιζε, και νουθετούσε τον αδελφό. Την ώρα όμως που του μιλούσε, τον πήρε ο ύπνος. Και ο αδελφός έμεινε κοντά του, έως ότου ξυπνήσει και του κάνει την ευχή.


Καθώς λοιπόν καθόταν πολλή ώρα και ο Γέροντας δεν ξυπνούσε, ενοχλήθηκε από τους λογισμούς του να πάει να κοιμηθεί χωρίς να του κάνει την απόλυση. 

Αλλά βίασε τον εαυτό του και αντιστάθηκε στον λογισμό και παρέμεινε. Πάλι όμως ενοχλήθηκε και δεν έφυγε. Κατά τον ίδιο τρόπο ενοχλήθηκε επτά φορές και αντιστάθηκε στον λογισμό. Αργότερα, αφού είχε προχωρήσει η νύκτα, ξύπνησε ο Γέροντας και τον βρήκε να κάθεται δίπλα του και του λέει:
"Δεν έφυγες μέχρι αυτή την ώρα;"
Κι εκείνος είπε:
"Όχι, αββά, γιατί δεν μου ΄κανες απόλυση".
"Και γιατί -τον ρωτάει ο Γέροντας- δεν με ξύπνησες;"
"Δεν τόλμησα -απαντά ο μαθητής- να σε σκουντήσω για να μη σου διακόψω τον
ύπνο".
Σηκώθηκαν ευθύς, άρχισαν τον όρθρο και όταν τελείωσε η ακολουθία, απέλυσε τον αδελφό ο Γέροντας. Και την ώρα που καθόταν μόνος, ήρθε σε έκσταση και βλέπει κάποιον να του δείχνει έναν τόπο λαμπρό στον οποίο υπήρχε ένας θρόνος και επάνω στον θρόνο ήταν τοποθετημένα επτά στεφάνια.
Και ρώτησε αυτόν που του τα έδειχνε:
"Τίνος είναι αυτά;"
Κι εκείνος είπε:
"Του μαθητή σου. Τον τόπο και τον θρόνο του τα χάρισε ο Θεός για την υπακοή του. Και τα επτά στεφάνια τα κέρδισε αυτή τη νύκτα".
Απόρησε ο Γέροντας γι αυτό που άκουσε και γεμάτος από δέος καλεί τον αδελφό και του λέει:
"Πες μου, τι έκανες τη νύκτα αυτή;"
"Συγχώρα με, αββά -απάντησε εκείνος- δεν έκανα τίποτε".
Ο Γέροντας νομίζοντας ότι από ταπεινοφροσύνη δεν ομολογεί, του είπε:
"Δεν θα σ΄ αφήσω να φύγεις, εάν δεν μου πεις τι έκανες ή τι σκέφτηκες τη νύκτα αυτή".
Αλλά ο αδελφός επειδή γνώριζε καλά ότι τίποτε δεν έχει κάνει, δεν είχε τι να πει.
Και λέει στον πατέρα:
"Αββά, δεν έκανα τίποτε, παρά μόνο ότι ενοχλήθηκα από λογισμούς επτά φορές να φύγω χωρίς να μου κάνεις την απόλυση, αλλά δεν έφυγα".
Όταν τ΄ άκουσε αυτό ο Γέροντας, κατάλαβε ότι κάθε φορά που πάλευε και νικούσε τον λογισμό του, κέρδιζε ένα στεφάνι από τον Θεό. Στον αδελφό βέβαια δεν είπε τίποτε, αλλά τα διηγήθηκε αυτά σε ανθρώπους πνευματικούς χάριν ωφελείας, για να γνωρίζουμε ότι και για λογισμούς πού δεν έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα ο Θεός μας στεφανώνει.
Καλό λοιπόν είναι να βιάζουμε πάντοτε τον εαυτό μας από αγάπη για τον Θεό.

πηγή

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Διάλογος του Μεγάλου Αντωνίου μετά του Δαίμονος!























Ὅταν ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἠσκήτευεν εἰς τὴν ἔρημον, νὰ καὶ ἔρχεται ὁ 
Δαίμων τὰ μεσάνυκτα, καὶ τοῦ ἐκτύπησε τὴν πόρτα διὰ νὰ τοῦ ἀνοίξῃ. 
Ἐσηκώθη λοιπὸν ὁ Μέγας Ἀντώνιος, καὶ ἀφοῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα του, 
βλέπει ἔξαφνα ἄνθρωπον ἀλλόκοτον καὶ ἔστεκεν ἔξω. 

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ποῖος εἶσαι ὁποῦ μοῦ κτυπᾶς τὰ μεσάνυκτα τὴν 
πόρταν, καὶ τὶ θέλεις";

Λέγει του ὁ μιαρὸς Δαίμων "Ἐγὼ εἶμαι ὁ Δαίμων".

Καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Ἅγιος "Πῶς ἦλθες, παγκάκιστε ἐδῶ";
Καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Δαίμων "Ἦλθα νὰ σοῦ εἰπῶ πῶς μάχονται οἱ
 καλόγηροι καὶ λοιποὶ Χριστιανοί, ὑβριζόμενοι κατὰ πᾶσαν ὥραν, 
καὶ πῶς τοὺς κοσμικοὺς γυρίζω εὔκολα εἰς τὸ θέλημά μου". 

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Παγκάκιστε, διατὶ κάμνεις αὐτό";

Λέγει του ὁ Δαίμων "Ἐγὼ φθονῶ τοὺς καλογήρους, διότι 
ὁ αὐθέντης μου ὁ Ἑωσφόρος ἔχει πολὺν φθόνον εἰς αὐτούς, 
ἐπειδὴ μέλλει ὁ Θεὸς ν΄ἀποκαταστήσῃ τὸ Τάγμα τῶν Ἀγγέλων
 ὁποῦ ἐξέπεσεν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ κάμῃ Ἀγγέλους ἀπὸ τοὺς καλοὺς 
Ἱερεῖς καὶ τοὺς ταπεινοὺς Μοναχούς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν
 τόσον φθόνον εἰς αὐτούς".

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἐπειδὴ ἦλθες ἐδῶ, ὦ Δαίμων, ὁρκίζω σὲ εἰς τὸν Θεὸν 
τοῦ παντὸς τὸν κτίσαντα τὰ πάντα, νὰ σταθῇς αὐτοῦ ἕως οὗ νὰ 
ὁμολογήσῃς ὅλα ὅσα πράττεις".

Λέγει του ὁ Δαίμων "Διατὶ μὲ ἔδεσες Ἀντώνιε, ἐγὼ ἤλθα νὰ σοῦ πῶ 
τὸ καύχημά μου μόνον τό πῶς μάχονται οἱ μοναχοὶ καὶ λοιποὶ 
χριστιανοί, καὶ σὺ μὲ ἔδεσες";

Λέγει ὁ Ἅγιος "Εἶπέ μοι τὰ ἔργα τῶν Δαιμόνων, τὶ κάμνωσιν εἰς 
τοὺς Μοναχοὺς καὶ λοιποὺς χριστιανούς".

Λέγει του ὁ Δαίμων "Ἄκουσον Ἀντώνιε ἡμεῖς εἴμεθα πρῶτα ἄγγελοι
 καὶ ὁ Ἑωσφόρος, ὁ πρῶτος μας, ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειαν ἐξέπεσε,
 διότι ἠθέλησε νὰ στήσῃ τὸν θρόνον του ἐπάνωθεν τοῦ Θεοῦ, συλλογιζόμενος
 δὶς τὸν ἑαυτὸν του νὰ γίνη ὅμοιος μὲ τὸν Θεόν. 
«Καὶ ἔσομαι ὁμοίως τῷ Ὑψίστῳ». Καὶ μόλις τὸ ἐσυλλογίσθη, παρευθὺς 
ἔπεσε κάτω εἰς τὰ καταχθόνια τοῦ ᾅδου, ἀκολουθοῦντες αὐτὸν καὶ ἡμεῖς, 
καὶ ἐξ αἰτίας τούτου, ἀπὸ ἄγγελοι ἐγείναμεν δαίμονες, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν
 τὸν φθόνον εἰς τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς,
 καὶ τοὺς πειράζομεν. Ἀλλὰ ἄλλο δὲν μας θανατώνει περισσότερον
 ἀπὸ τὴν προσευχήν, τὴν νηστείαν καὶ τὴν ταπείνωσιν ὁποῦ κάμνουν 
οἱ μοναχοὶ καὶ λοιποὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοί- διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς πασχίζομεν
 κατὰ πολλὰ διὰ νὰ τοὺς κάμωμεν οὔτε νὰ προσεύχωνται οὔτε νὰ νηστεύωσιν, 
ἀλλὰ νὰ ἀμελῶσι καὶ νὰ ὑπερηφανεύωνται, καὶ ἄλλοι νὰ λέγωσιν 
ὅτι εἶναι εὔμορφοι, ἐνῶ εἶναι ἄσχημοι, καὶ ἄλλοι ὅτι εἶναι προκομμένοι
 καὶ δὲν γνωρίζουν οὔτε τὰ ἄλφα, καὶ βάνωμεν πολλὴν ἔχθραν ἀνάμεσον 
τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου διὰ νὰ μαλώνουν, καὶ ἐξ΄αἰτίας τούτου πηγαίνωμεν
 ἀπὸ τόπον εἰς τόπον, καὶ ἄλλους κάμνωμεν νὰ ἀρνῶνται τὸν Χριστόν, 
καὶ ἄλλους νὰ ἀφίνουν τὴν μοναχικὴν ζωὴν καὶ νὰ γίνωνται κοσμικοί, 
καὶ μ΄αὐτὸν τὸν τρόπον τοὺς πέρνομεν μαζί εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν. 
Ἀλλ' ἄκουσε καὶ τοῦτο, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ. Ὅτι ἄλλο δὲν μᾶς πειράζει οὔτε ἡ 
προσευχή, οὔτε ἡ νηστεία, ὅσον ἡ ταπείνωσις. Καὶ αὐτὴν τὴν βλέπομεν 
εἰς πολλοὺς μοναχοὺς καὶ εἰς ὀλίγους κοσμικούς, ἀλλὰ αὐτοὺς τόσον 
πολὺ σπουδάζωμεν νὰ τοὺς σείρωμεν εἰς τὸν ἑαυτὸν μας, ὅσον 
τὸ σκουλίκι ὁποῦ βόσκει εἰς τὶ δένδρον καὶ πασχίζει νὰ τὸ ξηράνη
 καὶ νὰ τὸ καταντήση ἄχρηστον εἰς τὸ νὰ κάμῃ καρπὸν ὥστε νὰ 
βαλθῇ εἰς τὴν φωτιάν. Τέτοιας λογῆς λοιπὸν πασχίζομεν καὶ ἡμεῖς
 ὥστε νὰ ξηράνωμεν τὴν καρδία αὐτῶν ὁποῦ πράττουσι τὰ ἔργα τοῦ 
Θεοῦ. Ὕστερον νὰ τοὺς ῥίξωμεν εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν.

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἀμὴ τοὺς κοσμικοὺς διατὶ τοὺς πειράζετε";

Λέγει του ὁ Δαίμων - ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς διὰ τὸν Ἀδὰμ ἔῤῥιψε τὸν
 πρῶτον μας, καὶ ἔχομεν πολὺν φθόνον εἰς αὐτούς, βλέπεις δὲ καὶ 
ἐτοῦτα τὰ μαχαίρια ὁποῦ ἔχω εἰς τὴν ζῶσίν μου. Ὅλα δι' αὐτοὺς 
τὰ ἔχω, καὶ ὅταν μεθύσωσιν ἀπὸ τὸ κρασὶ τοὺς βάνω εἰς μάχην
 πολλὴν καὶ ἀπὸ λόγον εἰς λόγον πιάνονται, καὶ ἐγὼ ἀναμαζώνω 
τους καὶ σφάζονται, καὶ ὄχι ἐγὼ μοναχός μου, ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποί μου ἀδελφοί.

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Καὶ ποῦ εἶναι οἱ ἀδελφοί σου";

Λέγει του ὁ Δαίμων "Εἰς κάποιον τόπον γίνεται πανήγυρις καὶ
 πηγαίνουν ἐκεῖ διὰ νὰ κάμουν σκάνδαλα".

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Καὶ πῶς λέγουν τὰ ὀνόματά των";

Λέγει του ὁ Δαίμων "Τὸν ἕνα τὸν λέγουν Κενόδοξον, 
ἤγουν τῆς κενοδοξίας, καὶ τὸν ἄλλον Θυμώδη, ἐπειδὴ θυμώνει 
τοὺς ἀνθρώπους καὶ δέρνονται, κάμνοντας καὶ ἀλλὰ πολλότατα
 κακά, δηλαδὴ νὰ πηγαίνωσιν εἰς τὰ κριτήρια, νὰ ἐξοδεύωσι τὸν βίον
 τους, ἔχοντες καὶ ἡμεῖς ἀπὸ αὐτοὺς πολὺ διάφορον τουτέστι μερδικόν, 
μόνον ἐκείνους ἔχομεν ἐχθροὺς ὁποῦ δὲν ἀφίνουν τοὺς ἄλλους νὰ 
πηγαίνουν εἰς τοὺς Κριτάς, διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἐκείνους ὁποῦ δὲν 
κάμνουν τὸ θέλημα μας πολλὰ τοὺς πολεμοῦμεν, ἀλλὰ δὲν κάμνωμεν 
τίποτε, καὶ ὅταν ὑπάγωμεν εἰς τὸν πρῶτον μας πολὺ μᾶς μαλώνει καὶ 
ὑβρίζει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ σε, νὰ μὲ ἀφήσῃς νὰ ὑπάγω, ὅτι πολὺν
 καιρὸν ἔκαμα ἐδῶ, καὶ ἄργησα, καὶ πλέον μὴ μὲ ἐρωτᾷς, διότι πολὺ 
θέλει μὲ παιδεύσει ὁ αὐθέντης μου.

Λέγει του ὁ Ἅγιος, τόσους χρόνους ἔχετε, παγκάκιστοι ἐχθροί, 
ὁποῦ πειράζετε τὸν κόσμον καὶ ἀκόμη δὲν ἐχορτάσατε; Ἀμὴ πάλιν
 ὁρκίζω σε, εἰς τὸν Παντοδύναμον Θεὸν νὰ μοῦ εἰπῇς τὴν ἀλήθειαν 
εἰς ὅ,τι σὲ ἐρωτήσω.

Τότε λέγει του ὁ Δαίμων: "Ἀντώνιε, διατὶ μὲ ἔδεσες περισσότερον, 
ὁποῦ ἐγὼ βιάζομαι; πηγαίνω διατὶ πολὺν καιρὸν ἄργησα ἐδῶ ὁποῦ
 ἕως τώρα ἤθελα γυρίσει εἰς τὸ θέλημά μου πολλοὺς ἀνθρώπους, 
ἀλλὰ σὺ δὲν μὲ ἀφίνεις, καὶ ὅταν ὑπάγω μὲ μαλώνει ὁ αὐθέντης μου, 
ἐρῶτα με λοιπὸν ὀγρήγορα, διότι ὅλοι μου οἱ ἀδελφοὶ ὑπάγουν μὲ
 κανίσκια εἰς τὸν αὐθέντην μας τὸν πρῶτον, καὶ δὲν ἔχω μὲ τὶ νὰ 
ὑπάγω κ΄ἐγώ, ἐπειδὴ μὲ κατέστησες ἄμοιρον τῆς χάριτός μου, 
καὶ μὲ μαλώνουν οἱ ἀδελφοί μου ὁποῦ πηγαίνουν εἰς τὰ πανηγύρια.

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ποῖον εἶναι τὸ μεγαλήτερον σκάνδαλον ὁποῦ δίδετε 
ἐσεῖς οἱ δαίμονες εἰς τοὺς ἀνθρώπους;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Κενοδοξίαν καὶ εἰς τοῦτο ἐγὼ πιάνω καὶ τοὺς 
δαιμονίζω, διὰ νὰ πιασθοῦν ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, ἔπειτα φθάνει καὶ ὁ
 θυμώδης ὁ μεγαλύτερός μου ἀδελφὸς καὶ τοὺς δίδει διπλῆν τὴν 
κενοδοξίαν καὶ τότε πιάνωμεν καὶ τοὺς ἀνακατώνομεν πολλά, 
καὶ οὕτω κάμνουν τὸ θέλημα μας καὶ τότε ὑπάγωμεν εἰς τὸν
 αὐθέντην μας, καὶ αὐτὸς πολὺ μᾶς χαίρεται, καὶ μᾶς ἀξιώνει 
εἰς μεγαλητέραν τιμήν".

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἀμὴ πῶς δὲν φοβεῖσθε τὸν Θεόν, 
ἀλλὰ τολμᾶτε καὶ κάμνετε σκάνδαλα εἰς τοὺς χριστιανούς;"

Λέγει του ὁ Δαίμων: "Ἀντώνιε, ἡμεῖς ἔχομεν ἀπὸ τὸν Θεὸν
 θέλημα, καὶ ὅ,τι θελήσωμεν κάμνωμεν, ἀφινοντὰς μας καὶ

 οἱ Ἄγγελοί του νὰ πράξωμεν ὅ,τι θέλωμεν καὶ ἡ παραχώρησις 
αὕτη δίδεται εἰς ἡμᾶς, διὰ νὰ δοκιμάζωνται οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς 
ἀπίστους• διατὶ ὅσοι ἔχουν πίστιν σταθερὰν δὲν κάμνουν 
τὰ θελήματα μας, διὰ τοῦτο πηγαίνουμεν καὶ εἰς τὰ τραπέζια 
ὁποῦ ἔχουν παιγνίδια, καὶ κανένας δὲν μας ἐμποδίζει, 
καὶ χαιρόμεθα καὶ ἡμεῖς μαζί μὲ αὐτούς, καὶ γίνονται ἰδικοὶ 
μας ὑπηρέται, καὶ ἀφίνοντες τὸν Θεὸν λατρεύουν ἡμᾶς ἀγκαλὰ 
καὶ πολλαὶς φοραῖς μᾶς ὑβρίζουν, ἀλλ´ ὅταν πίνουν τὸ κρασὶ
 μὲ τὰ παιγνίδια, πάλιν κάμνουν τὸ θέλημα μας".

Λέγει του ὁ Ἅγιος ὁρκίζω σε εἰς τὸν Θεὸν νὰ μὲ εἰπῇς καὶ τοῦτο 
"Δηλ. τὴν Κυριακὴν τὶ κάμνετε εἰς τοὺς χριστιανούς;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Ἡμεῖς καθόλου δὲν ἀναπαυόμεθα ὅλον τὸν καιρόν,
 οὔτε παύομεν τὰ σκάνδαλα, μόνον εἰς αὐτὰ εὑρισκόμεθα παντοτεινά, 
καὶ τὴν Κυριακὴν κάμνομεν πολλὰ εἰς τοὺς χριστιανοὺς καὶ ἄλλους κάμνομεν 
νὰ ῥάπτουν, ἄλλους νὰ πραγματεύωνται, ἄλλους νὰ γελοῦν, ἄλλους νὰ 
τραγωδώσι, καὶ εἰς τὰς γυναίκας, ἄλλας νὰ τὶς κάμνωμεν νὰ κεντῶσιν, 
ἄλλας νὰ πραγματεύονται τὴν Κυριακήν, κάμνομεν τοὺς ἄνδρας καὶ 
τὰς γυναίκας νὰ πολυκοιμῶνται καὶ νὰ μὴ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν,
 τοὺς δίδομεν πόνον εἰς τὴν κεφαλὴν ἢ εἰς ἄλλο μέρος τοῦ κορμίου,
 διὰ νὰ εὐρίσκουν πρότασιν, νὰ λέγωσι πῶς δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάγουν
 εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ τὸν χειμῶνα τοὺς δίδομεν ζέσταν, καὶ τὸ 
καλοκαίριον γλυκύτητα εἰς τὸν ὕπνον καὶ βάρος εἰς τὴν κεφαλὴν 
διὰ νὰ μὴ σηκωθοῦν νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ οὕτω κάμνουν
 καὶ αὐτοὶ τὰ θέλημα μας. Ἐκεῖνοι ὅμως ὁποῦ γυρίζουν εἰς θεογνωσίαν,
 φεύγωμεν ἀπ΄αὐτοὺς καὶ πηγαίνομεν εἰς ἐκείνους ὁποῦ κάμνουν τὸ 
θέλημα μας, νὰ ἔχουν καὶ νὰ κρατοῦν τὸν βίον τους σιμά των ὡς νὰ 
δουλεύουν τὰς Κυριακὰς καὶ τὰς ἑορτὰς νὰ μὴν τιμοῦν.

Ἐκεῖνοι ὅμως ὁποῦ τιμοῦν τοὺς ἁγίους, παρακαλοῦν καὶ οἱ Ἅγιοι
 δι αὐτοὺς τὸν Θεόν, καὶ συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίαι των, καὶ 
ξαναφεύγουν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς θρηνοῦμεν πῶς τοὺς ἐχάσαμεν, 
διατὶ δὲν κάμνουν πλέον τὸ θέλημα μας, καὶ διὰ τοῦτο ὁ πρῶτος μας, 
πολλὰ συγχίζεται καὶ θλίβεται δι' αὐτούς, τότε δὲ κάμνει σύναξιν 
μεγάλην εἰς ὅλους τοὺς Δαίμονας καὶ πολλὰ πολλὰ τοὺς μαλώνει 
καὶ τοὺς ὑβρίζει, πῶς δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμουν σκάνδαλα εἰς τοὺς 
χριστιανούς, τοὺς ἐορτάζοντας τὰς Κυριακάς, διὰ τοῦτο μαλώνει 
ἡμᾶς καὶ τότε πηγαίνομεν καὶ ἡμεῖς καὶ τοὺς ἀνακατώνομεν καὶ 
οὕτω κάμνουν πάλιν τὸ θέλημα μας, καὶ ἐπιστρέφομεν εἰς τὸν αὐθέντην
 μας, καὶ μᾶς χαίρεται κατὰ πολλάς, καὶ μᾶς ἀξιόνει εἰς περισσοτέραν 
τιμήν, καὶ πάλιν στέλλει καθ' ἕναν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, 
δηλαδὴ ἄλλους εἰς τὴν θάλασσαν νὰ παρακινοῦν τοὺς ναύτας νὰ πνίγουν 
τοὺς ἐπιβάτας διὰ νὰ πάρουν τὸν βίον τοὺς ἂν ἔχουν, ἄλλους εἰς τὰ 
ποτάμια, καὶ πάλιν στέλλει τὸν ἔξαρχον μὲ ἑκατὸν πεντήκοντα Δαίμονας 
νὰ ταράσσουν τὴν θάλασσαν διὰ νὰ κινδυνεύουν τὰ καράβια, 
καὶ νὰ ἀγανακτοῦν οἱ ναῦται καὶ νὰ ὑβρίζουν τὴν πίστιν τους, καὶ νὰ 
λέγουν πολλὰς ἄλλας βλασφημίας, ἄλλους διὰ νὰ φονεύουν τοὺς ἀνθρώπους, 
καὶ ἄλλους εἰς τὰ παιγνίδια διὰ νὰ κάμουν σκάνδαλα νὰ μαλώνουν καὶ νὰ ὑβρίζωνται 
ἕνας τὸν ἄλλον ἄνθρωπον, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ὁλίγον εἰς ὁλίγον πιάνονται καὶ
 δέρνονται καὶ ἔτζι κάμνουν τὸ θέλημα μας, δίδοντες εἰς αὐτοὺς πολὺν θυμὸν
 διὰ νὰ χάνουν τὸν μισθὸν τους ἀπὸ τὸν Ἅγιον ὁποῦ ἐορτάζουν, καὶ ἄλλοι 
πάλιν δαίμονες εἰσχωροῦν εἰς ἀνδρόγυνα καὶ κάμνουν πολλὴν μάχην,
 καὶ ἄλλοι εἰς ἐκείνους ὁποῦ ἔχουν περισσὸν βίον, διὰ νὰ σκληρύνουν, 
τὰς καρδίας τῶν καὶ νὰ μὴ λυπῶνται τοὺς πτωχοὺς διόλου, ἀλλὰ μόνον 
νὰ παίρνουν τῶν πτωχῶν τὸ ἀμπέλι, ἢ τὸ χωράφι, καὶ διὰ τοῦτο σπουδάζομεν 
πολὺ νὰ μὴ λυπῶνται οἱ πλούσιοι τοὺς πτωχούς".

Τότε λέγει του ὁ Ἅγιος "Ὁρκίζω σὲ εἰς τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, 
νὰ μοῦ εἰπῇς καὶ τοῦτο τὶ ἔχετε ἐσεῖς οἱ δαίμονες μὲ τοὺς πτωχούς;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Ἡμεῖς ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς διάφορον δὲν ἔχομεν, 
παρὰ ἀπὸ ἐκείνους ὁποῦ κλέπτουν, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ εἶναι ἰδικοὶ μας δοῦλοι 
ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνους ὁποῦ φυλάττουν τὴν πίστιν τους διάφορον δὲν ἔχομεν."

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἀμὴ ἐκείνους ὁποῦ δίδουν τὰ ἀργύρια τους μὲ
 τὸ διάφορον πῶς τοὺς ἔχετε;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Αὐτοὶ εἶναι ἰδικοὶ μας φίλοι."

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἀμὴ ἐκείνους ὁποῦ μαντεύουν πῶς τοὺς ἔχετε;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Αὐτοὶ εἶναι ὡσὰν μανάδες μας, ἐπειδὴ πλανοῦν 
τὸν κόσμον, καὶ ἔρχεται πρὸς ἡμᾶς καὶ ἔχομεν πολὺ διάφορον ἀπὸ αὐτούς, 
διατὶ ἀφίνουν τὸν Θεόν, καὶ κάμνουσι τὸ ἰδικὸν μας θέλημα, ἐπειδὴ κάμνουν
 τὸν ἑαυτόν τους διὰ Θεὸν καὶ προσκαλοῦν ἡμᾶς διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν
 ἄρρωστον τὴν ὑγείαν του, καὶ τότε ὁ μαντατοφόρος Δαίμων στέλλει
 δώδεκα ὑπηρέτας νὰ κάμουν φαντασίαν, πῶς ἀπὸ τὴν μαντείαν ἐσηκώθη
 ὁ ἄρρωστος, καὶ εὐθύς, ὁ μαντατοφόρος Δαίμων γράφει εἰς τὸ κατάστιχον
 του ἐκείνους ὁποῦ κάμνουν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸ θέλημα του, διὰ τοῦτο 
καὶ ὁ αὐθέντης μας πολλὰ τοὺς χαίρεται, καὶ τοὺς ἀξιόνει εἰς μεγαλητέραν τιμήν.

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἐκείνους ὁποῦ δὲν τιμοῦν τὴν ἁγίαν Κυριακὴν πῶς τοὺς ἔχετε;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Ὡσὰν οἱ γονεῖς τὰ παιδία των - διατὶ ἡμέραν Κυριακὴν
 μᾶς ἅρπαξεν ὁ Χριστὸς ὅσους εἴχαμεν εἰς τὴν κόλασιν."

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Διατὶ ἐβάλλατε τοὺς Ἑβραίους καὶ τὸν ἐσταύρωσαν;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Δὲν τὸ ἠξεύραμεν ὅτι ἦτον ὁ Θεός, ἀμὴ ἐνομίζαμεν αὐτὸν
 διὰ Προφήτην καὶ ἠπατήθημεν. Διότι τὰς βουλὰς τοῦ Θεοῦ κανεὶς δὲν τὰς ἠξεύρει. 
Λοιπὸν παρακαλῶσε Ἀντώνιε, ἄφησέ με νὰ ὑπάγω, διότι πολὺ ἄργησα, 
καὶ πλέον μὲ τοὺς ἀδελφούς μου δὲν θὰ ἔχω ἀνάπαυσιν."

Λέγει του ὁ Ἅγιος, "Ζῇ Κύριος ὁ Θεός μου, δὲν σὲ ἀφίνω ἂν δὲν μοῦ εἰπῇς 
ἀκόμη τὰς πανουργίας τῶν δαιμόνων."

Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Δαίμων λέγει πρὸς τὸν Ἅγιον 
"Πολὺ κακὸν ἔκαμες εἰς ἐμέ, Ἀντώνιε, καὶ μὲ ἀργοπορεῖς κάθοντάς 
με ἐδῶ ἀδιαφόρευτον. Καὶ κατὰ πολλὰ ζημιώνομαι, χάνοντας 
καὶ τὴν ὑπόληψίν μου ἀπὸ τὸν αὐθέντην μου."

Λέγει του ὁ Ἅγιος εἶπέ μοι καὶ τοῦτο "Αὐτοὺς ὁποῦ δὲν ἀγαποῦν 
ἕνας τὸν ἄλλον, πῶς τοὺς ἔχετε";

Λέγει ὁ Δαίμων "Ἐδικοὶ μας κουμπάροι εἶναι, διότι καὶ ἡμεῖς ἀγάπην 
ἀναμεταξὺ μας δὲν ἔχομεν, καὶ ἐκεῖ ὁποῦ εὑρίσκεται ἡ ἀγάπη δὲν
 ἠμποροῦμεν νὰ ἐμβῶμεν εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ ἐνεργήσωμεν ὅλα ἐκεῖνα 
ὁποῦ θέλομεν καὶ ἀρέσουν τοῦ αὐθεντὸς μας, διότι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ
 περισσότερον ἄλλο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἰμὴ τὴν ἀγάπην, διὰ τοῦτο
 καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἔχουν τὴν ἀγάπην πρὸς τοὺς γειτόνους των, στεκόμεθα
 μακρὰν ἀπὸ αὐτούς.

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἀμὴ αὐτοὺς ὁποῦ δίδουν ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς
 πῶς τοὺς ἔχετε";

Λέγει του ὁ Δαίμων "Πολλαῖς μαχαιριαῖς ἐμπήγουν εἰς τὴν καρδίαν μας
 ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ λυποῦνται τοὺς πτωχούς, διότι εὐσπλαγχνίζεται καὶ αὐτοὺς
 ὁ Θεός, καὶ ἅμα δώσουν τὴν ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς σβύνονται ἀπὸ
 τὸ κατάστιχον τῶν γραμμάτων μας αἱ ἁμαρτίαι των, καὶ ἡμεῖς χάνομεν τὸν 
κόπον μας, καὶ δὲν ἔχομεν ἀπὸ αὐτοὺς ποσῶς διάφορον."

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἀμὴ ἐκείνους ὁποῦ κρατοῦν τὸ δίκαιον τῶν πτωχῶν, 
πῶς τοὺς ἔχετε;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Αὐτοὶ εἶνε τραπεζῖται ἐδικοὶ μας, ἐπειδὴ αὐτοὶ 
ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος πέρνουν τὸ δίκαιον τῶν πτωχῶν, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο 
τὸ ἁρπάζομεν ἡμεῖς, καὶ διὰ τοῦτο ποτέ τους δὲν χορταίνουν,
 καὶ εἰς αὐτὸ χαιρόμεθα πολὺ• ἀλλὰ δὲν ἤξευρα πῶς ἔχεις νὰ μὲ 
κρατήσῃς ἐδῶ τόσον καιρόν, ἀλλὰ ἤθελα νὰ φύγω μακρὰν 
ἀπὸ ἐσένα ὥσπερ δαίμων".

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Καὶ ἐγὼ θαυμάζω πῶς ἐσεῖς οἱ δαίμονες κάμνετε 
τόσον κακὸν εἰς τὸν κόσμον"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Διὰ τοῦτο μᾶς ἐκαταράσθη ὁ Θεός, 
διὰ νὰ μὴν ἔχωμεν κανένα καλόν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν καλωσύνην ν΄ἀπέχωμεν 
πάντοτε καὶ διὰ τοῦτο ἐργαζόμεθα κάθε λογῆς κακὸν εἰς τὸν κόσμον,
 ὡς καὶ εἰς τοὺς βασιλεῖς, καὶ εἰς τοὺς πατριάρχας, καὶ εἰς τοὺς μητροπολίτας
 καὶ εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχοὺς καὶ ὁσίους καὶ εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ πλουσίους, 
καὶ εἰς ὅλους δίδομεν σχεδὸν τὴν φιλαργυρίαν, τὴν μάχην, τὴν ζηλίαν, 
τὸν φθόνον καὶ ὅλα τὰ ἐπίλοιπα κακά, καὶ ὡς ἐκ τούτου γίνονται φίλοι μας.
 Καὶ τὶ νὰ σὲ εἰπῶ, Ἀντώνιε, αἱ τέχναι μας εἶναι ἀμέτρηται."

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἀμὴ εἰς τὰ παιδία τὶ κάμνετε ἐκεῖ ὁποῦ παίζουν;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Ἐκεῖ ἔχομεν ἡμεῖς τὴν χάριν μας καὶ κάμνομεν πολλὰς 
τέχνας διὰ νὰ σφαγοῦν ἢ νὰ ἐβγάλουν τὰ ὀμμάτια τους, ἢ νὰ τσακίσουν τὰ χέρια 
τοὺς καὶ τὰ ποδάρια τοὺς, καὶ ἀλλὰ πολλὰ κακὰ ἐργαζόμεθα διὰ νὰ θυμώνεται 
τὸ ἕνα κατὰ τοῦ ἄλλου, καὶ νὰ πηγαίνουν οἱ γονεῖς των εἰς τὰ κριτήρια καὶ εἰς 
τοὺς αὐθεντάδες νὰ ἐξοδιάζουν τὸ βίον τους καὶ νὰ χαλοῦν τὰ ὑπάρχοντα 
τους καὶ νὰ τὰ φθείρουν τοῦ κακοῦ, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι διάφορον ἐδικόν μας
 ὁποῦ ἔχωμεν καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη."

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἀμὴ εἰς τὸν διδάσκαλον, ὁποῦ μανθάνει 
τὰ παιδία ἱερὰ γράμματα, ὑπάγετε καὶ ἐκεῖ νὰ κάμνετε σκάνδαλα;"

Λέγει του ὁ Δαίμων "Εἰς αὐτὰ ὑπάγομεν, ἀμὴ στεκόμεθα ἀπὸ μακράν, 
διότι κρατοῦν τὰ βιβλία καὶ διαβάζουν τὰ γράμματα, μὲ τὰ ὁποῖα 
πολλά μᾶς κατακρίνουν καὶ μᾶς κατηγοροῦν, διὰ τοῦτο δὲν ὑπάγωμεν
 σιμά των, παρ΄ὅταν παύσουν καὶ δὲν διαβάζουν, τότε ὑπάγωμεν
 κοντά των καὶ βάνωμεν εἰς αὐτὰ πολλοὺς λογισμοὺς διὰ νὰ μισοῦν 
τὸ γράμματα, διὰ νὰ μὴ διαβάζουν, ὥστε νὰ μισοῦν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, 
καὶ νὰ κάμνουν τὸ θέλημα μας, διατὶ διαβάζοντας πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ
 παιδία γυρίζουν εἰς θεογνωσίαν καὶ ἔχουμεν πολλὴν ἀδικίαν ἀπὸ αὐτά,
 καὶ διὰ τοῦτο σπουδάζομεν νὰ κάμνουν τὸ θέλημα μας βάνοντας εἰς αὐτά,
 μεγάλας παιδεύσεις καὶ τιμωρίας, καὶ τότε τὰ γράφομεν εἰς τὸ κατάστιχον
 μας, συντρίβοντες ἀπὸ αὐτὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ ὅσοι ἀναγινώσκουν
 τὰ γράμματα πολλὰ μᾶς ὑβρίζουν, καὶ διὰ τοῦτο κάμνομεν τὰ παιδία 
νὰ μισοῦν τὰ γράμματα, καὶ νὰ μὴ θέλουν νὰ τὰ ἰδοῦν, κάμνοντες καὶ τοὺς
 γονεῖς των νὰ γίνωνται ἀμελεῖς καὶ νὰ μὴν τὰ παιδεύουν εἰς τὰ γράμματα"
 ἐπειδὴ διὰ τῶν ἱερῶν γραμμάτων δοξάζεται ὁ Θεὸς διὰ τὴν πολλὴν χάριν 
ὁποῦ ἔχουν.

Ταῦτα ἄκουσας ὁ Ἅγιος παρὰ τοῦ Δαίμονος, εἶπεν εἰς αὐτὸν 
«Ἐπιτιμήσει σὲ Κύριος ὁ Θεός, διάβολε, εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, 
τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τῆς ἀγγέλοις αὐτοῦ». 
Καὶ παρευθὺς ἔγεινεν ἄφαντος ὁ Δαίμων ἀπ´ αὐτόν. 

Καὶ μείνας ὁ Ἅγιος ἐκστατικὸς ἐκείνην τὴν ὥραν, εἶπε "Θεὲ Παντοκράτωρ 
καὶ Κύριε τοῦ ἐλέους, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν 
καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς, αὐτὸς δεσπότα φιλάνθρωπε, ἐλευθέρωσόν με ἀπὸ 
τὰς χεῖρας τοῦ παμπόνηρου διαβόλου" καὶ ποιήσας προσευχὴν ὁ Ἅγιος 
ὕπνωσεν ὁλίγον. Προσελθὼν λοιπὸν Ἄγγελος Κυρίου εἶπε πρὸς αὐτὸν "
Ἀντώνιε, εἶδες τὸν πονηρὸν δαίμονα;" Ναί, εἶδα αὐτὸν ἀπεκρίθη
 ὁ Ἅγιος -ἀμὴ ποῖος εἶσαι ὁποῦ μοῦ συντυχαίνεις; Λέγει του ὁ Ἄγγελος 
"Ἐγὼ εἶμι ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἤλθα νὰ σοῦ εἰπῶ νὰ γράψεις τὰς 
πανουργίας τῶν δαιμόνων καὶ νὰ τὰς φανέρωσης εἰς τὸν Κόσμον".

Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ ὅσιος, ἐνεθυμήθη τὰ λόγια τοῦ Ἀγγέλου, 
καὶ εὐχαριστήσας τὸν Θεόν, εἶπεν "Εὐχαριστῶ σοι Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ 
ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων, ὁποῦ ἔστειλας τὸν Ἄγγελόν σου λέγοντάς μου
 νὰ γράψω τὰς πανουργίας τῶν δαιμόνων, πῶς αὐτοὶ κάμνουσι φθόνους,
 φόνους, μάχας καὶ ζηλοφθονίας μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν καὶ ἐνεργοῦν 
εἰς αὐτοὺς νὰ ἐχθρεύωνται ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ μὴν τιμοῦν τὴν ἁγίαν 
Κυριακήν, ὁποῦ ἔγεινεν ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος 
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ"

Διὰ τοῦτο τέκνα μου ἀγαπητὰ ἐν Χριστῷ, παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε ταύτην
 μου τὴν νουθεσίαν, καὶ νὰ ἀπέχητε ἀπὸ κάθε λογῆς παιγνίδια καὶ ἀτοπήματα,
 ἐπειδὴ αὐτὰ χαίρονται νὰ βλέπουν οἱ πονηροὶ δαίμονες, ὁποῦ προξενοῦν 
εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἀμέτρητα σκάνδαλα, καὶ νὰ παρακαλῆτε τὸν Θεὸν νὰ
 σᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ ὅλα τὰ κακὰ καὶ τὰς ἐνέδρας τοῦ μιαροῦ ἐχθροῦ μας, 
δαίμονος, καὶ νὰ ἔχωμεν τὸν Θεὸν βοηθὸν μας, οὗ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς \
τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Η δύναμη των Αγίων(Γέροντας Πορφύριος)




- Θὰ σοῦ δώσω ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβεις. Φαντάσου μιὰ πόλη μὲ πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους, οἱ ὁποῖοι ἁμαρτάνουν. Σ’ ἕνα Μοναστήρι ἐκεῖ ζεῖ ἕνας μοναχὸς ἀσκητής, ὁ ὁποῖος σηκώνει τὰ καθαρὰ χέρια του στὸν Θεὸ καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ μὴν τιμωρήσει ὅλες αὐτὲς τὶς χιλιάδες ποὺ ἁμαρτάνουν. Σὲ διαβεβαιώνω, λοιπόν, ὅτι γιὰ τὸ χατίρι αὐτοῦ τοῦ ἀσκητῆ ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ τὶς πεντακόσιες χιλιάδες.
- Εἶναι ἐκπληκτικὸ αὐτὸ ποὺ μᾶς λέτε.
- Νὰ ξέρεις, ὅτι οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἱκανοὶ γιὰ τὰ πάντα. Ὁ Ἅγιος μπορεῖ νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅ,τι θέλει καὶ νὰ τοῦ τὸ δώσει ὁ Θεός. Εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ δύναμη τῶν Ἁγίων.Ἀνθολόγιο συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου/πηγή

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Οι αγώνες δώδεκα αναχωρητών.

 


Δώδεκα αναχωρητές άγιοι, σοφοί και πνευματικοί άνθρωποι, συγκεντρώθηκαν κάποτε και ζήτησαν να ομολογήσει ο καθένας όσα κατόρθωσε στο κελί του και ποια ήταν η πνευματική του άσκηση.
Ο πρώτος, ο μεγαλύτερος στην ηλικία, είπε:
«Αδελφοί, εγώ από τη στιγμή που άρχισα να ζω ησυχαστική ζωή σταύρωσα όλο τον εαυτό μου απέναντι στα εξωτερικά πράγματα, έχοντας στον νου μου αυτό που είναι γραμμένο: Να σπάσουμε τους δεσμούς που μας συνδέουν μαζί τους και να ρίξουμε από πάνω μας τον ζυγό τους. Έτσι, έκανα ένα τείχος ανάμεσα στην ψυχή μου και στα σωματικά πράγματα και
αναλογίσθηκα ότι, όπως αυτός που είναι μέσα από το τείχος δεν βλέπει αυτόν που στέκεται έξω, με τον ίδιο τρόπο και σύ μη θελήσεις να βλέπεις τα πράγματα πού έχουν σχέση με τα έξω. Αλλά να έχεις στραμμένη την προσοχή σου στον εαυτό σου, αναμένοντας κάθε μέρα με ελπίδα τον Θεό.
Έτσι θεωρώ τις πονηρές επιθυμίες φίδια και απόγονους από οχιές, και όταν τις αισθάνομαι να ξεφυτρώνουν στο νου μου, τις ξηραίνω με φοβέρες και οργή. Ακόμη, δεν σταμάτησα ποτέ να τα βάζω με το σώμα μου και με την ψυχή μου, για να μην εκτραπούν σε τίποτε ανάρμοστο».
Ο δεύτερος είπε:
«Εγώ από τότε που αρνήθηκα τον κόσμο, είπα στον εαυτό μου: Σήμερα αναγεννήθηκες, σήμερα άρχισες να δουλεύεις στον Θεό, σήμερα άρχισες να κατοικείς εδώ σαν ξένος. Έτσι κάθε μέρα να αισθάνεσαι, σαν ένας ξένος και ότι αύριο θα φύγεις».Ο τρίτος είπε:
«Εγώ από το πρωί ανεβαίνω στον Κύριό μου, και αφού τον προσκυνήσω, πέφτω με το πρόσωπο κάτω και εξομολογούμαι τα αμαρτήματά μου. Έπειτα κατεβαίνοντας προσκυνώ τους αγγέλους του και τους παρακαλώ να ικετέψουν τον Θεό για μένα και για ολόκληρη την κτίση. Αφού το κάνω αυτό, κατεβαίνω στην άβυσσο και ό,τι κάνουν οι Ιουδαίοι, όταν πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα, πού σχίζουν τα ενδύματά τους και κλαίνε και πενθούν για τη συμφορά που βρήκε τους πατέρες τους, αυτό κάνω κι εγώ.
Περιπλανιέμαι στους τόπους της κόλασης, βλέπω τα δικά μου μέλη (δηλαδή τους εκεί άλλους χριστιανούς) να βασανίζονται και κλαίω μ΄ αυτούς που κλαίνε».Ο τέταρτος είπε:
«Εγώ έτσι νιώθω, σαν να κάθομαι με τον Κύριο και τους Αποστόλους του στο όρος των Ελαιών. Είπα στον εαυτό μου: από δω και πέρα κανέναν συγγενή να μην ξέρεις, αλλά πάντοτε να βρίσκεσαι μ΄ αυτούς, να τους αναζητάς και να μιμείσαι τον καλό τρόπο της ζωής τους, όπως η Μαρία που καθόταν κοντά στα πόδια του Κυρίου και άκουγε τα λόγια του:
«Να γίνετε άγιοι, γιατί εγώ είμαι άγιος. Να γίνετε σπλαχνικοί και τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας είναι τέλειος. Να διδαχτείτε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».
Ο πέμπτος είπε:
«Εγώ κάθε φορά βλέπω αγγέλους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν για την πρόσκληση των ψυχών. Και πάντοτε, περιμένοντας το τέλος μου, λέω:
Είναι έτοιμη η καρδιά μου, Θεέ μου».
Ο έκτος είπε:
«Εγώ καθώς κάνω την πνευματική μου εργασία στο κελί, νομίζω ότι ακούω από τον Κύριο αυτά τα λόγια: Να κοπιάστε για μένα κι εγώ θα σας αναπαύσω, ακόμη λίγο να αγωνιστείτε και θα σας δείξω τη σωτηρία και τη δόξα μου. Αν με αγαπάτε, αν είσαστε παιδιά μου, σαν Πατέρα που παρακαλάει, να αισθανθείτε για μένα σεβασμό, αν είστε αδελφοί μου, να με σεβαστείτε όπως εκείνον που υπέμεινε πολλά για σας. Αν είσαστε πρόβατά μου, να ακούστε τη φωνή του ποιμένα, αν είστε δούλοι μου, να ακολουθήσετε τα παθήματα του δεσπότη σας».
Ο έβδομος είπε:
«Εγώ αυτά τα τρία μελετώ συνεχώς και λέω αδιάκοπα στον εαυτό μου:
πίστη, ελπίδα, αγάπη, για να χαίρομαι με την ελπίδα, να στηρίζομαι με την πίστη, και με την αγάπη να μη λυπήσω ποτέ κανένα».
Ο όγδοος είπε:
«Εγώ βλέπω τον διάβολο να πετάει ζητώντας ποιον να καταπιεί. Όπου κι αν πάει, βλέπω με τα εσωτερικά μάτια, και αναφέρομαι ικετευτικά στον Δεσπότη μου Χριστό εναντίον του, ώστε να μείνει άπρακτος και να μην μπορέσει να κάνει τίποτε σε κανέναν, ιδίως σ΄ αυτούς που φοβούνται τον Θεό».
Ο ένατος είπε:
«Εγώ όταν κάνω την πνευματική μου εργασία, βλέπω την εκκλησία των νοερών δυνάμεων κι ανάμεσά τους τον Κύριο της δόξας να λάμπει περισσότερο απ΄ όλους. Όταν με βρει ακηδία, ανεβαίνω στους ουρανούς και βλέπω την έξοχη ωραιότητα των αγγέλων κι ακούω τους ύμνους που ανυψώνουν ακατάπαυστα στον Θεό, καθώς και τη μελωδία τους.
Υψώνομαι με τους ήχους και τη φωνή και τη μουσικότητά τους, ώστε να νιώσω αυτό που είναι γραμμένο:
«Οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού» και όλα τα επίγεια τα θεωρώ στάχτη και σκουπίδια».
Ο δέκατος είπε:
«Εγώ πάντοτε βλέπω κοντά μου τον φύλακα άγγελό μου και προσέχω τον εαυτό μου, έχοντας στο μυαλό μου αυτό που έχει γραφεί:
«Έβλεπα μπροστά μου τον Κύριο πάντοτε, ότι στέκεται στα δεξιά μου, για να μην κλονισθώ από τη θέση μου».
Φοβούμαι λοιπόν αυτόν που παρακολουθεί την πορεία μου. Διότι τον βλέπω κάθε μέρα να ανεβαίνει στον Θεό και να παρουσιάζει τα έργα και τα λόγια μου».
Ο ενδέκατος είπε:
«Εγώ προσωποποίησα τις αρετές, όπως π.χ. την εγκράτεια, τη σωφροσύνη, τη μακροθυμία, την αγάπη κι έστησα τον εαυτό μου ανάμεσά τους ώστε να με περικυκλώσουν αυτές. Κι όπου κι αν πάω, λέω στον εαυτό μου: «Πού είναι οι παιδαγωγοί σου; Μην αδιαφορήσεις, μην ακηδιάσεις, αφού παντοτινά αυτές τις έχεις δίπλα σου, όποια αρετή θέλεις κοντά σου είναι, και καλά λόγια θα πουν στον Θεό για σένα, ότι δηλαδή βρήκαν σε σένα ανάπαυση».
Ο δωδέκατος είπε:
«Εσείς, Πατέρες, έχοντας φτερούγες από τον ουρανό, αποκτήσατε ουράνια ζωή. Κι αυτό καθόλου παράξενο δεν είναι, σας βλέπω να στέκεστε ψηλά λόγω των έργων σας και να επιδιώκετε τα ουράνια. Με δύναμη μάλιστα μετακινείστε απ΄ τη γη εσείς που αποξενωθήκατε εντελώς απ΄ αυτήν. Πώς να σας ονομάσω; Επίγειους αγγέλους ή ουράνιους ανθρώπους; Εγώ κρίνοντας τον εαυτό μου τόσο ανάξιο ακόμη και να ζει, βλέπω μπροστά μου τις αμαρτίες μου. Όπου κι αν πάω, όπου κι αν στραφώ τις βλέπω να προχωρούν πριν από μένα.
Στα καταχθόνια καταδίκασα τον εαυτό μου. Λέω «Θα είμαι μαζί μ΄ αυτούς που μου αξίζει. Μ΄ αυτούς ύστερα από λίγο θα με κατατάξουν». Βλέπω εκεί θρηνητικές κραυγές και δάκρυα, που δεν σταματούν ποτέ και είναι ανεκδιήγητα. Βλέπω κάποιους να τρίζουν τα δόντια και να πηδούν μ΄ όλο τους το σώμα και να τρέμουν απ΄ το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Πέφτω με το πρόσωπο κάτω και ρίχνοντας στάχτη στο κεφάλι μου ικετεύω τον Θεό να μη δοκιμάσω εκείνες τις συμφορές. Βλέπω και μια θάλασσα από φωτιά να παφλάζει και να φυσομανάει εδώ κι εκεί και να βρυχιέται, σε σημείο πού να νομίζει κανείς ότι τα κύματα της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Και μέσ΄ τη φοβερή αυτή θάλασσα αμέτρητους ανθρώπους ριγμένους από άγριους αγγέλους, και όλοι μαζί εκείνοι οι άνθρωποι με μια φωνή να βγάζουν δυνατές κραυγές και να κράζουν με ισχυρούς θρήνους και φωνές τέτοιες, πού κανείς δεν έχει ακούσει. Σαν ξερά χόρτα όλοι να καίγονται, και οι οικτιρμοί του Θεού να φεύγουν μακριά απ΄ αυτούς, για τις αμαρτίες τους.
Τότε θρηνώ το γένος των ανθρώπων, πώς τολμά να μιλήσει ή να δίνει την προσοχή του σε κάτι εφήμερο, αφού τόσο μεγάλα κακά περιμένουν τον κόσμο. Με τέτοιους λογισμούς κρατώ το πένθος στην καρδιά μου, κρίνοντας τον εαυτό μου ανάξιο για τον ουρανό και τη γη, και πραγματοποιείται σε μένα ο λόγος της Γραφής: Τα δάκρυά μου έγιναν για μένα ψωμί μέρα και νύχτα».
Αυτά είναι τα κατορθώματα των σοφών και πνευματικών Πατέρων.
Μακάρι κι εμείς να δείξουμε στους άλλους μια ζωή άξια να την θυμούνται, για να ευχαριστήσουμε τον Δεσπότη μας Χριστό, αφού γίνουμε τέλειοι και αψεγάδιαστοι.