Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακοδρόμιον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακοδρόμιον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Ὁμιλία Β΄ Κυριακῆς Ματθαίου (Ματθ. 4, 18-23)



Ὁμιλία στὸ εὐαγγέλιο
τῆς Β΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου
ποὺ ἀναφέρεται στὴν κλήση τῶν μαθητῶν
(Ματθ. 4, 18-23)


Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Νέα Κερασοῦντα στίς 26/6/2011.
 


Τό ξεκίνημα

Ὁ Χριστός ἦλθε νά μᾶς διδάξει τήν ἐπιστροφή στόν Πατέρα κι’ αὐτό ἀκριβῶς δείχνει ἡ ἐνέργειά του νά βαπτισθεῖ ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη, πού δίδασκε τήν μετάνοια.

Βαπτίσθηκε δηλαδή ὁ Χριστός, γιά νά μᾶς ἀφήσει μέ τό ζωντανό αὐτό παράδειγμά του ὑπόμνηση, ὅτι χρειάζεται νά ἀλλάξουμε μυαλά. Νά τοποθετηθοῦμε ἀπέναντι στό Θεό πρῶτα, στόν ἑαυτό μας καί στή ζωή διαφορετικά. Καί ἀφοῦ βαπτίσθηκε στόν Ἰορδάνη, δίπλα στήν Ἱερουσαλήμ, ἔφυγε ὁ Κύριος καί πῆγε στήν Γαλλιλαία.

Ἡ Γαλιλαία ἦταν ἡ πιό ὑποβαθμισμένη, ἠθικά, πνευματικά καί κοινωνικά περιοχή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ. Οἱ Ἑβραῖοι τῆς Ἱερουσαλήμ θεωροῦσαν τούς Γαλιλαίους «ὑπόκοσμο». Γι’ αὐτό ὅταν κάποτε ρώτησαν γιά τόν Χριστό: «ἀπό πού εἶναι αὐτός;» καί κάποιοι εἶπαν «ἀπό τήν Γαλιλαία», ἀποφάνθηκαν οἱ φαρισαῖοι: «Καλός ἄνθρωπος ἀπό τήν Γαλιλαία, δέν εἶναι δυνατόν».

Δέν θυμόντουσταν ὅτι ὁ Χριστός γεννήθηκε στήν Βηθλεέμ.

Ἐπῆγε λοιπόν ὁ Χριστός στή Γαλιλαία, δίδασκε, θεράπευε καί ἐκήρυττε.

Τί ἔλεγε;

«Μετανοεῖτε ἤγγικεν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Τί σημαίνει «μετανοεῖτε»; Ἀλλάξτε μυαλά. Πάψτε νά σκέπτεσθε ὅπως μέχρι τώρα. Ποῦ τά ἔλεγε αὐτά;

Σέ μιά περιοχή πού βασίλευε ἡ ἁμαρτία καί οἱ διαστροφές. Ἡ πλεονεξία καί ἡ καταφρόνηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Καί γι’ αὐτό, παρατηροῦντο ἐκεῖ οἱ χειρότερες ἀταξίες καί ἁμαρτωλές καταστάσεις, πού ἄνθρωποι εὐλαβεῖς, δέν τίς ἔπιαναν οὔτε στό στόμα τους.

Ἐκεῖ πῆγε ὁ Κύριος. Καί ἐκτός ἀπό τό κήρυγμά του «μετανοεῖτε», ἔκανε καί μιά ἄλλη ἐνέργεια. Βλέποντας κάποιους ἀνθρώπους τούς ἔλεγε:

-Ἀφεῖστε αὐτά πού κάνετε. Ἐλᾶτε κοντά μου. Μιμηθεῖτε με. Περπατᾶτε γιά νά φθάσετε στόν Πατέρα τόν ἐπουράνιο, ἀγαπώντας τό θέλημά του· ἀλλάζοντας μυαλά· ἀφήνοντας τήν ἁμαρτία καί τόν κόσμο.
 


Γνώρισες τόν Χριστό; Πᾶρε ἀπόφαση

Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα, λέγει ὅτι βρῆκε ὁ Χριστός δύο νέους ἄνδρες, τόν Ἀνδρέα καί τόν Πέτρο καί τούς κάλεσε νά τόν ἀκολουθήσουν. Ἐκεῖνοι ἄφησαν ἀμέσως τόν πατέρα τους καί τήν περιουσία τους. Τήν βάρκα τους καί τά δίχτυα τους μέ τά ὁποῖα ζοῦσαν. Γι’ αὐτούς ὅλος ὁ κόσμος ἦταν τό καραβάκι τους, τά δίχτυα τους καί ἕνα σπιτάκι. Τά ἄφησαν ὅλα γιά νά πᾶνε κοντά στόν Χριστό. Νά ζήσουν γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα -τό ξέρομε παρακολουθώντας τή ζωή τους μέσα στό εὐαγγέλιο- οἱ δυό αὐτοί ἄνθρωποι ἀκολούθησαν τόν Χριστό γιά πάντα. Ἐδῶ στή γῆ σέ διάφορες περιπέτειες. Ἀλλά ἡ τελική κατάληξη τους ἦταν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Δοξάστηκαν μέ δόξα θεϊκή.

Τό ἴδιο ἔκανε καί γιά δυό ἄλλους νέους. Τόν Ἰωάννη καί τόν Ἰάκωβο.

-Ἐλᾶτε μαζί μου, τούς εἶπε. Ἐλᾶτε κοντά μου. Ὁ δρόμος αὐτός εἶναι. Ὄχι νά κάνει ὁ καθένας ὅτι τοῦ ὑπαγορεύει τό μυαλό του, ἡ σάρκα του, τά συναισθήματά του, ἀλλά ὅτι τοῦ ὑπαγορεύει τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας «τοῦ ἐν οὐρανοῖς».

Πρέπει νά τόν θεραπεύσομε τόν ἄνθρωπο ἀρχίζοντας ἀπό τόν ἑαυτό μας. Ἐλᾶτε κοντά μου νά γίνομε ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Νά τούς μαζέψομε, ὄχι ὅπως μαζεύουν οἱ ψαράδες τά ψάρια, γιά τό τηγάνι, ἀλλά νά τούς μαζέψομε γιά τήν αἰώνια ζωή. Γιά τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Ὁ Ἰωάννης καί ὁ Ἰάκωβος τόν ἀκολούθησαν.

Τί σημαίνει αὐτό;

Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μυαλό. Κρίση. Ἔχει βούληση. Προτιμᾶ καί ἐπιλέγει. Ἔχει καί πράξη. Προηγεῖται τό μυαλό, γιά νά δεῖ τί θέλει νά κάνει. Νά σκεφθεῖ λίγο, ποῦ θά τόν βγάλει, ἄν συνεχίσει νά πορεύεται «ὅπως πάει ὁ ὅλος ὁ κόσμος», καί ὅπως ὁ ἴδιος βάδιζε μέχρι τώρα...

Ζυγίζει τά πράγματα καί λέει:

-Ἐκεῖ νά πάω ἤ ἐκεῖ; Τί προτιμῶ;

Ζωή γιά τήν κοιλιά, γιά τήν τσέπη, γιά τίς αἰσχρότητες, πού μερικοί τίς ἔχουν σέ προτεραιότητα;

Ἤ ζωή γιά τήν ἀγάπη, τήν καλωσύνη, τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, πού διδάσκει ὁ Πατέρας μας ὁ ἐν οὐρανῷ; Καί νά κάνω ἕναν ἀγώνα γιά τήν Βασιλεία του, πρῶτα γιά μένα, καί μετά γιά κάποιον ἄλλο; Μέ τό παράδειγμά μου κυρίως. Ἄς εἶμαι ὁ φτωχότερος καί ὁ μικρότερος ἀπό ὅλους.

Μετά τίς σκέψεις αὐτές, ὁ ἄνθρωπος, κάνει τήν ἐπιλογή του μέ τόν τόν ἐσωτερικό του κόσμο, γιά τό πῶς θά συνεχίσει νά ζεῖ.
 


Τό δίδαγμα τῶν θαυμάτων

Ποιός δέν τό ξέρει, ὅτι μερικά γεροντάκια καί μερικές γριούλες εἶναι οἱ μεγαλύτεροι κήρυκες τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν;

Καί ποιός δέν τό ξέρει, ὅτι κάποια παιδιά στήν ἡλικία τῶν 18 καί τῶν 20 χρόνων, εἶναι κήρυκες τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ κάνουν τόν σταυρό τους, ὄχι μόνο πάνω στό σῶμα τους, ἀλλά ἐπάνω στήν καρδιά τους καί λένε:

-Ὄχι ζωή ὅπως τήν θέλει ὁ κόσμος. Ἀλλά ὅπως τήν θέλει ὁ Θεός. Μέ σεμνότητα, μέ ἐγκράτεια, μέ εὐσέβεια. Καί μέ ἀφοσίωση στό Θεό.

Μά ἐπειδή αὐτά εἶναι λίγο δύσκολα γιά τό μυαλό καί τήν ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου, κατέβηκε ὁ Χριστός καί ἔδειξε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ἐν δυνάμει».

Τί ἔβρισκε στή Γαλιλαία; Ἀρρώστειες, κακίες, δαιμόνια. Νά ἕνας παράλυτος...

Γιατί ἔφτειαξε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο;

Παράλυτος νά εἶναι ἤ γεμάτος ὑγεία; Στό σῶμα, στήν ψυχή καί στό πνεῦμα;

Ἕνας ἔχει Ἀλτσχάιμερ. Παρέλυσε ὄχι μόνο τό σῶμα του, μά καί τό μυαλό του. Πόσες ἄλλες καταστάσεις βλέπομε, πού καί μόνο νά τίς σκεφθεῖ κανείς τόν πιάνει κατάθλιψη;

Καί λέμε κάνοντας τόν Σταυρό μας: «οὔτε στό χειρότερο ἐχθρό μου Κύριε, τέτοια πράγματα. Ἐλέησε τόν κόσμο σου». Ἀλλά νά. Στέκει ὁ Χριστός δίπλα στόν παράλυτο, καί τοῦ λέει: «Σήκω, συχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου». Μά ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ἀποκλειστικά ζήτημα τοῦ Θεοῦ.

Καί ὁ Χριστός συνεχίζει:

-Σήκω παιδί μου καί περπᾶτα, γιά νά καταλάβουν αὐτοί πού τά μετρᾶνε ὅλα μέ τό ὑποδεκάμετρο καί μέ τό ζύγι, ὅτι ἦλθε ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Καί ὁ ἄνθρωπος ὑπακούοντας, ἤ μᾶλλον μέ τήν δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε καλά.

Αὐτά τί ἦταν;

Ἦταν μιά δύναμη πού ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά λέει:

-Τοῦτο, (τό μυαλό) δέν τά ξέρει ὅλα. Ἡ σκέψη μας ὅπως τήν κάνομε, δέν ἔχει ἀξία μπροστά στή σοφία τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν στιγμή πού βλέπομε τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί τήν Βασιλεία του στόν κόσμο. Θεραπεύει τόν παράλυτο, ἀνασταίνει τόν πεθαμένο ἐδῶ καί τέσσερες μέρες Λάζαρο. Δέν ἰσχύει ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου μπροστά στή λογική τοῦ Θεοῦ.

Ἐγώ διαλέγω τήν λογική τοῦ Θεοῦ, καί θέλω νά προχωρήσω μέ τήν λογική τοῦ Θεοῦ, μά θέλω καί δύναμη γιά νά τήν ἀκολουθήσω. Γιά νά κάνω ἀπό δῶ καί πέρα ζωή πιό ἤρεμη, πιό ἥσυχη· εὐλαβή. Μακρυά ἀπό πάθη καί ἁμαρτίες. Ἔξω ἀπό τή διάθεση πού λέει: «Ὅλους νά τούς ἔχεις παιχνιδάκια στά χέρια σου. Γιά τίς δικές σου ὀρέξεις».

Ὄχι! Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι εἶναι παιδιά του ὅλοι. Ἐγώ σάν παιδί τοῦ Θεοῦ, θά τούς ἀγαπῶ. Καί θά θέλω νά τούς ὑπηρετήσω ὅλους. Μέ ἀγάπη. Σάν μικρότερος. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀδελφός τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
 


Ὄχι μόνο καλές σκέψεις

Αὐτό εἶναι τό μήνυμα πού ἔφερε ὁ Κύριος μας, μέ τήν κλήση τῶν τεσσάρων ἀποστόλων.

Ναί. Πῆγαν κοντά του, μά δέν ἔπαυσαν νά εἶναι ἄνθρωποι ὅπως ἦταν μέχρι τότε. Δέν εἶχαν ἀλλάξει ἀκόμη. Τί ἄλλαξαν; Μυαλά. Κρίση. Ὅλος ὁ ἄλλος ἄνθρωπος ἦταν ὁ παληός ἄνθρωπος.

Δέν ἀρκεῖ μόνο νά ἀλλάξεις σκέψη. Πρέπει νά ἁρπάξεις τόν ἑαυτό σου μέ χέρια ἀτσάλινα, καί νά πεῖς σέ κάθε μέλος τοῦ σώματος σου: «Ἀπό δῶ καί πέρα, στό σωστό δρόμο».

Τό ἴδιο νά πεῖς στήν καρδιά καί στόν νοῦ σου. Στήν γλώσσα, στά μάτια, στά αὐτιά.

Ὁ Χριστός πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, γιά νά μᾶς γλυτώσει ἀπό τόν θάνατο, ἀπό τόν διάβολο, ἀπό τά πάθη, πού φέρνουν ἐδῶ στή γῆ τήν διάλυση, καί στήν αἰώνια ζωή τήν αἰώνια ἀπώλεια, αὐτός ὁ Χριστός μᾶς εἶπε:

«Πρώτη ἐνέργεια σας νά εἶναι ἡ ἀπόφαση: Ναί, θέλω νά ἀκολουθήσω τόν Χριστό στό δρόμο του πρός τήν Βασιλεία τοῦ Πατέρα μας τοῦ ἐν οὐρανοῖς».
 


Ἡ ἀρχή της πνευματικῆς ζωῆς

Ἔπειτα νά κάνω αὐτό πού πρέπει, γιά νά ὑποταχθῶ στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Νά ψάξω νά τόν βρῶ, νά τόν διαβάσω, νά τόν κατανοήσω, νά γεμίσει ἡ καρδιά μου καί ἡ σκέψη μου μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Καί νά σφίγγω τήν καρδιά μου, νά σφίγγω τόν ἑαυτό μου, γιά νά τηρῶ τό ἅγιο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Τί γίνεται ὅταν τό κάνομε;

Ὅταν ἀκολουθοῦμε τόν δρόμο τοῦ κόσμου τούτου, ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ ταραχή καί κακία. Καί ἡ συνείδηση συνέχεια φωνάζει:

-Δέν ντρέπεσαι τόν ἑαυτό σου; Τόν Θεό δέν τόν ντρέπεσαι, τόν ἑαυτό σου, δέν τόν κοιτάζεις ποτέ στόν καθρέφτη πού λέγεται «τό θέλημα τοῦ Θεοῦ»; Δέν ἔχεις τό θάρρος νά τόν κοιτάξεις; Πῶς ζεῖς;

Ὅταν ὅμως βάλομε ὁδηγό μας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, παίρνομε ἕνα ψαλιδάκι καί ψαλιδίζομε κάθε τόσο ἀπό λίγο –μιά τρίχα ἔστω ἀπό τίς κακίες μας, καί μετά ἀπό λίγο βρισκόμαστε νά ἔχομε μιά ἀγγελική κατάσταση.

Γιατί; Γιατί κάθε φορά πού ὁ ἄνθρωπος κάνει ἕνα ἐλάχιστο γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λέει τό λογικό του:

-Αὐτό τό κατόρθωσες. Γιατί νά μή κατορθώσεις καί ἐκεῖνο; Λίγη καλή θέληση χρειάζεται. Προσπάθησε καί τό ἔφτασες.

Γι’ αὐτό λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες: Ποιό εἶναι τό πιό εὔκολο ξεκίνημα γιά τήν πνευματική ζωή; Λίγη νηστεία καί προσευχή. Αὐτό εἶναι!

Παρασκευή σήμερα, λές. Δέν εἶναι ἀνάγκη νά φᾶμε κρέας οὔτε τυριά. Τό κατάφερα νά περάσω μέ νηστίσιμα. Πῶς δηλαδή; Ἔπρεπε νά εἶμαι σάν τό γατάκι πού ἅμα τοῦ δώσεις ψάρι τρελλαίνεται; Ἄνθρωπος εἶμαι.

Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, ἔμαθες πῶς εἶσαι δυνατός καί ξεκινᾶς νά πολεμᾶς τό ὁποιοδήποτε πάθος. Τοῦ σώματος, τῆς καρδιᾶς καί τοῦ πνεύματος. Καί τό νικᾶς.

Ἔτσι μᾶς δίδαξε ὁ Χριστός νά πορευόμαστε. Αὐτό ἔκαναν οἱ μαθητές του. Στήν ἀρχή, ἀνθρωπάκια ἦταν. Κοντά του, μέρα μέ τήν ἡμέρα ἔγιναν ἄγγελοι. Ἤ μᾶλλον καλύτεροι ἀπό τούς ἀγγέλους. Θέλει κουβέντα, ὅτι ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰωάννης ἦταν καλύτερος ἀπό τούς ἀγγέλους μέ τήν ἀγάπη, τήν ἁγνότητα καί τήν σεμνότητα πού εἶχε;

Αὐτό γίνεται ἄνθρωπος κοντά στόν Χριστό.

Νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός!

Καί νά μᾶς φωτίζει, νά μᾶς ἐλεεῖ, νά μᾶς προφυλάσσει ἀπό τίς λαθεμένες ἀξιολογήσεις. Ἀμήν.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Η απόλυτη κρίση...

 
 
Κρίση... Μία έννοια γνωστή σε όλους μας, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Την γνωρίσαμε μέσα από την καθημερινότητα μας που αλλάζει δραματικά, μέρα με την ημέρα. Την ζούμε σε παγκόσμιο επίπεδο και σε διαφορετικές προεκτάσεις. Κρίση στην παγκόσμια οικονομία, κρίση στις αξίες, κρίση στις ανθρώπινες σχέσεις, κρίση, κρίση, κρίση...Το αυριανό ευαγγέλιο, μιλά για την απόλυτη κρίση! Αυτήν που φέρνει απέναντι Θεό και άνθρωπο, άνθρωπο και Θεό.



Μας μιλά για τα κριτήρια με τα οποία κρίνει ο Θεός τον άνθρωπο, τα οποία καμιά σχέση δεν έχουν με εκείνα με τα οποία κρίνει ο άνθρωπος, τον συνάνθρωπο του... Ο Χριστός, επιλέγει να μιλήσει απλά και αληθινά στους ανθρώπους. Να τους μιλήσει για τον αιώνιο νόμο, η εφαρμογή του οποίου ξεπερνά κάθε έννοια λογικής. Να μιλήσει για την ξεχασμένη αγάπη, στο πρόσωπο του άλλου, μέσα από οποίον μπορεί κάποιος να συναντήσει το Θεό. 

Για μια ακόμα φορά, ο Λόγος Του Θεού, βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του στην ανθρώπινη κοινωνία. Το περίεργο είναι, πως αυτοί που τον εφαρμόζουν, δεν σημαίνει πως πιστεύουν σε Αυτόν, σε αντίθεση με άλλους, που δηλώνουν πως Τον πιστεύουν, χωρίς όμως να θέλουν να Τον εφαρμόσουν. 

Μέσα σε δύο στίχους του κειμένου, εμφανίζεται η εφαρμογή του στους ανθρώπους: ''ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με'' (Μτθ, 25,35) Πείνα, δίψα, γύμνια και ασθένεια... Η απόλυτη δυστυχία του ανθρώπου! 

Βλέπεις το αυριανό ευαγγέλιο, κάποιοι απλά θα το ακούσουν όταν κάποιοι άλλοι απλά, δίχως κανένα φόβο της ''μελλούσης κολάσεως'' θα το εφαρμόσουν.... Έτσι είναι. Πρόγευση κόλασης και παραδείσου, στην καθημερινότητα της ζωής... 

                                                                           π. Θωμάς Ανδρέου 
 

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΧAΝΑΝΑΙΑΣ ΠΩΣ ΝΑ ΑΝΤΕΞΟΥΜΕ Σ’ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ;


Ως χριστιανοί που ζούμε στον κόσμο αισθανόμαστε συχνά απελπισία. Πώς μπορούμε να συνεννοηθούμε με τους ανθρώπους που δεν αγαπούνε τον Θεό ή είναι αδιάφοροι; Πώς μπορούμε να έχουμε τη χαρά της πίστης, όταν ο κόσμος ζει μέσα σε τόση αγωνία, όταν το κακό κυριαρχεί, όταν οι ευχάριστες ειδήσεις τείνουν να εξαφανιστούν, όταν το κακό και ο θάνατος κυριεύουν τη ζωή μας;  Όταν το μόνο για το οποίο γίνεται λόγος είναι η κρίση; Όταν η σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση των ανθρώπων είναι ο εαυτός τους, η ικανοποίηση των επιθυμιών τους και η απαισιοδοξία και το παράπονο για το ότι αυτό δεν είναι εφικτό;  Όταν ακούμε συνεχώς το «να περνάς καλά»  ως στόχο και όχι το «να ξέρεις γιατί ζεις»;

              Χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε πάντως ότι αυτή η κατάσταση ίσχυε πάντοτε. Από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Χριστός στον κόσμο, μία τέτοια πραγματικότητα υπήρχε. Γι’  αυτό και ο Κύριός μας επεσήμανε ότι στον κόσμο θα έχουμε θλίψη. Γιατί θα βλέπουμε τη ζωή διαφορετικά και θα αισθανόμαστε μόνοι και παράξενοι. Ο Χριστός βέβαια ζήτησε από όσους πιστέψουν σ’  Αυτόν να έχουν θάρρος, διότι νίκησε τον κόσμο και τη νοοτροπία Του. Επομένως, όποιος Τον ακολουθεί, δε χρειάζεται να απογοητεύεται. Να αποκαρδιώνεται. Να παραδίδει τη χαρά και την αισιοδοξία που η σχέση με τον Χριστό δίνουν, στη λύπη για τη ζωή και την πραγματικότητα. Αντιθέτως, καλείται να εργαστεί ώστε το ήθος και τις αξίες που βιώνει, να τα καταστήσει κτήμα και των άλλων. Να γίνει ο ίδιος ένα ζωντανό υπόδειγμα ότι μπορεί ο άνθρωπος να νικήσει τη λύπη και τη θλίψη του κόσμου, αρκεί να πιστεύει.
               Ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους, χρησιμοποιεί μία προτροπή του Θεού από την Παλαιά Διαθήκη, την οποία την επαναλαμβάνει στους χριστιανούς: «διό εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε και ακαθάρτου μη άπτεσθε, καγώ εισδέξομαι υμάς»(Β’  Κορ. 6, 17). «Φύγετε μακριά απ’  αυτούς και ξεχωρίστε. Μην αγγίζετε ακάθαρτο πράγμα κι εγώ θα σας δεχτώ».
 Ο λόγος του Θεού δεν αποσκοπεί στην περιφρόνηση των άλλων ανθρώπων, οι οποίοι ζούνε μακριά Του. Αναφέρεται ουσιαστικά στο ήθος και τη  νοοτροπία τους. Στο αξιακό τους πλαίσιο. Στον τρόπο που σκέπτονται. Ο χριστιανός καλείται να ξεχωρίσει, να φύγει μακριά από μία τέτοια στάση ζωής. Να μην αφήσει να τον επηρεάσουν η απιστία, η αδιαφορία, η θεοποίηση του εαυτού, των παθών και των επιθυμιών και η ζωή χωρίς ελπίδα. Κυρίως όμως η παράδοση στον υλιστικό τρόπο ζωής. Στις δυσκολίες να έχει στραμμένη την καρδιά του στη πρόνοια του Θεού. Στο γεγονός ότι ακόμη κι αν παραχωρεί ο Θεός, για τα λάθη και τις αμαρτίες μας, να είναι δύσκολη η ζωή μας, ο χριστιανός δεν αφήνει τον εαυτό του να λιγοψυχήσει, να παραιτηθεί από την προσπάθεια να νικήσει, ακόμη και μέσα στην ήττα του. Και νίκη σημαίνει ελπίδα στον Θεό. Σημαίνει αγώνας για να βγούμε από το τέλμα και κατά άνθρωπον και κατά Θεόν. Σημαίνει μετάνοια για τα λάθη μας. Σημαίνει καινούργια αρχή στη ζωή μας. Με τόλμη και έμπνευση, που δίδονται μέσα από την προσευχή και την εμπιστοσύνη στον Θεό και το θέλημά Του.
             Την ίδια στιγμή ο χριστιανός καλείται να ξαναδεί τι σημαίνει να κυριαρχείται ο άνθρωπος από το ίδιον θέλημα. Γιατί από εκεί έρχεται η απογοήτευση. Δε συνεπάγεται κάτι τέτοιο ο άνθρωπος να μην έχει στόχους και όνειρα στη ζωή του. Όμως ο κυριότερος στόχος, αν πιστεύουμε στον Θεό, δεν μπορεί παρά να είναι η αγάπη. Όχι ως παθητική και μοιρολατρική αποδοχή της πορείας της ζωής, του θελήματος των άλλων, για να μην στενοχωρήσουμε και δυσκολέψουμε κανέναν, αλλά ως αλήθεια και ειλικρίνεια. Αυτός που αγαπά δεν κρύβει αυτό που νιώθει και πιστεύει ότι είναι αληθινό. Το ίδιον θέλημα όμως είναι η απολυτοποίηση της αλήθειας μας. Είναι, την ίδια στιγμή, η αίσθηση ότι μόνο ικανοποιώντας αυτό που σκεφτήκαμε και αποφασίσαμε ότι μας ταιριάζει, θα είμαστε ευτυχισμένοι. Και διαπιστώνουμε ότι, παρότι επέρχεται αυτή η ικανοποίηση, για την οποία ο άνθρωπο κινεί γη και ουρανό, εντούτοις και πάλι ο άνθρωπος δεν είναι ευτυχισμένος. Γιατί δεν μπορεί να αγαπά τον άλλο, αλλά μόνο τους στόχους του. Βλέπει τα πρόσωπα των άλλων ως αντικείμενα προς χρήσιν. Βλέπει τις επιδιώξεις του ως τις απόλυτες μεθόδους και οδούς ευτυχίας, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι το θέλημά του δε είναι αρκετό να ευτυχήσει. Διότι όσα κι αν πετύχει, πάλι κάτι θα του λείπει. Όταν όμως ο άνθρωπος έχει στην ύπαρξή του ζωντανή τη γνώση, την εμπιστοσύνη και την απόπειρα για βίωση του θελήματος του Θεού, που είναι η αγάπη, δηλαδή η έξοδος από τον εαυτό του σε ό,τι κάνει και το αγκάλιασμα τόσο του άλλου ανθρώπου όσο και του οτιδήποτε αξίζει, θα διαπιστώσει ότι μαζί του είναι ο Θεός. Και θα νιώσει στην καρδιά του, παρά την οδύνη κάποτε της ήττας, τη χαρά του ότι κάνει αυτό που ζητά ο Θεός. Κι Εκείνος θα στηρίξει και θα αγκαλιάσει.
              Κλειδί το «ακαθάρτου μη άπτεσθε». Ακάθαρτο είναι κάθε τι το οποίο κάνει τον άνθρωπο περήφανο και εγωιστή. Τον κάνει αυτάρκη στις ηδονές του. Είτε αυτό είναι επίτευγμα, είτε η εικόνα του,  είτε οι επιτυχίες του, είτε η αποδοχή των άλλων, ο αυτάρκης άνθρωπος οδηγείται σε μία δαιμονική έπαρση αυτοεγκλωβισμού στις δικές του δυνάμεις. Και γι’  αυτό ο Θεός προτρέπει τον άνθρωπο ούτε καν να αγγίζει το ακάθαρτο. Όπως απομακρύνουμε μία βρωμισμένη τροφή, έτσι και στη ζωή μας καλούμαστε να προσπερνάμε κάθε λογισμό, κάθε αντίληψη, κάθε πράξη που μας εγκλωβίζουν στην αυτάρκειά μας. Αξιοποιούμε τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Θεός, τις ευκαιρίες, τους ανθρώπους που μας στηρίζουν, όχι για να αυτοδοξαστούμε, ενίοτε ξεχνώντας και το πόσο και από ποιους ευεργετηθήκαμε, αλλά για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε. Να χαρούμε αληθινά και να μοιραστούμε το λίγο ή το πολύ που μας δόθηκε ή αποκτήσαμε, επειδή μας επιτράπηκε από τον Θεό να μπορούμε να το αποκτήσουμε.
              Η εποχή μας λειτουργεί ως μία χοάνη στην οποία ο άνθρωπος δύσκολα μπορεί να ξεχωρίσει πώς θα βγει από την απελπισία της παράδοσης στην κυριαρχία των υλικών αγαθών, στο ίδιον θέλημα, σε ό,τι του δίνει αυτάρκεια και υπερηφάνεια. Και γι’  αυτό στις ήττες του ο άνθρωπος απογοητεύεται, συντρίβεται, ενίοτε παραιτείται και από την ζωή.  Δεν μπορεί να χτίσει σχέσεις που να έχουν διάρκεια, διότι δεν έχει μάθει να κάνει την αγάπη κέντρο και στόχο ζωής. Κυρίως όμως αφήνει να σβήνει από το προσκήνιο η πίστη και η εμπιστοσύνη στον Θεό και το θέλημά Του. Ας αποσυρθούμε από έναν τέτοιο τρόπο ζωής και με όπλο μας την πίστη ας αφήσουμε τον Θεό να μας δεχθεί, να γίνει ο Πατέρας μας κι εμείς να είμαστε οι γιοι και οι θυγατέρες Του. Και τότε θα αντέξουμε, όσο κι αν η ζωή μας δυσκολεύει και φαίνεται χωρίς φως κι ελπίδα. Και χωρίς να είναι ανάγκη να συμφωνούμε με τους ανθρώπους που είναι μακριά από τον Θεό, είτε εντός είτε εκτός της Εκκλησίας, θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε. Με τη γλώσσα της προσευχής, της υπομονής και της προσμονής να μιλήσει ο Θεός και στις δικές τους καρδιές!

Κέρκυρα, 14 Φεβρουαρίου 2016 /πηγή

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. 17,14-23). Ο έλεγχος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, που αποβλέπει στη μετάνοια και τη σωτηρία μας


«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…» (Ματθ. 17,17)
Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Τὸεὐαγγέλιο αὐτὸ διαφέρει κάπως ἀ­πὸ τὰ ἄλλα· ἐνῷ στὰ εὐαγγέλια τῶν ἄλλων Κυριακῶν ἀκούγεται γλυκειὰ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, σὰν τῆς μάνας ποὺ καλεῖ τὰ παιδιὰ κοντά της, ἐδῶ ἡ φωνή του γί­νεται αὐστηρή. Νομίζει κανεὶς ὅτι ὁ οὐρανὸς γέμισε σύννεφα, ὁ ἥλιος σκοτεί­νια­σε, ἀ­στράφτει καὶ βροντᾷ καὶ πέφτουν

ἀ­στροπελέκια, καθὼς ἀκούει· «Ὦ γε­νεὰ ἄ­πιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔ­σο­μαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Ματθ. 17,17).
Αὐστηρὸς ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ γιὰ ποιόν λέγεται; ποιά εἶνε ἡ ἄπιστη αὐ­τὴ γενεά; Εἶνε πρῶτα ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός. Καν­ένας ἄλ­λος λαὸς στὸν κόσμο δὲν εὐεργετήθηκε τόσο ὅσο ὁ Ἰσραήλ. Ἡ ἱστορία του εἶνε μιὰ ἱ­στορία θαυμάτων. Θαύματα κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τοῦ Μωυσέως, τῶν κριτῶν, τῶν βα­σιλέ­ων καὶ τῶν προφητῶν, πρὸ παντὸς ὅμως ἐ­πὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἀ­νάμεσά τους. Τότε αὐξήθηκαν καὶ πολλαπλα­σι­άσθηκαν τὰ θαύματα σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσ­σης καὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ἔγιναν ἀ­μέτρητα. Κι ὅπως λέει στὸ τέλος τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ἂν γράφονταν ἕνα πρὸς ἕνα σὲ βιβλία ὅσα ἔκανε ὁ Χριστός, δὲν θὰ χωροῦ­σε ὁ κόσμος τοὺς τόμους (βλ. Ἰω. 21,25). Διότι θαύμα­τα δὲν εἶνε μόνο αὐτὰ ποὺ ἀναφέρει τὸ Εὐαγ­γέλιο· εἶνε καὶ ἄλλα, ὅπως ὅλη ἡ δημιουργία, ἀπὸ τὸ ἄνθος, τὸ κρίνο τοῦ ἀγροῦ, τὸ φύλλο τοῦ δέντρου, τὸ μυρμήγκι, τὴ μέλισσα, μέχρι τὸν ἄνθρωπο –σὰν σῶμα μὲ τὰ κύτταρά του καὶ σὰν ψυχή–, τὸ κάθε ἄστρο καὶ τοὺς γαλαξί­ες, ποὺ ἐρευνοῦν καὶ θαυμάζουν οἱ ἐπιστήμο­νες. Ὄντως «θαυμαστὰ τὰ ἔργα Κυρίου» (Σ. Σειρ. 11,4).
Βλέποντας ὅλα αὐτὰ τί ἔπρεπε νὰ κάνουν οἱ Ἰουδαῖοι; Ἔπρεπε νὰ πιστέψουν. Πίστεψαν; Δὲν πίστεψαν, ἐκτὸς ἀπὸ μιὰ μικρὴ μειοψηφία. Μερικοὶ βοσκοί, ψαρᾶδες, χωρικοὶ καὶ λίγες γυναῖκες, ὁ κατώτερος λεγόμενος λαός, αὐτοὶ πίστεψαν. Οἱ ἄλλοι; μίσησαν τὸ Χριστὸ καὶ τέλος τὸν σταύρωσαν στὸν κρανίου τόπον. Ἔχει λοιπὸν δίκιο ὁ Χριστὸς νὰ λέῃ· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πό­τε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;».

* * *

Αὐτὸ ὅμως, ἀγαπητοί μου, ποὺ λέει ὁ Χριστὸς κατ᾿ ἐξοχὴν γιὰ τὸν Ἰουδαϊκὸ λαό, ἰσχύει καὶ γιὰ μᾶς.
Διότι κ᾽ ἐμεῖς εἴμαστε περιούσιος λαός, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρ­χαιοτέρους λαούς, μὲ ἱστορία τριῶν – τεσσάρων χιλιάδων ἐτῶν, λαὸς ποὺ εἶχε θαυμαστὰ ἐπιτεύγματα ἀλλὰ καὶ εἶδε θαύματα στὴ ζωή του. Ἄλλα ἔθνη μεγάλα καὶ κραταιὰ καταποντίσθηκαν καὶ χάθηκαν, τὸ δικό μας ἐξ­ακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη στὸν κόσμο.
Δὲν εἶνε ὑπερβολὴ ἂν ποῦμε ὅτι ἡ χώρα μας εἶνε χώρα ἁγίων. Μὲ δέος πρέπει νὰ πατοῦμε τὸ ἱερό της χῶμα. Ἂν πᾷς στὴν Κέρκυρα εἶνε ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ἂν πᾷς στὴν Κεφαλονιὰ εἶνε ὁ ἅγιος Γεράσιμος, ἂν πᾷς στὴ Ζάκυνθο εἶνε ὁ ἅγιος Διονύσιος, ἂν πᾷς στὴν Πάτρα εἶνε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ἂν πᾷς στὴν Κόρινθο εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἂν πᾷς στὴ Θεσσαλονίκη μας εἶνε ὁ ἅ­γιος Δημήτριος…
Καὶ ὅμως ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες δὲν ἐκτιμήσαμε αὐτὲς τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Μή­πως αὐτὰ ποὺ λέμε εἶνε ὑπερβολικά; Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν τοὺς ἑαυτούς μας ὅλοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἂν ζοῦμε κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει ὁ Κύρι­ος; Ἂς πάρουμε πρόχειρα μερικὲς ἐντολές.
⃝ «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ», λέει (Ἔξ. 20,9. Δευτ. 5,13), θὰ ἐργάζεσαι ἕξι μέρες. Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμ­πτη, Παρασκευή, Σάββατο ἐργασία. Ἡ ἐρ­γασία εἶνε ἀπὸ τὸ Θεό, τὴν εὐλόγησε ὁ Χριστός. Ἦρθε Κυριακή, χτύπησε καμπάνα; Ἔχεις αὐ­τιά; ἄκου· ἔχεις πόδια; κάνε φτερὰ καὶ τρέξε στὴν ἐκκλησία. Νὰ ἐκκλησιαστῇς ὁπωσδήποτε, νὰ σὲ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ πῇς ἕνα «Εὐχαρι­στῶ» γιὰ τὶς ἄπειρες εὐεργεσίες του, ἕνα «Κύ­ριε, ἐλέησον» ἀπ᾽ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου, ἕνα «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», ἕνα «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 18,13· 23,42). Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν γίνεται. Ὁ πολὺς λαὸς ἀπουσιάζει. Μιὰ στατιστική, ποὺ ἔγινε ἔδειξε, ὅτι στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοὺς ἑ­κα­τὸ ἐκκλησιάζονται μόνο δύο (2%), τόσο μόνο. Πρέπει νά ᾽νε καμμιὰ μεγάλη ἑορτή, γιὰ νὰ γίνῃ τὸ δύο τέσσερα, ἕξι, δέκα, δεκαπέντε, εἴ­κοσι. Τὸν ἄλλο χρόνο οἱ πολλοὶ ἀπουσιάζουν. Εἶνε μικρὴ ἁμαρτία ὁ λαός μας νὰ μένῃ μακριὰ ἀπὸ τὸν ἁγιασμὸ τῶν μυστηρίων;
 Ἄλλη ἐντολὴ εἶνε τὸ «Οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ» (Ἔξ. 20,7. Δευτ. 5,11). Νὰ προσέχῃς πῶς πιάνεις στὸ στόμα σου τὸ ὄ­νομα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παν­αγίας, ὅλων τῶν ἁγίων. Νὰ τὰ σέβεσαι τὰ ὀνόματα αὐτά. Ἀντὶ σεβασμοῦ ὅμως σήμερα τί ἀ­κοῦμε; Φρικτὲς βλασφημίες. Ἦταν κάποτε ἐ­ποχὴ ποὺ βλαστήμια δὲν ἀ­κουγόταν στὸν τόπο μας. Τώρα; Φρίκη! Δὲν θὰ βρῇς χωριὸ καὶ συνοικισμὸ ποὺ νὰ μὴν ἀκούγεται βλαστήμια. Βλαστημοῦν πρωί, μεσημέρι, βράδυ, μεσάνυχτα· βλαστημοῦν στοὺς δρόμους, στ᾽ αὐτοκίνητα, στὶς ἐργασίες, στὰ καφφενεῖα, στοὺς στρατῶ­νες… Ἂν πᾷς ὅμως στὴν Τουρκιά, οὔ­τε ἕνας δὲ βλαστημάει ἐκεῖ τὸν Ἀλλάχ. Ἂν πᾷς καὶ στοὺς Ἑβραίους, κανείς δὲ βλαστημά­ει ἐκεῖ τὸν Ἰεχωβᾶ. Ἐμεῖς, ποὺ ἔχουμε τὴ ζωντανὴ θρησκεία μὲ τὰ θαύματα, γίναμε τὸ πλέον βλάσφημο ἔθνος, ἡ χώρα τῶν βλασφή­μων. Κάποτε πρῶτοι στὴ βλαστήμια ἔρχονταν οἱ Ἰταλοί, τώρα ἐρχόμαστε ἐμεῖς. Δὲν ἁμαρτά­νει ὅμως μόνο αὐτὸς ποὺ βλαστημάει, ἁ­μαρτάνει κι ὁ ἄλλος ποὺ ἀκούει καὶ δὲν διαμαρτύρεται. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· Ἂν βλαστημήσῃς τὴ μάνα μου καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν πάρῃς μαχαίρι καὶ μοῦ κόψῃς τὴ μύτη, μοῦ βγάλῃς τὰ μάτια, μοῦ ξερριζώσῃς τὰ δόντια, μὲ κάνεις κομμάτια, θὰ σὲ συγχωρήσω. Ἂν ὅμως βλαστημᾷς Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ! Ὅπως ἐσὺ δὲν θέλεις ν᾽ ἀκοῦς νὰ βρίζουν τὴ μάνα σου, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός. Καὶ ὅμως καμμιά γυναίκα στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑβρίζεται τόσο χυδαίως ὅπως ἡ Παναγιά. Χυδαίως, χυδαιότατα ὑβρίζουν τὴν Παναγιά, καὶ κανείς δὲν ὑ­ψώνει φωνὴ διαμαρτυρίας. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει· Βλαστημάει κάποιος; Φώναξέ τον, παρακάλεσέ τον μὲ δάκρυα νὰ κόψῃ τὴ βλαστήμια. Δὲν τὴν κόβει, ἐπιμένει; Ἔχεις χέ­ρι; χτύπα τὸ βλάστημο· χέρι ποὺ θὰ χτυπή­σῃ βλάστημο θὰ ἁγιάσῃ. Νά γιατί ὁ Χριστὸς λέει καὶ σ᾽ ἐμᾶς· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!». Τὴν ἐντολὴ τοῦ ἐκκλησιασμοῦ δὲν τὴν τηροῦμε, τὴν τιμὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ τὴν καταπατοῦμε. Λοιπόν;
⃝ Νὰ ποῦμε ἄλλη ἐντολή; «Οὐ μοιχεύσεις» (Ἔξ. 20,13. Δευτ. 5,18). Ἕνας ἄντρας – μία γυναίκα, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, κανείς ἄλλος ἀνάμεσά τους. Καὶ πράγματι ὁ θεσμὸς τοῦ γάμου ἦταν ἰσχυρός. Τὸ διαζύγιο ἦταν ἄγνωστο στὴν πατρίδα μας, μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτου χώριζε τὸ ἀντρόγυνο. Τώρα ὅμως τὰ διαζύγια πλήθυναν. Οἱ μισοὶ σχεδὸν γάμοι διαλύονται. «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!».
Π. Αυγουστινος⃝ Ἄλλη ἐντολὴ λέει «οὐ φονεύσεις» (Ἔξ. 20,15. Δευτ. 5,17). Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θανατώσῃς ἄνθρωπο. Ἡ ζωὴ εἶνε δῶρο τοῦ Θεοῦ ἱε­ρό, θαῦμα ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο ἡ ἐπιστήμη μένει ἔκπληκτη καὶ παρ᾽ ὅλες τὶς προσπάθειές της δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξιχνιάσῃ. Ὅ,τι λοιπὸν δὲν μπορεῖς νὰ δημιουργή­σῃς, μὴν τὸ κα­ταστρέφεις. Ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος οὔτε τὴν ἐντολὴ αὐτὴ σεβά­στηκε. Ἡ ἐποχή μας ἀποδεικνύεται ἡ πιὸ αἱ­μα­τηρή. Δύο παγ­κόσμιοι πόλεμοι ἔγιναν, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι φονεύθηκαν. Καὶ τὸ αἷμα ἐξακολουθεῖ νὰ τρέχῃ ποτάμι καθημερινῶς… Καὶ μόνο στὸν πόλεμο; καὶ σὲ καιρὸ εἰρήνης ἑ­κατομμύρια ἄνθρωποι φονεύονται μὲ τὶς ἐκ­τρώσεις. Ὅποιος σκοτώνει ἕνα παιδί, σκοτώνει ἕνα ἀγγελούδι, σκοτώνει τὸ Χριστό! Ἂν σκοτώσῃς ἕναν ἄνθρωπο, ἴσως κάποια ἀφορμὴ σοῦ ἔδωσε· ἐνῷ τὸ ἀγγελούδι αὐτὸ ποὺ εἶν­ε μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας, τί κακὸ σοῦ ἔκανε; Δὲ γεννᾶνε πλέον οἱ Ἕλληνες. Μεγάλη κατά­ρα. Σχολεῖα κλείνουν ἐλλείψει παιδιῶν. Στὰ χωριὰ δὲν γίνονται πλέον βαπτίσεις παρὰ μόνο κηδεῖες γερόντων. Τὸ 1911 – 1912 ἕ­νας Ἕλληνας πέθαινε τὸ πρωί, καὶ μέχρι τὸ βράδυ γεννιόντουσαν ὀχτώ. Τώρα ἕνας Ἕλ­ληνας πεθαίνει, καὶ μέχρι τὸ βράδυ μισὸς γεν­νιέται. Σβήνει τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ ἔθνος κ᾽ ἐμεῖς κινδυνεύουμε νὰ γίνουμε οἱ νεκροθάφτες του. «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!».

* * *

Μᾶς ἀνέχεται ὁ Θεός, ἀδελφοί μου, ἀλλὰ μέχρι πότε; Προτοῦ ἐκσπάσῃ ἡ ὀργή του, ἂς μετανοήσουμε. Νὰ τηρήσουμε τὶς θεῖες ἐντολές του. Νὰ ζήσουμε μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία, αὐτὰ ποὺ διώχνουν τὸν διάβολο καὶ ἑλκύουν τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἔλεγχος τοῦ Κυρίου ἔχει αὐστηρότητα, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἀ­ποβλέπει στὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὄχι «γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη»· νὰ γί­νου­με «γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον» (Ψαλμ. 23,6), ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(4-8-1991 ἱ. ν. Ἁγ. Γερμανοῦ Ἁγ. Γερμανοῦ – Πρεσπῶν

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2015 – ΤΩΝ 630 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Ματθ. ε΄ 14-19) (Τίτ. γ΄ 8-15) Ακτινοβόλες τροχιές “Υμείς εστέ το φως του κόσμου”

ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2015 – ΤΩΝ 630 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
 (Ματθ. ε΄ 14-19) (Τίτ. γ΄ 8-15)
Ακτινοβόλες τροχιές
“Υμείς εστέ το φως  του κόσμου”
Η Εκκλησία μας, τιμά σήμερα, τη μνήμη των αγίων 630 Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε το 451 μ.Χ.  στην Χαλκηδόνα για να διατυπώσει το Χριστολογικό δόγμα.  Συγκεκριμένα, με αφορμή τις διάφορες αιρέσεις που διαστρέβλωναν την αλήθεια της Εκκλησίας  γύρω από το πρόσωπο του Κυρίου, η Σύνοδος της Χαλκηδόνας διατύπωσε το Χριστολογικό δόγμα και διατράνωσε την πίστη της Ορθοδοξίας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.
Με αυτή την ομολογία πίστεως ο Χριστός είναι ο πραγματικός Σωτήρας και Θεός μας και επομένως καθοδηγητής των ανθρώπων που δείχνει το δρόμο προς το πραγματικό φως, προς τον Πατέρα των φώτων.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η Εκκλησία μας σήμερα τιμώντας τη μνήμη των αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, επέλεξε το συγκεκριμένο ευαγγελικό ανάγνωσμα που είναι παρμένο από την “Επί του όρους ομιλία” και στο οποίο ο Χριστός παρομοιάζει τους μαθητές Του με φως του κόσμου, με πόλη κτισμένη πάνω σε βουνό που φαίνεται από παντού και ακόμα με λυχνάρι που καίει επάνω στο λυχνοστάτη.
Το φως της ζωής
Μπορούμε να επιμείνουμε λίγο στον παραβολικό λόγο του Χριστού, με τον οποίο οι μαθητές παρουσιάζονται να είναι το “φως του κόσμου”.  Όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης, αληθινό φως του κόσμου είναι μόνο ο Θεός.  Στο θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού οι άνθρωποι είδαμε το απρόσιτο φως της Θεότητας (“εγώ ειμί το φως του κόσμου”) και λάβαμε “το φως της ζωής”.
Εκείνος, λοιπόν, είναι “το φως των ανθρώπων”,  “το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον”. Τόσο οι μαθητές του Κυρίου όσο και οι πιστοί γενικότερα, επειδή ακριβώς δέχονται το φως το αληθινό, μπορούν να γίνουν και οι ίδιοι φως με τη σχετική έννοια.  Ο Χριστός είναι ο ίδιος το φως και πηγή του φωτός.
Οι πιστοί είναι ετερόφωτοι γιατί αντλούν φως από την πηγή Εκείνου.  Παίρνουν το θείο φωτισμό “εκ του πληρώματος αυτού” και έτσι γίνονται “τέκνα” και “υιοί φωτός”. Η εν Χριστώ ζωή, όπως υπογραμμίζει ο Γρηγόριος Νύσσης, είναι τελικά μια πορεία μέσα στο φως του Χριστού και ταυτόχρονα μια ακτινοβολία του φωτός αυτού μεταξύ των ανθρώπων.
Έτσι, στο βαθμό που φωτιζόμαστε από το φως του Χριστού και υπακούμε στα κελεύσματα του ευαγγελικού λόγου, γινόμαστε κι εμείς φως του κόσμου.  Αποτελούμε επίσης την “πόλιν”, η οποία “επάνω όρους κειμένη ου δύναται κρυβήναι”, κατά το λόγο του Κυρίου.
Η θέση μας ως μαθητών του Χριστού μέσα στον κόσμο είναι περίοπτη.  Όλοι έχουν στραμμένα τα μάτια τους επάνω μας.  Οι Χριστιανοί ως άλλοι λύχνοι - λυχνάρια αναμμένα από το φως του Χριστού -καλούμαστε να εκπέμψουμε το νοητό φως της πίστεως, τόσο με τα λόγια όσο και με τα καλά μας έργα.
Αγαπητοί αδελφοί, η συνειδητοποίηση του ιερού μας χρέους απέναντι στην αγάπη του Κυρίου και Θεού μας, θα έχει σαν αποτέλεσμα την αγαθοεργό καρποφορία και τη φωτεινή δραστηριότητα μας κατά το πρότυπο των τιμωμένων σήμερα αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, που ήταν και τότε και σήμερα φώτα του κόσμου, που φωτίζουν το δρόμο προς τη Βασιλεία του Θεού.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

Ο ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΟΣ ΝΟΥΣ ΤΩΝ ΚΑΚΟΠΡΟΑΙΡΕΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής των Πατέρων (Τίτου γ' 8-15)

Ο ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΟΣ ΝΟΥΣ ΤΩΝ ΚΑΚΟΠΡΟΑΙΡΕΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
Αποστολικό Ανάγνωσμα
Κυριακής των Πατέρων
(Τίτου γ' 8-15)
Ένα από τα μεγαλύτερα δώρα τού Θεού στον άνθρωπο είναι ο λόγος. Διά του λόγου, ενδιάθετου και προφορικού ο άνθρωπος ερευνά και εκφράζει την αλήθεια την οποία και βιώνει.
Έτσι με τον λόγο αναπτύσσει συζητήσεις επί διαφόρων θεμάτων και διά της σκέψεως ολοένα και περισσότερο ερευνά.
Τούτο όμως δεν σημαίνει πως όλες οι συζητήσεις είναι αναγκαίες και επιφέρουν ωφέλεια. Αντιθέτως προς τις ορθές, υπάρχουν και οι βλαβερές και μάταιες που απαραιτήτως πρέπει ο άνθρωπος και μάλιστα ο πιστός να τις αποφεύγει για να μη ζημιωθεί. Αυτό ακριβώς βλέπουμε να συνιστά ο Απ. Παύλος στον μαθητή του Τίτο και φυσικά η συμβουλή αυτή ισχύει για όλα τα μέλη τής Εκκλησίας· “Μωράς ζητήσεις και γενεαλογίας και έρεις και μάχας νομικάς περιίστασο, εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι”.
Ας εμβαθύνουμε όμως στο ποιες είναι αυτές οι συζητήσεις που τελικώς κάνουν κακό.
Γενικώς πρόκειται περί των μη σοβαρών συζητήσεων που δεν έχουν κανένα ουσιαστικό σκοπό. Οι συζητητές χάνουν τον χρόνο τους και την ψυχραιμία τους, με αποτέλεσμα να ζημιώνονται ψυχικώς και όχι μόνον. Τέτοια θέματα είναι εκείνα που έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα, την πολιτική και τόσα άλλα που τις περισσότερες φορές όταν τελειώνουν, η ατμόσφαιρα έχει ηλεκτρισθεί και την θέση τής χαράς έχει καταλάβει η ψυχρότης, ο θυμός ή και αυτή η έχθρα.
Αλλά υπάρχουν και οι συζητήσεις που τελικώς οδηγούν σε πράξεις και έργα αμαρτωλά. Εξάπτουν την καλπάζουσα φαντασία με τελικό αποτέλεσμα τον μολυσμό τής όλης υπάρξεως. Πόσοι αλήθεια ξέπεσαν σε βάραθρο και σε πράξεις για τις οποίες “αισχρόν εστί και λέγειν” ακριβώς διότι ξεκίνησαν απρόσεκτα από μια “απλή συζήτηση”. Γι' αυτό είχε απόλυτο δίκαιο σύγχρονος Γέροντας που συμβούλευε κυρίως νέους ανθρώπους: “Σε οποιαδήποτε συζήτηση δεν μπορεί να υπάρχει η παρουσία τού Κυρίου Ιησού Χριστού, να την αποφεύγετε, ή εάν ξεκίνησε να την σταματάτε αμέσως”!
Αλλά δεν είναι μόνο αυτού τού είδους οι συζητήσεις που οδηγούν τον απρόσεκτο άνθρωπο στα πνευματικά βάραθρα και στην κατασπατάληση της πολύτιμης υγείας, υπάρχουν και άλλου είδους συζητήσεις που θα φέρουν την καταστροφή και ο πιστός Χριστιανός θα πρέπει να αποφεύγει ολοσχερώς. Είναι εκείνες που αναπτύσσονται με ανθρώπους που πεισματικώς αρνούνται την αλήθεια. Με ανθρώπους που έχουν κάνει στάση ζωής το “ου με πείσεις καν με πείσεις”. Χρειάζεται άραγε να τονίσουμε ότι στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως οι κακόδοξοι και αιρετικοί που δαιμονικώς επιμένουν στην πλάνη τους; Οι άνθρωποι αυτοί συζητούν όχι για να μάθουν αλλά για να καταστρέψουν όσους από άγνοια πέσουν επάνω τους. Εξωτερικώς προσπαθούν να φαίνονται άψογοι και ειρηνικοί με το καμουφλάζ τού χαμόγελου και της δήθεν καλής συμπεριφοράς, όταν όμως κανείς τούς γνωρίζει και τους αποκαλύπτει, τότε ξεσπούν την απαίσια συμπεριφορά τους που ταυτίζεται με την πλάνη τους.
Σε όλους μας είναι γνωστοί λίγο έως πολύ οι Ιεχωβίτες, οι προτεστάντες με όλο τους τον αλλοπρόσαλλο συρφετό, και γενικώς οι τόσοι κακόδοξοι που ανερυθριάστως τολμούν να κτυπούν τις θύρες των οικιών μας για να μας δώσουν “τα φώτα τού σκότους”.
Η επιμονή και ο φανατισμός τους, το ότι με τους υπευθύνους επί των θεμάτων αυτών ποιμένες και θεολόγους αρνούνται πεισματικώς τον αποκαλυπτικό διάλογο, τούτο φανερώνει όχι απλώς μια “κλειδωμένη διάνοια”, αλλά ότι σε αρκετές των περιπτώσεων αποτελούν κατά τον χειρότερο τρόπο τους πράκτορες των αντορθοδόξων και ανθελληνικών δυνάμεων.
Τι θα κάνει ο απλός Χριστιανός μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις; Θα επιδιώξει να αντικρούσει τα επιχειρήματά τους για να τους κάμει να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη πίστη εντασσόμενοι και πάλι στο Σώμα τής Εκκλησίας; Η ίδια η πράξις δείχνει ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα πειστούν. Και τούτο, διότι δεν ερευνούν για την αλήθεια. Έχουν βλασφημήσει το Πνεύμα το Άγιον, τους έχει εγκαταλείψει η χάρις και είναι αδύνατον να ταπεινωθούν και να ομολογήσουν, αν και γνωρίζουν, πού ευρίσκεται η αλήθεια.
Αλλά εδώ κρύπτεται και άλλος κίνδυνος. Ο απλός πιστός που νομίζει ότι θα τους πείσει, μη όντας κατηρτισμένος και έτοιμος με θεολογικό οπλισμό, να επηρεαστεί από τα δήθεν επιχειρήματα και τελικώς να απορροφηθεί από την δίνη τής αιρέσεως. Και δυστυχώς πολλές τέτοιες περιπτώσεις έως σήμερα αριθμούνται.
Επιτέλους, είναι και θέμα υπακοής στον θεόπνευστο λόγο τού Θεού. Από την στιγμή που ο Απόστολος τονίζει “αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού”, δεν μπορείς να θεωρείς τον εαυτόν σου ανώτερον του λόγου τού Θεού και να έχεις διαφορετική συμπεριφορά. Εάν αυτό συμβαίνει, τότε στην ψυχή εμφωλεύει κρυπτός εγωισμός με αποτέλεσμα τελικώς ο άνθρωπος να πέφτει εξ' αιτίας της ανυπακοής του, λειτουργώντας και εδώ οι πνευματικοί νόμοι.
Ας γίνει κατανοητόν πως ο αιρετικός “εξέστραπται και αμαρτάνει, ων αυτοκατάκριτος”. Διεστραμμένος άνθρωπος και κακής πίστεως συζητητής είναι αδύνατον να πεισθεί και να μετανοήσει. Τραγικό παράδειγμα επ' αυτού οι Εβραίοι, που ενώ έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια τον Χριστό να θεραπεύει και να ανασταίνει νεκρούς και να εκδιώκει δαιμόνια, αυτοί διέστρεφαν την πραγματικότητα κραυγάζοντας πως “εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια”.
Επομένως ας μην δείχνουμε αφέλεια και ανυπακοή. Αντί να χάνουμε τον πολύτιμο χρόνο μας με ανωφελείς, επιβλαβείς και καταστροφικές συζητήσεις που τελικώς οδηγούν στην γέενα, ας εκμεταλλευόμαστε το δώρο τού Θεού, τις στιγμές τού χρόνου με ό,τι ευάρεστο στον Κύριο.
Εάν δε αισθανόμαστε την ανάγκη συζητήσεως, έχουμε ενώπιόν μας τόσα θέματα που μας μορφώνουν, ειρηνεύουν, οικοδομούν, εξαγιάζουν.
Και στο σημείο αυτό οδηγός μας ο θεόπνευστος λόγος τού Θεού και ερμηνευτές αυτού οι Άγιοι της Εκκλησίας μας.
Αμήν.

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Κήρυγμα Κυριακῆς 12.07.2015 (Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου Ρωμ. ιβ΄ 12) «Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος» υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλίνικου Νικολάου

 υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλίνικου Νικολάου

Κήρυγμα Κυριακῆς 12.07.2015
(Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου Ρωμ. ιβ΄ 12)
«Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος»
Πολύς λόγος γίνεται κάθε φορά γιά τήν ἀγάπη, σάν ἀπαραίτητο συστατικό τῶν ἀμοιβαίων σχέσεων μας. Ὡστόσο τό στοιχεῖο τῆς ἐλλείψεως ὑποκρισίας σ’ αὐτήν εἶναι βασικό. Τό «ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος» (Ρωμ. ιβ΄ 9) τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μᾶς δίνει τήν ἀφορμή γιά τίς ἑπόμενες σκέψεις.
Ἡ ὑποκρισία μέσα στήν ἀγάπη ἔγινε συχνό φαινόμενο στίς ἡμέρες μας. Κάτω ἀπό τήν κάθε ἐκδήλωση φιλίας ἤ ἐνδιαφέροντός μας γιά τόν ἄλλο κρύβεται πολλή δόση ἀνειλικρίνειας καί μεγάλο ποσοστό συμφεροντολογικοῦ ὑπολογισμοῦ. Ἀγαπᾶμε ὄχι γιατί αἰσθανόμαστε τήν ἀγάπη μας, ἀλλά γιατί ἐφαρμόζουμε μυστικῶς – μερικές φορές μάλιστα καί φανερά- τήν νομική ἀρχή «δίνω γιά νά δώσεις». Δίνουμε τά ψίχουλα μιᾶς ψεύτικης ἀγάπης γιά νά εἰσπράξουμε τό κεφάλαιο μαζί μέ τόν τόκο. Ἕνας ψυχρός ὑπολογισμός στίς ἐκδηλώσεις μας ἀφαιρεῖ ἀπ’ αὐτές ὅ, τι εὐγενικό ὑπάρχει μέσα μας καί κατεβάζει στά χαμηλά καί τά πιό ἱερά συναισθήματα.
Γενικά ἡ εἰλικρίνεια στίς ἐνέργειές μας ἔχει σήμερα καταντήσει σπάνιο νόμισμα. Ὁ καθένας κοιτάζει πώς θά ξεγελάσει τόν ἄλλον, προσφέροντάς του κίβδηλα αἰσθήματα πού στήν πρώτη δυσκολία ἐξανεμίζονται καί ἀπογυμνώνονται ἀπό τό ἐπιμελημένο ἔνδυμά τους.
Μᾶς περιβάλλουν ἄνθρωποι πού λίγο ἤ πολύ παίζουν μέ τόν ἑαυτό τους καί μαζί μας κατεβάζοντας σέ ἐπικίνδυνο σημεῖο τήν ποιότητα τῆς ζωῆς. Κανείς μας δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἀμέτοχος τῆς εὐθύνης γιά τό φαινόμενο αὐτό, πού μοιάζει μέ ἕνα φαύλο κύκλο.
Ὅλοι μιλᾶνε γιά τήν ἀνάγκη τῆς εἰλικρίνειας στίς διανθρώπινες σχέσεις μας κι ὅλοι ἔπειτα ὑποκύπτουμε στόν πειρασμό νά συμμορφωθοῦμε μέ ὅ, τι ἐπικρατεῖ στήν κοινωνία μας. Ἔτσι ἔχουμε μάθει νά ἀντικρίζουμε μέ περισσή ἐπιφύλαξη τόν διπλανό μας, καθώς διαπιστώνουμε τήν ἠθική διάβρωση ὅλων μας ἀπό τό κακό τῆς ἀνειλικρίνειας καί τῆς ὑποκρισίας.
Κι ὅμως εἶναι ἀνάγκη μας ψυχική ν’ ἀγαπᾶμε. Καί ν’ ἀγαπᾶμε ἀνυπόκριτα. Χωρίς δηλαδή σκεπασμένες ἐπιδιώξεις πού συχνά ἀπογυμνώνουν τήν ἀγάπη μας ἀπό τήν ὅλη θειότητα καί εὐγένειά της. Κουραζόμαστε ψυχικά κάθε φορά πού χρειάζεται νά κάνουμε μία πικρή διαπίστωση πώς τούς καιρούς μας «ἐψύγει ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν», γιατί στήν βάση της αὐτή ἡ διαπίστωση ἔχει τήν πνευματική καταδίκη τῆς ἐποχῆς μας, ἔστω κι ἄν μεσουρανοῦν οἱ τεχνολογικές της κατακτήσεις. Ποτέ ἄλλοτε δέν εἶναι τόσο ἄρρωστη μία κοινωνία, ὅσο ὅταν τά στελέχη της ἐμεῖς δηλ. οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦμε ν’ ἀντικρύζουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον μέ τό φωτεινό πρόσωπο τοῦ ἀθώου πού ἀγαπάει εἰλικρινά καί μέ τό μέτωπο καθαρό. Ἀλλά στίς ἡμέρες μας ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη, καθώς ἀπουσιάζει ἀπό πολλές πτυχές τοῦ βίου μας, σκοτεινιάζει τίς καρδιές μας καί γεννάει στίς ψυχές μας καί στά πρόσωπά μας τήν ἀμφισβήτηση γιά τό μέλλον μας.
Ποτέ ἡ κοινωνία τῶν στόχων καί ἡ ὁμοιογένεια τῶν πολιτικῶν πεποιθήσεων ἤ τό σφυκτικό δέσιμο τῶν ἰδίων συμφερόντων δέν μπόρεσαν νά ἐξασφαλίσουν τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη. Ἡ ἱστορία πληροφορεῖ πώς κανένα ἀπό τά παραπάνω σχήματα δέν βρέθηκαν ἱκανά στό διάβα τῶν αἰώνων νά ἐπιβάλει στούς ἀνθρώπους ν’ ἀγαπιῶνται εἰλικρινά καί πέρα ἀπό κάθε ὑπολογισμό. Οὔτε κι αὐτή ἀκόμα ἡ κοινότητα τοῦ αἵματος δέν μπόρεσε νά ἐγγυηθεῖ κάτι τέτοιο. Γιατί αὐτή βασίζεται κυρίως ἐπάνω στήν ἐσωτερική ἀναγέννηση καί στήν πίστη στόν ἄνθρωπο πού εἶναι εἰκόνα Θεοῦ.
Ἡ ἀληθινή ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο δέν εἶναι σκέτο συναίσθημα. Ἔχει σάν ἀφετηρία τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. Ἔρχεται σάν προέκταση αὐτῆς τῆς ἀγάπης, γι’ αὐτό καί ἔχει χαρακτήρα ἱερό. Ἔτσι, σέ τελευταία ἀνάλυση ἡ εἰλικρινής ἀγάπη μας γιά τόν ἄλλον δέν ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό ἐμᾶς. Εἶναι, θά ἔλεγα, δῶρο τοῦ Θεοῦ ἤ μᾶλλον ἀντίδωρον σέ ὅσους στηρίζονται πάνω στήν πρός Αὐτόν ἀγάπη. Γι’ αὐτό οἱ δύο ἀγάπες, πρός τόν Θεόν καί πρός τόν ἄνθρωπον, στά πλαίσια τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, βρίσκονται σέ ἄμεση σχέση. Δηλ. δέν μπορεῖ κανείς νά ἀγαπάει τόν Θεό σάν δέν ἀγαπάει τόν ἄνθρωπο καί τανάπαλιν. Αὐτή ἡ ἀλληλοεξάρτηση δείχνει τό βαθύ θεμελίωμα τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί τονίζει τήν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου μέσα στόν κόσμο.
Ἀπό τέτοια ἀγάπη ἔχουν ἀνάγκη οἱ ἄνθρωποις καί οἱ ἐποχές. Γιά νά ὀρθοποδήσουν καί νά εὐημερίσουν. Καί θά πληρώνεται αὐτή ἡ ἀνάγκη, ὅσο οἱ ἄνθρωποι θά γίνονται πνευματικότεροι. Πιότερη ἀγάπη στόν Θεό θά σημαίνει ἀναπόφευκτα πιότερη ἀγάπη καί πρός τόν ἄνθρωπο. Ἀλλιῶς θά τρεφόμαστε μέ αὐταπάτες.
Θά μπορέσουν ἄραγε ὅλοι νά ἀντιληφθοῦν αὐτή τήν ἀλήθεια; Ἄν ναί, τότε δέν θά εἶναι ἁπλῶς «ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος» ἀνάμεσά μας ἀλλά καί οἱ ἡμέρες μας ξεχωριστές καί ἡ παρουσία μας τίμια.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΩ Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής Ε´ Ματθαίου (Γαλ. ε´ 22 – στ´ 2)Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΘΩ
Αποστολικό Ανάγνωσμα
Κυριακής Ε´ Ματθαίου
(Γαλ. ε´ 22 – στ´ 2)
Μία των μεγαλυτέρων Οσιακών μορφών που εορτάζει η Εκκλησία μας στις 5 Ιουλίου είναι ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ο κτίτωρ τής Μεγίστης Λαύρας τού Αγίου Όρους και ο οργανωτής τού Κοινοβιακού Μοναχισμού. Δέος καταλαμβάνει τον ευσεβή προσκυνητή όταν από του μακρόθεν αντικρίσει την καστροπολιτεία τής Μονής που αδιασπάστως απ' όταν ιδρύθηκε συνεχίζει έως των ημερών μας και χάριτι Θεού θα συνεχίζει να κρατά υψωμένα τα λάβαρα της αυθεντικής Ορθοδοξίας και του Ελληνικού μας Έθνους.
Αλλά η συγκίνησις είναι ανωτέρα πάσης περιγραφής όταν κλίνει το γόνυ και πάλλεται η καρδία μπροστά στον τάφο τού ίδιου τού Αγίου. Στο μνημείο που διαφυλάσσει το ιερό σκήνωμα του Οσίου τόσους αιώνες, αφού η εντολή που άφησε ήταν να μη γίνει ποτέ η ανακομιδή των ιερών του λειψάνων. Αλλά για τον μεγάλο αυτόν Άγιον που γεννήθηκε το 930 μ.Χ. στην Τραπεζούντα, εποίμανε την Λαύρα του επί σαράντα έτη και κατά την επιθεώρηση των εργασιών τού καθολικού τής Μονής, κατέρρευσε τμήμα τού οικοδομήματος, με αποτέλεσμα ο Όσιος να παραδώσει μαρτυρικώς την ζωή του μέσα στα χαλάσματα, θα πρέπει όλοι οι Ορθόδοξοι και δη φιλομόναχοι πιστοί να μελετήσουμε εκτενώς τον βίον και την πολιτείαν του. Και αυτό τοσούτω μάλλον πρέπει να γίνει διότι ο δημιουργός τόσων μονών και σκητών και Πατέρας πνευματικός χιλιάδων έως σήμερα μοναχών, εβίωνε στον υψηλότερο βαθμό τον καρπό τού Πνεύματος για τον οποίον μάς γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή του ο Απ. Παύλος.
Μάλιστα, το Πνεύμα το Άγιον ευρήκε στην ψυχή τού Αγίου Αθανασίου το κατάλληλο έδαφος για να καρποφορήσει εκατονταπλασίως. Γι' αυτό και τον ενέπλησε με τόση χάρη που είναι αδύνατον να συλλάβει ο νούς τού ανθρώπου. Ακόμα και αυτός ο Αγγελικός κόσμος μένει εκστατικός ενώπιόν του. “Την εν σαρκί ζωήν σου κατεπλάγησαν, Αγγέλων τάγματα...” σημειώνει ο υμνογράφος στο απολυτίκιο του Οσίου. Αλλά τους Αγίους τούς μελετούμε και για έναν ακόμα λόγο. Να σκύπτουμε και να βλέπουμε την δική μας κατάσταση και το πνευματικό επίπεδο, όχι βεβαίως για να αποθαρρυνόμεθα, αλλ' αντιθέτως για να αντλούμε, διά των ευχών τους, δύναμη και θάρρος στο να συνεχίσουμε τον αγώνα τής καθάρσεως και στην συνέχεια του φωτισμού. Ως εκ τούτου η μονολόγιστος ευχή, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν”, ουδέποτε πρέπει να απουσιάζει από τα χείλη και ιδίως τον νού, ταυτοχρόνως δε να υποψάλλουμε υποκαρδίως την αέναη δοξολογία προς τον Τριαδικό Θεό.
Ένας από τους καρπούς που το Άγιον Πνεύμα παράγει στην ύπαρξη των ορθοδόξων πιστών είναι η αγάπη που βεβαίως τοποθετείται πρώτη από τον Θεόπνευστο Απόστολο. Γιατί αυτό; Μα διότι είναι η ρίζα αλλά και το επιστέγασμα όλων των άλλων αρετών. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε αδελφοί μου την αξία τής πίστεως. Της Αποστολικής μας Πίστεως, όπως αυτή σε κάθε εποχή την κατέχουν, την κηρύσσουν και μας παραδίδουν οι θεούμενοι Άγιοι.
Τούτο είναι εκ των ων ουκ άνευ, απόλυτον και αδιαπραγμάτευτον. Εάν δε κανείς επιμένει στο αντίθετο, ευρίσκεται σε αθεράπευτη πλάνη και την ευθύνη ακεραία την φέρει ο ίδιος. Ας αφήσουμε όμως τόσο τις αθεϊστικές όσο και τις οικουμενιστικές αγαπολογίες και ας περάσουμε έσω και δι΄ ολίγον να γευθούμε τους ηδύτατους καρπούς τού Πνεύματος. Αλήθεια πού να σταθεί κανείς και τί να τρυγήσει πρώτο, τι δε να αφήσει δεύτερον. “Αγάπη, Χαρά, Ειρήνη, Μακροθυμία, Χρηστότης – Αγαθωσύνη, Πίστις, Πραότης, Εγκράτεια”!
Ένα ολόχρυσον περιδέραιον που κοσμεί τις υπάρξεις όσων αγωνίζονται χωρίς αγωνία και άγχος να ομοιάσουν προς τον Κύριο. Και όπως κατανοεί ο κάθε ένας που γεύθηκε του ευλογημένου αγώνος, δεν πρόκειται περί ανθρωπίνων κατορθωμάτων, ούτε για δημιουργήματα νοητικών ή συναισθηματικών ικανοτήτων. Πρόκειται για τους ευχόμενους καρπούς τού Πνεύματος που λαμβάνουμε διά των ιερών μυστηρίων και της εν γένει ασκητικής – ησυχαστικής – ομολογιακής βιοτής. Είναι επίσης άξιον παρατηρήσεως ότι οι πνευματικοί αυτοί καρποί επί της ουσίας αποτελούν ένα σύνολο ενιαίο, αρμονικό και συμμετρικό. Αυτός δε είναι και ο λόγος που ενώ οι αρετές που το αποτελούν είναι πολλές, γίνεται λόγος περί ενός και του αυτού καρπού.
Έξω από τον ευλογημένο χώρο τής Εκκλησίας, μπορεί να βρει κανείς ανθρώπους κατά κόσμον αξιόλογους με αρετές μεμονωμένες και πρόσωπα βεβαίως άξια λόγου. Ουδεμία αντίρρησις περί αυτού. Ουδέποτε όμως εκτός Ορθοδοξίας θα συναντήσει κανείς την αγνότητα, όχι ως ένα επίπεδο ηθικιστικής ζωής, αλλά με την μορφή τής αυθεντικής αγιότητος που φέρουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας όπως εν προκειμένω ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης. Οι Άγιοι της Πίστεώς μας, οι Μάρτυρες, οι Ομολογητές, οι Όσιοι, οι Ιεράρχες, όλοι αυτοί που αποτελούν τα καταξιωμένα και εξαγιασμένα μέλη τής Εκκλησίας μας και που αναντιρρήτως έχουν καταστεί οι φωτεινοί μας οδοδείκτες, όχι απλώς εγεύθησαν τον καρπόν τού Πνεύματος, αλλά οι ίδιοι εκαρποφόρησαν τις Ευαγγελικές αρετές, ταυτοχρόνως δε αποτελούν τους θεματοφύλακες των Οσίων και των Ιερών έναντι όσων προσπαθούν να απεμπολήσουν την Ιερά μας Παρακαταθήκη.
Είναι οι θεηγόροι οπλίτες οι οποίοι προμαχούν μαζί με το σύνολο των πιστών τής στρατευομένης Εκκλησίας έναντι όσων χρησιμοποιούν ακόμα και αυτόν τον συνοδικό θεσμό για να αλλοιώσουν την Αποστολική και Πατερική παράδοση που, πορφυρομένη με τα αίματα των Αγίων, κατέχουμε.
Το δε θαυμαστό στην ζωή των πιστών είναι ότι όσο περισσότερο ευρίσκουν το μονοπάτι τής κατά Θεόν ζωής και γεύονται τον καρπόν τού Πνεύματος με όλες αυτές τις εκφάνσεις που αναπτύσσει ο Θείος Απόστολος, τόσο και περισσότερο εδραιώνεται όχι μόνο η σταθερότητα στην Ευαγγελική – Αποκαλυπτική αλήθεια, αλλά συναυξάνουν τον ένθεο ζήλο τους σε ό,τι οι Άγιοι μάς πρόσφεραν για να κρατήσουμε αλλά και να μεταλαμπαδεύσουμε.
Και αυτό οφείλουν να το γνωρίζουν πολύ καλώς όσοι νομίζουν ότι τα μέλη τής Εκκλησίας υπακούουν άνευ διακρίσεως και κατά πάντα σε ό,τι κάποιοι κύκλοι σχεδιάζουν που δήθεν θα επιφέρει αλλαγές στο δόγμα και στο ήθος.
Είθε, αφού αρνούμαστε τους στυφούς και δηλητηριασμένους καρπούς τής αποστασίας τής Νέας Εποχής, ισοβίως να γευόμεθα τον καρπόν τού Πνεύματος.
Αμήν.

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Ου γαρ οι ακροαταί...αλλ΄ οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος Αποστολικό Ανάγνωσμα Β' Κυριακής Ματθαίου. (Ρωμ. β' 10-16)

        Ου γαρ οι ακροαταί...αλλ΄ οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται. 

                            Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Αποστολικό Ανάγνωσμα
Β' Κυριακής Ματθαίου. (Ρωμ. β' 10-16)

 Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Δεν είναι ολίγοι εκείνοι οι πιστοί που ενώ ξεκινούν την πνευματική ζωή με ιερό ενθουσιασμό και με συνέπεια, προϊόντος τού χρόνου αφήνουν την καρδιά τους να ψυχρανθεί και η πίστις να καταστεί απλώς κάτι σαν ιδέα και θεωρία. Οι συνέπειες όμως αυτής τής καταστάσεως είναι άκρως αρνητικές, αφού τελικώς όχι αυτοί που έχουν κάποια γνώση, αλλά εκείνοι που την εφαρμόζουν θα δικαιωθούν εν ημέρα κρίσεως. Αυτήν ακριβώς την αλήθεια μάς επισημαίνει στο Αποστολικό ανάγνωσμα ο Απ. Παύλος.

“Ου γαρ οι ακροαταί τού νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ' οι ποιηταί τού νόμου δικαιωθήσονται” (Ρωμ. β' 13).
Ας εμβαθύνουμε όμως με τη χάρη τού Θεού στο σημαντικότατο αυτό θέμα.
Θα πρέπει εξ' αρχής να τονίσουμε και να εννοήσουμε ότι ο Θεός δεν δίδει τον Νόμον του και τις εντολές του απλώς και ως έτυχε. Δεν είναι απλά λόγια το αποκαλυπτικό θέλημα του Θεού που επαφίεται στο τι εξ' αυτών ο άνθρωπος θα θελήσει να εφαρμόσει. Όχι, ο Νόμος και οι Εντολές τού Θεού για τους πιστούς που εκουσίως δέχονται τον ελαφρύ ζυγό τού Χριστού, είναι υποχρεωτικού κύρους και εφαρμογής. Μας εδόθη ο νόμος τού Θεού που διασφαλίζεται και ερμηνεύεται αυθεντικώς μόνο εντός τού Σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, όχι για άλλο σκοπό, αλλά για να τον έχουμε ρυθμιστή στην ατομική, την οικογενειακή, την κοινωνική, την Εθνική μας ζωή. Και φυσικά το τέλειο είναι ολόκληρος ο κόσμος να τεθεί στην υπακοή αυτών των θείων εντολών που απελευθερώνουν και εξαγιάζουν τον άνθρωπο.
Ο Χριστιανός που θεωρητικώς αποδέχεται την πίστη τού Χριστού αλλά αδιαφορεί για την πρακτική της εφαρμογή ομοιάζει προς το άκαρπο δένδρο. Τι λέγει όμως ο Κύριος για την περίπτωση αυτή; “Παν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν, εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται”.
Και δεν είναι καθόλου τυχαίες οι λέξεις διά των οποίων ο Κύριος αποδίδει τις ουράνιες πραγματικότητες, αφού σε αυτό το πυρ τής αιωνίου κολάσεως θα καταλήξει ο κάθε αμετανόητος παραβάτης τού Ευαγγελικού νόμου.
Όχι, αδελφοί μου, δεν μπορούμε να θεωρούμε εντελώς φυσιολογικό γεγονός την εφαρμογή τού πολιτειακού νόμου• να συμφωνούμε ότι άγνοια νόμου δεν συγχωρείται• να δεχόμαστε απαξάπαντες - οι νουν έχοντες - ότι οι παραβάτες των νόμων τού κράτους πρέπει να τιμωρούνται και από την άλλη να αρνούμαστε τις συνέπειες της παραβάσεως των εντολών τού Θεού. Εκ των λόγων σου κρινώ σε δούλε πονηρέ. Αυτή τη λογική που εφαρμόζεις για τα του κόσμου, τουλάχιστον εφάρμοσέ την και στα του Θεού, για να μην ισχυριστούμε ότι η διαλεκτική αυτή σύγκρισις υποβιβάζει το πανάγιον θέλημα. Αλλ' έστω κι απ' αυτήν την οπτική γωνία εάν το παρατηρήσει κάποιος το όλον θέμα, καταντά αναπολόγητος και στη ζωή αυτή, αλλά, φοβερόν, και εν ημέρα κρίσεως.
Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να καταντούμε άνευ των έργων τής πίστεως, πνευματικώς νεκροί. Και φυσικά, αυτό σε ουδεμία των περιπτώσεων συνιστά ηθικισμό όπως θα σπεύσουν να κατηγορήσουν οι νεορθόδοξοι και οι “καιροσκόποι” θεολόγοι, το κατάντημα δηλ. τούτο τής πίστεως. Η εφαρμογή τής Ορθοδόξου πίστεως διά έργων αγαθών, αποδεικνύει ορθοπραξίαν και συνειδητή μυστηριακή – ασκητική – ησυχαστική – ομολογιακή βιοτή με όλες τις συνέπειες και σε όλες τις εκφάνσεις τής καθημερινότητος.
Αυτό δηλ. που κηρύσσει θεοπνεύστως και ο θείος Ιάκωβος όταν γράφει: “η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί”, για να προσθέσει προς κάθε πιστόν “δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου”.
Εάν τώρα θελήσουμε να προσέξουμε περισσότερο την πληγή τής μη εφαρμογής θα διαπιστώσουμε και θα παραδεχθούμε όχι ότι ο Θεός ζητά πράγματα ακατόρθωτα, αλλά ότι μας πνίγουν οι τρεις γίγαντες  της ψυχής, δηλ. η ραθυμία, η λήθη και η άγνοια, κατά τους Πατέρες τής Εκκλησίας μας. Αυτή είναι η βασική αιτία συν τού ότι ως ανόητοι αναπαυόμαστε στην αμαρτητική ροπή που φέρουμε μέσα μας αλλά και στην κατάσταση της πνευματικής αναισθησίας που καρποφορεί η ενεργός αμαρτία σε όλα της τα επίπεδα. Είναι δε τόσο δαιμονική η αδικαιολόγητος δικαιολογία ορισμένων ότι δήθεν οι εντολές τού Χριστού είναι ανεφάρμοστες και τα θεία παραγγέλματα ακατόρθωτα που εγγίζουν τα όρια της βλασφημίας τού Αγίου Πνεύματος. Είναι δυνατόν άνθρωπε ο Θεός να δώσει νόμο δυσβάστακτο και ακατόρθωτο στους ανθρώπους; Αυτός ο πάνσοφος που γνωρίζει έως λεπτομερείας τις δυνατότητες του ανθρώπου, Αυτός που εξ αγάπης και εκ του μη όντως τον δημιούργησε, Αυτός που έδωσε τον Υιόν του τον μονογενή να θυσιαστεί επί του Σταυρού για την σωτηρία τού ανθρώπου, είναι ποτέ δυνατόν να ισχυρισθούμε ότι ζητά κάτι ακατόρθωτο από τον άνθρωπο; Κύριε φύλαξέ μας από τέτοιους δαιμονικούς λογισμούς. Όχι λοιπόν δεν είναι αυτό. Η πνευματική τεμπελιά, η άγνοια, η συνήθεια στην αμαρτία που καταντά δευτέρα φύσις καθότι “το επαναλαμβανόμενον έθος, ήθος”, η δειλία και η ντροπή τού κόσμου και τόσα άλλα είναι εκείνα που υψώνονται ως ανυπέρβλητο εμπόδιο στο να εφαρμόσουμε με χαρά και ενθουσιασμό τον αιώνιον και αμετάθετον νόμον τού Θεού. Αυτή είναι η πραγματικότητα και ας αφήσουμε τις δικαιολογίες που ως βαρίδια μάς δένουν και μας ρίχνουν στο πέλαγος της ανυπακοής.
Ναι. Τα πάντα ως προς το ζήτημα αυτό εξαρτώνται από εμάς και μόνον από εμάς, δοθέντος ότι“ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν” (Α' Τιμ. Β' 4).
Αδελφοί μου τα έτη που μας χαρίζει η αγάπη τού Θεού για να ζήσουμε στον πρόσκαιρο αυτό κόσμο είναι μετρημένα και φεύγουν γρηγορότερα και από το νερό. Στο χέρι μας είναι να τα εκμεταλλευθούμε και να θέσουμε αρχή σωτηρίας. Η εφαρμογή και μόνο η εφαρμογή των θείων εντολών είναι που βεβαιώνει την ελπίδα για την άλλη, την αιώνια, την ζωή στους ουρανούς που θα απολαμβάνουμε το λατρευτό πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Να δώσει ο Θεός.
Αμήν
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος