Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΔΟΓΜΑ (συνέχεια)Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ Π. ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΟΥ

Θεός το Άγιο Πνεύμα

Στο Βιβλίο της Γενέσεως γράφεται «και πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος»[1] που κάλυπτε την αόρατη και ασχημάτιστη γη και «τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν»[2].  Είναι φανερόν ότι δεν αναφέρεται σε δυνατόν αέρα, αλλά σε μία Δύναμη που εκπηγάζει άμεσα από τον Θεό.  Αυτό το Πνεύμα του Θεού εμφανίζεται στη σχέση με και ζει ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά δεν αναπαύεται μ’ αυτούς, επειδή είναι σάρκες.  Γι’ αυτό, ο Θεός είπε: «Οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας»[3]. Αυτό το Πνεύμα πληρεί και εμπνέει τους ενάρετους ανθρώπους, όπως τον Ιωσήφ που είχε«πνεύμα Θεού»[4]. Ο Βεσελεὴλ ο γιός «τοῦ Οὐρείου τὸν Ὤρ, ἐκ τῆς φυλῆς  Ἰούδα», δέχθηκε «πνεῦμα θεῖον σοφίας καὶ συνέσεως καὶ ἐπιστήμης ἐν παντὶ ἔργῳ διανοεῖσθαι καὶ ἀρχιτεκτονῆσαι, ἐργάζεσθαι τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον καὶ τὸν χαλκὸν καὶ τὴν ὑάκινθον καὶ τὴν πορφύραν καὶ τὸ κόκκινον τὸ νηστὸν καὶ τὰ λιθουργικὰ καὶ εἰς τὰ ἔργα τὰ τεκτονικὰ τῶν ξύλων, ἐργάζεσθαι κατὰ πάντα τὰ ἔργα»[5] Ο Ιησούς του Ναυή δέχθηκε την επίθεση των χειρών του Μωϋσή και «ἐνεπλήσθη πνεύματος συνέσεως»[6].  Επίσης, επάνω στους εβδομήκοντα πρεσβυτέρους «κατέβη Κύριος ἐν νεφέλῃ … καὶ παρείλατο ἀπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐπ’ αὐτῷ καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τοὺς ἑβδομήκοντα ἄνδρας … ὡς δὲ ἐπανεπαύσατο πνεῦμα ἐπ’ αὐτούς, καὶ ἐπροφήτευσαν». Στην περίπτωση αυτή ο Μωϋσής τόνισε ότι, όταν θα δώσει ο Κύριος «τὸ πνεῦμα αὐτοῦ»πάνω στο λαό Του, θα προφητεύσουν[7].  Το «πνεῦμα Κυρίου ἐνεδυνάμωσε τὸν Γεδεών»[8], όπως και τον Σαμψών[9], και τους έδωσε δύναμη για να τελέσουν μεγάλα και θαυμαστά πράγματα. Ο Σαμουήλ δέχθηκε «πνεῦμα Θεοῦ, καὶ προεφήτευσεν» και «μετέστρεψεν αὐτῷ ὁ Θεὸς καρδίαν ἄλλην … καὶ προεφήτευσεν ἐν μέσῳ»[10] των Προφητών που τον συνάντησαν στο όρος.  Το ίδιο «πνεῦμα Θεοῦ»  μίλησε μέσον του Βασιλέα Δαβίδ και τον ενέπνευσε να τραγουδήσει τραγούδια στον Ισραήλ[11].  Ο Προφήτης αναζήτησε αυτό το γενναιόδωρο και «Άγιον Πνεύμα» για να συγχωρέσει τις αμαρτίες του και να μην απομακρυνθεί απ’ αυτόν[12].

Στο Βιβλίο του Προφήτη Ησαΐα, «τὸ πνεῦμα Κυρίου» εμφανίζεται να εμπνέει και να δίδει λόγια που δεν εκλείπουν[13].  «Τὸ πνεῦμα Κυρίου» ήρθε πάνω στον Ιεζεκιήλ και του μίλησε[14] και στέκεται στο μέσον του λαού του Ισραήλ[15].  Ο Θεός δίδει το Πνεύμα και τις ευλογίες Του στα παιδιά του Ισραήλ[16].  Επάνω στο Μεσσία ειδικά «ἀναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ»[17] και έχοντας αυτό το Πνεύμα του Θεού πάνω Του, θα δώσει στο λαό Του[18] «πνεῦμα χάριτος καὶ οἰκτιρμοῦ»[19] για να επιβλέψουν προς τον Κύριο «καὶ ἔσται, πᾶς, ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου, σωθήσεται»[20].
Όμως, πουθενά στην Παλαία Διαθήκη εμφανίζεται το Άγιο Πνεύμα ως ξεχωριστό Πρόσωπο.  Αντίθετα, είναι πάντοτε αχώριστο από τον Κύριο και ουδέποτε ενεργεί από μόνον Του.  Είναι αληθές ότι στην Παλαιά Διαθήκη ο όρος «πνεύμα» έχει πολλές σημασίες.
Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων παρατήρησε ότι … πολλά είναι τα πνεύματα. Η ψυχή μας καλείται πνεύμα, ο άνεμος επίσης ονομάζεται πνεύμα, η ακάθαρτη πράξη καλείται πνεύμα. Η χρήση του όρου«πνεύμα»[21] διαφέρει από τον όρο «Πνεύμα Κυρίου» που δεικνύει την παρουσία του Θεού ή Υπερφυσικής Δυνάμεως διά της οποίας χαρίσματα δίδονται. Οι Διδασκαλίες της Παλαιάς Διαθήκης που αφορούν το «Πνεύμα» προοδευτικά γίνονται πιο καθαρές.
Οι Διδασκαλίες της Καινής Διαθήκης που αφορούν το Πνεύμα φαίνονται να ακολοθούν την ίδια μέθοδο. Το Πνεύμα παρουσιάζεται στην αρχή να είναι μία Αρχή Θείας Δυνάμεως, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί καθαρά ως πρόσωπο, αλλά πάντοτε αναφέρεται ως «το Άγιο Πνεύμα»[22] που δίδει υπερφυσικά δώρα, όπως στην περίπτωση του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστή[23], της αγίας Ελισάβετ[24], του αγίου Ζαχαρία[25] και του αγίου Συμεών[26]∙ όλοι πληρώθηκαν από «το Άγιο Πνεύμα»και ακόμα το πιο σημαντικό πρόσωπο, η Υπεραγία, Δέσποινα, Αειπάρθενος και Θεοτόκος Μαρία την ώρα του Ευαγγελισμού, όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της ανακοίνωσε ότι «Πνεῦμα  Ἃγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ»[27].  Το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε πάνω στον Ιησού Χριστό «ὡσεὶ περιστερὰν» την ώρα της Βαπτίσεώς Του από τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή μέσα στον Ιορδάνη ποταμό[28].  Το Άγιο Πνεύμα οδήγησε τον Ιησού Χριστό μέσα στην έρημο για να δοκιμαστεί από τον Διάβολο[29] και εμφανίστηκε σαν «νεφέλη φωτεινὴ» στο όρος Θαβώρ, όταν ο Κύριος μεταμορφώθηκε ενώπιον των αγίων Αποστόλων Πέτρου, Ιακώβου και Ιωάννου[30].  Στο τέταρτο Ευαγγέλιο η Δωρεά του Θεού συγκρίνεται με το «ὕδωρ ζῶν»[31], που αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα, το Οποίο «ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν»[32] και το Οποίο θα εκπήγαζε σαν αστήρευτοι «ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας» τους ως «ὕδατος ζῶντος»[33].  Στα ανώτερα χωρία το Άγιο Πνεύμα αναφέρεται ως προσωπικός παράγων και υποστατική πηγή Θείας Ζωής και υπερφυσικών χαρισμάτων[34].
Ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, μαρτυρεί ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ξεχωριστό Πρόσωπο της Θεότητας και προειδοποιεί: «Πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ Ἃγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται»[35]. Ο Χριστός βεβαίωσε εκείνους που θα πιστέψουν στο Όνομά Του και που θα οδηγηθούν μπροστά στις κοσμικές εξουσίες για να δικαστούν προς χάριν Του ότι δεν πρέπει να ανησυχούν, «πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε· τὸ γὰρ  Ἃγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν»[36].  Ο Χριστός διαφοροποίησε τον Εαυτόν Του από τον άλλον «Παράκλητον», «τὸ Πνεῦμα τὸ Ἃγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν»[37].  Αυτό το Άγιο Πνεύμα μαρτυρεί για τον Υιό[38] και καθοδηγεί τους Μαθητές «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»[39].
Η βλασφημία εναντίον του Αγίου Πνεύματος δεν θεωρείται ως βλασφημία εναντίον κάποιας απρόσωπης Θείας Δυνάμεως, αλλά εναντίον ενός Προσώπου και Υποστατικής Υπάρξεως. Αυτό διευκρινίστηκε, όταν ο Χριστός μας διαβεβαίωσε λέγοντας, «τὸ γὰρ  Ἃγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν»[40], … ως να επρόκειτο για κάποιο διδάσκαλο που κατοικεί μέσα μας[41]. Το να βλασφημήσει κανείς εναντίον του Αγίου Πνεύματος είναι ασυγχώρητο, ενώ βλασφημία εναντίον του Υιού του ανθρώπου συγχωρείται· αυτό υποδεικνύει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ανωτέρας στάθμης, όταν συγκρίνεται με τον Υιό που μιλά εκείνη τη στιγμήν ως άνθωπος.
Σύμφωνα με το τέταρτο Ευαγγέλιο το Άγιο Πνεύμα αναμφισβήτητα μαρτυρείται ως Πρόσωπο, διότι, όταν ο Κύριος διαβεβαίωσε τους αγίους Αποστόλους Του ότι θα τους στείλλει «άλλον Βοηθόν», τον«Παράκλητον»[42]υπέδειξε μ’ αυτά τα λόγια την σχέση τους ως προς την Ουσία.  Αυτός ο άλλος«Βοηθός» θα διδάξει, θα υπενθυμήσει[43], θα δώσει την μαρτυρία Του για τον Υιό[44] και θα καθοδηγήσει τους Μαθητές «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»[45].  Ως Διδάσκαλος, Καθοδηγητής και Μάρτυρας του Χριστού, είναι προφανές, ότι το Άγιο Πνεύμα έχει τη δική Του Προσωπική Υπόσταση.  Όμως στέλνεται από τον Πατέρα και τον Υιό μέσα στον κόσμο για να «ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ Κρίσεως»[46].  Το χαρακτηριστικό αυτών των χωρίων με αναφορά το Άγιο Πνεύμα είναι ότι ο Χριστός μιλά σε αρσενικό γένος, ενώ σ’ όλα τα άλλα χωρία απαυθύνεται (για το Άγιο Πνεύμα) σε ουδέτερο γένος.  Προσθέτοντας σ’ όλα τα αναφερόμενα, ο Χριστός διακήρυξε ότι το Άγιο Πνεύμα «εκπορεύεται εκ του Πατέρα»[47] και γι’ αυτό το Άγιο Πνεύμα δεν είναι δημιούργημα του Θεού, αλλά είναι από την ίδια την Ουσία του Πατέρα.  Η εκπόρευση είναι ο φυσικός τρόπος υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος και η Υποστατική – Προσωπική Του Ιδιότητα[48].
Ο άγιος Απόστολος Παύλος μαρτυρεί ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Πρόσωπο και εξαίρει την ισότητά Του μέσα στη Θεότητα, ειδικότερα:
α) Η Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή μας βεβαιώνει ότι το Άγιο Πνεύμα «πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ»[49] Η χρήση του ρήματος «ἐρευνᾷ»  δείχνει την Υπόσταση του Πνεύματος ως ξεχωριστό Πρόσωπο, το Οποίο έχει πλήρη και επακριβή γνώση όχι μόνον του Θεού, αλλά για την Ουσία του Θεού.  Το ίδιο ρήμα χρησιμοποιείται ακόμα για τη γνώση του Θεού, ο Οποίος «ερευνά τις καρδιές των ανθρώπων».  Όπως ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα και ο Πατέρας γνωρίζει τον Υιό και απ’ αυτό η ισότητα των δύο Προσώπων της Αγίας Τριάδος φανερώνεται, με παρόμοιο τρόπο, όταν λέμε ότι το Πνεύμα «ἐρευνᾷ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ», φανερώνει την ισότητα του τρίτου Προσώπου προς τα άλλα δύο, διότι ποίος άλλος μπορεί να ερευνήσει «τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ» παρά μόνον εάν είναι ο ίδιος Θεός;
Πράγματι, όταν ο άγιος Απόστολος Παύλος ερωτά: «Τίς γὰρ οἶδεν ἀνθρώπων τὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ», συμπεραίνει, «οὕτω καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ»[50].  Όπως το πνεύμα του ανθρώπου είναι αχώριστο από την ανθρωπότητα και ουσία του, με παρόμοιο τρόπο το Πνεύμα του Θεού είναι αχώριστο από την Θεότητα και Θεία Ουσία. Μ’ αυτό τον τρόπο, διακηρύσσεται η ενότητα της Ουσίας, το αδιαχώριστο και το αδιαίρετο του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα και τον Υιό.
Ο Μέγας Βασίλειος δίδαξε, … δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη της σχέσεως μεταξύ του Αγίου Πνεύματος προς τον Πατέρα και τον Υιό από του ότι κάθε Πρόσωπο έχει μέσα Του το Άγιο Πνεύμα[51].
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, όταν ο άγιος Ιωάννης αναφέρεται στον άνθρωπο λέγει, «τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ», αλλά, όταν αναφέρεται στο Πνεύμα του Θεού αποφεύγει να γράψει «ἐν αὐτῷ», διότι το Άγιο Πνεύμα είναι ξεχωριστό Πρόσωπο και παρ’ όλο που είναι αχώριστο και αδιαίρετο από τον Θεό Πατέρα, δεν υπάρχει «ἐν αὐτῷ» του Πατέρα, όπως η ψυχή του ανθρώπου υπάρχει «ἐν αὐτῷ».  Η ψυχή του ανθρώπου είναι συμπληρωματική για τον όλο άνθρωπο, αλλά, όσο αναφορά το Άγιο Πνεύμα, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ο Θεός Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα είναι δύο ξεχωριστά και τέλεια Πρόσωπα.  Επομένως, το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κάτι το συμπληρωματικό της όλης Θεότητας, αλλά Θεός τέλειος.
Εφ’ όσον το Άγιο Πνεύμα υπάρχει μέσα στη Θεότητα ως ξεχωριστό Πρόσωπο, μαρτυρείται ότι έχει τη δική Του Βουλή.  Μοιράζει τα διάφορα δώρα και χαρίσματα «διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται»[52].  Το γεγονός ότι το Άγιο Πνεύμα μοιράζει τα διάφορα δώρα «καθὼς βούλεται» δείχνει ότι είναι Κύριος και όχι υπηρέτης.  Το Άγιο Πνεύμα δεν είναι απλά μία δύναμη της Θεότητας, αλλά ένα Πρόσωπο έχοντας τη δική Του Βουλή και ενεργώντας όπως θέλει.  Γι’ αυτό, στην Αποστολική Σύνοδο το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται να αποφασίζει μαζί με τους αγίους Αποστόλους σε θέματα που αφορούν την Εκκλησία και σ’ άλλες περιπτώσεις να λυπάται εξ αιτίας των αμαρτιών μας[53].
β)  Οι πιστοί αποκαλούνται «ναοί του Θεού» και «ναοί του Αγίου Πνεύματος», επειδή το Άγιο Πνεύμα κατοικεί μέσα τους[54].  Όμως, σ’ αυτά τα δύο χωρία το Άγιο Πνεύμα διακηρύσσεται ως Θεός και φανερώνουν την ισότητά Του προς τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος[55].
γ)   Το ψέμα που ο Ανανίας και η γυναίκα του είπαν στον άγιο Απόστολο Πέτρο χαρακτηρίστηκε ως ψέμα προς το Άγιο Πνεύμα, που δεν είναι ψέμα προς ανθρώπους, αλλά προς τον Θεό[56].  Αυτό αποδεικνύει την ισότητα του Αγίου Πνεύματος προς τον Θεό, γιατί, όποιες αμαρτίες στρέφονται εναντίον του Αγίου Πνεύματος στρέφονται εναντίον του ιδίου του Θεού[57].
δ)  Στο Άγιο Πνεύμα αποδίδονται Θείες Ιδιότητες, Εξουσίες και Ενέργειες.  Οδηγεί «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»[58]Ερευνά τα βάθη του Θεού[59], που υποδεικνύει Παγγνωσία.  Μοιράζει δωρεές και χαρίσματα, όπως Βούλεται[60], που υποδεικνύει Θεία Εξουσία.  Εξ αιτίας των ενεργειών Του, οι ουρανοί στερεώθηκαν[61] και αναγεννά τα πάντα[62]. Ακόμα η Αγία Γραφή αποκαλείται «Θεόπνευστη», επειδή«ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι»[63] και είναι Αυτό που μίλησε μέσον των αγίων Προφητών.  Γι’ αυτό, η βλασφημία εναντίον του Αγίου Πνεύματος θεωρείται ασυγχώρητη[64]. Σ’ όλες τις αναφερόμενες πιο πάνω ενέργειες το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται αχώριστο από την Θεότητα και ενεργεί αρμονικά μαζί με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, όπως φανερώνεται στην Α΄ Κορινθίους.  «Διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσί, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα· καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσι, καὶ ὁ αὐτὸς Κύριος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν, ὁ δὲ αὐτός ἐστι Θεός, ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν.   Ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον. ᾧ μὲν γὰρ διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, ἑτέρῳ δὲ πίστεως ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ ἐνεργήματα δυνάμεων, ἄλλῳ δὲ προφητεία, ἄλλῳ δὲ διακρίσεις πνευμάτων, ἑτέρῳ δὲ γένη γλωσσῶν, ἄλλῳ δὲ ἑρμηνεία γλωσσῶν· πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται»[65].
ε)  Όσον αναφορά την τάξη με την οποία το Άγιο Πνεύμα τοποθετείται, πρέπει να σημειώσουμε ότι παρ’ όλο που είναι τρίτο, βρίσκομε χωρία μέσα στην Αγία Γραφή στα οποία τοποθετείται δεύτερο ή ακόμα πρώτο σε σχέση με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.  Στο τέλος της Β΄ προς Κορινθίους Επιστολής το Άγιο Πνεύμα τοποθετείται τρίτο στη σειρά[66], ενώ στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή τοποθετείται πρώτο[67].  Μ’ αυτό ο άγιος Απόστολος Παύλος έδειξε ότι η τάξη των Ονομάτων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία στη Θεότητα, εκτός από του ότι φανερώνουν την ισότητα των τριών Προσώπων, του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διότι είναι ο Ένας Αληθινός Θεός[68].
Η Ορθόδοξος Εκκλησία δέχθηκε τις Διδασκαλίες που αφορούσαν το Άγιο Πνεύμα και πάντοτε τις διατήρησε μέχρις ότου διευκρινίστηκαν εντελώς από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη το 381.  Αυτή η Αγία Σύνοδος αντιμετώπισε την αίρεση του Μακεδονίου και όλων εκείνων που αρνιόντουσαν την Θεότητα του Αγίου Πνεύματος[69].
Σύμφωνα με τους Αποστολικούς Πατέρες, ο άγιος Κλήμης Ρώμης έγραψε στην Α΄ Επιστολή του προς Κορινθίους: Διότι, όπως ο Θεός ζει, και όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός ζει, και το Άγιο Πνεύμα ζει[70].  Αυτή η φράση, όταν συγκριθεί με εκείνη της Παλαιάς Διαθήκης, «ο Κύριος ζει», δείχνει ότι ο άγιος Κλήμης τοποθέτησε σε ίσο επίπεδο τα τρία Πρόσωπα και έτσι διακήρυξε:  Μήπως δεν έχομε ένα Θεό και ένα Χριστό και ένα Πνεύμα της Χάριτος που εκχύθηκε πάνω μας;  Και μήπως δεν είναι ένα κάλεσμα στο Χριστό[71]
Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, αναφέρεται στην Αγία Τριάδα γενικά μέσα στις επιστολές του[72]
Ο άγιος Πολύκαρπος Σμύρνης, κατά το μαρτύριό του, ενώ έκλεινε την τελική προσευχή πριν από την αναχώρησή του απ’ αυτό τον κόσμο, αναφέρθηκε στην Αγία Τριάδα με τα εξής λόγια: Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μπορεί να με συγκαταριθμήσει με τους εκλεκτούς Του στην Ουράνιο Βασιλεία· στον Οποίον ας είναι η δόξα μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα πάντοτε.  Αμήν[73]. 
Η Διδαχή σχετικά με το Βάπτισμα παροτρύνει τους πιστούς να βαπτίζουν σε τρεχούμενο νερό … στο Όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος[74].  
Ο Ποιμήν του Ερμά επίσης αναφέρεται στα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος[75].

Ο Αθηναγόρας ονομάζει το Άγιο Πνεύμα «απόρροια» του Θεού[76], συσχετίζοντας το Άγιο Πνεύμα και τον Πατέρα μ’ εκείνο του φωτός και της φωτιάς ή της ακτινοβολίας προς τον ήλιο.
Ο άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς, βρίσκει τα ανώτερα παραδείγματα ατελή για να περιγράψουν την Αγία Τριάδα[77].  Ονομάζει το Άγιο Πνεύμα «Προφητικόν Πνεύμα» και το απαριθμεί τρίτο στην τάξη[78].
Ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνων καλεί το Πνεύμα «ατελείωτο», υπάρχον μαζί με τον Πατέρα πριν από την δημιουργία του κόσμου.  Το ταυτίζει με την Σοφία που εκπορεύεται από τον Θεό, σύμφωνα με το Βιβλίο των Παροιμιών[79].  Αλλού γράφει, … η εικόνα του Θεού, που είναι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, ο Λόγος και η Σοφία, στον Οποίον όλοι οι Άγγελοι υποτάσσονται.  Στη σχέση προς την Εκκλησία, το Άγιο Πνεύμα είναι η Αλήθεια, η Χάρις, η αρχή της ενώσεως με τον Θεό, η ανάμειξη της αιώνιας Ζωής, ενωμένο με την Εκκλησία και χαρίζοντας μέσον των Ιερών Μυστηρίων τα μέσα προς σωτηρίαν[80].
Ο Τερτυλιανός εξέφρασε περισσότερο τη διδασκαλία που αφορά το Πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος και την θέση Του μέσα στην Αγία Τριάδα.  Διέκρινε τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος καταπολεμώντας την αίρεση του Σαβελλίου και διακηρύττοντας ότι … θα πρέπει να πιστεύουμε στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα[81].
Όσον αναφορά το Άγιο Πνεύμα ως Πρόσωπο, υποστηρίχθηκε από τον Ωριγένη τόσο καθαρά, ώστε ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήρισε τις διδασκαλίες του ως … υγιέστατες[82]Δίδαξε επίσης ότι … όπου βλέπεις τον Υιό και τον Πατέρα, εκεί είναι πάντοτε το Άγιο Πνεύμα έχον την ίδια Ουσία από την Φύση Του, την αγαθότητα, την ευθύτητα, την αγιότητα, τη ζωή … και απ’ όλες τις Θείες Ιδιότητες τίποτε δεν προστίθεται στο Άγιο Πνεύμα.  Όλες είναι αδιαχώριστες, όπως η φωτιά από την θερμότητα και η λάμψη από το φως, οι ιδιότητες της Αγιότητας, του Χορηγού της Ζωής, της Αγαθοσύνης και της Ευθύτητας είναι εξ ίσου οι ίδιες.  Το Πνεύμα είναι Θεός, όπως ο Πατέρας είναι ένας Θεός και ο Υιός είναι ένας Θεός, παρομοίως και το Άγιο Πνεύμα είναι ένας Θεός.  Κατά συνέπεια, το Άγιο Πνεύμα ως Θεός, είναι η Πηγή του αγιασμού, που πληρεί τους Αγγέλους και Αρχαγγέλους, αγιάζει τις Δυνάμεις, δίδει ζωή στο Σύμπαν και είναι Πανταχού Παρόν, αλλά δεν περιέχεται από κανένα.  Κατοικεί σ’ όλους μέσα από τη Χάριν Του και είναι πάντοτε με τον Θεό, αχώριστα από την Ουσία Του[83].
Ο άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας τόνισε ότι είναι «δυσφημηστικό», «παραφροσύνη» και «μανία» το να λέγει κανείς ότι το Άγιο Πνεύμα έχει δημιουργηθεί[84].
   Σύμφωνα με τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων, το Άγιο Πνεύμα είναι ζωντανό και πάντοτε παρόν με τον Πατέρα και τον Υιό[85].

Πάνω απ’ όλους τους Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος Ναζιανζινός μίλησε βαθυστόχαστα για το Άγιο Πνεύμα και για τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και δικαίως έλαβε τον τίτλο του Θεολόγου.  Ενσωματώνοντας μέσα σε μία παράγραφο τα ονόματα και τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος που περιγράφονται στην Αγία Γραφή, σημειώνει τα ακόλουθα: Ο Χριστός γεννάται, προτρέχει, βαπτίζεται, μαρτυρείται, δοκιμάζεται, αίρεται· θαυματουργεί, είναι εκεί[86]· αναλαμβάνεται, αντικαθίσταται.  Τί μπορεί να μη κάμει ως Θεός; … Το Πνεύμα καλείται Πνεύμα Κυρίου, Πνεύμα Χριστού, Νους  Κυρίου· Αυτός είναι Κύριος, το Πνεύμα της υιοθεσίας, της αλήθειας, της ελευθερίας[87]. Το Πνεύμα της Σοφίας, της κατανοήσεως, της θελήσεως, της δυνάμεως, της γνώσεως , της ευσεβείας, του φόβου Θεού· … Αγαθό, ευθές, κυβερνόν, από την φύση αγιάζων, αλλά όχι αγιαζόμενο· αριθμών αλλά μη συναριθμούμενο· μετέχον αλλά μη μετεχόμενο· πληρόν, αλλά μη πληρούμενο· δοξαζόμενο, δάκτυλο Θεού[88], φωτιά ως Θεός, της ιδίας Ουσίας· το Πνεύμα το δημιουργικό, που αναγεννά δια του Βαπτίσματος, διά της Αναστάσεως· το Πνεύμα που γνωρίζει όλα, που διδάσκει, που αναπνέει όποτε επιθυμεί, που οδηγεί, που μιλά, που στέλλει, που διαιρεί, που αποκαλύπτει, που φωτίζει, που δίδει ζωή· είναι αυτοφώς και Ζωή, Ποιητής ναών, που θεοποιεί, που τελειεί· που επίσης καταβαίνει με την μορφή πυρίνων γλωσσών, διαιρεί χαρίσματα, κάμνει Αποστόλους, Προφήτες, Ευαγγελιστές, Ποιμένες και Διδασκάλους, νοητό, καθαρό, δυνατό, άσπιλο, αυτόβουλο, αμετάβλητο, παντοδύναμο, παντεπόπτη[89].



[1] Γεν. 1:2.
[2] Ψαλμ. 32(33):6.
[3] Γεν. 6:4.
[4] Γεν. 41:38.
[5] Έξ. 31:3.
[6] Δευτ. 34:9.
[7] Αριθμ. 11:25-30.
[8] Κριταί 6:34.
[9] Κριταί 14:6.
[10] Γ΄ Βασιλειών10:9-10.
[11] Β΄ Βασιλειών23:2.
[12] Ψαλμ. 50(51).
[13] Ησ. 59:21.
[14] Ιεζ. 2:2• 3:14• 11:5.
[15] Aγγ. 2:6.
[16] Ησ. 44:3.
[17] Ησ. 11:2-3
[18] Ιωήλ 2:28-30.
[19] Ζαχ. 12:10.
[20] Ιωήλ 2:32.
[21] Ψαλμ. 48:8• 104:4• 146:4• 149:8.  Ζαχ. 12:1.  Ησ. 7:2.
[22] Τσάκωνα,  Η περί Πααράκλήτου σελ. 201-207.
[23] Λουκ. 1:15.
[24] Λουκ. 1:41.
[25] Λουκ. 1:67.
[26] Λουκ. 2:26.
[27] Ματθ. 3:11.  Λουκ. 3:16.
[28] Ματθ. 3:16.  Μάρκ. 1:10.  Λουκ. 3:22.
[29] Ματθ. 4:1.  Μάρκ. 1:12.  Λουκ. 4:1.
[30] Ματθ. 17:1-9.  Μάρκ. 9:2-10. Λουκ. 9:28-36.
[31] Ιωάν. 4:10• 7:38.  Αμμωνίου, Αποσπάσματα εις Ιωάννην, Migne,  P.G., 85, 1421.
[32] Ιωάν. 7:39.
[33] Ιωάν. 7:38.  Χρυσοστόμου, Ομιλία 51, § 1, στον Montfaucon, τόμ. 8, σελ. 345.
[34] Τσάκωνα, Η περί Πααράκλήτουσελ. 258-261.
[35] Λουκ. 12:10.  Ματθ. 12:31-32.  Μάρκ. 3:28-29. 
[36] Λουκ. 12:11-12• 21:12.  Ματθ. 10:19-20.  Μάρκ. 13:11.
[37] Ιωάν. 14:26.
[38] Ιωάν. 15:26.
[39] Ιωάν. 16:13.
[40] Λουκ. 12:12.
[41] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις Λουκάν, Migne, P.G., 72, 732.
[42] Τσάκωνα, Η περί Πααράκλήτου, σελ.184-191.
[43] Ιωάν. 14:26.
[44] Ιωάν. 15:26.
[45] Ιωάν. 16:13.
[46] Ιωάν. 16:8.
[47] Ιωάν. 15:26.
[48] Θεοδώρου Μοψουεστίας, Αποσπάσματα εις Ιωάννην, Migne, P.G., 66, 780.  Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας,Εις Ιωάννην, Migne, P.G., 124, 205.  Θεοδωρήτου Κύρου,  Περί Αγίου Πνεύματος, Ομιλία V, κεφ. III, Migne,P.G., 83, 456.
[49] Α΄ Κορινθ. 2:10.
[50] Α΄ Κορινθ. 2:11.
[51] Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος, κεφ. 16, 40, MigneP.G., 32, 144.
[52] Α΄ Κορινθ. 12:11.
[53] Πράξεις 15:28.  Εφεσ. 4:30. 
[54] Α΄ Κορινθ. 3:16• 6:19.
[55] Θεοδωρήτου Κύρου, Εις Α΄ Κορινθίους, II, Migne, P.G., 82, 252 και 269.  Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Εις Α΄ Κορινθίους, II, Migne, P.G., 124, 605.
[56] Πράξεις 5:3-4.
[57] Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος, κεφ. 6, 37, Migne, P.G., 32, 133.
[58] Ιωάν. 16:13.  Πρβλ. Τσάκωνα, Η περί Πααράκλήτου, σελ. 191-200.
[59] Α΄ Κορινθ. 2:10.
[60] Α΄ Κορινθ. 12:11.
[61] Ψαλμ. 33(34):6.
[62] Τίτ. 3:5.
[63] Β΄ Πέτρου 1:21.
[64] Λουκ. 12:10.  Ματθ. 12:31-32.  Μάρκ. 3:28-29. 
[65] Α΄ Κορινθ. 12:4-11. 
[66] Β΄ Κορινθ. 13:14.
[67] Α΄ Κορινθ. 12:4.
[68] Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία 34, κεφ. 15, Migne, P.G.,  36, 253.
[69] Meyendorff, Legacy, σελ. 153-165.
[70] Κλήμεντος Ρώμης, Α΄ Κορινθίους, 58, 2, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 61.
[71] Ένθ’ ανωτέρω, Α΄ Κορινθίους, 46, 6, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 54.
[72] Ιγνατίου Αντιοχείας, Εις Εφεσίους, 9, 1• 18, 2.  Του ιδίου, Προς Μαγνησίους, 13, 1. Του ιδίου, Εις Φιλαδελφιείς, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 89, 92, 96, 106.
[73] Μαρτύριον Πολυκάρπου, 22, 3,  στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 144.
[74] Διδαχή, 7,1 και 3, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 153.
[75] Ποιμήν του Ερμά, 5, 33, 2-3.  Παραβολή 5, 58, 2• 59, 2-6.  Παραβολή 9, 78, 1-2• 101, 4•   102, 1-2• στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 220, 244-245, 245-246, 262, 281.
[76] Αθηναγόρα, στη B, τόμ.3, σελ. 288 και 300.
[77] Ιουστίνου, Α΄ Απολογητικός, στη B, τόμ.3, σελ. 327.
[78] Ένθ’ ανωτέρω, Α΄ Απολογητικός, 6,2 και 13, 3, στη B, τόμ. 3, 164 και 167.
[79] Παροιμίαι Σολομόντος 8:22.
[80] Ειρηναίου, Πανάριον, βιβλίο III, κεφ. XVII, Migne, P.G.,  7, 931, 993 και 966.
[81] Τερτυλιανού, Adversus Praxeam, κεφ. 2, Migne, P.L., 2, 180.
[82] Μεγάλου Βασιλείου, Περί Αγίου Πνεύματος, XXIX, 73, Migne, P.G., 32, 204.
[83] Μεγάλου Βασιλείου, Περί πίστεως, Migne, P.G.,31, 468.
[84] Αθανασίου Αλεξανδρείας, Επιστολή προς Σεραπίωνα, Migne, P.G., 26, 569, 581, 584-586, 600.
[85] Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατήχησις, XVII, § 5, Migne, P.G., 33, 973.
[86] Λουκ. 1:35• 2:7• 3:23• 4:18.  Ματθ. 12:28.  Πράξεις 2:4.
[87] Α΄ Κορινθ. 2:11. Ρωμ. 3:9• 8:15.  Β΄ Κορινθ. 3:17, 18.  Σοφ. Σολ. 1:78. Θρήν. 4:20.  Ιωάν. 14:17• 15:26• 16:13.
[88] Ησ. 11:2. Σοφ. Σολ. 1:7-10. Ψαλμ. 143(144):10• 50(51):10, 12. Ρωμ. 8:14. Εφεσ. 1:13-14. Ματθ. 28:19. Λουκ. 11:20.
[89] Πράξεις 2:3• 10:19• 13:2, 4• 16:6, 7.  Ιωάν. 3:5, 8.  Α΄ Κορινθ. 2:10-12.  Ψαλμ. 143(144):10.  Σοφ. Σολ. 7:22. Γρηγορίου Θεολόγου, Ομιλία 31, § 29 και 41α, κεφ. 9, Migne, P.G., 36, 165-168 και 441

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου