Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

ΑΠΛΑ ΖΗΛΟΣ Ή ΕΝ ΕΠΙΓΝΩΣΕΙ; Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος

ΑΠΛΑ ΖΗΛΟΣ Ή ΕΝ ΕΠΙΓΝΩΣΕΙ;

Είναι γνωστό από τους Πατέρες της Εκκλησίας, που διαθέτουν άμεση και προσωπική εμπειρία του πνευματικού αγώνα, ότι ο εχθρός στοχεύει τον άνθρωπο στα ιδιαίτερα ψυχικά του σημεία και μέσω των ιδιαιτέρων κλίσεων, παθών και ελαττωμάτων του, προσπαθεί να τον ρίξει και να τον αποξενώσει από την Χάρη του Θεού.
Και είναι επίσης γνωστό από τον λόγο του Θεού, αλλά και από την ίδια την πραγματικότητα, από την ζωή των Αγίων και από αυτή την Εκκλησιαστική μας ιστορία, ότι οι λεγόμενοι εκ δεξιών πειρασμοί, είναι πιο πολλοί και περισσότερο επικίνδυνοι από τους εξ αριστερών πειρασμούς.
Τους πειρασμούς δηλ. του διαβόλου που χτυπούν τον άνθρωπο μέσω της σαρκός, με όλα τα συμπαρομαρτούντα του ποταπού αυτού επιπέδου.
Ο Προφητάναξ Δαυΐδ, μας ερμηνεύουν οι Πατέρες, που είχε γνωρίσει όσο ελάχιστοι τα μυστικά της πνευματικής ζωής και είχε νοιώσει για τα καλά στη ύπαρξή του, τους καμουφλαρισμένους εκ δεξιών πειρασμούς, γράφει με πόνο αλλά και με αγάπη:«Πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς και μυριάς εκ δεξιών σου...» (Ψαλμ. 90. 7).
Όπως λοιπόν γίνεται κατανοητό, οι εκ δεξιών πειρασμοί, οι περισσότερο ύπουλοι και επικίνδυνοι, είναι αυτές οι καλοστημένες παγίδες του πονηρού που στοχεύουν, όχι τόσο στους ανθρώπους που ζουν την κατά κόσμον και μακράν του Θεού ζωή, όσο σε όσες υπάρξεις δείχνουν να έχουν αρνηθεί την αμαρτία και έχουν ξεκινήσει την ευλογημένη ζωή της μετανοίας και της κατά Θεόν προκοπής.
Θα ερωτήσουν κάποιοι. Μα είναι δυνατόν αυτοί που προσπαθούν και αγωνίζονται στο να βιώνουν αυτή την ζωή, είναι δυνατόν να αντιμετωπίζουν πειρασμούς; Μα φυσικά. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Όχι μόνο έχουν και αντιμετωπίζουν, αλλά ορισμένες φορές, τα κύματα των πειρασμών, αυξάνουν τόσο, ώστε χρειάζεται να παρέμβει ειδικώς η Χάρις του Θεού, για να σταματήσει, προσωρινώς, ο αόρατος πόλεμος. Τότε ο πιστός ενδυναμώνεται και συνεχίζει με ενθουσιασμό και κυρίως ταπείνωση, τον δύσκολο πλην όμως ευλογημένο δρόμο του «καθ΄ ομοίωσιν».
Βεβαίως, ο κάθε συνειδητός πιστός και μάλιστα μοναχός ή κληρικός, έχει γνώση αυτών των καταστάσεων και ιδίως, προϊόντος του χρόνου, αυτών των εκ δεξιών πειρασμών, που στοχεύουν στον εγωϊσμό και στην οίηση που εμφυτεύονται ως αγκάθια και τριβόλια του εχθρού στο υπέδαφος της ψυχής. Όταν δηλ. ο πιστός, πλην των άλλων, στέκει μόνο στην επιφάνεια των πραγμάτων που φαίνονται στην πνευματική ζωή και δεν βοηθείται μέσω και του πνευματικού στο να καταστρέψει τα ίχνη της κρυφής υπερηφάνειας.
Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να επεκταθούμε σε ιδιαίτερες και προσωπικές περιπτώσεις, διότι κάτι τέτοιο και δεν μας ωφελεί, αλλά και δεν επιτρέπεται.
Επιβάλλεται όμως να μελετήσουμε και να σταθούμε τόσο στα ιερά συναξάρια, στους βίους των αγίων μας, όσο και σε ιδιαίτερους σταθμούς της Εκκλησιαστικής μας ιστορίας.
Και οι μεν βίοι των αγίων, μας αποκαλύπτουν το πόσο μπορεί μια ψυχή, που ξεκινά με αγνό ζήλο, δεν έχει όμως στιβαρή πνευματική καθοδήγηση, να πλανηθεί και να ταλαιπωρηθεί επί σειρά ετών και δεκαετιών, δυστυχώς δε σε κάποιες των περιπτώσεων και ισοβίως. Η δε Εκκλησιαστική ιστορία, στην αυθεντική της έκφραση, μας διδάσκει το πόσο είναι δυνατόν να ταλαιπωρηθεί ακόμα και ολόκληρη τοπική Εκκλησία, όταν ο υπέρμετρος και καυστικός ζήλος, ξεφεύγει από τα επιτρεπτά όρια. Όταν δηλ. γίνεται επικίνδυνος, ακόμα και για τη ζωή των δήθεν εχθρών της πίστεως και όσων αρνούνται να αποδεχθούν την «θεολογία», την μεθοδολογία, την τακτική και όλους τους εν γένει τρόπους συμπεριφοράς των «αμυντόρων της πίστεως».
Πόσο δίκαιο είχε πράγματι ένας επίσκοπος, όταν τόνιζε ότι, η Εκκλησία δεν φοβάται την αμαρτία. Και τούτο, διότι διαθέτει την εξουσία, από τον Θείο Δομήτορα, να την καθαίρει και να οδηγεί τον άνθρωπο που έχει αγαθή διάθεση, στην αγιότητα. Η Εκκλησία, συνέχιζε, φοβάται την αίρεση και το σχίσμα. Κυρίως δε το χρονίζον σχίσμα, που δυστυχώς, καταντά και αυτό αίρεσις.
Θα χρειάζονταν τόμοι ολόκληροι εάν θελήσουμε να αναφερθούμε σε όλα τα μέχρι σήμερα σχίσματα μέσα στον χώρο της Εκκλησίας μας. Άλλωστε, υπάρχουν αυτά καταγεγραμμένα και μπορεί κανείς όποτε θελήσει να τα μελετήσει μέσα από τα υπάρχοντα βιβλία και εγχειρίδια της εκκλησιαστικής ιστορίας. Εκεί θα γνωρίσει, και θα επισημάνει τα βαθύτερα αίτια, θα πονέσει, θα σκεφθεί, θα ερευνήσει πού τελικώς μπορεί να οδηγήσει ο αδιάκριτος ζήλος. Θα δει επίσης τον εγωισμό που κρύπτεται κάτω από ποικίλους μανδύες και εάν διαθέτει σύνεση, θα καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα και σε ευλογημένες αποφάσεις. Γνωστόν άλλωστε, ότι η γνώση δεν είναι για την γνώση, ούτε η μελέτη των λαθών και αστοχιών των προηγουμένων γενεών, μας δικαιώνει στο να τα επαναλαμβάνουμε στο όνομα δήθεν της παραδόσεως και της ακριβείας, αλλά στο πώς θα αποφύγουμε παρόμοιους πειρασμούς και παγίδες.
Δε θα σταθούμε λοιπόν στα παλαιά σχίσματα και σε όσα ετάραξαν την Εκκλησία, αλλά θα ρίξουμε μια σύντομη ματιά στα τελευταία κυρίως έτη, όχι βεβαίως αναλύοντας ιστορικά γεγονότα που είναι ήδη γνωστά, αλλά θα επιμείνουμε σε κάποια σημεία που εκ των πραγμάτων δείχνουν την όλη ποιότητα και τα αποτελέσματα. Επίσης, θα θέσουμε κάποια καίρια ερωτήματα, τα οποία φανερώνουν ότι δεν φθάνει να υπάρχει απλώς ο ζήλος στους αγώνες της πίστεως, αλλά επιβάλλεται να συνυπάρχουν η σύνεση και η διάκριση, αφού, εννοείται, ξεκινά κανείς με την καλή διάθεση και έχοντας ισορροπημένες τις ψυχικές του δυνάμεις.
Α) Είναι τυχαίο το ότι ο παλιοημερολογητικός κόσμος, έχει διασπασθεί σε τόσες παρατάξεις, που και οι ίδιοι αγνοούν τον αριθμό τους; Σημειωτέον, ότι όπως ισχυρίζονταν, ξεκίνησαν για την «ακρίβεια» του ημερολογίου. Και αυτό μεν ίσχυε για τον απλοϊκό λαό. Αποτελούσε όμως το «προπέτασμα καπνού», και όπως έχει αποδειχθεί και ομολογηθεί, άλλοι υπήρξαν δυστυχώς οι σκοποί των πρωταγωνιστών του κινήματος. Του κινήματος που νομοτελειακώς κατήντησε σε «λερναία ύδρα».
Β) Αποτελεί ή όχι αλήθεια και μάλιστα τραγική, την οποία παραδέχονται και ομολογούν πρωτίστως τα ίδια τα μέλη των ποικίλων παρατάξεων, ότι στην εσωτερική τους δομή, υφίσταται μεγαλύτερος οικουμενισμός από αυτόν που δήθεν καταδικάζουν;
Γ) Είναι ψέμα το γεγονός ότι, κληρικοί που έχουν καθαιρεθεί για πολύ σοβαρούς λόγους από την Ελλαδική Εκκλησία, βρίσκουν καταφύγιο στις παρατάξεις του δήθεν «πατρίου ημερολογίου» και του «αντιοικουμενισμού»;
Δ) Οι ανοικονόμητες οικονομίες που λαμβάνουν χώρα σε όσους απέκοψαν εαυτούς και αλλήλους από το Σώμα της Εκκλησίας, μπορούν να συγκριθούν με την όντως οικονομία που χειρίζεται κατά καιρούς η Εκκλησία σε πρόσωπα και καταστάσεις;
Αλλά, δεν είναι αυτές μόνο οι περιπτώσεις των ανθρώπων που αποφάσισαν να αποκοπούν από την Εκκλησία για λόγους τους οποίους γνωρίζει μόνο ο Θεός, και που όπως ήδη τονίσαμε, χάριν της «ακριβείας», κατακερματίστηκαν σε παρατάξεις, συναγωγές και φατρίες, που η μία αφορίζει και αναθεματίζει την άλλη, στο πλαίσιο πάντα της «εν Χριστώ αγάπης» και του «πατερικού φρονήματος».
Δεν πρόκειται μόνο για όσους στην αρχή έφεραν ως προμετωπίδα του σχίσματος το «παλαιό ημερολόγιο», και που στην πράξη είδαν ότι δεν μπορεί να σταθεί αυτή η δικαιολογία και τελικώς αποφάσισαν να περιφέρουν το «αντιοικουμενιστικό λάβαρο».
Όχι λοιπόν μόνο οι αυτόνομες ομάδες αυτών που στην μια περίπτωση χαρακτηρίζονται «Γνήσιοι», στην άλλη «Ενιστάμενοι», στην τρίτη όπως αλλοιώς θέλουν να ονομάσουν το σχίσμα τους, αλλά υφίστανται και οι περιπτώσεις που κινδυνεύουν να έλθουν τα αποτελέσματα του σχίσματος και της ουσιαστικής αποκοπής, μέσω μιας νέας καταστάσεως που αυτοχαρακτηρίζεται ως «αποτείχισις».
Βεβαίως, όλοι αυτοί οι καλής διαθέσεως, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αδελφοί, «διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους» στο άκουσμα ότι, ουσιαστικώς με την τακτική τους αυτή δρασκελίζουν στον χώρο του σχίσματος. Επιμένουν δε ότι παραμένουν στην Εκκλησία, και επιπλέον ότι αποτελούν το υγιές τμήμα αυτής. Ακόμα προς υποστήριξη της τακτικής τους, προβάλλουν δυναμικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες, όπως του όντως αγωνιστού και ομολογητού Ιεράρχου, πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνου.
Επιπροσθέτως δε επιζητούν να στηρίξουν την πράξη της λεγομένης «αποτείχισης», κυρίως στον ΙΕ' κανόνα της ΑΒ' Συνόδου, όπως ακριβώς πράττουν και οι «ενιστάμενοι», οι ποικίλοι «γνήσιοι», οι «Γ.Ο.Χ.» κ.τ.λ.
Αλλά, εάν κανείς μελετήσει σωστά και ψύχραιμα τον συγκεκριμένο κανόνα, και ερευνήσει την εφαρμογή του που αποδεικνύει και την ουσία του πνεύματός του, τόσο από παλαιότερους, όσο και από σύγχρονους Πατέρες, θα διαπιστώσει ότι είναι αδύνατον να δικαιωθεί η όλη κατάσταση που καταντά σε σχίσμα, αφού στην πράξη αποδεικνύεται ότι ο κανόνας, δεν είναι υποχρεωτικού όπως ισχυρίζονται χαρακτήρος, αλλά καθαρώς δυνητικού.
Και για να μην επιμένουν ορισμένοι ότι τα πράγματα έχουν διαφορετικά, ας περάσουμε στην πρακτική εφαρμογή του κανόνα από τον ίδιο τον πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνο.
Επί Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου, μαζί με δύο άλλους αρχιερείς της Ελλαδικής Εκκλησίας, τους μακαριστούς Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιο και Παραμυθίας Παύλο, εφάρμοσε τον κανόνα και απέκοψε το λειτουργικό μνημόσυνο του Πατριάρχου.
Εάν ο κανόνας ήταν απολύτου και υποχρεωτικού χαρακτήρος, επιβαλλόταν οι τρεις αυτοί αρχιερείς να έχουν παύσει και οποιαδήποτε λειτουργική και άλλη πνευματική επικοινωνία με τους αρχιερείς οι οποίοι συνέχιζαν την Πατριαρχική μνημόνευση.
Ερωτούμε: Έπαυσε τόσο ο γέρων Αυγουστίνος, αλλά και οι δύο άλλοι μητροπολίτες, κατά τον χρόνο που εφήρμοζαν τον επίμαχο κανόνα, να συλλειτουργούν με τους άλλους αρχιερείς οι οποίοι συνέχισαν το μνημόσυνο; Έπαυσαν να αποτελούν μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος; Έπαυσαν να έχουν Εκκλησιαστική κοινωνία και συνεργάζονται με τους όπου γης κανονικούς Ορθοδόξους αρχιερείς;
Αλλά και κάτι ακόμα που αποδεικνύει το δυνητικόν του κανόνος και επίσης ότι οι τρεις δυναμικοί αυτοί αρχιερείς, γνώριζαν να μελετούν και να εφαρμόζουν σωστά το Κανονικό Δίκαιο, προσέχοντας ως κόρην οφθαλμού την ενότητα της Εκκλησίας. (Άλλωστε οι άνθρωποι διέθεταν λιπαρά θεολογική και όχι μόνο μόρφωση, εμπειρία, είχαν πολυετείς αγώνες Εκκλησιαστικούς και Εθνικούς, τους διέκρινε σύνεσις και προπαντός φόβος Θεού, γνωρίζοντας και προσέχοντας τον Χρυσοστόμειον λόγον ότι: «το σχίσμα, ούτε το αίμα του μαρτυρίου δύναται να ξεπλύνει»).
Όταν λοιπόν ο διάδοχος του Αθηναγόρα, Πατριάρχης Δημήτριος, όχι απλώς επανέλαβε τα ίδια, αλλά υπερκέρασε τον αλήστου μνήμης προκάτοχό του σε προσευχητικές-λειτουργικές οικουμενιστικές εκδηλώσεις, σε υπογραφές κοινών κειμένων κ.α., γιατί και τότε ο Φλωρίνης Αυγουστίνος, καθώς και οι δύο άλλοι αρχιερείς, δεν επανέλαβαν την ίδια τακτική της παύσεως του μνημοσύνου; Γιατί κατόπιν και με τον νυν Πατριάρχη Βαρθολομαίο, δεν εφήρμοσε τον κανόνα;
Αναμένουμε και στο ερώτημα αυτό ικανοποιητική απάντηση.
Εάν ο κανόνας είναι απόλυτος και υποχρεωτικός, όπως ισχυρίζονται οι αυτοαποκαλούμενοι ως «αποτειχισθέντες», τότε ο Φλωρίνης καθώς και οι δύο άλλοι αρχιερείς, έπραξαν συνειδητή προδοσία πίστεως, που συνέχιζαν αδιακόπως να μνημονεύουν τον πατριάρχη Δημήτριο, και άρα δεν είναι δυνατόν να προβάλλεται ο Αυγουστίνος ως Ορθόδοξος ηγέτης και ως παράδειγμα προς μίμησιν από τους αδελφούς της «αποτειχίσεως».
Εάν αντιθέτως ο κανόνας είναι δυνητικού χαρακτήρος (που όντως αυτό συμβαίνει), τότε, για να είναι συνεπείς προς την γραμμή πλεύσεως της μορφής που προβάλλουν, θα πρέπει να ομολογήσουν την πραγματικότητα και άρα δεν μπορούν πλέον να υποστηρίζουν την αποτείχισή τους στον συγκεκριμένο ιερό κανόνα και στην περίπτωση του Φλωρίνης Αυγουστίνου.
Το θέμα αδελφοί μου είναι απλό. Ή ο κανόνας είναι υποχρεωτικού χαρακτήρος και ο Αυγουστίνος, επί Πατριάρχου Δημητρίου και στη συνέχεια έως το τέλος της ζωής του πρόδωσε την πίστη, και άρα είναι ανακόλουθο να προβάλλεται ως ομολογητής, επιβάλλεται δε πάραυτα ο αναθεματισμός του εκ μέρους της «αποτειχίσεως» ή εάν τα πράγματα είναι διαφορετικά, οφείλουν την επανένταξή τους «εντός των τειχών» (σύμφωνα με τον αυτοχαρακτηρισμό τους), ώστε ο αγώνας να έχει και συνέπεια αλλά και ευλογημένο αποτέλεσμα κατά της όντως μάστιγας του επάρατου οικουμενισμού.
Και ένα τελευταίο. Όπως όλοι γνωρίζουμε, σε κάθε εποχή στο Σώμα της Εκκλησίας, και μόνο εντός αυτής, καταρτίζονται οι Άγιοι.
Αποτελεί κοινή συνείδηση στην ανά τον κόσμο στρατευομένη Ορθόδοξη Εκκλησίας μας, ότι η εποχή μας, παρά την αποστασία που την χαρακτηρίζει, έβγαλε μεγάλες μορφές και μεγάλους Αγίους.
Μόλις προχθές, πραγματοποιήθηκε εκ μέρους του σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου η αγιοκατάταξις του Οσίου Πατρός ημών Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου και Μελετίου του εν Υψενή Ρόδου αθλήσαντος.
Ερωτούμε. Ποίος απ' τις δύο αυτές τις αγιασμένες μορφές, αλλά και τόσους άλλους Οσίους και αγωνιστές, έφυγε από την Εκκλησία; Ποίος πέρασε σε σχισματικές - ενιστάμενες και οποιεσδήποτε άλλες παρατάξεις, που υφίσταντο στην εποχή τους; Ποίος ποτέ από αυτούς, έκανε λόγο περί «αποτειχίσεως» ή εφάρμοσε αυτή;
Μήπως τους έλειπε η ευαισθησία στα δογματικά θέματα και στην εφαρμογή των Ιερών Κανόνων;
Μήπως δεν ζούσαν ασκητική και μάλιστα ακραία ησυχαστική ζωή;
Μήπως πάλι, αγνοούσαν το τι ακριβώς επί των ημερών τους συνέβαινε; Ή ίσχυε αυτό που ακούστηκε και γέμισε θυμηδία την όλη ατμόσφαιρα, ότι δηλ. μέχρι πριν 20 περίπου έτη που εκοιμήθησαν όλοι αυτοί οι ΄Οσιοι, δεν υφίσταντο τα οικουμενιστικά ξεσπάσματα; Όντως, «ωραία δικαιολογία», για να καλύψουν κάποιοι την ακάλυπτη αδιακρισία, και να κρυφθούν πίσω από τον δάκτυλόν τους.
Μα, και μόνο ότι θέλουν να προβάλλουν την παύση του Πατριαρχικού μνημοσύνου που εφήρμοσε ο Φλωρίνης Αυγουστίνος, και που έλαβε χώρα εδώ και σαράντα και πλέον έτη (και είδαμε ότι η περίπτωσίς του, καθώς και των δύο άλλων μητροπολιτών τους γυρίζει μπούμεραγκ), τούτο σημαίνει ότι όχι απλώς ήταν γνωστά τα όσα συνέβαιναν, αλλά και πως όταν κανείς ξεφύγει από το μέτρο και θέσει τον εαυτόν του «εκτός των τειχών», στη συνέχεια γυρεύει με ανακολουθίες, με διαστροφές της ιστορικής πραγματικότητας και αντικρουόμενα επιχειρήματα να καλύψει αυτά που και μικρό παιδί βλέπει και κατανοεί.
Με πόνο είδαμε κάποιες ανοιχτές πληγές και με αδελφική αγάπη θέσαμε κάποια καίρια ερωτήματα, τα οποία είναι ικανά να μας κάνουν να δούμε κατάματα την υπάρχουσα πραγματικότητα των όντως Αγίων ανδρών. Η δε πραγματικότητα, δεν είναι πάντοτε όπως θα θέλαμε να την παρουσιάσουμε ή όπως ενδεχομένως, ειλικρινώς νομίζουμε πως την ατενίζουμε με τους αδύναμους οφθαλμούς μας.
Θα κλείσουμε, μεταφέροντας τις σκέψεις και τα σχόλια που με αγάπη, θλίψη, αλλά και διάκριση εξέφρασε αγιορείτης Γέροντας όταν ακούστηκε ο όρος «αποτείχισις».
«Καλά, είπε ο Γέροντας, δεν εννοούν οι ευλογημένοι ότι και ο όρος ακόμα «αποτείχισις», είναι αδόκιμος, αφού υπονοεί ότι εντός των τειχών, εκ των οποίων αυτοί φεύγουν, περιλαμβάνεται το Σώμα της Εκκλησίας;». Και συνέχισε : «Ή δίχως να το αντιλαμβάνονται εκφράζουν αυτό που επάνω στο άκριτο ζήλο τους θα κατορθώσουν; Να θέσουν δηλαδή τους εαυτούς τους εκτός Εκκλησίας, αφού η πρακτική τους συνεπάγεται λειτουργική και πνευματική αποξένωση και αποκοπή απ' όλους τους άλλους κληρικούς, μοναχούς και εν Χριστώ αδελφούς; Μήπως πάλι η πράξη αυτή έλαβε την συγκεκριμένη ετικέτα «αποτείχισις», για την περίπτωση κατά την οποία η Εκκλησία θελήσει αργότερα να λάβει κάποια μέτρα για το καλό του συνόλου που βρίσκεται εντός των τειχών, και τότε αυτοί οι αποτειχισθέντες θα προβάλλουν το δήθεν επιχείρημα ότι, δεν μπορείτε να μας αγγίξετε και δεν ισχύει τίποτε για εμάς, διότι εμείς οι ίδιοι έχουμε από μόνοι μας αποτειχισθεί; Κάτι δηλ. ανάλογο που χρησιμοποιούν οι παρατάξεις των «ενισταμένων», που όταν είναι να δεχθούν τις συνέπειες των επιλογών τους που οδηγούν στο σχίσμα, δηλώνουν ότι εμείς, έχουμε ήδη υπερπηδήσει το τείχος και έτσι δεν μας αγγίζει καμμιά απόφαση Εκκλησιαστικού δικαστηρίου. Όταν όμως πρόκειται οι ίδιοι να εξαπολύσουν τους κεραυνούς και τα αναθέματα, σε πρώην οπαδούς τους, που υπερπήδησαν την μάνδρα της δικής τους «αντιοικουμενιστικής παρατάξεως», τότε το τείχος εξαφανίζεται και τα βέλη εκ μέσης «Ιεραρχίας», στοχεύουν κατάστηθα για να εξουθενώσουν τους πρώην αδελφούς και νυν φοβερούς και ήδη «αναθεματισμένους αντιπάλους».
Η δε κατάληξις του Γέροντος, ήταν γεμάτη πικρία, προβλέποντας ζοφερές εξελίξεις και αποτελέσματα, όταν τόνισε ότι: «κάπως έτσι ξεκίνησαν, ξεκινούν και καταλήγουν τα αποκόμματα των παλιοημερολογητικών φατριών. Τι θα κάνουν τώρα οι ευλογημένοι; Τι θα κάνουν όταν αργά ή γρήγορα θα αισθανθούν την ανάγκη κάπου ν' ακουμπήσουν και με κάποιους να επικοινωνούν; Θα ψάχνουν με το φανάρι σε όλη την Ελλάδα για να «ποιήσουν ένα προσήλυτον»; Ή θα αρχίσουν την έρευνα, σε ποια άλλα κράτη υφίστανται παρόμοιες προβληματικές καταστάσεις ώστε να συνδεθούν και τελικώς να φτιάξουν δική τους «ιεραρχία» όπως πράττουν δυστυχώς και τόσοι άλλοι; Από πού θα λαμβάνουν μύρο για τις βαπτίσεις; Αλλά και τώρα εάν προβούν στο μυστήριο του Βαπτίσματος, το Άγιον μύρο πώς θα το χρησιμοποιήσουν αφού έχει λάβει την ειδική ευλογία στο Οικουμενικό Πατριαρχείο; Ή μήπως και αυτό, μαζί τους τώρα έχει «αποτειχισθεί» και έλαβε από μόνο του την ευλογία; Και πού θα τρέχουν να «χειροτονηθούν» εάν, αλλοίμονο παγιωθούν στις απόψεις τους αυτές και κυρίως όταν κληθούν ν' αντιμετωπίσουν απρόβλεπτες έως τώρα ανάγκες και εσωτερικές καταστάσεις;».
Στην ερώτηση που του ετέθη: «Μα, γέροντα, πώς τα λέτε έτσι; Είναι δυνατόν να έχουμε τέτοιου είδους εξελίξεις;». Ο Γέροντας απάντησε: «Ναι, έχω δυστυχώς πικρά πείρα από τέτοιου είδους κινήσεις. Από μικρό παιδί μέχρι και τώρα που γέρασα, τα μάτια μου είδαν πολλά και γνώρισα για τα καλά τους εκ δεξιών πειρασμούς».
Και έκλεισε τη συζήτηση με νοτισμένους τους οφθαλμούς, ψελλίζοντας την εκ βάθους καρδίας συγκλονιστική του προσευχή: «Παναγία μου, φύλαξέ μας από τις παγίδες του εχθρού και μην επιτρέψεις νέες δοκιμασίες και κλυδωνισμούς στην Εκκλησία μας, από ανθρώπους που σε αγαπούν»!
Θα συμφωνήσετε, φίλοι μου, ότι αποτελεί βεβήλωση, μετά από αυτή την προσευχή, το να προσθέσουμε εμείς κάτι επί της ουσίας των όσων εξέφρασε η ευλογημένη αυτή ψυχή του Άθω, που ανδρώθηκε και λευκάνθηκε στην άσκηση, σκορπίζοντας τώρα την χάρη της αγάπης και τον φωτισμό της διακρίσεως.
Είθε η προσευχή του Γέροντος, να εισακουσθεί, και όλοι μαζί, εντός των τειχών, εν Πνεύματι Αγίω, εν αδελφική αγάπη και εν επιγνώσει ζήλω να αγωνιστούμε υπέρ των Πατρίων και Ιερών Παραδόσεών μας και εναντίον της λαίλαπας τους οικουμενισμού.
Γένοιτο !

Αμήν.

Υ.Γ. Μήπως, αγαπητοί μου, τα σοφά αυτά λόγια του Γέροντος, μας υπενθυμίζουν την επιστολή την οποία είχε στείλει για το θέμα του οικουμενισμού, το 1969 ο Γέροντας Παίσιος από το Άγιον Όρος, και την οποία όσον ούπω, για του λόγου το αληθές, θα δημοσιεύσουμε;



Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΒΒΑΔΕΣ ΟΙ ΕΝ ΣΙΝΑ ΟΡΕΙ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΕΣ (14 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



«Οι άγιοι αυτοί, ποθώντας τον ασκητικό βίο, εγκατέλειψαν όλα τα του κόσμου και κατοικούσαν στην έρημο. Μαζί τους ήταν και ο μακάριος Νείλος, που είχε υπάρξει έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός που συνέθεσε με δύναμη λόγου και με τη χάρη του αγίου Πνεύματος άριστα συγγράμματα που καθοδηγούν στην εν Χριστώ άσκηση και που περιέγραψε τον τρόπο ζωής, αλλά και την αιχμαλωσία και τον φόνο των οσίων πατέρων αυτών. Διότι αυτοί φονεύτηκαν από τους βαρβάρους, που λέγονταν «Βλέμμυες» και που εκτείνονταν από την Αραβία έως την Αίγυπτο και κατά την έρημο της ερυθράς θάλασσας.
Πριν από πολλά χρόνια, επί της βασιλείας του Διοκλητιανού και του Πέτρου αρχιεπισκόπου Αλεξανδείας, φονεύτηκαν και άλλοι μοναχοί που ησύχαζαν και αυτοί στο όρος Σινά. Βγήκαν δηλαδή οι Σαρακηνοί που κατοικούσαν στο όρος Σινά, όταν πέθανε ο αρχηγός της φυλής τους, και σκότωσαν πολλούς από τους ασκητές. Οι υπόλοιποι ασκητές κατέφυγαν στο οχύρωμα. Τη νύκτα φάνηκε στους Σαρακηνούς φλόγα πυρός, που κατέκαιε όλο το Όρος, η δε φλόγα ανερχόταν μέχρι τον ουρανό. Το είδαν οι Σαρακηνοί και φοβήθηκαν, ρίξανε τα όπλα τους και έφυγαν.
Αυτοί που σφαγιάστηκαν πρώτα ήταν  τριάντα οκτώ, έχοντας διάφορες πληγές στα σώματά τους. Από αυτούς βρέθηκαν δύο ζωντανοί, ο Σάββας και ο Ησαϊας. Αυτοί που φονεύτηκαν, άλλοι μεν είχαν τελείως κομμένα τα κεφάλια τους, ενώ από άλλους το δέρμα κρατούσε από το ένα μέρος, κι άλλοι ήταν κομμένοι στα δύο. Αυτούς τους έθαψαν οι δύο μοναχοί, οι οποίοι και μας διηγήθηκαν τα σχετικά με αυτούς».

Οι άγιοι αββάδες που εορτάζουμε σήμερα, είναι διπλά στεφανωμένοι από τον Θεό: και για τους ασκητικούς ιδρώτες τους ως μοναχοί και για τους αθλητικούς αγώνες τους ως μάρτυρες. «Αθλητικούς αγώνας εκ των ασκητικών ιδρώτων διηνύσατε∙ και διπλοίς στεφάνοις κατακοσμηθέντες, εκτενώς τον Σωτήρα ικετεύσατε σωθήναι ημάς» (Περάσατε στους αθλητικούς αγώνες από τους ασκητικούς ιδρώτες. Κι αφού κατακοσμηθήκατε  από διπλά στεφάνια, εκτενώς ικετεύσατε τον Σωτήρα να σωθούμε εμείς). Η υμνολογία μας βεβαίως πάντοτε τονίζει, όταν πρόκειται για ανάλογες περιπτώσεις οσιομαρτύρων, ότι η σχέση της ασκητικής διαγωγής και του μαρτυρίου είναι σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Το μαρτύριο δηλαδή του αίματος αποτελεί συχνά τη συνεπή κατάληξη του μαρτυρίου της συνειδήσεως, το οποίο βιώνει με την άσκησή του κατεξοχήν ένας μοναχός. Κι αυτό επισημαίνει και ο άγιος Ιωσήφ, ο υμνογράφος του κανόνα των αγίων αββάδων. «Όσιοι Πατέρες μελετήσατε μέρα και νύκτα τον νόμο του Κυρίου και γι’ αυτό αξιωθήκατε να γίνεται ένα με τον Κύριο, το ξύλο της ζωής. Και ο καρπός σας άνθησε τα στεφάνια της αθλήσεως» («Όσιοι Πατέρες, μελετήσαντες ημέρας και νυκτός εν νόμω Κυρίου, ηξιώθητε του ξύλου της ζωής σύμφυτοι γενέσθαι, και ο καρπός υμών αθλήσεως στεφάνους εξήνθησε»).

Ο συσχετισμός που κάνει ο άγιος υμνογράφος μεταξύ των ασκητικών δακρύων των αγίων αββάδων και της ρύσεως των μαρτυρικών τους αιμάτων συνεχίζεται. Βλέπει τους αγίους ασκητές ως προέκταση των Ισραηλιτών, οι οποίοι μπόρεσαν με την καθοδήγηση του Μωυσή να ξεφύγουν από την τυραννία του Φαραώ στην Αίγυπτο και να καταποντίσουν τα στρατεύματά του στην ερυθρά θάλασσα. Η θάλασσα γι’ αυτούς εν προκειμένω ήταν τα δάκρυά τους, μέσα στα οποία έπνιξαν τον νοητό Φαραώ, τον διάβολο, οπότε έπειτα με τη ρύση των αιμάτων τους διά του μαρτυρίου οριστικά τον κατέστρεψαν και τον οδήγησαν στην αφάνεια. «Θαλάσση τη των δακρύων πρότερον εναπεπνίξατε τον Φαραώ, σοφοί, τον νοητόν∙ των αιμάτων δε ύστερον τοις οχετοίς ωλέσατε και αφανία παρεπέμψατε»). Κι είναι γεγονός ότι ο άγιος Ιωσήφ τονίζει μία πραγματικότητα ευρύτερου κύρους: δεν είναι δυνατόν ο διάβολος, ο εχθρός της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους να ηττηθεί από τον πιστό, αν αυτός δεν πορευτεί, είτε είναι μοναχός είτε είναι εν τω κόσμω, εν μετανοία, δηλαδή με συναίσθηση των αμαρτιών του και με δάκρυα που ξεπλένουν αυτές. Όταν ο ίδιος ο Κύριος μεταξύ των άλλων μακάρισε αυτούς που πενθούν για τις αμαρτίες τους και για τις αμαρτίες του κόσμου, δεν υπάρχει περίπτωση κανείς να υποβαθμίσει την αλήθεια αυτή. «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται» είπε στην επί του Όρους ομιλία Του.

Ο μακαρισμός αυτών που πενθούν, στην πραγματικότητα είναι μακαρισμός, κατά τον άγιο Ιωσήφ, εκείνων που με τη χάρη του Θεού είδαν το βάθος της πραγματικότητας: ότι την απόλυτη προτεραιότητα έχουν τα αιώνια και τα μένοντα και όχι τα ευτελή των γήινων, άστατων και ρευστών πραγμάτων του κόσμου τούτου. Μόνον εκείνος, με άλλα λόγια, που προσανατόλισε την ύπαρξή του προς τον αιώνιο Θεό μπορεί και να υπερβαίνει ό,τι συνιστά γοητεία του παρόντος κόσμου, του απατεώνος, και να κλαίει για τις αμαρτίες του. Ο απόστολος Παύλος το εξέφρασε με σαφήνεια: «ου σκοπούμεν τα βλεπόμενα, αλλά τα μη βλεπόμενα.  Τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια» (Ο σκοπός μας δεν είναι αυτά που βλέπουμε στον παρόντα κόσμο, αλλά τα μη βλεπόμενα του ουρανού. Διότι τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, τα μη βλεπόμενα αιώνια). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο άγιος υμνογράφος, αναφερόμενος στους σημερινούς αγίους: «Αποσκοπώντας – γράφει – στην αιωνιότητα αυτών που παραμένουν, σοφοί, αποκρούσατε το ευτελές και χαμερπές των άστατων και ρευστών γήινων πραγμάτων. Γι’ αυτό μακαρίζεσθε, οσιομάρτυρες» («Αποσκοπούντες των μενόντων, σοφοί, το αϊδιον, των αστάτων και ρευστών το χαμερπές απεκρούσασθε∙ όθεν μακαρίζεσθε, οσιομάρτυρες»).

Το κατά Θεόν αυτό πένθος τους λόγω της μετάθεσης της ύπαρξής τους στα αιώνια έκανε τους οσιομάρτυρες αββάδες να ζουν ως μοναχοί με συντετριμμένη τη διάνοια. Κι η συντριβή τους αυτή ήταν εκείνη που φανέρωνε την ταπείνωσή τους και συνεπώς την αληθινή λατρεία τους προς τον Θεό: «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Και τη συντριβή αυτή αξιοποιεί ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, προκειμένου να περιγράψει διαμιάς την όλη ζωή των αγίων: «Αφού λατρέψατε τον Θεό με τη συντετριμμένη διάνοιά σας, συντρίψατε την υπερηφάνεια του εχθρού, μακάριοι, συντριβόμενοι στη συνέχεια ως προς τα σώματά σας και θανατούμενοι από το ξίφος του» («Συντετριμμένοι διανοία Θεόν θεραπεύσαντες, συνετρίψατε εχθρού μεγαλαυχίαν, μακάριοι, ξίφει συντριβόμενοι και θανατούμενοι»). Οι άγιοι αββάδες έτσι αναδείχτηκαν κυριολεκτικά Παράδεισος, δίνοντας έμπρακτη απάντηση σε όλους αυτούς που ψάχνουν παράλογα για τους επίγειους Παραδείσους. Και τι λένε; Παράδεισος είναι η σχέση με τον Χριστό. Αυτός είναι ο αληθινός Παράδεισος και γίνεται εξίσου Παράδεισος και όποιος σχετίζεται μαζί Του. «Παράδεισος τρυφής ζωής ξύλον τον Κύριον εδείχθητε μέσον έχων, τον υμών ως θυσίαν το αίμα προσδεξάμενον» (Φανήκατε Παράδεισος τρυφής, που έχει στο μέσον το ξύλο της ζωής, τον Κύριο, ο Οποίος δέχτηκε σαν θυσία το αίμα σας).  

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (ΜΑΤΘ. Δ' 12-17)

ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
(ΜΑΤΘ. Δ' 12-17)

Ο μεγαλύτερος των Προφητών, ο Τίμιος του Κυρίου Πρόδρομος, ο ασυμβίβαστος και κήρυκας της μετανοίας, υπέγραψε το ελεγκτικό του κήρυγμα κατά του Ηρώδη με το ίδιο του το αίμα. Με τον αποκεφαλισμό του, όχι μόνο ευαγγελίστηκε τις ψυχές στον Άδη, και κατέστη ο μεγαλύτερος των Αγίων, αλλά γίνεται και το παράδειγμα για όσους θέλουν να αγωνίζονται σταθεροί και ατρόμητα ένεκεν δικαιοσύνης και αληθείας.
Τώρα πλέον έφτασε η ώρα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Εγκατέλειψε την ιδιωτική του ζωή και αρχίζει τη δημόσια δράση του.
Είχε ζήσει τριάντα έτη στη Ναζαρέτ, και ήλθε να εγκατασταθεί στην παραθαλάσσια πόλη Καπερναούμ. Σε ένα γεωγραφικό χώρο που βρισκόταν στα σύνορα των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ και στον οποίο διέμεναν πολλοί ειδωλολάτρες.
Άνθρωποι δηλ. που αγνοούσαν τον αληθινό Θεό και ως εκ τούτου βρίσκονταν βυθισμένοι μέσα στο πυκνό σκοτάδι της άγνοιας και της αμαρτίας. Αυτό το γεγονός της εγκαταστάσεως του Κυρίου στην περιοχή αυτή, το είπε και το είχε προφητεύσει ο μεγαλοφωνότατος Πρ. Ησαΐας, οκτακόσια χρόνια προ της ενανθρωπήσεως λέγοντας:« Γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλείμ, οδόν θαλάσσης πέραν του Ιορδάνου, Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα, και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς»(Ματθ. Δ' 15-16).Δηλ. Η χώρα της φυλής Ζαβουλών και η χώρα της φυλής Νεφθαλείμ, που εκτείνεται κοντά στη λίμνη, πέρα από τον Ιορδάνη, η Γαλιλαία των εθνικών (των ειδωλολατρών), ο λαός ο καθήμενος στο σκοτάδι είδε ήλιο μεγάλο, ναι, στους καθηλωμένους στη χώρα με το βαθύ σκοτάδι του θανάτου, σ΄ αυτούς ήλιος ανέτειλε». Πρόκειται για μία των πλέον λαμπροτάτων Xριστολογικών προφητειών της Π.Δ. Απευθύνεται ο θεόπνευστος Προφήτης προς τους κατοίκους των περιοχών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ, που ευρίσκοντο δυτικώς της λίμνης Γεννησαρέτ, προς την πολυσύχναστη παραθαλασσία οδό της Μεσογείου, που συνέδεε την Αίγυπτο με την Συρία. Η περιοχή αυτή θα έπινε πρώτη το πικρό ποτήριον της υποδουλώσεως στους Ασσυρίους κατακτητές, και για τούτο πρώτη αυτή ακούει το χαρμόσυνο και ελπιδοφόρο μήνυμα της λυτρώσεως. Από αυτήν έκαναν την αρχή της κατακτήσεως της Παλαιστίνης οι Ασσύριοι με τον Τιγλάθ-Πιλεσάρ το 734 π.Χ.. Ονομάζεται «Γαλιλαία των Εθνών», διότι ήδη από τα παλαιότερα χρόνια κατοικείτο και από ειδωλολατρικούς πληθυσμούς.
Ο λαός αυτός, που θα ζούσε, λόγω της Ασσυριακής εισβολής, μέσα στην συμφορά και την εξαθλίωση, «εν σκότει...εν χώρα και σκιά θανάτου», θα φωτισθεί και θα αναζωογονηθεί. Το δε μέγα φως, για το οποίο κάνει λόγο ο Προφήτης, είναι ο Μεσσίας Χριστός. Η εποχή του Μεσσίου αναμενόταν ως εποχή σωτηρίας του λαού και υψώσεώς του στην προτέρα του δόξα.
Ο μεγαλόπνοος Προφήτης ομιλεί κατ' αρχάς για τα γεγονότα που επρόκειτο να συμβούν στις επερχόμενες δεκαετίες, κατά τις οποίες, ορισμένοι βασιλείς, όπως ο Εζεκίας, ο Ιωσίας κ.λ.π., θα έδιναν κάποια ανακούφιση στον ταλαιπωρημένο λαό του Θεού. Το βλέμμα του όμως το προφητικό, υπερπηδά τα συνήθη γεγονότα και αντικρίζει το νέο όραμα του κόσμου με την άφιξη της Βασιλείας του Θεού.
Βλέπει δηλ. τον Κύριο να κρατά στα χέρια Του τα νήματα της Ιστορίας και να την κατευθύνει προς τους ενδόξους εσχάτους καιρούς. Είναι δε βέβαιος ότι λόγω της επεμβάσεως του Θεού, αυτός που φαίνεται να είναι νικημένος σήμερα, θα είναι ο νικητής στο μέλλον.
Το βαθύτερο νόημα των λόγων του Προφήτου είναι ότι οι εσκοτισμένοι, λόγω της αμαρτίας Ιουδαίοι και εξαιτίας της πλάνης ειδωλολάτρες, θα φωτισθούν με το φως της διδασκαλίας του Κυρίου και θα ζήσουν μια όντως νέα εποχή. Την εποχή της χάριτος. «Ο λαός ο εν τη εθνική αγνοία εσκοτισμένος, είδε φως μέγα», όχι το φως του πυρός, ή των αστέρων, ή της σελήνης. Ούτε το ηλιακό ή το φως της αστραπής, «αλλά φως μέγα, ο και νοητοίς επιλάμπει και αισθητοίς (δηλ. που λάμπει και φωτίζει τα υλικά και πνευματικά) ο και Πατρί σύνεστι (δηλ. είναι το Φως του Μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού, που συνυπάρχει με τον Πατέρα) και ανθρώπους φωτίζει και Αγγέλους φαιδρύνει» (Μ. Βασίλειος).
Από αυτή την περιοχή, λοιπόν, άρχισε το έργο της απολυτρώσεως της ανθρωπότητας. Επίσης, η Ναζαρέτ, όπου ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ευαγγελίστηκε το μήνυμα της σωτήριας στην Παναγία Παρθένο, ανήκε στην φυλή Ζαβουλών. Ο δε Θεάνθρωπος είχε ως ορμητήριό Του την πόλη Καπερναούμ, που βρισκόταν μεταξύ των ορίων Νεφθαλείμ και Ζαβουλών, παρά τας εκβολάς του Ιορδάνου και προς τη βορειοδυτική παραλία της Τιβεριάδος.
Έτσι λοιπόν φαίνεται ξεκάθαρα και στο σημείο αυτό, που ο Κύριος ξεκινά το σωτηριώδες Του έργο, πόσο το Πνεύμα το Άγιον, που φωτίζει τους ιερούς συγγραφείς στο να καταγράψουν τα θεόπνευστα κείμενα, συνδέει άμεσα την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη. Πως ερμηνεύεται η Παλαιά από τα γεγονότα της Καινής και πως ο ίδιος ο Ιησούς συνδέει στο Θεανδρικό Του πρόσωπο τις δύο διαθήκες. Την πρώτη στην οποία κυριαρχεί η προσμονή της λυτρώσεως και στην δεύτερη η ευλογία και ο ενθουσιασμός, διότι αυτός ο αναμενόμενος Μεσσίας ενανθρώπησε και ίδρυσε την Εκκλησία του, το Σώμα Του.
Και είναι συγκλονιστικό το ότι η Παλαιά διαθήκη κλείνει με το προφητικό κήρυγμα του Ιωάννου του Βαπτιστού, που κηρύττει μετάνοια, αλλά και το ότι στην Καινή, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς, εγκαινιάζει τον αποκαλυπτικό Του λόγο και πάλι με το κήρυγμα της μετανοίας.
Ο Ι. Ευαγγελιστής Ματθαίος δίνει μεγάλη έμφαση στο κύριο αυτό σημείο, το οποίο αποτελεί και το κεντρικό κήρυγμα στον χώρο της Εκκλησίας, στο γεγονός δηλ. της μετανοίας, γι' αυτό και καταγράφει: «Από τότε ήρξατο ο Ιησούς κηρύσσειν και λέγειν «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. Δ' 17)+ Μετάφραση.
Να σταθούμε όμως για λίγο στην μετάνοια.
Όταν ο Κύριος άρχισε το δημόσιο κήρυγμά Του, καλούσε όχι μόνο κάποιες ψυχές, αλλά όλους τους ανθρώπους να αλλάξουν τρόπο σκέψης και στάση ζωής, και τούτο διότι έφτασε πλέον η Βασιλεία των Ουρανών.
Πλησίασαν δηλ. οι ημέρες της ίδρυσης της Εκκλησίας, η οποία είναι η Κιβωτός της Σωτηρίας. Εγκαθιδρύεται ήδη η επί γης, στρατευομένη του Εκκλησία, και με τα ζωοπάροχα Μυστήριά της φωτίζει και εξαγιάζει τον άνθρωπο που αποδέχεται την Πίστη στον Θεάνθρωπο Κύριο, και τον κατευθύνει προς τον προορισμό του που δεν είναι άλλος από την ουράνια και την αιώνια βασιλεία.
Ας μη πελαγοδρομεί ο άνθρωπος και ας μη μπερδεύεται στο ποίον δρόμο θα ακολουθήσει για τη σωτηρία του. Δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι. Ένας είναι. Και αυτός ονομάζεται μετάνοια. Το Αποστολικό κήρυγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και στο θέμα αυτό είναι σαφέστατο και κρυστάλλινο.
Αφού, εννοείται, έχει προηγηθεί το Μυστήριο του Βαπτίσματος και το Χρίσμα, απαιτείται ο ισόβιος αγώνας. Ο όμορφος αγώνας της καθάρσεως, για να τον διαδεχθεί η ευλογημένα κατάσταση του φωτισμού. Αναγκαία όμως προϋπόθεση της οδού της χάριτος, όπως κηρύσσει ο Αρχηγός της Πίστεώς μας, είναι η μετάνοια. Η αλλαγή δηλ. της νοοτροπίας. Η αλλαγή-διόρθωση και ισορροπία του νοός που εδρεύει στην καρδιά, της παγίωσης του όλου φρονήματος στις θείες εντολές. Αυτή είναι η νόμιμη, η αποκαλυπτική και η Βασιλική οδός προς το καθ' ομοίωσιν και προς τον ακύμαντο λιμένα της Βασιλείας των ουρανών.
Υπάρχει άραγε αμφιβολία ότι η πραγμάτωσις του σαλπίσματος και του προσκλητηρίου αυτού της μετανοίας που μας κάνει ο ίδιος ο Κύριος, συντελείται μόνο μέσα στο χώρο της Εκλογής Του, της Εκκλησίας μας;
Μόνο άσχετοι ή πεμπτοφαλαγγίτες της Ορθοδοξίας μας θα μπορούσαν να ισχυριστούν το αντίθετο. Ότι δηλ. ο καρπός της μετανοίας μπορεί να παραχθεί και εκτός Εκκλησίας.
Και, οπωσδήποτε, αυτή η μετάνοια δεν χαρακτηρίζεται με ένα συναισθηματισμό «θρησκευτικού περιεχομένου».
Αποτελεί τρόπο ζωής που είναι αδύνατον ο άνθρωπος εξ' αρχής να αντιληφθεί την έκταση, και το βάθος της θείας αυτής δωρεάς που ονομάζεται μετάνοια. Ξεκινά μεν από την απόρριψη και το μίσος κατά της αμαρτίας , που σηματοδοτείται με την εξομολόγηση και τη θλίψη για το αμαρτωλό παρελθόν και φτάνει μέχρι τον θρήνο για όλον τον «Αδάμ». Για όλο το ανθρώπινο γένος. Βιώματα δηλ. της κατάστασης που γεύονται οι φωτισμένοι και οι θεούμενοι αδελφοί μας, οι οποίοι δια της παγκοσμίου μετανοίας και της θεοϋφαντης ταπείνωσης, μας αποκαλύπτουν τα μυστήρια και τον ασφαλή δρόμο για τη δική μας Χριστοποίηση.
Αδελφοί μου. Ήδη διανύουμε τον πρώτο μήνα του νέου έτους που μας αξίωσε η Χάρις του Θεού.
Συνειδητοποιούμε, ότι η κλεψύδρα του χρόνου και μάλιστα του προσωπικού μας , όσο περνά ο καιρός γίνεται ανελέητος. Δεν έχουμε λοιπόν, παρά να παραδεχθούμε ότι το κύριο έργο που μας καταρτίζει και που μας οδηγεί προς τον τελικό μας στόχο και σκοπό είναι η μετάνοια.
Η μετάνοια η αυθεντική που ξεκινά από τις αστοχίες μας έως και το σύνολο της παγκόσμιας αποστασίας που τραγικά όλοι βιώνουμε.
Είθε ο Κύριός μας, να μας χαρίσει το ατίμητο δώρο της αλλαγής του νοός και εμείς να συνειδητοποιούμε την την ταλαίπωρη κατάστασή μας, προσφέροντας την όλη ύπαρξή μας σ' Αυτόν τον Κύριό μας και Θεό μας.

Αμήν




Aρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Πρωτoπρ. Βασίλειος Γεωργόπουλος, Μάρτυρες του Χριστού όχι του Ιεχωβὰ.



ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΧΙ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ
Τοῦ πρωτ. π. Βασιλείου Ἀ. Γεωργοπούλου, Λέκτωρος Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ
Θεμελιώδης κακόδοξη διδασκαλία τῆς Ἑταιρείας «Σκοπιά» ἀποτελεῖ ὁ ἰσχυρισμός της πώς οἱ ἀληθινοί λάτρεις τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ὀνομάζονται ἀποκλειστικά καί μόνο «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ». Τό ἐπιχείρημα αὐτό σχετίζεται ἄμεσα καί μέ ἄλλες κακοδοξίες της:
α) ὅτι δῆθεν ὁ Θεός ἔχει ἕνα μοναδικό ὄνομα, τό Ἰεχωβᾶ, β) τήν ἄρνηση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος καί γ) τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον, σύμφωνα μέ τούς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἄν κάποιος δέν γνωρίζει, δέν προσεύχεται καί δέν κηρύττει στούς ἄλλους τό ὄνομα Ἰεχωβᾶ δέν ἀνήκει στό λαό τοῦ Θεοῦ.
Ἄν ἀξιολογήσουμε ὅμως αὐτόν τόν ἰσχυρισμότῶν Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ μέ ὁδηγό μας τήν Ἁγία Γραφή, σχετικά μέ τήν ὀνομασίατους, θά διαπιστώσουμε ὅτι καί ἡ θέση τους αὐτή εἶναι ἀντιγραφική.

 i) Πουθενά δέν ὑπάρχει προτροπή ἀπό τό Χριστό νά ὀνομαστοῦν οἱ ὀπαδοί του καί οἱ μαθητές του «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ».  Ἀντιθέτως στό Πράξ. 1, 8, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος προτρέπει τούς μαθητές του νά γίνουν μάρτυρες δικοί Του: «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πρβλ. καί Λουκ. 24, 45-48). Στήν ἴδια συνάφεια, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, κατά τό ἱεραποστολικό τους ἔργο ἐπαναλαμβάνουν τήν ἴδια θέση ὅτι δηλαδή εἶναι μάρτυρες δικοί Του καί τῆς Ἀναστάσεώς Του ( Πράξ. 2, 31-32. 3,15. 5,31-32. 10, 39-42. 13,30-32. Α΄ Πέτρ. 5,1).  Ὁ Ἀπ. Παῦλος, ἐπίσης, χαρακτηρίζει τόν πρωτομάρτυρα Στέφανο ὡς μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ (Πράξ. 22,20). Πουθενά δέν ἀναφέρουν ὅτι εἶναι «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ».
ii) Μέσα στήν Καινή Διαθήκη οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ἐκτός ἀπό τήν ὀνομασία «χριστιανοί» (Πράξ. 11, 26. Α΄Πέτρ. 4, 16), ἀναφέρονται ὡς «μαθητές» (Πράξ. 6,1), «σωζόμενοι» (Πράξ. 2,47), «ἅγιοι» (Πράξ. 9, 41. Ρωμ.1,7. Α´Κορ. 1,2), «πιστοί» (Πράξ.10, 45.Ἐφεσ.1,1) καί «ἀδελφοί» (Α΄ Κορ.7,12). Πουθενά ὡς «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ».
iii) Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Τριαδικός Θεός (ὁ Γιαχβέ) θέλει οἱ πιστοί νά εἶναι μάρτυρεςδικοί του (Ἡσ. 43,10), νά εἶναι μάρτυρες δηλαδή τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ὄχι θεῶνψευδῶν καί ἀλλοτρίων (Δευτ. 18,20), γι᾽ αὐτό καί στήν ἐποχή τῆς χάριτος καλοῦνταινά βαπτιστοῦν στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος (Ματθ. 28,19-20).
iv) Στήν Καινή Διαθήκη οἱ πιστοί προτρέπονται νά ὁμολογοῦν καί να ἐπικαλοῦνται τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (Πράξ. 22,16. Ρωμ.10,9. Β΄Τιμ. 2,22) καί ὄχι τό ὄνομα Ἰεχωβᾶ. Γίνεται ἀντιληπτό ὅτι καί στό θέμα αὐτό, ἡ Ἑταιρεία «Σκοπιά» κηρύττει ἀντίθετες θέσεις πρός τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ ὀπαδοί της δέν θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καί τῆςἈναστάσεώς Του, ὅπως οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί δέν διακηρύττουν ὅτι μοναδικόκαύχημά τους εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκανε ὁ Παῦλος (Γαλ. 6,14) καίκάνουν οἱ χριστιανοί διαχρονικά. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἑταιρείας καί στό σημεῖο αὐτό δεν ἐκφράζει τήν χριστιανική πίστη. Κηρύττει ἕνα «ἕτερον εὐαγγέλιον» μέ ὅλες τίς τραγικές του συνέπειες (Γαλ. 1, 6-9).

 Ορθόδοξος Τύπος,10/01/2014

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΣ (9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Πολύευκτος ζούσε επί των βασιλέων Δεκίου και Βαλλεριανού, ήταν στρατιωτικός στη Μελιτηνή της Αρμενίας και ήταν ο πρώτος που μαρτύρησε σ’ αυτήν τη χώρα υπέρ του Χριστού. Διότι όταν έφτασε το ασεβές δόγμα ότι πρέπει να αρνηθούν τον Χριστό οι χριστιανοί και ότι όσοι δεν πειθαρχήσουν θα πεθάνουν, αυτός χωρίς να φοβηθεί καθόλου ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό. Με το μεγάλο θάρρος του μάλιστα συνέτριψε και τα είδωλα των απίστων. Γι’ αυτό χωρίς να πεισθεί στις παραινέσεις και τις κολακείες του πενθερού του ούτε και να καμφθεί από τους θρήνους και τους ολοφυρμούς της γυναίκας του, βεβαιώνοντας τις υποσχέσεις του βαπτίσματος στον μάρτυρα Νέαρχο, που ήταν φίλος του και φοβόταν μήπως παρεκκλίνει από την πίστη του Χριστού, αυτός λοιπόν φάνηκε σταθερός στην ομολογία του Χριστού και δέχτηκε το τέλος του με ξίφος. Τελείται δε η σύναξή του στον ναό του, το αγιότατο μαρτύριό του».

Ο άγιος Πολύευκτος αποτελεί συνεπή και άξιο μαθητή του Κυρίου μας, καθώς η ζωή του επιβεβαιώνει τα λόγια Εκείνου που είπε: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, έτι και την εαυτού ψυχήν, ου δύναται είναί μου μαθητής». Στην κρίσιμη δηλαδή ώρα, που η ασέβεια τον έθεσε σε κρίση: να δείξει έμπρακτα το ποια αγάπη υπερισχύει μέσα στην καρδιά του, εκείνος χωρίς δισταγμό επέλεξε την αγάπη του Κυρίου, με θυσία μάλιστα της ζωής του, κάνοντας πέρα γυναίκα, τέκνα και συγγενείς, εφόσον αυτοί τον καλούσαν σε άρνηση του Θεού. Κι είναι το πρώτο που σημειώνουν βεβαίως και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον άγιο: «Ούτε συζύγου ο πόθος, ούτε των τέκνων στοργή, ου κηδεστού αξία, ούτε περιουσία, κτημάτων ή χρημάτων, σου το στερρόν της ψυχής παρεσάλευσαν από της Πίστεως όντως της εις Χριστόν, παμμακάριστε Πολύευκτε» (Ούτε ο πόθος της συζύγου ούτε η στοργή των τέκνων ούτε η αξία του συγγενή ούτε  η περιουσία, των κτημάτων ή των χρημάτων, κλόνισαν καθόλου τη σταθερότητα της ψυχής σου από την Πίστη πράγματι στον Χριστό, παμμακάριστε Πολύευκτε). Η σταθερότητα της πίστης του, αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του προς τον Χριστό, δεν είναι κάτι που εύκολα μπορεί κανείς να το παρέλθει. Διότι ο άγιος είχε δεσμεύσεις επίγειες: είχε να φροντίσει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Αγάπες δηλαδή φυσικές και πολύ δυνατές. Ποιος θα μπορούσε ίσως να τον κατηγορήσει ότι χάριν της οικογένειάς του άφησε τον Χριστό; Είχε σπουδαία δικαιολογία. Κι όμως! Ο άγιος πίστευε πραγματικά στον Χριστό. Κι ο λόγος Εκείνου περί της αγάπης σ’ Αυτόν υπεράνω όλων ήταν εκείνο που τον συνείχε. Από την άποψη αυτή το μαρτύριό του αποκτά απροσμέτρητη αξία.

Κι επιτείνεται ακόμη περισσότερο η σπουδαιότητα του μαρτυρίου του, όταν αναλογιστεί κανείς ότι ο άγιος Πολύευκτος ήταν ο πρώτος που έδωσε τη ζωή του υπέρ Χριστού στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Διότι άλλο πράγμα είναι να έχουν προηγηθεί άλλοι σ’ ένα δρόμο που φαντάζει πολύ δύσκολος – ο δρόμος του μαρτυρίου – και άλλο να είσαι ο πρώτος που ανοίγεις τη χορεία αυτή. Η ψυχική δύναμη που απαιτείται σαφώς είναι υπέρτερη. Ο άγιος Πολύευκτος λοιπόν ανήκε σ’  εκείνους που άνοιξαν τον δρόμο, σαν ένας νέος πρωτομάρτυρας Στέφανος, δείχνοντας ότι ναι μεν είχε την ιδιαίτερη ενίσχυση από τον Χριστό, αλλά και ένα ιδιάζον φυσικό ψυχικό σθένος. Επρόκειτο για τον τύπο του ατρόμητου ανθρώπου, που είχε επίγνωση και συναίσθηση όμως του πού θα καταθέσει την τόλμη του αυτή. Με άλλα λόγια δεν λειτουργούσε μ’ έναν τρόπο «αποκοτιάς», παράλογης τρέλας, την οποία επισημαίνουμε συχνά σε νέους ανθρώπους, χωρίς συναίσθηση όμως και επίγνωση, γεγονός που τους οδηγεί όχι λίγες φορές σε απώλεια της ζωής τους χωρίς νόημα. Την πρωτιά του μαρτυρίου του εγκωμιάζει και ο άγιος υμνογράφος σε μία από τις ωδές του κανόνα του: «Μαρτυρικοίς συνηριθμήθης στρατεύμασι∙ βασιλείαν έλαβες ασάλευτον, νεοσφαγής, ταύτης επιβάς, έτι των αιμάτων σταζόντων» (Συναριθμήθηκες με τα στρατεύματα των μαρτύρων. Πήρες τη θέση σου στην αιώνια βασιλεία, ως νεοσφαγής, φθάνοντας σ’ αυτήν, ενώ ακόμη τα αίματά σου έσταζαν).

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του αγίου, επισημαίνει γι’ αυτόν και κάτι εξόχως σημαντικό, μεταξύ των άλλων εγκωμιαστικών του λόγων. «Ο γλυκασμός – λέει – της ευσεβείας ηδύνθη σοι». Σε ευχαρίστησε, σου προκάλεσε ευφροσύνη ο γλυκασμός της ευσέβειας. Η πίστη δηλαδή για τον άγιο Πολύευκτο δεν ήταν ένα είδος καταπίεσής του ή μία απλή συνήθεια που δεν αγγίζει την καρδιά. Η πίστη του στον Χριστό ήταν η παρηγοριά του, ήταν ο γλυκασμός της καρδίας του, το γλύκισμα στο λάρυγγά του, για να θυμηθούμε τον προφητάνακτα. Ήταν δηλαδή τρόπος ζωής που τον έκανε να νιώθει την παρουσία του Χριστού. Κι αυτό γιατί αγάπησε, όπως είπαμε, τον Χριστό με καθαρή και ειλικρινή αγάπη, με πόθο και έρωτα. Ο υμνογράφος του δεν μπορεί να μην τραγουδήσει την πυρωμένη αυτή καρδιά του. «Επτερώθης θείας αγαπήσεως, τω καθαρώ και ειλικρινεί πόθω τετρωμένος, και έρωτι πυρπολούμενος της άνω Βασιλείας» (Φτερώθηκες από τη θεία αγάπη, πληγωμένος από τον καθαρό και ειλικρινή σου πόθο για τον Χριστό και φλογισμένος από τον έρωτα της άνω Βασιλείας). Ας συγκρίνουμε λίγο το καμίνι αυτό της πίστης και της αγάπης του αγίου με τη δική μας αναιμική ή και παγωμένη πολλές φορές πίστη, την οποία ως κακέκτυπο περιφέρουμε με μιζέρια και με μαρασμό,  και αν δεν μπορούμε να τη μιμηθούμε, τουλάχιστον ας κλάψουμε και ας ταπεινωθούμε. Μπορεί τότε ίσως λίγη από τη δική του φλόγα να θερμάνει και τη δική μας καρδιά.

ΑΓΑΠΗ ΘΕΟΥ (Μέρος Β') Άρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος


Οπωσδήποτε ο Θεός έδειξε αυτή την αγάπη του με πολλούς και διαφόρους τρόπους, αλλ' ασυγκρίτως τρανότερα έδειξε την αγάπη του με την προσφορά του μονογενούς Του Υιού .
Ο Υιός είναι η χαρά και η αγαλλίασις του Θεού Πατρός (Παρ. Η' 30). Ο Χριστός είναι «ο Υιός της αγάπης» (Κολ. Α' 13), είναι «ο ηγαπημένος» (Εφεσ. Α' 6) και «ο Υιός ο αγαπητός» του Θεού Πατρός (Ματθ. Γ' 17), όπως μας διδάσκει η Αγία Γραφή. Και όμως, αυτόν τον αγαπημένο του Υιόν, το μονάκριβο παιδί Του, τον κατά φύσιν Υιόν Του, τη χαρά και αγαλλίασή Του, ο Θεός Πατέρας, την πρόσφερε, για εμάς. Τα άτακτα πλην όμως αγαπημένα Του παιδιά. Τον έδωσε δε και τον πρόσφερε κατά τον πλέον ασύλληπτο και οδυνηρό τρόπο. «Ος γε του ιδίου Υιού ουκ εφείσατο, αλλ' υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν» (Ρωμ. Η' 32), θα κυρήξει γεμάτος δέος ο Απόστολος των Εθνών. Ο Θεός λοιπόν, μας αγαπά προαιωνίως τόσο, ώστε δεν λυπήθηκε τον ίδιο του τον Υιόν. Χάριν της δικής μας σωτηρίας, τον παρέδωκε στον Θάνατο. Στον φρικτότερο θάνατο. Στον δια σταυρού!
Ο ιερός υμνογράφος, υπομνηματίζει τρόπον τινά την Θεϊκή αυτή αγάπη με την οποία μας περιβάλλει ο Θεός, και ερμηνεύοντας τόσο τους Προφήτες που έκαμαν λόγο περί της «κραταιάς ισχύος της αγάπης Αυτού», όσο και τα ίδια τα συγκλονιστικά γεγονότα της Πατρικής Θελήσεως αλλά και αυτής της υπακοής «έως θανάτου» του Κυρίου Ιησού Χριστού, γράφει: «προκατιδών ο Προφήτης του μυστηρίου σου το απόρρητον, Χριστέ, προσεφώνησεν· έθου κραταιάν αγάπην ισχύος, Πάτερ οικτίρμον. Τον Μονογενή Υιόν γαρ, αγαθέ, ιλασμόν εις τον κόσμον απέστειλλας». (Ακολ. Μεγ. Τετάρτης).
Και κατόπιν όλων αυτών, τίθενται τα εξής ερωτήματα: Επιτρέπεται να θλιβόμαστε και να τα χάνουμε, όταν συμβαίνει να μας βρίσκουν οι δυσκολίες και οι ποικίλοι πειρασμοί; Είναι δυνατόν να κλωνίζεται η πίστη μας, η εμπιστοσύνη μας στον Θεό, όταν γνωρίζουμε το τι εργάστηκε για εμάς; Όταν βλέπουμε ότι έδωσε τον Υιόν του τον Αγαπητό; Μόνο αυτό δεν πρέπει να επιτρέπουμε να συμβαίνει. Η εμπιστοσύνη μας να παραμένει οπωσδήποτε ακλόνητη στην αγάπη του Θεού «ος γε του ιδίου υιού ουκ εφείσατο, αλλ' υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν, πως ουχί και συν αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται;» (Ρων. Η' 32). Αυτός δηλ. ο Oποίος δεν λυπήθηκε τον ίδιο τον Μονογενή Υιό του, αλλά για χάρη όλων μας τον παρέδωσε σε θάνατο, πώς δεν θα μας χαρίσει μαζί μ' Αυτόν και όλες τις χάριτες που είναι απαραίτητες για την σωτηρία μας; Αφού μας χάρισε τον Υιό Του, δεν θα μας χαρίσει και όλα τα άλλα που χρειαζόμαστε για να σωθούμε;
Αλλά και στο θέμα αυτό, αδελφοί μου, μας καθοδηγούν οι Άγιοι του Θεού. Μας ποδηγετούν οι υπάρξεις αυτές που δεν έθεταν στη ζωή τους τίποτα περισσότερο από αυτή την αγάπη προς τον Θεό. Λάτρευαν και λατρεύουν, αγαπούσαν και αγαπούν τον Θεό με τέτοια φλογερή αγάπη, που μπροστά της το κάθε είδους εμπόδιο και ο κάθε πειρασμός κατακαίγονται και γίνονται στάχτη και κονιορτός «ων εκρίπτει ο άνεμος από προσώπου της γης» (Ψαλμ. Α').
Η Αγάπη που τρέφουν οι Άγιοι για τον Θεό μέσα στην όλη ύπαρξή τους, είναι ένα καμίνι που φλογίζεται ακαταπαύστως και προϊόντος του Χρόνου χωνεύει οποιαδήποτε προσκόλληση στην ύλη ή ακόμα και τα «φάσματα αληθείας» τα οποία προσπαθούν να καταλάβουν την αγαθή συνείδηση.
Ανοίγει τους ορίζοντες και κάνει το χρυσάφι της ολοκληρωτικής ένθεης αγάπης να ξελαμπικάρει και να γίνεται άπεφθος χρυσός, ολοένα και περισσότερο. Οι δε ενάντιοι άνεμοι στην πορεία της ζωής, ενδυναμώνουν την φλόγα της αγάπης και κάνουν την ύπαρξη να προγεύεται την χαρά της θριαμβεύουσας εν ουρανοίς Εκκλησίας. Και ακόμα περισσότερο, την αγάπη που θα αισθανθεί η ψυχή την ευλογημένη στιγμή, όταν θα βρεθεί ενώπιον Του Προσώπου Αυτού, που έκανε τα πάντα για τον άνθρωπο!
Αντιθέτως, όταν ο πιστός έχει μεν την καλή διάθεση, δεν αγωνίζεται όμως
στο να καλλιεργήσει αυτή την «πρώτη και μεγάλη εντολή», την οποία βεβαίως θα ακολουθήσει και «δευτέρα αυτής ομοία, η αγάπη του πλησίον ως σεαυτόν» (Ματθ. ΚΒ΄38-39), ομοιάζει με αυτόν που στα χέρια του κρατά ένα μικρό κεράκι, του οποίου όμως η μικρή φλόγα κινδυνεύει να σβήσει στην πρώτη πνοή του ανέμου.
Αλλά και στην περίπτωση αυτή, που ο άνθρωπος αισθάνεται ως «κάλαμος υπό ανέμου σαλευόμενος», και ότι μέσα του δεν καίει πάρα μια μικρή φλογίτσα αγάπης, δεν θα πρέπει να συγχύζεται και να τα χάνει, αφού έρχεται αρωγός και βοηθός ο ίδιος ο Κύριος. Πόσο παρηγορητικός ο λόγος του Πρ. Ησαΐου, που μεταφέρει στην Καινή ο Ευαγγελιστής Ματθαίος: «κάλαμον συντετριμμένον ου κατεάξει και λίνον τυφόμενον ου σβέσει, έως αν εκβάλλει εις νίκος την κρίσιν» ( Ματθ. Ιβ' 20). Δεν θα συντρίψει δηλαδή ψυχές που ομοιάζουν με τσακισμένο καλάμι, και δεν θα σβήσει καρδιές στις οποίες ο θείος φωτισμός κοντεύει να φύγει, ώστε να μοιάζουν αυτές με φυτίλι που καπνίζει, μέχρι να κάνει νικητή το λόγο του Θεού, ώστε αυτός να επικρατήσει στις καρδιές όλων!
Και ενώ η κατάσταση αυτή, στην οποία ο Κύριος επιβλέπει και χαρίζει τη συνδρομή της Χάριτός του, χαρακτηρίζεται ως «κάλαμπος συντετριμμένος και λίνος τυφόμενος», ο Απ. Παύλος, που αγαπούσε όσο κανένας άλλος τον Κύριο της Δόξης, και η καρδιά του δεχόταν ισοβίως και διηνεκώς τις ριπές της χάριτος για την αγάπη του Ιησού, έγραφε τούτα τα λόγια με γραφίδα που πετούσε φλόγες: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα; Καθώς γέγραπται ότι ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν· ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. Αλλ' εν τούτοις πάσιν υπερνικώμεν διά του αγαπήσαντος ημάς. Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε άγγελοι, ούτε αρχαί, ούτε δυνάμεις, ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα, δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. Η' 35-39). Τι, λοιπόν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Μήπως τα παθήματα, οι στενοχώριες, οι διωγμοί, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι ή ο μαρτυρικός θάνατος; Σύμφωνα με την Γραφή: Για σένα πεθαίνουμε όλη την ημέρα. Μας μεταχειρίζονται σαν πρόβατα που τα πάνε για σφαγή. Εμείς όμως υπερνικούμε μέσα απ' όλες αυτές τις δυσκολίες με τη βοήθεια του Χριστού, ο οποίος πραγματικά μας αγάπησε. Και είμαι πραγματικά βέβαιος, πως ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε άγγελοι, ούτε άλλες ουράνιες δυνάμεις, ούτε παρόντα, ούτε μέλλοντα, ούτε κάτι άλλο, είτε στον ουρανό, είτε στο Άδη, ούτε κανένα άλλο δημιούργημα θα μπορέσουν ποτέ να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού για μας όπως αυτή φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.
Αυτή ακριβώς την αγάπη που αποκαλύπτει και που προσφέρει ο Θεός σε μας τα τέκνα Του, βλέπουμε να την αισθάνονται ολοένα και περισσότερο οι Άγιοί μας. Και σ' αυτή τη Θεϊκή αγάπη, ανταποκρίνονται με τη δική τους την αγάπη. Την φλόγα του θείου έρωτος που φλογίζει και πυρπολεί τις καρδιές. Τι είναι, παρά αγάπη Χριστού, αυτό που οδηγεί τα βήματα των μαρτύρων στα φρικτά και ανήκουστα μαρτύρια! Και τι είναι ο πόθος της ομολογίας των Αγίων Ομολογητών, όταν τους βλέπουμε να στέκονται ατρόμητοι ενώπιον βασιλέων και όλου του κόσμου, ομολογώντας την Θεότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού;
Αλλά και οποία αγάπη προς την Παναγία Τριάδα, φλογίζει όσες εκλεκτές ψυχές αρνούνται τα του κόσμου τερπνά και απορρίπτουν τις του βίου διατριβές, για ν' αφιερωθούν, ψυχή τε και σώματι, στον Ουράνιο Νυμφίο, τον Ιησού!
Ναι, είναι αυτή η αγάπη του Θεανθρώπου που αφανίζει ο,τιδήποτε το γήινο και το κτιστό επιχειρεί να σταθεί μπροστά της ως εμπόδιο. Αυτή δε η αγάπη, κάνει την ψυχή ν' ανοίγει τις φτερούγες της προς τις ουράνιες και ισάγγελες πτήσεις. Για την προσωπική, την βιωματική, την αιώνια συνάντηση και ταύτιση με Αυτόν που τόσο μας αγάπησε και μας θέλει παντοτεινά και αιώνια δικούς Του.
Αδελφοί μου, είναι τέτοιο το μέγεθος της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο και μάλιστα προς τον πιστό (Ιωάν ΙΖ' 9), ώστε δεν μπορεί παρά το ολιγότερον ν΄ αγγίξει το φιλότιμό μας.
Να συνειδητοποιήσουμε ότι τελικός σκοπός της ζωής μας είναι το να αγαπήσουμε τον Κύριο.
Να δείξουμε στον Πατέρα, διά της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, την αγάπη που τρέφουμε δια των «αγαπημένον του Υιόν».
Και αυτό, όχι απλώς με λόγια ή με μια απλή συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση, αλλά με τον τρόπο που ο ίδιος ο Θεάνθρωπος μάς υποδεικνύει: «ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με. Ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν». (Ιωάνν.ΙΔ΄21). Όποιος δηλ. κρατεί τις εντολές μου και τις εφαρμόζει, εκείνος μόνο με αγαπά. Όποιος δε με αγαπά, θ΄ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, και εγώ θα αγαπήσω αυτόν, και θα φανερώσω σ΄αυτόν τον Εαυτό μου».
Είθε να δώσει η Χάρις του Θεού.
Αμήν.
(Τέλος).
Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος