Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Η Μεγάλη Παράκληση προς την Παναγία



Η "Μεγάλη Παράκληση" ή "Μέγας Παρακλητικός Κανόνας" είναι ένα εκπληκτικό μουσικό & ποιητικό έργο που έγραψε το 13ο αιώνα ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις.
Το έγραψε την εποχή που η Κωνσταντινούπολη ήταν υπόδουλη στους σταυροφόρους, γι' αυτό η έδρα του αυτοκράτορα ήταν στη Νίκαια της Μικράς Ασίας (στην πραγματικότητα υπήρχαν διάφορα ανεξάρτητα βασίλεια Βυζαντινών, που το βασίλειο της Νίκαιας ήταν το πιο σημαντικό, που τελικά πήρε και πίσω την Πόλη απ' τους σταυροφόρους το 1261).
Ο αυτοκράτορας Θεόδωρος ήταν επιληπτικός και στο έργο του φαίνεται και η αγωνία του για τα ποικίλα προβλήματά της ζωής του, αλλά και η ευγνωμοσύνη του για τη βοήθεια που του είχε ήδη προσφέρει η Παναγία.
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί διαβάζουμε τη "Μεγάλη Παράκληση" (όπως και τη Μικρή) ως προσευχή προς την Παναγία, αλλά κάθε χρόνο το 15αύγουστο (1-14 Αυγούστου, δηλ. μέχρι τη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, που είναι 15 Αυγούστου) ψάλλονται οι δύο αυτές Παρακλησεις εναλλάξ στις εκκλησίες μας. Είναι μια σπουδαία πνευματική στιγμή του λαού μας, αλλά κι ένα μεγάλο πολιτισμικό γεγονός, όσο μεγάλο είναι και η τέλεση των Χαιρετισμών τη Μ. Σαρακοστή.

Η παλαιά, θαυματουργή και ιστορική εικόνα της Παναγίας του Καζάν (Ρωσία)

Παρακάτω δημοσιεύουμε το κείμενο της Μεγ. Παράκλησης (από εδώ) και σας προσκαλούμε, κάποιο βραδάκι, στο ναό της περιοχής σας κατά τις 7 η ώρα, να την ακούσουμε.
Για λεπτομέρειες ή απορίες ως προς το "πώς δουλεύει" το κείμενο αυτό, δείτε τα αντίστοιχα σημεία της Μικρής Παράκλησης.

Ευλογητός ο Θεός ημών, πάντοτε, νυν, και αεί, και εις τούς αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Ψαλμός 142
Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσον μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά τού δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πάς ζων. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθησε με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος και ηκηδίασεν επ’ εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείράς μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου κύριε εξέλιπε το πνεύμα μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου ότι επί σοι ήλπισα. Γνώρισον μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον. Δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου ότι συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία, ένεκα του ονόματός σου, Κύριε ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολεθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τούς θλίβοντας την ψυχήν μου ότι εγώ δούλός σου ειμι.
 Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Εξομολογείσθε τω Κυρίω, και επικαλείσθε το όνομα το άγιον αυτού.
Θεός Κύριος…
Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με, και τω ονόματι Κυρίου ήμυνάμην αυτούς,
Θεός Κύριος…
Παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και εστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.
Θεός Κύριος...
Ήχος δ'  Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν, *[τα αστεράκια σημαίνουν πως εδώ κάνουμε παύση όταν ψάλλουμε] αμαρτωλοί καί ταπεινοί, και προσπέσωμεν * εν μετανοία, κράζοντες εκ βάθους ψυχής, * Δέσποινα, βοήθησον εφ’ ημίν σπλαγχνισθείσα,* σπεύσον, απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων, * μη αποστρέψης σους δούλους κενούς, * σε γαρ και μόνην ελπίδα κεκτήμεθα. 

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.
Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, * και των πτωχών υπερασπιστής, * ασθενούντων Ια­τρός, βασιλέων υπέρμαχος, * τροπαιοφόρε μεγαλομάρτυς Γεώργιε, * πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, * σωθήναι τάς ψυχάς ημών.[Εδώ κανονικά λέγεται το τροπάριο του αγίου του ναού - αν την παράκληση τη διαβάζει κάποιος στο σπίτι του π.χ., μετά το Δόξα Πατρί... λέει ξανά το πρώτο τροπάριο (Τη Θεοτόκω εκτενώς...)]
Και νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ου σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε, * τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, * ειμή γαρ συ προϊστασο πρεσβεύουσα, * τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; * Τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; * Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου, * σους γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.

 Ν' Ψαλμός
Ελέησον με ο Θεός κατά το μέγα έλεος σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημα μου. Επί πλείον πλύνον με από τής ανομίας μου και από τής αμαρτίας μου καθάρισον με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιον σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαι σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησε με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσας μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς με αγαλλίασιν και ευφροσύνην αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπον σου από των αμαρτιών μου, και πάσας τάς ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου και το πνεύμα το Άγιον μη αντανέλης απ’ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξον με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε τα χείλη μου ανοίξεις και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσιν σου. Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιων, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Ωδή Α΄ Ειρμός
Αρματηλάτην Φαραώ εβύθισε, τερατουργούσα ποτέ, * μωσαϊκή ράβδος, * σταυροτύπως πλήξασα και διελούσα θάλασσαν. * Ισραήλ δε φυγάδα, πεζόν οδίτην διέσωσεν, * άσμα τω Θεώ αναμέλποντα.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν, * και συμφορών νέφη, * την εμήν καλύπτουσι, καρδίαν Θεονύμφευτε, * αλλ’ η φως τετοκυία, το θείον και προαιώνιον, * λάμψον μοι το φως το χαρμόσυνον.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Εξ αμέτρητων αναγκών και θλίψεων, και εξ εχθρών δυσμενών, * και συμφορών βίου, * λυτρωθείς Πανάχραντε, τη κραταιά δυνάμει σου, * ανυμνώ μεγαλώνω, την άμετρον σου συμπάθειαν, * και την εις εμέ σου παράκλησιν.
Δόξα Πατρί...
Νυν πεποιθώς επί την σην κατέφυγον, αντίληψιν κραταιάν, * και προς την σην σκέπην, * ολοψύχως έδραμον, και γόνυ κλίνω Δέσποινα, * και θρηνώ και στενάζω, μη με παρίδης τον άθλιον, * των Χριστιανών καταφύγιον.
Και νυν και αεί...
Ου σιωπήσω του βοάν τρανώτατα, τα μεγαλεία τα σα, * ειμή γαρ συ Κόρη, * πάντοτε προϊστασο, υπέρ εμού πρεσβεύουσα, * τω Υιώ και Θεώ σου, τις εκ τοσούτου με κλύδωνος, * και δεινών κινδύνων ερρύσατο.
Διάσωσον, * από κινδύνων, τους δούλους σου, Θεοτόκε, * ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, * ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.
Eπίβλεψον, * εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, * επί την εμήν χαλεπήν τού σώματος κάκωσιν, * και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.  
Ωδή γ' Ειρμός
Ουρανίας αψίδος, οροφουργέ Κύριε, * και της Εκκλησίας δομήτορ, συ με στερέωσον,* εν τη αγάπη τη ση, των εφετών η ακρότης, * των πιστών το στήριγμα, μόνε φιλάνθρωπε.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Απορήσας εκ πάντων, οδυνηρώς κράζω σοι,  * πρόφθασον θερμή προστασία, και σην βοήθειαν,  * δος μοι τω δούλω σου, τω ταπεινώ και αθλίω, * τω την σην αντίληψιν, επιζητούντι θερμώς.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Εθαυμάστωσας όντως, νυν επ’ εμοί Δέσποινα, * τας ευεργεσίας σου Κόρη, και τα ελέη σου, * όθεν δοξάζω σε, και ανυμνώ και γεραίρω, * την πολλήν και άμετρον, κηδεμονίαν σου.
Δόξα Πατρί...
Καταιγίς με χειμάζει, των συμφορών Δέσποινα, * και των λυπηρών τρικυμίαι, καταποντίζουσιν, * αλλά προφθάσασα, χείρα μοι δος βοηθείας, * η θερμή αντίληψις, και προστασία μου.
Και νυν και αεί...
Αληθή Θεοτόκον, ομολογώ Δέσποινα, * σε την του θανάτου το κράτος, εξαφανίσασαν * ως γαρ φυσίζωος, εκ των δεσμών των του άδου, * προς ζωήν ανήγαγες, εις γην με ρεύσαντα.
Διάσωσον * από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε, * ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν, * ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.
Επίβλεψον * εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, * επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, * και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
Η περίφημη εικόνα Παναγία Μυρτιδιώτισσα των Κυθήρων

Ελέησον ημάς ο Θεός κατά το μέγα έλεος Σου, δεόμεθα Σου, επάκουσον και ελέησον.
Κύριε ελέησον (3 = τρεις φορές)
Έτι δεόμεθα υπέρ του  Πατρός και Αρχιεπισκόπου ημών (δεινός) και πάσης της εν Χριστώ ημών αδελφότητος.
Κύριε ελέησον (3)
Έτι δεόμεθα υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επισκέψεως, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών των δούλων του Θεού, [ονόματα]  και πάντων των παρακολουθούντων την αγίαν παράκλησην  ταύτην και υπέρ του συγχωρηθήναι αυτών παν πλημμέλημα εκούσιον τε και ακούσιον.  
Κύριε ελέησον (3)
Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν. 
Κάθισμα  Ήχος β' Τα άνω ζητών
Πρεσβεία θερμή, και τείχος απροσμάχητον,* ελέους πηγή, τού κόσμου καταφύγιον,* εκτενώς βοώμεν σοι, Θεοτόκε Δέσποινα, πρόφθασον, * και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς,*  η μόνη ταχέως προστατεύουσα.
Ωδή δ'
Συ μου ισχύς Κύριε, * συ μου και δύναμις, * συ Θεός μου, * συ μου αγαλλίαμα, * ο πατρικούς, κόλπους μη λιπών, * και την ημετέραν, πτωχείαν επισκεψάμενος, * διό συν τω προφήτη, Αββακούμ σοι κραυγάζω,* Τη δυνάμει σου δόξα φιλάνθρωπε.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Και πού λοιπόν, * άλλην ευρήσω αντίληψιν; * πού προσφύγω; * πού δε και σωθήσομαι; * τίνα θερμήν έξω βοηθόν, * θλίψεσι του βίου και ζάλαις οίμοι! κλονούμενος; * Εις σε μόνην ελπίζω, και θαρρώ και καυχώμαι, * και προστρέχω τη σκέπη σου, σώσον με.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Τον ποταμόν, * τον γλυκερόν του ελέους σου, * τον πλουσίαις * δωρεαίς δροσίσαντα, * την παναθλίαν και ταπεινήν, * πάναγνε ψυχήν μου, των συμφορών και των θλίψεων, * καμίνω φλογισθείσαν, μεγαλύνω κηρύττω, * και προστρέχω τη σκέπη σου, σώσον με.
Δόξα Πατρί...
Σε την αγνήν, * σε την Παρθένον και άσπιλον, * μόνην φέρω, * τείχος απροσμάχητον, * καταφυγήν σκέπην κραταιάν, * όπλον σωτηρίας, μη με παρίδης τον άσωτον, * ελπίς απηλπισμένων, ασθενών συμμαχία, * θλιβομένων χαρά και αντίληψις.
Και νυν και αεί...
Πώς εξειπείν, * σου κατ’ αξίαν δυνήσομαι, * τους αμέτρους, * οικτιρμούς ω Δέσποινα, * τους την εμήν πάντοτε ψυχήν,*  δεινώς πυρουμένην, ως ύδωρ περιδροσίσαντας; * Αλλ’ ω της σης προνοίας, και της ευεργεσίας, * ης αφθόνως αυτός παραπήλαυσα!
Διάσωσον, * από κινδύνων, τούς δούλους σου, Θεοτόκε, * ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, * ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.
Eπίβλεψον, * εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, * επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, * και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
Ωδή ε' Ειρμός
Ίνα τι με απώσω, * από του προσώπου σου το φως το άδυτον, * και εκάλυψέ με, * το αλλότριον σκότος τον δείλαιον; * Αλλ’ επίστρεψόν με, * και προς το φως των εντολών σου, * τας οδούς μου κατεύθυνον δέομαι.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Ευχαρίστως βοώ σοι, * χαίρε Μητροπάρθενε, χαίρε Θεόνυμφε· * χαίρε θεία σκέπη, * χαίρε όπλον και τείχος απόρθητον, * χαίρε προστασία, * και βοηθέ και σωτηρία, * των εις σε προστρεχόντων εκ πίστεως.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Οι μισούντες με μάτην, * βέλεμνα και ξίφη και λάκκον ηυτρέπισαν, * και επιζητούσι, * το πανάθλιον σώμα σπαράξαι μου,  * και καταβιβάσαι, * προς γην Αγνή επιζητούσιν, * αλλ’ εκ τούτων προφθάσασα σώσον με.
Δόξα Πατρί...
Από πάσης ανάγκης, * θλίψεως και νόσου και βλάβης με λύτρωσαι, * και τη ση δυνάμει, * εν τη σκέπη σου φύλαξον άτρωτον, * εκ παντός κινδύνου, * και εξ εχθρών των πολεμούντων, * και μισούντων με Κόρη πανύμνητε.
Και νυν και αεί...
Τι σοι δώρον προσάξω, * της ευχαριστίας ανθ’ ώνπερ απήλαυσα, * των σων δωρημάτων, * και της σης αμέτρητου χρηστότητος; * Τοιγαρούν δοξάζω, * υμνολογώ και μεγαλύνω, * σου την άμετρον προς με συμπάθειαν.
Διάσωσον, * από κινδύνων, τους δούλους σου, Θεοτόκε, * ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, * ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.
Eπίβλεψον, * εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, * επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, * και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Ωδή ς' Ειρμός
Την δέησιν, * εκχεώ προς Κύριον, * και αυτώ απαγγελώ μου τας θλίψεις, * ότι κακών η ψυχή μου επλήσθη, * και η ζωή μου τω άδη προσήγγισε· * και δέομαι ως Ιωνάς· * Εκ φθοράς ο Θεός με ανάγαγε.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Τα νέφη, * των λυπηρών εκάλυψαν, * την αθλίαν μου ψυχήν και καρδίαν, * και σκοτασμόν εμποιούσι μοι Κόρη· * αλλ’ η γεννήσασα φως το απρόσιτον, * απέλασον ταύτα μακράν, * τη εμπνεύσει της θείας πρεσβείας σου.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Παράκλησιν, * εν ταις θλίψεσιν οίδα, * και των νόσων ιατρόν σε γινώσκω, * και παντελή συντριμμόν του θανάτου, * και ποταμόν της ζωής ανεξάντλητον, * και πάντων των εν συμφοραίς, * ταχινήν και οξείαν αντίληψιν.
Δόξα Πατρί...
Ου κρύπτω σου, * τον βυθόν του ελέους, * και την βρύσιν των απείρων θαυμάτων, * και την πηγήν την αέναον όντως, * της προς εμέ συμπαθείας σου Δέσποινα, * αλλ’ άπασιν ομολογώ, * και βοώ και κηρύττω και φθέγγομαι.
Και νυν και αεί...
Εκύκλωσαν, * αι του βίου με ζάλαι, * ώσπερ μέλισσαι κηρίον Παρθένε, * και την εμήν κατασχούσαι καρδίαν, * κατατιτρώσκουσι βέλει των θλίψεων· * αλλ’ εύροιμί σε βοηθόν, * και διώκτην και ρύστην Πανάχραντε.
Διάσωσον, * από κινδύνων, τους δούλους σου, Θεοτόκε, * ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, * ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.
Eπίβλεψον, * εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, * επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, * και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
Ελέησον ημάς ο Θεός κατά το μέγα έλεος Σου, δεόμεθα Σου, επάκουσον και ελέησον.
Κύριε ελέησον (3)
Έτι δεόμεθα υπέρ του  Πατρός και Αρχιεπισκόπου ημών (δεινός) και πάσης της εν Χριστώ ημών αδελφότητος.
Κύριε ελέησον (3)
Έτι δεόμεθα υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επισκέψεως, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών των δούλων του Θεού, [ονόματα]  και πάντων των παρακολουθούντων την αγίαν παράκλησην  ταύτην και υπέρ του συγχωρηθήναι αυτών παν πλημμέλημα εκούσιον τε και ακούσιον.  
Κύριε ελέησον (3)
Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν. 
Κοντάκιον Ήχος β'
Προστασία των Χριστιανών ακαταίσχυντε, μεσιτεία προς τον Ποιητήν αμετάθετε, μη παρίδης αμαρτωλών δεήσεων φωνάς, αλλά πρόφθασον, ως αγαθή, εις την βοήθειαν ημών, των πιστώς κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον εις πρεσβείαν, και σπεύσον εις ικεσίαν, η προστατεύουσα αεί, Θεοτόκε, των τιμώντων σε.
Ήχος δ'
Εκ νεότητος μου, πολλά πολεμεί με πάθη, αλλ’ αυτός αντιλαβού, και σώσον, Σωτήρ μου. (δις)
Οι μισούντες Σιών, αισχύνθητε από του Κυρίου, ως χόρτος γαρ, πυρί έσεσθε απεξηραμμένοι. (δις)
Δόξα Πατρί…
Αγίω Πνεύματι, πάσα ψυχή ζωούται, και καθάρσει υψούται, λαμπρύνεται τη Τριαδική μονάδι, ιεροκρυφίως.
Και νυν και αεί…
Αγίω Πνεύματι, αναβλύζει τα της χάριτος ρείθρα, αρδεύοντα άπασαν την κτίσιν, προς ζωογονίαν.
Προκείμενον
Μνησθήσομαι του ονόματος σου εν πάση γενεά και γενεά.
Στίχος
Άκουσον, θύγατερ, και ίδε, και κλίνον το ους σου, και επιλάθου του λαού σου, και του οίκου του πατρός σου, και επιθυμήσει ο Βασιλεύς του κάλλους σου.
Του ονόματός σου μνησθήσομαι εν πάση γενεά και γενεά
Και υπέρ του καταξιωθήναι ημάς της ακροάσεως του αγίου Ευαγγελίου, Κύριον τον Θεόν ημών ικετεύσωμεν.
Κύριε, ελέησον (γ').
Σοφία. Ορθοί. Ακούσωμεν του αγίου Ευαγγελίου. Ειρήνη πάσι.
Και τω Πνεύματί σου.
Εκ τού κατά Λουκάν αγίου Ευαγγελίου το ανάγνωσμα.
Πρόσχωμεν.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.
Τω καιρώ εκείνω, εισήλθεν ο Ιησούς εις κώμην τινά, γυνή δε τις, ονόματι Μάρθα, υπεδέξατο αυτόν εις τον οίκον αυτής. Και τήδε ην αδελφή, καλουμένη Μαρία, η και παρακαθήσασα παρά τους πόδας του Ιησού, ήκουε των λόγων αυτού. Η δε Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν, επιστάσα δε είπε, Κύριε, ου μέλει σοι, ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; ειπέ ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται. Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν αυτή, Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ενός δε εστί χρεία, Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής. Εγένετο δε εν τω λέγειν αυτόν ταύτα, επάρασά τις γυνή φωνήν εκ του όχλου είπεν αυτώ, Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί, ους εθήλασας. Αυτός δε είπε, Μενούν γε, μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.
Δόξα Πατρί…
Πάτερ, Λόγε, Πνεύμα, Τριάς η εν Μονάδι, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
Και νυν και αεί…
Ταις της Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
Στίχος
Ελέησον με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεος σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημα μου. 
Ήχος πλ. β' Όλην αποθέμενοι
Μη καταπιστεύσης με, ανθρωπίνη προστασία, Παναγία δέσποινα, αλλά δέξαι δέησιν, του ικέτου σου, θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι, των δαιμόνων τα τοξεύματα, σκέπην ου κέκτημαι, ουδέ που προσφύγω ο άθλιος, πάντοθεν πολεμούμενος, και παραμυθίαν ουκ έχω πλην σου, Δέσποινα του κόσμου, ελπίς και προστασία των πιστών, μη μου παρίδης την δέησιν, το συμφέρον ποίησον.
Ουδείς προστρέχων επί σοι, κατησχυμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε, αλλ’ αιτείται την χάριν, και λαμβάνει το δώρημα, προς το συμφέρον της αιτήσεως.
Μεταβολή των θλιβομένων, απαλλαγή των ασθενούντων υπάρχουσα, Θεοτόκε Παρθένε, σώζε πόλιν και λαόν, των πολεμουμένων η ειρήνη, των χειμαζομένων η γαλήνη, η μόνη προστασία των πιστών.

Σώσον, ο Θεός, τον λαόν σου, και ευλόγησον την κληρονομίαν σου: επίσκεψαι τον κόσμον σου εν ελέει και οικτιρμοίς, ύψωσον κέρας Χριστιανών Ορθοδόξων, και κατάπεμψον εφ’ ημάς τα ελέη σου τα πλούσια: πρεσβείαις της παναχράντου, Δεσποίνης ημών, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας: δυνάμει του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, προστασίαις των τιμίων επουρανίων Δυνάμεων ασωμάτων, ικεσίαις του τιμίου, ενδόξου, προφήτου προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, των αγίων, ενδόξων, και πανευφήμων Αποστόλων, του αγίου ενδόξου πανευφήμου Αποστόλου Βαρνάβα,  των εν αγίοις Πατέρων ημών, μεγάλων Ιεραρχών, και Οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθανασίου και Κυρίλλου, Ιωάννου του Ελεήμονος, πατριαρχών Αλεξανδρείας: Νικολάου του εν Μύροις , Σπυρίδωνος επισκόπου Τριμυθούντος,  των θαυματουργών. των αγίων ενδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, Δημητρίου του Μυροβλύτου, Θεοδώρου του Τήρωνος, και Θεοδώρου του Στρατηλάτου και Μηνά του θαυματουργού, των ιερομαρτύρων Χαραλάμπους και Ελευθερίου, των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών, των αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, (άγιος της ημέρας), και πάντων σου των Αγίων. ικετεύομέν σε, μόνε πολυέλεε Κύριε, επάκουσον ημών των αμαρτωλών δεομένων σου και ελέησον ημάς.
Κύριε, ελέησον (ιβ')
Ελέει, και οικτιρμοίς, και φιλανθρωπία του μονογενούς σου Υιού, μεθ’ ου ευλογητός ει, συν τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Ωδή ζ' Ειρμός
Παίδες Εβραίων εν καμίνω, * κατεπάτησαν την φλόγα θαρσαλέως, * και εις δρόσον το πυρ μετέβαλον βοώντες,* Ευλογητός ει Κύριε, * ο Θεός εις τους αιώνας.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Φως η τεκούσα Θεοτόκε, *σκοτισθέντα με νυκτί αμαρτημάτων, *φωταγώγησον συ, φωτός ούσα δοχείον, * το καθαρόν και άμωμον, * ίνα ποθώ σε δοξάζω.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Σκέπη γενού και προστασία, * και αντίληψις και καύχημα Παρθένε, * γυμνωθέντι μοι νυν, απάσης βοηθείας, * αβοήθητων δύναμις, * και ελπίς απηλπισμένων.
Δόξα Πατρί...
Όλη ψυχή και διανοία, *και καρδία σε και χείλεσι δοξάζω, * απολαύσας των σων, μεγάλων χαρισμάτων· * αλλ’ ω της σης χρηστότητος, * και απείρων σου θαυμάτων!
Και νυν και αεί...
Βλέψον ιλέω όμματί σου, * και επίσκεψαι την κάκωσιν ην έχω, * και δεινών συμφορών, και βλάβης και κινδύνων, * και πειρασμών με λύτρωσαι, * αμετρήτω σου ελέει.
Διάσωσον, * από κινδύνων, τους δούλους σου, Θεοτόκε, * ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, * ως άρρηκτον τείχος καί προστασίαν.  
Eπίβλεψον, * εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, * επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, * και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
Ωδή η' Ειρμός
Τον εν όρει αγίω δοξασθέντα, *και εν βάτω πυρί το της Αειπαρθένου, * τω Μωυσή μυστήριον γνωρίσαντα, * Κύριον υμνείτε, * και υπερυψούτε, * εις πάντας τους αιώνας.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Δια σπλάγχνα ελέους σου Παρθένε, * μη παρίδης σεμνή, ποντούμενόν με σάλω, * βιωτικών κυμάτων, αλλά δίδου μοι* χείρα βοηθείας, * καταπονουμένω, * κακώσεσι του βίου.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Περιστάσεις και θλίψεις και ανάγκαι, * εύροσάν με Αγνή, και συμφοραί του βίου, * και πειρασμοί με πάντοθεν εκύκλωσαν· * αλλά πρόστηθί μοι, * και αντιλαβού μου, * τη κραταιά σου σκέπη.
Δόξα Πατρί...
Εν ταις ζάλαις εφεύρον σε λιμένα, * εν ταις λύπαις χαράν και ευφροσύνην, * και εν ταις νόσοις ταχινήν βοήθειαν, * και εν τοις κινδύνοις, *  ρύστιν και προστάτιν, * εν τοις πειρατηρίοις.
Και νυν και αεί...
Χαίρε θρόνε πυρίμορφε Κυρίου, * χαίρε θεία και μανναδόχε στάμνε, * χαίρε χρυσή λυχνία, λαμπάς άσβεστος, * χαίρε των παρθένων, * δόξα και μητέρων, * ωράισμα και κλέος.
Διάσωσον, * από κινδύνων, τους δούλους σου, Θεοτόκε, *ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, * ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.
Eπίβλεψον, *εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, * επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, * και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.  
Ωδή θ' Ειρμός
Εξέστη επί τούτω ο ουρανός,* και της γης κατεπλάγη τα πέρατα,* ότι Θεός, ώφθη τοις άνθρωποις σωματικώς,* και η γαστήρ σου γέγονεν,* ευρυχωροτέρα των ουρανών·* διό σε Θεοτόκε,* Αγγέλων και ανθρώπων,*ταξιαρχίαι μεγαλύνουσι.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.
Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή;* πού προσδράμω λοιπόν και σωθήσομαι;* πού πορευθώ; ποίαν δε εφεύρω καταφυγήν;* ποίαν θερμήν αντίληψιν;* ποίαν εν ταις θλίψεσι βοηθόν;* Εις σε μόνην ελπίζω,* εις σε μόνην καυχώμαι,* και επί σε θαρρών κατέφυγον.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς. 
Ουκ έστιν αριθμήσασθαι δυνατόν, * μεγαλεία τα σα Θεονύμφευτε, * και τον βυθόν, τον ανεξερεύνητον εξειπείν, * των υπέρ νουν θαυμάτων σου, * των τετελεσμένων διηνεκώς, * τοις πόθω σε τιμώσι, * και πίστει προσκυνούσιν, * ως αληθή Θεού λοχεύτριαν.
Δόξα Πατρί...
Εν ύμνοις ευχαρίστοις δοξολογώ, * και γεραίρω το άμετρον έλεος, * και την πολλήν, δύναμίν σου ομολογώ· * και τας ευεργεσίας σου, * ας υπερεκένωσας εις εμέ, * κηρύττω, μεγαλύνω, * ψυχή τε και καρδία, * και λογισμώ και γλώσση πάντοτε.
Και νυν και αεί...
Την δέησίν μου δέξαι την πενιχράν, * και κλαυθμόν μη παρίδης και δάκρυα, * και στεναγμόν, αλλ’ αντιλαβού μου ως αγαθή, * και τας αιτήσεις πλήρωσον· * δύνασαι γαρ πάντα ως πανσθενούς,* Δεσπότου Θεού Μήτηρ, * ει νεύσεις έτι μόνον, * προς την εμήν οικτράν ταπείνωσιν.
 Διάσωσον, από κινδύνων, τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.
 Eπίβλεψον, εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Μεγαλυνάρια
Άξιον εστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών.
Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, σε μεγαλύνομεν.
Την υψηλοτέραν των ουρανών, και καθαρωτέραν λαμπηδόνων ηλιακών, την λυτρωσαμένην, ημάς εκ της κατάρας, την Δέσποιναν του κόσμου, ύμνοις τιμήσωμεν.
Από των πολλών μου αμαρτιών, ασθενεί το σώμα, ασθενεί μου και η ψυχή, προς σε καταφεύγω την Κεχαριτωμένην, ελπίς απηλπισμένων, συ μοι βοήθησον.
Δέσποινα και μήτηρ του Λυτρωτού, δέξαι παρακλήσεις, αναξίων σων ικετών, ίνα μεσιτεύσης προς τον εκ σου τεχθέντα. Ώ Δέσποινα, του κόσμου γενού μεσίτρια.
Ψάλλομεν προθύμως σοι την ωδήν, νυν τη πανυμνήτω, Θεοτόκω χαρμονικώς, μετά του Προδρόμου, και πάντων των Αγίων, δυσώπει, Θεοτόκε, του οικτειρήσαι ημάς.
Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων, την εικόνα σου την σεπτήν, την ιστορηθείσαν, υπό του αποστόλου, Λουκά ιερωτάτου, την Οδηγήτριαν.
Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες, μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εις το σωθήναι ημάς.
Τρισάγιον
Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. [3]
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε, ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών. Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν. Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματος σου.
Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομα σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημα σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών, και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.
Ότι σου εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα, του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Ελέησον ημάς ο Θεός κατά το μέγα έλεος Σου, δεόμεθα Σου, επάκουσον και ελέησον.
Κύριε, ελέησον. (3)
Έτι δεόμεθα υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών.
Κύριε ελέησον. [3]
Έτι δεόμεθα υπέρ του Πατρός και Αρχιεπισκόπου ημών, (δεινός) και πάσης της εν χριστώ ημών αδελφότητος.
Κύριε, ελέησον. (3)
Έτι δεόμεθα υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επισκέψεως, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών των δούλων του Θεού, [ονόματα] και πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, των κατοικούντων και παρεπιδημούντων εν τη κώμη ταύτη, των ενοριτών, επιτρόπων, συνδρομητών και αφιερωτών του αγίου ναού τούτου.
Κύριε, ελέησον. (3)
Έτι δεόμεθα υπέρ του διαφυλαχθήναι την αγίαν 'Εκκλησίαν και την κώμην ταύ­την, την νήσου ταύτην, και πάσαν πόλιν και χωράν, από λοιμού, λιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας, επιδρομής αλλοφύλων, εμφυ­λίου πολέμου και αιφνιδίου θανάτου, υπέρ του ίλεων, ευμενή και ευδιάλλακτον γενέσθαι τον αγαθόν και φιλάνθρωπον Θεόν ημών, του αποστρέψαι και διασκεδάσαι πάσαν οργήν και νόσον την καθ’ ημών κινουμένην, και ρύσασθαι ημάς εκ της επικειμένης  δικαίας αυτού απειλής, και ελεήσαι ημάς.
Κύριε, ελέησον. (3)
Έτι δεόμεθα και υπέρ του εισακούσαι Κύριον τον Θεόν ημών φωνής της δεήσεως ημών των αμαρτωλών, και ελεήσαι ημάς.
Κύριε, ελέησον. (3)
Επάκουσον ημών, ο Θεός ο Σωτήρ ημών,  η ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση μακράν και ίλεως, ίλεως γενού ημίν Δέσποτα, επί ταίς αμαρτίαις ημών, και ελέησον ημάς.
Ελεήμων γαρ και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Δόξα Σοι ο Θεός, η ελπίς ημών, Κύριε, δόξα Σοι.
Χριστός ο αληθινός Θεός ημών, ταις πρεσβείαις της παναχράντου και παναμώμου αγίας Αυτού μητρός, των αγίων, ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, του αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου (τής ημέρας) και πάντων τον Αγίων, ελέησαι και σώσαι ημάς, ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός.
Ήχος γ'
Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατε μου το σώμα, και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα.
Ο γλυκασμός των Αγγέλων, των θλιβομένων η χαρά, χριστιανών η προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, αντιλαβού μου και ρύσαι, των αιωνίων βασάνων.
Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των Αγγέλων, παρακαλώ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει.
Χρυσοπλοκώτατε πύργε, και δωδεκάτειχε πόλις, ηλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα του Βασιλέως, ακατανόητον θαύμα, πως γαλουχείς τον Δεσπότην.
Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον και σώσον ημάς.
Αμήν.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Σκέπη της ζωής μας η Θεοτόκος

 
undefined
«Προστασίαν και σκέπην, ζωής εμής τίθημι, Σε Θεογεννήτορ Παρθένε· συ με κυβέρνησον, προς τον λιμέ­να σου, των αγαθών η αίτια, των πιστών το στήριγμα, μόνη Πανύμνητε».
Προστασία και σκέπη της ζωής μου θέτω εσένα Παρθένε, που γέννησες το Θεό. Εσύ κυβέρνησε τη ζωή μου προς το λιμάνι σου, καθώς είσαι η μόνη πανύμνητη, η αιτία των αγαθών και το στήριγμα των πιστών.
Γυναίκα να γεννήσει και να μείνει παρθένος, είναι θαύμα που υπερβαίνει τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Το θαύμα αυτό λειτούργησε στην Παναγία, σαν απαρχή και σημάδι της νέας πνευματικής γέννησης των ανθρώπων, που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, και η οποία άφησε πίσω τα παλαιά αποτινάσσοντας τη φθορά από τη φύση, που παλαιώθηκε στη φθορά και το θάνατο. Τα θαυμάσια αυτά επιτέλεσε το Πνεύμα του Θεού, που ήταν και η μόνη αιτία δημιουργίας της ανθρώπινης φύσης του σαρκωθέντος Λόγου.
Τη θεογεννήτρια Παρθένο οι ορθόδοξοι πιστοί μπολύ ευλαβούνται. Την έχουν στην καρδιά της ευσέβειάς τους, ζώντας μυστικά το θεομητορικό της μυστήριο. Τη δοξάζουν για τα αθάνατα μεγαλεία της, την ανεβάζουν σε εκτίμηση πιό πάνω και από τους αγγέλους, τοποθετώντάς την ως προστασία, οδηγό και στήριγμα της ζωής τους. Τη θεωρούν στοργική μητέρα τους, η οποία νοιάζεται γι’ αυτούς θέλοντας τη σωτηρία και την ευτυχία τους. Και την παρακαλούν να τους στηρίζει στο αγαθό, αυτή που είναι η αιτία των αγαθών, να κυβερνά σταθερά τη ζωή τους και να τους κατευθύνει στο ήσυχο λιμάνι της, που είναι το λιμάνι του Υιού της, η επουράνια θεία βασιλεία.
«Ικετεύω Παρθένε, τον ψυχικόν τάραχον, και της αθυμίας την ζάλην, διασκέδασαν μου· συ γαρ, θεόνυμφε, τον αρχηγόν της γαλήνης, τον Χριστόν εκύησας, μόνη πανάχραντε».
Σε παρακαλώ Παρθένε να εξαφανίσεις από την ψυχή μου την ταραχή και τη ζάλη της αθυμίας· διότι εσύ που έγινες νύμφη του Θεού, και είσαι η μόνη αγνή και ολοκάθαρη, έτεκες το Χριστό, τον αρχηγό της γαλήνης.
Όπως ο άνθρωπος, όταν βρεθεί στη δίνη των φυσικών στοιχείων αισθάνεται πίεση και ταραχή και έχει κατάπτωση των ψυχικών του δυνάμεων, προσπαθώντας να γλιτώσει από την καταστροφική τους ενέργεια, έτσι και ο πιστός, πληττό­μενος άγρια από τα πάθη και την κακότητα του βίου, νιώθει ταραχή και ζάλη, αποκάμνει και πέφτει ψυχικά, ζητώντας διαφυγή και σωτηρία. Οι άνθρωποι βέβαια μπορούν να βοηθήσουν, όμως η βοήθειά τους δεν είναι πάντα κατάλληλη και αποτελεσματική. Ο πιστός θέλει ασφαλέστερο στήριγμα. Αυτό το βρίσκει στο πρόσωπο της παναγίας Μητέρας του Χριστού, του αρχηγού της γαλήνης. Μόνο στο θαύμα του Χριστού, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η σεμνή Παρθένος, μπορεί ο Κύριος να απαλύνει με τη χάρη του και να γαληνέψει τις ταραγμένες συνειδήσεις που τόσο άγρια μαστίζονται από τις τύψεις και τα ανηλεή πλήγματα του πονηρού.
«Ευεργέτην τεκούσα, τον των καλών αίτιον, της ευερ­γεσίας τον πλούτον, πάσιν ανάβλυσον’ πάντα γαρ δύνασαι, ως δυνατόν εν ισχύι, τον Χριστόν κυήσασα, Θεομακάριστε».
Εσύ θεομακάριστε, που γέννησες τον ευεργέτη και την αιτία όλων των καλών, κάνε να αναβλύσει σε όλους ο πλούτος της ευεργεσίας· γιατί μπορείς να κάνεις τα πάντα, επειδή είσαι η μητέρα του Χριστού, που είναι ο παντοδύναμος Θεός.
Η Θεοτόκος δεν είναι αυτοδύναμη πηγή των αγαθών. Τη δύναμη της —όπως και όλοι οι άγιοι— την αντλεί από τον Κύριο, ο οποίος είναι η πηγή όλων των καλών. Απ’ αυτόν προέρχεται «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον». Όταν ο πιστός είναι εσωτερικά ενωμένος με το Χριστό, παίρνει δόση της χάριτος, που τον κάνει δυνατό και ικανό να βοηθήσει και τους άλλους ανθρώπους. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για τους αγίους, τα εκλεκτά μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, και ιδιαίτερα για τη θεομακάριστη Παναγία μας, η οποία «δύναται τα πάντα». Η παντοδυναμία βέβαια αυτή δεν είναι η απόλυτη παντοδυναμία του Θεού, αλλά παντοδυναμία σχετική, όση μπορεί να χωρέσει το αναγεννημένο και θεόμορφο πλάσμα. Η Θεοτόκος, η πάντων αγίων αγιότερα, έχει τη σχετική αυτή παντοδυναμία στον υπέρτατο βαθμό, σε αναλογία πάντοτε με το θεομητορικό θαύμα της, ως μητέρα του Υιού του Θεού, που είναι η παντοδύναμη αιτία όλων των καλών. Έχοντας η Παναγία μητρική παρρησία, αντλεί χάρη από τον άφραστο τόκο της, αναβλύζοντας τον πλούτο της θείας ευεργεσίας στους πιστούς δούλους της. Αυτό συναισθανόμενοι οι ορθόδοξοι πιστοί τρέχουν στη χάρη της, εκφράζοντας ποικιλότροπα την ευγνωμοσύνη και τις ευχαριστίες τους στη στοργική και απερινόητη Μάνα τους.
«Χαλεπαίς αρρωστίαις και νοσεροίς πάθεσιν, εξεταζομένω Παρθένε, συ μοι βοήθησον· των ιαμάτων γαρ, ανελλιπή σε γινώσκω, θησαυρόν Πανάμωμε, τον αδαπάνητον»,
Με σκληρές αρρώστιες και πάθη νοσηρά δοκιμαζόμενον Παρθένε, βοήθησε με εσύ· γιατί εσένα αναγνωρίζω, πανάμωμε, ως τον πλήρη και ανεξάντλητο θησαυρό των ιάσεων.
Η ζωή του άνθρωπου είναι γεμάτη από αρρώστιες, καμιά φορά πολύ σκληρές. Ο άνθρωπος λιώνει στο κρεβάτι του πόνου, υποφέρει, πιέζεται, θέλει να γίνει καλά, ν’ ανακτήσει την υγεία του, να παύσει να υποφέρει, να επανέλθει στους παλιούς ρυθμούς της ζωής του. Παράλληλα υπάρχουν και τα νοσηρά πάθη, που ταλανίζουν τη φύση και τη φθείρουν, ανακόπτοντας και καταστρέφοντας την πνευματική ζωή. Είναι κι αυτά αρρώστιες κυρίως της ψυχής, που συνήθως έχουν αντίκτυπο καί στην υγεία του σώματος, την οποία αρνητικά επηρεάζουν.
Όλα αυτά δοκιμάζουν σκληρά τον άνθρωπο. Τις σωματικές ασθένειες τις επιτρέπει ο Θεός, για να παιδαγωγήσει τον άνθρωπο, να τον οδηγήσει σε αυτογνωσία και μετάνοια για τον αμαρτωλό και άτακτο βίο του, να κατανοήσει τη ματαιότητα του κόσμου και να στραφεί προς τα πνευματικά και τα επουράνια, ζητώντας τη χαρά της θείας βασιλείας, την ασκίαστη από πόνους, θλίψεις και αναστεναγμούς. Όμως και ο σωματικός πόνος στην παιδαγωγούσα πρόνοια του Θεού είναι λυτρωτικός.
Τα πάθη της ψυχής αφετέρου είναι τα στίγματα της αμαρτίας στον άνθρωπο. Είναι το δηλητήριο της πνευματικής ζωής. Είναι ψυχοκτόνα, προερχόμενα από νοσηρό έδαφος, για τα οποία υπεύθυνος είναι μόνο ο ελεύθερος άνθρωπος. Είναι επικίνδυνες καταστάσεις που αποξενώνουν τον άνθρωπο από το Θεό, τον νεκρώνουν και τον οδηγούν στον πνευματικό θάνατο.
Στις πολύ άσχημες αυτές καταστάσεις ο ορθόδοξος πιστός ζητεί τη βοήθεια της Παρθένου. Τη θεωρεί ως «θησαυρόν ιαμάτων», ο οποίος δεν στερεύει ποτέ. Και την παρακαλεί να του χαρίσει ίαση σώματος και ψυχής, όπως και δύναμη να αντέξει τη σκληρή δοκιμασία του.
(Α. Θεοδώρου, «Χρυσοπλοκώτατε Πύργε» -Μετάφραση και σχολιασμός των Παρακλητικών Κανόνων, εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Η Θεοτόκος, η μόνη καταφυγή και ελπίδα σωτηρίας



«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν· και συμφορών νέφη, την εμήν καλύπτουσι, καρδίαν Θεονύμφευτε· αλλ’ η Φως τετοκυία, το θείον και προαιώνιον, λάμψον μοι το φως το χαρμόσυνον».
Τα κύματα των λυπηρών καλύπτουν την ταπεινή μου
ψυχή και τα σύννεφα των συμφορών σκεπάζουν την
καρδιά μου, Θεονύμφευτε· αλλά εσύ που γέννησες το
θείο και προαιώνιο φως (το Χριστό), λάμψε στην
καρδιά μου το φώς το χαρμόσυνο.
Μια πολύ συγκινητική περιγραφή των θλιβερών περιστάσεων του βίου, που λίγο-πολύ είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους. Τα λυπηρά (οι λύπες) σαν κύματα αγριεμένα και πελώρια κτυπούν και σχεδόν καταποντίζουν τις ψυχές των ανθρώπων, οι οποίες απειλούνται με θλιβερό ναυάγιο. Παράλληλα οι κάθε είδους συμφορές, σαν νέφη πυκνά και σκοτεινά πνίγουν τις καρδιές τους, αφανίζοντας κάθε αισιοδοξία. Η ζωή στενεύει επικίνδυνα, οι όποιοι ορίζοντες αφανίζονται. Η απελπισία και ο φόβος περισφίγγουν τα εξαθλιωμένα πλάσματα. Ανθρώπινη διαφυγή δεν υπάρχει. Η μόνη καταφυγή και ελπίδα σωτηρίας είναι η θεονύμφευτη Κόρη, η οποία έτεκε το θειο και προαιώνιο φως, το Χριστό. Αυτή μόνη, η Μητέρα του ιλαρού φωτός, με τη λάμψη της χάρης του, μπορεί να σκορπίσει στις κουρασμένες ψυχές τη χαρά, να διανοίξει δρόμους και να φουντώσει την ελπίδα, που χάρισε στον κόσμο το λυτρωτικό έργο του Υιού της.
«Νυν πεποιθώς επί την σην κατέφυγον, αντίληψιν κραταιάν, και προς την σην σκέπην, ολοψύχως έδραμον, και γόνυ κλίνω Δέσποινα, και θρηνώ και στενά­ζω, μη με παρίδης τον άθλιον, των χριστιανών καταφύγιον».

Έχοντας τώρα πεποίθηση κατέφυγα στη δική σου μεγάλη βοήθεια και έτρεξα ολόψυχα στην προστασία σου και γονατίζω Δέσποινα και θρηνώ και στενάζω, μη με παραβλέψεις τον άθλιο, εσύ που είσαι των χριστιανών το καταφύγιο.
Και εδώ το «γόνυ κλίνω» πρέπει να το εννοήσουμε στα σωστά δογματικά πλαίσια. Δεν γονατίζουμε μπροστά στη Θεοτόκο, όπως γονατίζουμε μπροστά στον άπειρο Θεό. Στο Θεό γονατίζουμε λατρευτικά, γιατί είναι ο δημιουργός των όλων και σωτήρας μας· ενώ στην άχραντη Μητέρα του γονατίζουμε σχετικά, απονέμοντας σ’ αυτήν κατά σχέση τιμή. Είναι η δούλη του Θεού, η οποία με την παρρησία και τη χάρη της διακονεί τη σωτηρία που ενήρ­γησε ο Υιός της και με την γεμάτη δόξα πνευματική ομορφιά της στολίζει το νυμφώνα της θείας βασιλείας. Τιμούμε τη Θεοτόκο και τη σεβόμαστε, έκτος από το μητροπάρθενο κλέος της και γιατί είναι η στοργική Μάνα μας, η ελπίδα και η κραταιά μας βοήθεια.
«Καταιγίς με χειμάζει των συμφορών Δέσποινα, και των λυπηρών τρικυμίαι καταποντίζουσιν· αλλά προφθάσασα, χείρα μοι δος βοηθείας, η θερμή αντίληψις και προστασία μου».
Καταιγίδα των συμφορών με ταλαιπωρεί Δέσποινα, και οι τρικυμίες των λυπηρών με καταποντίζουν αλλά προφθάσασα, δος μου χέρι βοηθείας, η θερμή αντίληψη και προστασία μου.
Το τροπάριο μάς θυμίζει κάποιο περιστατικό που αναφέρουν τα Ευαγγέλια. Μετά τη διατροφή των πεντακισχιλίων, οι μαθητές του Χριστού μπήκαν σε ένα πλοιάριο για να περάσουν στην αντίπερα όχθη της θάλασσας. Στο μέσο της διαδρομής φύσηξαν άνεμοι και σήκωσαν κύματα. Το πλοιάριο κινδύνευε να καταποντιστεί. Οι μαθητές, αν και πεπειραμένοι ψαράδες, φοβήθηκαν την αγριάδα των υγρών στοιχείων της φύσεως. Ο Κύριος που βρισκόταν ακόμη στο όρος είδε τη δεινή τους περίσταση και, περπατώντας πάνω στα κύματα, τους πλησίασε για να τους καθησυχάσει. Φοβήθηκαν όμως όταν τον είδαν οι μαθητές. Νόμισαν ότι έβλεπαν φάντασμα. Εκείνος τους μίλησε για να τους ηρεμήσει. Ο Πέτρος τότε του φώναξε: αν είσαι πραγματικά ο Διδά­σκαλος, πες μου να πέσω στη θάλασσα και να έρθω κοντά σου. Κι εκείνος του είπε, έλα. Ο Πέτρος έπεσε στη θάλασσα και περπατούσε πάνω στα κύματα. Σε κάποια στιγμή όμως φοβήθηκε τον άνεμο και τα κύματα και άρχισε να καταποντίζεται. Τότε φώναξε στο Διδάσκαλο: «Κύριε, σώσε με». Εκείνος του άπλωσε το χέρι και τον ανέβασε σώο στο πλοιάριο, λέγοντάς του: «ολιγόπιστε, εις τί εδίστασας;».
Στο τροπάριο ο πιστός μπαίνει στη θέση του Πέτρου και η Παναγία στη θέση του Κυρίου. Ταλαιπωρούμενος ο πιστός από τις επιθέσεις των αγριεμένων κυμάτων της καθημερινότητας του βίου και απειλούμενος να συντριβεί και να καταποντισθεί, παρακαλεί την Παναγία να του απλώσει το μητρικό χέρι της και να τον σώσει από την κακότητα των περιστάσεων της ζωής και των επιθέσεων των εχθρών της ψυχής του.

«Αληθή Θεοτόκον, ομολογώ Δέσποινα, σε την του θανάτου το κράτος εξαφανίσασαν· ως γαρ φυσίζωος εκ των δεσμών των του Άδου προς ζωήν ανήγαγες εις γην με ρεύσαντα».
Αληθινή Θεοτόκο ομολογώ Δέσποινα, εσένα που εξαφάνισες το κράτος του θανάτου·  γιατί σαν πηγή γεμάτη ζωή, και αφού εγώ είχα μπει στο χώμα (με την παρακοή), με σήκωσες από τα δεσμά του άδη (του θανάτου) και με οδήγησες και πάλι στη ζωή.
Και το Τροπάριο αυτό εντάσσει τη Θεομήτορα στο λυτρωτικό έργο του Υιού της. Η Θεοτόκος, σφύζουσα από ζωή, παρουσιάζεται ως εισβάλλουσα στο χώρο των νεκρών, τον άδη, όπου σπάει τα δεσμά των εκεί φυλακισμένων πνευμάτων, τα οποία ελευθερώνει από την κατήφεια της νέκρωσης, και τα οδηγεί στους θαλάμους της ελεύθερης ζωής κοντά στο Θεό. Το έργο αυτό επιτέλεσε ο Χριστός με την κάθοδό του στον άδη. Ο υμνογράφος φαντάζεται τη Θεοτόκο να επιτελεί το ίδιο έργο στα έγκατα του άδη. Φυσικά αυτό δεν έγινε. Στη Θεοτόκο μόνο έμμεσα αποδίδεται το έργο αυτό, γιατί είναι έργο του Υιού της, του οποίου φέρει τη χάρη του λυτρωτικού του αξιώματος. Ο Χριστός είναι αυτός που πατάσσει τον άδη· αλλά φέρεται να τον πατάσσει και η Μητέρα που τον γέννησε. Αυτό το εγγυάται το αξίωμά της ως Θεοτόκου, στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα μεγαλεία της. Στη λαϊκή ευσέβεια της Ορθοδοξίας δεν υπάρχουν προβλήματα, τα οποία ενδεχομένως θα κατόπτευε ο θεολογικός οφθαλμός. Η απλότητα της πίστεως, όταν βεβαίως δεν εκτρέπεται σε υπερβολές και δεισιδαιμονίες, είναι μεγάλη υπόθεση στην πνευματικότητα του σώματος του Χριστού.

(Α. Θεοδώρου, «Χρυσοπλοκώτατε Πύργε» -Μετάφραση και σχολιασμός των Παρακλητικών Κανόνων, εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Η Θεοτόκος, αντίληψη και προστασία μας

 


undefined
«Παθών με ταράττουσι προσβολαί, πολλής αθυμίας, εμπιπλώσαί μου την ψυχήν· ειρήνευσον, Κόρη τη γαλήνη, τη του Υιού και Θεού σου, Πανάμωμε».
Προσβολές των παθών με ταράζουν, γεμίζοντας με αθυμία την ψυχή μου· εσύ, πανάμωμη Κόρη, ειρήνευ­σέ με, με τη γαλήνη που παρέχει με τη χάρη του ο Υιός και Θεός σου.

Τα πάθη, σωματικά και ψυχικά, φέρνουν μεγάλη ταραχή και αναστάτωση στον άνθρωπο. Είναι βίαιες κινήσεις του θυμικού μέρους της ψυχής, οι οποίες επισκιάζουν το λόγο, οδηγώντας τον άνθρωπο σε αφύσικες και παράλογες καταστάσεις. Τα πάθη, ως ορμές βίαιες, αφανίζουν την ηρεμία, η οποία είναι απαραίτητη για την ηθική και πνευματική πρόοδο του ανθρώπου. Τα πάθη, εφόσον συγκατατεθεί σ’ αυτά η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου και στο μέτρο που υποδουλώνουν τον άνθρωπο, είναι σαφώς αμαρτωλά, γιατί οδηγούν στην παράβαση του νόμου του Θεού. Αντίθετα, αν είναι απλές κινήσεις που υπάρχουν αναγκαίως στη φύση (η πείνα, η δίψα κ.λπ.) δεν είναι αμαρτωλά. Τα αμαρτωλά του πάθη ο άνθρωπος πρέπει να καταπολεμά αλλιώτικα, δεν είναι δύσκολο να οδηγηθεί στον αιώνιο πνευματικό θάνατο. Η καταπολέμησή τους γίνεται με εγρήγορση, άσκηση και προσευχή και κυρίως με τη βοήθεια της χάριτος του Θεού στο αγιαστικό έδαφος της Εκκλησίας.
Στο σημαντικό αγώνα κατά των παθών πολύ συμβάλλει και η Πανάμωμη Κόρη της βασιλείας, η Παναγία μας, με τη χάρη του θεομητορικού της θαύματος. Ως νύμφη Θεού θεοχαρίτωτη, διοχετεύει στις ταραγμένες ψυχές τη γαλήνη του Υιού και Θεού της, που υπερβαίνει κάθε φυσική αίσθηση.
«Σωτήρα τεκούσαν σε και Θεόν, δυσωπώ, Παρθένε, λυτρωθήναι με των δεινών·  σοι γαρ νυν προσφεύγων ανατείνω και την ψυχήν και την διάνοιαν».
Εσένα, Παρθένε, πού γέννησες το Θεό, σε παρακαλώ να μεσιτεύσεις, ώστε να λυτρωθώ από τα δεινά· γιατί, προσφεύγοντας τώρα σε σένα, ανυψώνω στη χάρη σου και την ψυχή και τη διάνοια μου.
Τα θαυμάσια της Θεοτόκου οφείλονται στο θεομητορι­κό έργο της, στο γεγονός ότι αυτή έγινε η μεσίτρια μεταξύ Θεού και ανθρώπων, υπό την έννοια φυσικά ότι δι’ αυτής εισήλθε στον κόσμο ο Υιός του Θεού. Η Μαρία ήταν η πάλλευκη και αγνή Κόρη, η μόνη άξια να δώσει τη σάρκα της στον Υιό του Θεού, ώστε αυτός να γίνει αληθινός και τέλειος άνθρωπος. Γέννησε το Σωτήρα του κόσμου και Θεό, φυσικά στην ανθρώπινη φύση του, γιατί η θεότητα δεν μπορεί να γεννηθεί με τον τρόπο που γεννιούνται οι υπόλοιποι άνθρωποι. Η Μαρία ήταν αληθινή Θεοτόκος, γεγονός στο οποίο οφείλεται η θεομητορική δόξα και το μητροπάρθενο κλέος της, το οποίο επισκίασε τη φωτεινή λαμπρότητα και αυτών των αγγελικών δυνάμεων.
Στη δοξασμένη Μητέρα του Θεού, που είναι και μητέρα της Εκκλησίας, οι πιστοί προσφεύγουν με ευλάβεια παρακαλώντας την να τους λυτρώσει από τα δεινά του βίου, που ασφυκτικά πιέζουν την ψυχή τους: ασθένειες, θλίψεις, κίνδυνοι και κακές περιτροπές του βίου, έχοντας ακράδαντη πεποίθηση, ότι η αειπάρθενη Κόρη δεν θ’ αποστρέψει τους δούλους της «κενούς», αλλά θα εκπληρώσει το αίτημα προς το συμφέρον αυτών που το αιτούν. Προς την Παρθένο Θεοτόκο οι πιστοί στρέφονται ολόθερμα υψώνοντας στη χάρη της και την ψυχή και τη διάνοια τους.
«Νοσούντα το σώμα και την ψυχήν, επισκοπής θείας, και προνοίας της παρά σου, αξίωσον μόνη Θεομήτορ, ως αγαθή αγαθόν τε λοχεύτρια».
Εσύ μόνη Θεομήτωρ, που όντας αγαθή γέννησες τον αγαθό, αξίωσε κι έμενα που νοσώ στο σώμα και την ψυχή, να τύχω της φροντίδας και της προνοίας σου.
Υπάρχουν νόσοι του σώματος και νόσοι της ψυχής, αρρώστιες που κατατρύχουν τον ανθρώπινο βίο. Δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Θεός, δημιουργώντας τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» αυτού, έθεσε στην πρωτόκτιστη φύση τις διάφορες ασθένειες που τόσο άγρια τη βασανίζουν. Ο πρώτος άνθρωπος, ενόσω έμενε κοντά στο δημιουργό του, δεν αρρώσταινε. Είχε πλήρη υγεία σώματος και ψυχής. Ήταν γαλήνιος και ήρεμος, χωρίς σωματικούς πόνους και νοσήματα ψυχικά. Οι αρρώστιες που μας βασανίζουν είναι επιφαινόμενα. Φάνηκαν στη φύση αργότερα, αφότου ο Αδάμ παρέβηκε την εντολή του Θεού. Τότε εισόρμησαν στη φύση τα πάθη και οι ασθένειες, ως αποτελέσματα της αμαρτίας. Ο Θεός τις παραχώρησε στην πεσμένη φύση, για να μετανοεί και να παιδαγωγείται ο αμαρτωλός άνθρωπος. Η τέλεια «απονία» δεν είναι κατάσταση της παρούσας ζωής. Είναι δώρο του Θεού στις αναγεννημένες φύσεις στη βασιλεία των ουρανών, «ένθα ουκ εστί πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός», αλλά χαρά και ζωή ατελεύτητη.
Στις σωματικές και ψυχικές νόσους του ο πιστός, όταν λιώνει στο κρεβάτι του πόνου και υποφέρει σπαρακτικά, στρέφεται εναγώνια προς την αγαθή Θεομήτορα που γέννησε τον αγαθό Θεό, ζητώντας αντίληψη και προστασία.

(Α. Θεοδώρου, «Χρυσοπλοκώτατε Πύργε» -Μετάφραση και σχολιασμός των Παρακλητικών Κανόνων, εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς.

«Πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς, προς σε καταφεύ­γω, σωτηρίαν επιζητών· Ω Μήτερ του Λόγου και Παρθένε, των δυσχερών και δεινών με διάσωσον».
Έχοντας πολλούς πειρασμούς να με πνίγουν, καταφεύγω σε σένα, ζητώντας διακαώς τη σωτηρία μου. Εσύ Μητέρα του Λόγου και Παρθένε, διάσωσέ με από τις δυσκολίες και τα δεινά.
Την επίκληση «Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς» πολλοί την παρεξηγούν. Νομίζουν ότι δι’ αυτής η Θεοτόκος κηρύσσεται ως κύρια πηγή σωτηρίας, αξίωμα που ανήκει μόνο στον άχραντο τόκο της, τον Θεάνθρωπο Κύριο. Γι’ αυτό αντικαθιστούν την επίκληση, που θεωρούν δογματικά εσφαλμένη, με άλλη: «Υπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ ημών». Η αντικατάσταση αυτή, ορθή στο νόημα και τη διατύπωσή της, δεν έρχεται ωστόσο σε αντίθεση προς την πρώτη επίκληση. Και οι δύο εκφράζουν το ίδιο πράγμα.
Κατά τη δογματική πίστη της Εκκλησίας μας, η Θεοτόκος ουδέποτε λαμβάνεται ως πρώτη και κύρια πηγή σωτηρίας, κάτι που θα ερχόταν σε αντίθεση με το λυτρωτικό αξίωμα του Χριστού, ως μόνου μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων και ως μόνης πηγής σωτηρίας. Σε μια τέτοια περίπτωση η πρόταση θα ήταν δογματικώς επιλήψιμη, η δε Εκκλησία δεν θα τη χρησιμοποιούσε στη λατρεία της. Το ρήμα σώζω (“σώσον”) εδώ έχει άλλη σημασία, κυρίως σε ό,τι αφορά στο όργανο διά του οποίου τελείται η σωτηρία. Η Θεοτόκος σώζει τον άνθρωπο όχι ως πρώτη και κύρια πηγή σωτηρίας, αλλά κατά δεύτερο λόγο και έμμεσα, διά της προσευχής, των δεήσεων και της χάρης της, ως πάναγνης Μητέρας του σαρκωθέντα Λόγου του Θεού. Αυτό ισχύει και για την προσευχή και το μεσιτικό αξίωμα όλων των Αγίων.
Σε τελική ανάλυση και εφόσον η σωτηρία παρέχεται από το Θεό διά της πρεσβείας της αγνής Θεομήτορος, οι δύο επικλήσεις εκφράζουν το ίδιο πράγμα και δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός προβληματισμός σ’ εκείνους που γνωρίζουν τα δογματικά ζητήματα της πίστεως μας. Στα αστήρικτα βέβαια πνεύματα μπορεί να υπάρξει κάποιος σκανδαλισμός’ αυτά όμως πρέπει να φωτίζει και να καθοδηγεί στην αλήθεια η διδάσκουσα αρχή της Εκκλησίας.
Η ζωή του ανθρώπου στη γη αυτή είναι γεμάτη πειρασμούς, είτε από την εσωτερική φύση του ανθρώπου, η οποία, επιρρεπής στην αμαρτία

αυτοπειράζεται, είτε από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ο άνθρωπος ζει, ο κόσμος που είναι γεμάτος από παγίδες, κακότητα και πορνική φιληδονία, είτε και από συμβάντα ζωής έκτακτα και αναπάντεχα, τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την αντοχή και την ψυχική ευστάθεια του ανθρώπου.
Οι πειρασμοί, οι τόσο συχνοί στη ζωή μας, έχουν διπλή όψη, θετική και αρνητική. Από τη μια δοκιμάζουν τον άνθρωπο, αυξάνοντας την αντοχή, την υπομονή και την πίστη του στην πρόνοια του Θεού, εκτρέφοντας την ελπίδα και τη γλυκιά αίσθηση του σωτηρίου στο οδοιπορικό του πιστού προς την ουράνια θεία βασιλεία· από την άλλη όμως, δεδομένης της αδυναμίας της φύσεως, είναι δυνατό να οδηγήσουν τον άνθρωπο σε πτώση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην ηθική και την πνευματική ζωή του. Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Κύριος, στην προσευχή που μας παρέδωσε, μας είπε να προσευχόμαστε: «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν».
Οι πιστοί, έχοντας παρρησία προς την αειπάρθενη Μητέρα του Χριστού, καταφεύγουν στη χάρη της, ζητώντας απ’ αυτή λύτρωση από τις δυσχέρειες και τα δεινά, που καθημερινά τους ταλαιπωρούν και τους συνθλίβουν.

(Α. Θεοδώρου, «Χρυσοπλοκώτατε Πύργε» -Μετάφραση και σχολιασμός των Παρακλητικών Κανόνων, εκδ. Αποστ. Διακονίας