Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ευγένιος Καραβίας Μητροπολίτης Αγχιάλου




Ο Ευγένιος Καραβίας (1752-1821) ήταν Έλληνας Επτανήσιος κληρικός, εθνομάρτυρας, μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως, και μετέπειτα Αγχιάλου.

Γεννήθηκε στην Ιθάκη στις 27 Ιανουαρίου 1752. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευστάθιος. Σε νεαρή ηλικία έδειξε μεγάλη κλίση στα γράμματα και φοίτησε στα σχολεία της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Στη συνέχεια, παρακολούθησε την Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης, όπου και χειροτονήθηκε κληρικός. Στη συνέχεια μετέβη στηνΚωνσταντινούπολη όπου και διετέλεσε δάσκαλος των παιδιών των Φαναριωτών Ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας Ιωάννου Καρατζά και Αλέξανδρου Καλλιμάχη. Τον Μάρτιο του 1808, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του Γρηγορίου του Ε΄, εκλέχτηκε μητροπολίτης Φιλιππούπολης, αλλά παρέμεινε στη θέση αυτή για μικρό χρονικό διάστημα καθώς διώχτηκε από τους Τούρκους. Το 1813 μετατέθηκε στη μητρόπολη Αγχιάλου, στα βουλγαρικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, όπου υπήρχε σημαντικό ελληνικό στοιχείο.
Τα έτη 1816-18 ο Ευγένιος Καραβίας διετέλεσε συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το συγγενή του στρατιωτικό Βασίλειον Καραβία.
Η έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821 βρήκε τον Ευγένιο Καραβία στην Αγχίαλο. Τον αφορισμό της Επανάστασης από το Πατριαρχείο και την επικύρωση της εγκυκλίου του, ελάχιστοι μητροπολίτες αρνήθηκαν να υπογράψουν. Μεταξύ αυτών, ο Μητροπολίτης Ευγένιος δεν υπέγραψε τον αφορισμό, αλλά και αρνήθηκε να τον διαβάσει δημόσια όταν το ζήτησαν οι Τούρκοι. Οι τουρκικές αρχές τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στην Κωνσταντινούπολη στις φυλακές του Μποσταντζή μαζί με τους συλληφθέντες επίσης επισκόπους Δέρκων Γρηγόριο, Εφέσου ΔιονύσιοΝικομηδείας Αθανάσιο, Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ και Τυρνόβου Ιωαννίκιο.
Την ημέρα του Πάσχα10 Απριλίου 1821, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, στην κεντρική πύλη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι Τούρκοι, μέσα στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων, μετέφεραν τον Ευγένιο και τους μητροπολίτες Εφέσου Διονύσιο και Νικομήδειας Αθανάσιο, σε διάφορα σημεία της πόλης όπου και τους απαγχόνισαν. Συγκεκριμένα τον Ευγένιο τον κρέμασαν στη Πύλη του Γαλατά παρά την ομώνυμη γέφυρα. Στο στήθος και των τριών μητροπολιτών έφεραν υβριστική επιγραφή ως προδότες και αποστάτες.
Τα σώματά τους παρέμειναν κρεμασμένα επί τριήμερο, μετά την αποκαθήλωσή τους, αφού σύρθηκαν και διαπομπεύθηκαν ατιμωτικά στους δρόμους της πόλης από τουρκικό όχλο αλλά και Εβραίους στη συνέχεια ρίχτηκαν στη θάλασσα. Λίγες ημέρες μετά ανασύρθηκαν από κάποιους ευσεβείς Χριστιανούς όπου και τάφηκαν κάποια στο Επταπύργιο και άλλα σε κοντινό νησί απροσδιόριστου σημείου.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Παπα-Βαλής: ένας «ψυχωμένος» ιερέας της Αντίστασης


Συνηθίζουμε να συγκρίνουμε τα ανδραγαθήματα των ηρώων της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944 με τα αντίστοιχα του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα του 1821. Μία πτυχή που επιτείνει αυτή την ομοιότητα είναι η συμμετοχή του Κλήρου στους αγώνες του Γένους. Επιλέγουμε σήμερα, με την αφορμή της εθνικής επετείου, να αναδείξουμε την προσφορά ενός ανδρείου λευίτη που έπαιξε κυριολεκτικά το κεφάλι του κορώνα-γράμματα για να βοηθήσει το ποίμνιό του στον αγώνα εναντίον του κατακτητή.
Ο πατέρας Κωνσταντίνος Βαλής, γνωστός στην περιοχή του και ως παπα-Βαλής, καταγόταν από το Νεοχώρι Τριχωνίδας και διακονούσε την Εκκλησία στο χωριό Σιβίστα του Αιτωλικού και αργότερα, μέχρι το 1945, στο Αγρίνιο. Σχεδόν αμέσως με την έναρξη της υποδούλωσης της Ελλάδας στις δυνάμεις του Άξονα, ο παπα-Βαλής πρόσφερε τις δυνάμεις του στην υπηρεσία της «Εθνικής Αλληλεγγύης». Η «Εθνική Αλληλεγγύη» ήταν η πρώτη πανελλαδικής εμβέλειας οργάνωση της Κατοχής. Ιδρύθηκε στις 28 Μαΐου του 1941 και δραστηριοποιήθηκε κυρίως στον ανθρωπιστικό τομέα.
Ο παπα-Βαλής οργάνωσε εράνους και μάζευε τρόφιμα και χρήματα για να τα προσφέρει στους δοκιμαζόμενους συμπατριώτες του. Περισσότερο εντυπωσιακή, όμως, ήταν η προσφορά του στο ενεργό σκέλος της Αντίστασης. Όταν η διάσημη ηρωίδα του Αγώνα, Μαρία Δημάδη, εργαζόταν στο γερμανικό Φρουραρχείο του Αγρινίου ως διερμηνέας και υπέκλεπτε στρατιωτικά έγγραφα, ο παπα-Βαλής εισερχόταν στο στρατιωτικό κτίριο εμφανιζόμενος ως … θείος της, παραλάμβανε το πολύτιμο παράνομο υλικό μέσα από την πηγή του για να το παραδώσει στη συνέχεια στους αντιστασιακούς συνδέσμους.
Άλλη προσφιλής του ενέργεια ήταν η … σκηνοθεσία κηδειών. Μέσα στα φέρετρα και κάτω από τα λουλούδια μετέφερε όπλα για το «βουνό». Η πομπή κατέληγε στο νεκροταφείο του Αγρινίου, στο μεγάλο κενοτάφιο του Σπύρου Τζωρτζόπουλου, συνεπικουρούμενος από τον υπάλληλο του νεκροταφείου και στέλεχος του Ε.Α.Μ., Χριστόφορο Σώτο. Συχνά, οι Γερμανοί και Ιταλοί στρατιώτες, στο πέρασμα των νεκροφόρων στέκονταν σε στάση προσοχής, αγνοώντας προφανώς ότι αποδίδουν τιμές σε εχθρικό πολεμικό υλικό.
Κάποτε οι αρχές Κατοχής τον υποψιάστηκαν. Ο παπα-Βαλής το κατάλαβε και την επόμενη φορά που η πομπή συνάντησε απόσπασμα κατακτητών, η ταραχή του ήταν εμφανής. Οι αξιωματικοί τού ζήτησαν να ανοίξει το φέρετρο και έκπληκτοι αντίκρισαν τη σορό της γιαγιάς του Χρήστου Μπανιά. Από τότε δεν τον ενόχλησαν ξανά. Η μπλόφα είχε πιάσει…
Όταν έγινε κάποιο σαμποτάζ από την Αντίσταση, οι κατακτητές συνέλαβαν 30 πολίτες ως ομήρους, για να τους εκτελέσουν. Μόλις το έμαθε ο παπα-Βαλής, κατέστρωσε με την τοπική οργάνωση του Ε.Α.Μ. σχέδιο για την απόδρασή τους. Ζήτησε στη συνέχεια από τον τοπικό υπεύθυνο του Ε.Α.Μ., Αρ. Φλωρόπουλο, ένα όνομα κρατουμένου. Εκείνος του έδωσε το όνομα του Σπύρου Κοντοπάνου. Ο παπα-Βαλής μετέβη στη φυλακή έχοντας μαζί του ένα σταυρό, μια Ι. Σύνοψη και ένα κεσέ με γιαούρτι. Εκεί, ζήτησε από το Γερμανό διοικητή την άδεια να εξομολογήσει τον … ανεψιό του, Σπύρο Κοντοπάνο και όποιον άλλο ήθελε να εξομολογηθεί πριν από την εκτέλεσή του.
Ο διοικητής συγκατένευσε και οι μελλοθάνατοι συγκεντρώθηκαν σε μια αίθουσα. Ο παπα-Βαλής άρχισε να ψέλνει παρουσία του διοικητή, που στεκόταν σε στάση προσοχής:
«Κύριε ελέησον, μέσα στο γιαούρτι ένα πριόνι… Του Κυρίου δεηθώμεν, να κόψετε τα σίδερα… Να έχετε σινιάλο τέκνα μου τη νύχτα, κύριε ελέησον, ανάψτε τρία τσιγάρα, του Κυρίου δεηθώμεν, τα παιδιά περιμένουν, Κύριε ελέησον, απ’ έξω να σας ελευθερώσουν, … Κύριε ελέησον, τέκνα μου, τέκνα μου, κινηθείτε αποφασιστικά και μη φοβάστε, μνήσθητι Κύριε».
Δακρυσμένοι οι μελλοθάνατοι από αυτόν τον «Ψαλμό των οδηγιών», μπήκαν στη σειρά και άρχισαν να του φιλούν το χέρι. Συγκινημένος και ο διοικητής, επέτρεψε στον ιερέα να παραδώσει τον κεσέ στον «ανεψιό» του. Το ίδιο βράδυ οιόμηροι πριόνισαν τα σίδερα και δραπέτευσαν.
Όπως, δυστυχώς, συμβαίνει συνήθως στον τόπο μας, η ανταμοιβή για τη δράση του ήταν η … αναμενόμενη αγνωμοσύνη. Μέσα στο ζοφερό κλίμα των διώξεων και του εμφύλιου σπαραγμού που ακολούθησε, ο παπα-Βαλής απαλλάχθηκε των καθηκόντων του από τον επίσκοπό του, γιατί «η διαγωγή του σκανδάλιζε το ποίμνιον»… Μερικά χρόνια αργότερα, τιμωρήθηκε με ένα χρόνο φυλάκιση, επειδή κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης του αριστερού λογοτέχνη Θέμου Κορνάρου. Πληροφορίες τον φέρνουν να ζει αργότερα με μια μικρή σύνταξη κάπου στο Αιγάλεω…
Πληροφορίες ελήφθησαν από το άρθρο του Ομότ. Καθηγητή Ιατρικής Νίκου Παπανικολάου, «Ο Παπα-Βαλής», στον Αιτωλοακαρνανικό Τύπο, Μάρτιος 2012, σ. 4 και από τις ιστοσελίδες http—ellinon-anava.pblogs.gr/, agriniomemories.blogspot.gr/, kokkinosfakelos.blogspot.gr/, www.epoxi.gr/